Δημοσιεύθηκε στις : [ 09-09-2014 ]

ΣτΕ 1120/2014 Προκειμένου ο εργολάβος να τύχει της κατά το άρθρο 40 παρ. 2 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. μειώσεως των υποχρεωτικά καταβλητέων εργοδοτικών εισφορών για οικοδομικό έργο δεν απαιτείτο να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής για πρώτη φορά, αλλά αποδεδειγμένη προσωπική απασχόλησή του σε οικοδομικές εργασίες για την πρώτη του κατοικία, γεγονός το οποίο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα από το προσκομισθέν από αυτόν φορολογικό έντυπο E9, δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση. Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας, είναι νόμιμη η προπαρατεθείσα κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ανεξαρτήτως της ειδικότερης αιτιολογίας της. Και τούτο, διότι η επίμαχη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 40 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, ως εισάγουσα ανεπίτρεπτη διακριτική μεταχείριση υπέρ των οικοδόμων που απασχολούνται προσωπικά σε οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση της πρώτης κατοικίας τους και είναι, ως εκ τούτου, ανεφάρμοστη

(Προκειμένου ο εργολάβος να τύχει της κατά το άρθρο 40 παρ. 2 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. μειώσεως των υποχρεωτικά καταβλητέων εργοδοτικών εισφορών για οικοδομικό έργο δεν απαιτείτο να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής για πρώτη φορά, αλλά αποδεδειγμένη προσωπική απασχόλησή του σε οικοδομικές εργασίες για την πρώτη του κατοικία, γεγονός το οποίο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα από το προσκομισθέν από αυτόν φορολογικό έντυπο E9, δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση. Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας, είναι νόμιμη η προπαρατεθείσα κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ανεξαρτήτως της ειδικότερης αιτιολογίας της. Και τούτο, διότι η επίμαχη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 40 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, ως εισάγουσα ανεπίτρεπτη διακριτική μεταχείριση υπέρ των οικοδόμων που απασχολούνται προσωπικά σε οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση της πρώτης κατοικίας τους και είναι, ως εκ τούτου, ανεφάρμοστη)

Κατηγορία: Ασφαλιστικά - ΙΚΑ - ΤΕΒΕ - Λοιπά (ΠΡΟ ΕΦΚΑ)

Περίληψη

Επειδή, με την παρ. 2 του άρθρου 40 της ως άνω (Φ21/478/18.3.1997) υπουργικής αποφάσεως, παρέχεται η δυνατότητα μειώσεως των κατ’ άρθρο 38 της αποφάσεως αυτής υποχρεωτικά καταβλητέων εισφορών στο αναιρεσείον Ίδρυμα σε οικοδόμο που απασχολείται προσωπικά με την ανέγερση της πρώτης του κατοικίας. Κατά δε την έννοια της διατάξεως αυτής, για την μείωση των υποχρεωτικά καταβλητέων εργοδοτικών εισφορών απαιτείται αποδεδειγμένη προσωπική απασχόληση του οικοδόμου σε οικοδομικές εργασίες για την πρώτη του κατοικία και όχι η για πρώτη φορά χρήση της κατά την ως άνω παρ. 2 του άρθρου 40 δυνατότητας μειώσεως των εργοδοτικών εισφορών. Η διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στη διευκόλυνση των οικοδόμων για την ανέγερση πρώτης κατοικίας έως 150 τ.μ., δεν έρχεται σε αντίθεση προς το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού των υποχρεωτικά καταβλητέων εισφορών, όπως αυτό ρυθμίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, ούτε προς κάποια συνταγματική διάταξη. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Ο. Ζύγουρα, κατά τη γνώμη της οποίας, κατά το άρθρο 24 α.ν. 1846/1951 για την καταβολή των εισφορών των παρεχόντων εξηρτημένη εργασία εργαζομένων βαρύνεται ο εργοδότης προκειμένου δε περί οικοδομικών εργασιών, εκτελουμένων δια μεσολαβήσεως τρίτων, ως εργοδότης νοείται, για την καταβολή των εισφορών, κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου α.ν., όπως ετροποποιπήθη με το άρθρο 40 παρ. 1 ν.δ. 2698/1953, ο κύριος του ανεγειρομένου, συμπληρουμένου, επισκευαζομένου ή κατεδαφιζομένου κτίσματος. Εξ άλλου, με το άρθρο 40 παρ. 2 ν.δ. 2698/1953 παρεσχέθη εξουσιοδότηση προς θέσπιση ιδιαιτέρου συστήματος υπολογισμού των κατ’ ελάχιστον υποχρεωτικώς καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών, για την ασφάλιση των απασχολουμένων σε οικοδομικές εργασίες.

Περαιτέρω, με το άρθρο 21 παρ. 6 ν. 1902/1990 παρεσχέθη εξουσιοδότηση για τη θέσπιση συστήματος υπολογισμού των κατ’ ελάχιστον καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών και καταβολής των για την ασφάλιση των εργατών των απασχολουμένων σε οικοδομικές εν γένει εργασίες.

Οπως δε έχει κριθή (ΣτΕ 3309/1996 7μ.), με την διάταξη αυτή δεν εκάμφθη η θεσπιζομένη με το άρθρο 25 α.ν. 1846/1951 αρχή - αποδίδουσα γενική αρχή του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως δυναμένη να καμφθή μόνο δια ρητής περί του αντιθέτου διατάξεως νόμου - ότι οι υπό της νομοθεσίας του ΙΚΑ προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, το ύψος των οποίων εξαρτάται, κατ’ αρχήν, εκ του πράγματι καταβαλλομένου μισθού, καταβάλλονται υπέρ συγκεκριμένου προσώπου, υπαγομένου στην ασφάλιση του ΙΚΑ λόγω της υπό του προσώπου αυτού παρασχεθείσης για ορισμένο χρονικό διάστημα εργασίας, για την παροχή της οποίας έλαβε τον ανωτέρω μισθό.

Κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής, δύναται μεν να θεσπισθή, κατ’ επίκληση της, κανονισμός για τον υπολογισμό των εκεί προβλεπομένων ασφαλιστικών εισφορών βάσει τεκμαρτής εργατικής δαπάνης, εξευρισκομένης κατ’ εφαρμογήν αντικειμενικών κριτηρίων, προϋποθέτει, όμως, η εξουσιοδότηση αυτή, την καθιέρωση από τον Κανονισμό συστήματος εκκαθαρίσεως, ώστε να διασφαλίζεται ότι εάν μεν οι καταβληθείσες εισφορές υπολείπονται των αναλογουσών στην πραγματική εργατική δαπάνη, ο βαρυνόμενος θα καταβάλη την προκύπτουσα διαφορά, εαν δε αυτές είναι κατά ποσόν ανώτεραι της πραγματικής εργατικής δαπάνης το ΙΚΑ να έχη υποχρέωση επιστροφής της διαφοράς αυτής.

ΣτΕ  1120/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Σ. Μαρκάτης, Ο. Ζύγουρα, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Στ. Κτιστάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.

Για να δικάσει την από 25 Οκτωβρίου 2010 αίτηση:

του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αγ. Κωνσταντίνου 8), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο Φωτεινή Καραμίντζιου (Α.Μ. 15729), που την διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του ...... ..... , κατοίκου Κουφαλίων Ν. Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ιδρυμα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 655/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Στ. Κτιστάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο


1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, νομίμως ασκούμενη χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 655/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της 2801/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί προσφυγή του ίδιου Ιδρύματος κατά της 1238/συν. 211/3.7.2002 αποφάσεως της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Ιωνίας και κρίθηκε, τελικώς, ότι ο αριθμός των ημερών εργασίας που απαιτείτο, κατά το ισχύον σύστημα αντικειμενικού υπολογισμού των εργοδοτικών εισφορών, για την κατασκευή οικοδομικού έργου, ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου, έπρεπε να μειωθεί κατά ποσοστό 30% λόγω προσωπικής του απασχόλησης σ’ αυτό.

2. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση παρά τη μη παράσταση του αναιρεσίβλητου, εφόσον, όπως προκύπτει από τις 1349/Β και 1350/Β της 15 Μαρτίου 2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ολγας Ευγενειάδου, αντίγραφο της από 30.1.2013 πράξης του Προέδρου του Α΄ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή της υποθέσεως και της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο.

3. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως τα τρία πρώτα εδάφια της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112) και πριν την αντικατάσταση της ίδιας παραγράφου (3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989) με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, Α΄ 213 (που άρχισε να ισχύει από 1.1.2011, βλ. άρθρο 70 αυτού), ορίζονται τα εξής: «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. … Κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο από τα ανωτέρω ποσά, όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι: α) η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης, β) με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων…». Περαιτέρω, στην παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 3772/2009, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 10.7.2009 (βλ. άρθρο 51 αυτού) ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν καταλαμβάνουν τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υποθέσεις» και επομένως καταλαμβάνουν τις εφεξής ασκούμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

4. Επειδή, με τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες καταλαμβάνουν όσες αιτήσεις αναιρέσεως ασκούνται μετά τις 10.7.2009 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 3772/2009), θεσπίζεται ως πάγια ρύθμιση ο κανόνας του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιόν του είναι κατώτερο των 40.000 ευρώ, ως εξαίρεση δε το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, όταν ο αναιρεσείων προβάλλει με το εισαγωγικό δικόγραφο και με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, μεταξύ άλλων, ότι, αν και το ποσό της διαφοράς είναι κατώτερο από 40.000 ευρώ, με την αίτηση τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. Κατά την έννοια δε της ως άνω διατάξεως της περιπτώσεως β? του τετάρτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε πιο πάνω) - η οποία είναι στενώς ερμηνευτέα ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, της αποσυμφορήσεως δηλαδή του Συμβουλίου της Επικρατείας από μεγάλο αριθμό αιτήσεων αναιρέσεως που δεν έχουν σημαντικό χρηματικό αντικείμενο και της επιταχύνσεως του ρυθμού απονομής της δικαιοσύνης (βλ. τη συνοδεύουσα το ν. 3772/2009 αιτιολογική έκθεση) - για να κριθεί αν παραδεκτώς ασκείται αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πρέπει απαραιτήτως με το εισαγωγικό δικόγραφο είτε α) να εκθέτει με αυτοτελείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς ποιο είναι κατά την άποψή του το τιθέμενο νομικό ζήτημα, να εξηγεί δε με σαφήνεια και να τεκμηριώνει την άποψή του αυτή, χωρίς να αρκούν προς τούτο μόνη η αναφορά των κρίσιμων διατάξεων και ο ισχυρισμός αορίστως ότι τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα, είτε β) να επικαλείται συγκεκριμένα την απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου ή τις τελεσίδικες ή ανέκκλητες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων προς τις οποίες υπάρχει, κατά την άποψή του, αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το ίδιο νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων.

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διοικητικού εφετείου στις 10.11.2010, μετά δηλαδή την έναρξη της ισχύος του ν. 3772/2009 (10.7.2009). Οπως δε προκύπτει από το 8683/5.11.2013 σημείωμα του Τοπικού Υποκαταστήματος Ιωνίας Θεσσαλονίκης του ΙΚΑ, το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς ανέρχεται σε 1.751,21 ευρώ, ήτοι υπολείπεται του ορίου των 40.000 ευρώ. Εξάλλου, με το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως το αναιρεσείον Ίδρυμα προβάλλει ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται παραδεκτώς, καίτοι το ποσό της διαφοράς είναι κατώτερο του ως άνω ορίου, διότι με την αίτηση αυτή τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα για τα συμφέροντα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που συνίσταται στον καθορισμό της έννοιας του όρου «πρώτη κατοικία» στη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 2 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ. Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι τίθεται το ζήτημα εάν η διάταξη αυτή αφορά την προσωπική απασχόληση οικοδόμου σε εργασίες για την πρώτη κατοικία του ή την για πρώτη φορά χρήση της δυνατότητας αυτού να μειώσει τις υποχρεωτικά καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές, σύμφωνα με τα κριθέντα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, περαιτέρω, εάν η ερμηνεία αυτή της πιο πάνω διατάξεως είναι σύμφωνη ή όχι με διατάξεις νόμων ή τα διδάγματα της κοινής πείρας, την εκδοχή των οποίων έμμεσα προέκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή με κατανομή βάρους αποδείξεως με τον τρόπο που αυτό δέχθηκε στο σκεπτικό της απόφασής του. Με τους ισχυρισμούς αυτούς, οι οποίοι είναι συγκεκριμένοι και με τους οποίους τεκμηριώνεται, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, η σπουδαιότητα του τιθέμενου με την υπό κρίση αίτηση ζητήματος κατά την έννοια του άρθρου 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009, αίρεται το απαράδεκτο της αιτήσεως λόγω ποσού της διαφοράς (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3323, 3476/2011). Δεδομένου δε, ότι η αίτηση αυτή ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς, είναι τύποις δεκτή και εξεταστέα περαιτέρω.

6. Επειδή, ο α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) προβλέπει στην παρ. 1 του άρθρου 26 ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ευθύνεται ο εργοδότης. Περαιτέρω, στην παρ. 5 του άρθρου 8 του ίδιου α.ν. 1846/1951, όπου προσδιορίζεται ειδικώς για την εφαρμογή των διατάξεων του νομοθετήματος αυτού η έννοια του όρου «εργοδότης», ορίζεται ότι: «Εργοδότης α) Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, δια λογαριασμόν των οποίων τα υπαγόμενα εις την ασφάλισιν πρόσωπα προσφέρουν την εργασίαν των . . γ) (όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν.δ. 2698/1953, Α΄ 315) δια τας οικοδομικάς εργασίας τας εκτελουμένας δια μεσολαβήσεως τρίτων προσώπων (εργολάβων και υπεργολάβων), ως εργοδόται θεωρούνται δια μεν την καταβολήν των εισφορών ο κύριος του ανεγειρομένου, συμπληρουμένου, μεταρρυθμιζομένου, επισκευαζομένου ή κατεδαφιζομένου κτίσματος, δια δε την εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. 9 του αρ. 26 και τα μεσολαβούντα τρίτα πρόσωπα, εργολάβοι και υπεργολάβοι, τα προσλαμβάνοντα και αμείβοντα τους ησφαλισμένους. … στ) Επί έργου εκτελουμένου υπό του κυρίου αυτού δια μεσολαβούντων προσώπων, μεθ’ ων ούτος συνεβλήθη και άτινα αναλαμβάνουν την εκτέλεσιν τμήματος ή του συνόλου του έργου, εφ’ όσον τα μεσολαβούντα πρόσωπα προσλαμβάνουν και αμείβουν τους εκτελεστάς αυτών, εργοδόται είναι αλληλεγγύως και ο κύριος του έργου και πάντα τα μεσολαβούντα πρόσωπα».

Εξάλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 26 του ίδιου α.ν. ορίζεται ότι: «δι’ ησφαλισμένους μη έχοντας σταθερόν εργοδότη ως και επί αυτοτελώς εργαζομένων ησφαλισμένων δύναται κατά τας διατάξεις κανονισμού, οσάκις συντρέχουν ειδικαί προς τούτο συνθήκαι, να θεσπισθή ίδιον σύστημα καταβολής των εισφορών. . .». Με την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν.δ. 2698/1953 προστέθηκε στην τελευταία αυτή παράγραφο διάταξη, η οποία ορίζει ότι: «Ιδιον σύστημα καταβολής εισφορών δύναται ωσαύτως να θεσπισθή δια Κανονισμού και δια την ασφάλισιν των εργατών οικοδομικών ή τεχνικών εν γένει εργασιών και των υπεργολάβων. Δια του αυτού Κανονισμού δύναται να ορισθή ότι δια την παρά των αρμοδίων Δημοσίων Αρχών χορήγησιν αδείας οικοδομικών εργασιών ή λοιπών τεχνικών εργασιών… είναι απαραίτητος η δια της αγοράς ενσήμων ή άλλως πως προκαταβολή εις το Ι.Κ.Α… του συνόλου ή τμήματος των … προϋπολογιζομένων εισφορών δια την ασφάλισιν του απασχολουμένου αναγκαίου προσωπικού, ως και η μετά την καθ’ ωρισμένον μέτρον πρόοδον των εργασιών προκαταβολή ετέρων ποσών .....». Με βάση την εξουσιοδοτική αυτή διάταξη είχαν περιληφθεί στον Κανονισμό Ασφαλίσεως του ΙΚΑ (απόφαση Υπουργού Εργασίας 55575/1965, Β΄ 816) και συγκεκριμένα στο Κεφάλαιο Στ αυτού (μέρος δεύτερο) τα άρθρα 35 έως 56, με τα οποία είχε θεσπιστεί ιδιαίτερος τρόπος ασφαλίσεως, υπολογισμού και καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών όσων απασχολούνται σε οικοδομικές και τεχνικές εν γένει εργασίες πάσης φύσεως. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 36, 38 (παρ. 1, 2 και 4), 39, 40 και 43 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α., όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με την Φ.21/2930/10.11.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 686, διόρθωση σφαλμάτων Β 774), καθιερώθηκε ιδιαίτερο σύστημα υπολογισμού των καταβλητέων στο Ι.Κ.Α. εισφορών για την ασφάλιση τεχνιτών και εργατών απασχολούμενων σε οικοδομικές ή τεχνικές εν γένει εργασίες. Κατά το σύστημα αυτό, σε πρώτο στάδιο προβλέπεται ο προσωρινός υπολογισμός των εισφορών με χρησιμοποίηση συντελεστή επί του τμήματος της αξίας του έργου που αντιστοιχεί στη δαπάνη για αμοιβή των ανωτέρω μισθωτών, ποσοστό δε αυτών προκαταβάλλεται για τη λήψη της σχετικής αδείας εκτελέσεως των εργασιών αυτών, ενώ το υπόλοιπο καταβάλλεται σε ίσες μηνιαίες δόσεις από την έναρξη εκτελέσεως των ανωτέρω εργασιών, οι οποίες δεν καλύπτουν πάντως χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της προβλεπόμενης χρονικής διαρκείας εκτελέσεως του έργου. Υπό το ίδιο νομοθετικό καθεστώς, σε δεύτερο και τελικό στάδιο επακολουθεί, σε κάθε περίπτωση, το τελικό στάδιο της εκκαθάρισης (άρθρο 40), κατά το οποίο υπολογίζεται πλέον το πράγματι οφειλόμενο από εισφορές ποσό και ή καταβάλλεται από τον εργοδότη το επιπλέον οφειλόμενο ποσό ή, αντιθέτως, επιστρέφεται από το Ι.Κ.Α. το τυχόν επιπλέον εισπραχθέν. Ακολούθως, με την Φ. 21/2930/10.11.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 1902/1990 (Α΄ 138), τροποποιήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 38, 39 και 40 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ και αναμορφώθηκε το σύστημα υπολογισμού των καταβλητέων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών για την ασφάλιση των απασχολουμένων σε οικοδομικά και τεχνικά έργα, καθιερώθηκε δε ο υπολογισμός των οφειλομένων στην περίπτωση αυτή εισφορών επί της εργατικής δαπάνης που αντιστοιχεί σε έναν ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό ημερών εργασίας, ο οποίος εξευρίσκεται με βάση συντελεστές προβλεπόμενους από τους πίνακες 1, 2 και 3 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 του ν. 2434/1996 (Α΄ 188), που άρχισε να ισχύει από 20.8.1996, προστέθηκαν, μετά το εδάφιο α΄ της παρ. 2 του άρθρου 25 του α.ν. 1846/1951 και πριν από τα δύο τελευταία εδάφια της ίδιας παραγράφου, εδάφια β, γ και δ, τα οποία ορίζουν τα εξής: «Για τα κατασκευαζόμενα ιδιωτικά οικοδομικά έργα και οικοδομικές εργασίες οι κατ’ ελάχιστον καταβλητέες εισφορές υπολογίζονται με βάση τις ημέρες εργασίας που απαιτούνται για την κατασκευή τους, όπως οι ημέρες αυτές προσδιορίζονται από τον Κανονισμό που προβλέπει η α΄ περίοδος του β΄ εδαφίου της παρ. 2 του επόμενου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρ. 21 ν. 1902/1990. Οι κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμενες ημέρες εργασίες, χωρίς να συναρτώνται κατ’ ανάγκη με την απασχόληση συγκεκριμένου προσώπου, λογίζονται ως πραγματοποιηθείσες και οι αναλογούσες σ’ αυτές εισφορές καθίστανται απαιτητές χωρίς καμία περαιτέρω εκκαθάριση, πλην αν ρητώς με διάταξη νόμου ή κατ’ εξουσιοδότηση νόμου εκδοθέντος κανονισμού ορίζεται άλλως. Εφόσον όμως μεταγενεστέρως για την ίδια εργασία διαπιστώθηκε απασχόληση συγκεκριμένων προσώπων σε ημέρες πρόσθετες των ήδη δηλωθεισών, για την οποία έχουν ήδη υπολογισθεί οι κατ’ ελάχιστον καταβλητέες εισφορές, για καθεμία από τις ημέρες αυτές συμψηφίζεται το ποσό των εισφορών που έχει ήδη υπολογισθεί γι’ αυτήν. Για κάθε υπολογισμό ελάχιστων καταβλητέων εισφορών που έγινε από 1-1-1993 μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, ως και για οικοδομικά έργα και οικοδομικές εργασίες που εκτελέστηκαν ωσαύτως μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος και δεν δηλώθηκε απασχόληση, ισχύουν οι παρούσες διατάξεις». Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως του ν. 2434/1996, διατηρείται το σύστημα υπολογισμού των κατ’ ελάχιστον καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων καθορισμού των απαιτούμενων ημερών εργασίας για τα κατασκευαζόμενα ιδιωτικά οικοδομικά έργα και τις οικοδομικές εργασίες που προβλέπει η πιο πάνω υπουργική απόφαση Φ. 421/2930/10.11.1992.

Περαιτέρω, με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας διατάξεως προβλέπεται, κατ’ αρχήν, καμπτομένης ρητώς της προαναφερθείσας γενικής αρχής του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως, ότι οι ασφαλιστικές εισφορές αντιστοιχούν στη για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα απασχόληση συγκεκριμένου προσώπου σε οικοδομικό έργο ή εργασίες, ότι οι εισφορές που αναλογούν στις κατά τον τρόπο αυτό υπολογιζόμενες ημέρες εργασίας είναι απαιτητές, χωρίς περαιτέρω εκκαθάριση, εκτός αν ρητώς ορίζεται το αντίθετο με διάταξη νόμου ή κανονισμού που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση νόμου (ΣτΕ Ολομ. 1545/2008). Κατ’ εξουσιοδότηση της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 23 του ν. 2434/1996 εκδόθηκε η Φ21/478/18.3.1997 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 252/1.4.1997), με την οποία τροποποιήθηκαν εκ νέου οι διατάξεις των άρθρων 38, 39 και 40 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ. Συγκεκριμένα, οι παράγραφοι 2 έως και 4 του άρθρου 40, όπως ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με την Φ21/2930/92 υπουργική απόφαση, αντικαθίστανται ως εξής: «2. Εάν αντίστροφα, το κατά το άρθρο 38 υπολογιζόμενο ποσό ασφαλιστικών εισφορών, υπερβαίνει τις πράγματι οφειλόμενες εισφορές, συνεπεία μεταβολής του αρχικού σχεδίου ή διακοπής ή αναστολής των εργασιών για μία τουλάχιστον διετία κατά πρόβλεψη ή, οι τυχόν επιπλέον καταβληθείσες εισφορές επιστρέφονται άτοκα ως αχρεωστήτως καταβληθείσες. Επίσης μειώνονται οι κατά το άρθρο 38 υπολογιζόμενες υποχρεωτικά καταβλητέες εισφορές, συνεπεία αποδεδειγμένης προσωπικής απασχόλησης του κυρίου του έργου και των πρώτου βαθμού συγγενών του, εφόσον είναι οικοδόμοι και απασχολούνται σε εργασίες πρώτης μόνον κατοικίας, η οποία ανεγείρεται μετά από άδεια πολεοδομικού γραφείου ή άλλης δημόσιας αρχής και η επιφάνειά της είναι έως 150 τ.μ. Η προσωπική απασχόληση του οικοδόμου λαμβάνεται υπόψη για μεν την ειδικότητα του τεχνίτη, εφόσον αποδεδειγμένα έχει ασφαλισθεί, οποτεδήποτε, με τις διατάξεις του ΣΤ΄ κεφαλαίου του ΚΑ ΙΚΑ, για 600 τουλάχιστον ημέρες εργασίας, για δε την ειδικότητα του εργάτη, εφόσον αποδεδειγμένα έχει ασφαλισθεί, οποτεδήποτε, με τις διατάξεις τους ιδίου κεφαλαίου για 100 τουλάχιστον ημέρες εργασίας. Η μείωση των εισφορών λόγω προσωπικής απασχόλησης του κυρίου του έργου και των πρώτου βαθμού συγγενών του, δεν μπορεί να υπερβαίνει, κατά φάση, το 30% των κατά το άρθρο 38 υπολογιζόμενων ως υποχρεωτικά καταβλητέων εισφορών. Ειδικά προκειμένου για εργασίες επαναχρωματισμών και μόνο γι’ αυτές, αφενός δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση η ιδιότητα του οικοδόμου, αφετέρου δεν τίθεται περιορισμός συμμετοχής της προσωπικής απασχόλησης για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης. Για τη μείωση του ποσού των εισφορών στις προαναφερόμενες περιπτώσεις απαιτείται η προσωπική απασχόληση του κυρίου του έργου και των πρώτου βαθμού συγγενών του να γνωστοποιείται στην υπηρεσία του Ιδρύματος πριν από την έναρξη της απασχόλησης. Δεν λαμβάνεται υπόψη κάθε εκ των υστέρων γνωστοποίηση προσωπικής απασχόλησης στην Υπηρεσία του Ιδρύματος ..…..».

7. Επειδή, με την παρ. 2 του άρθρου 40 της ως άνω (Φ21/478/18.3.1997) υπουργικής αποφάσεως, παρέχεται η δυνατότητα μειώσεως των κατ’ άρθρο 38 της αποφάσεως αυτής υποχρεωτικά καταβλητέων εισφορών στο αναιρεσείον Ίδρυμα σε οικοδόμο που απασχολείται προσωπικά με την ανέγερση της πρώτης του κατοικίας. Κατά δε την έννοια της διατάξεως αυτής, για την μείωση των υποχρεωτικά καταβλητέων εργοδοτικών εισφορών απαιτείται αποδεδειγμένη προσωπική απασχόληση του οικοδόμου σε οικοδομικές εργασίες για την πρώτη του κατοικία και όχι η για πρώτη φορά χρήση της κατά την ως άνω παρ. 2 του άρθρου 40 δυνατότητας μειώσεως των εργοδοτικών εισφορών. Η διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στη διευκόλυνση των οικοδόμων για την ανέγερση πρώτης κατοικίας έως 150 τ.μ., δεν έρχεται σε αντίθεση προς το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού των υποχρεωτικά καταβλητέων εισφορών, όπως αυτό ρυθμίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, ούτε προς κάποια συνταγματική διάταξη. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Ο. Ζύγουρα, κατά τη γνώμη της οποίας, κατά το άρθρο 24 α.ν. 1846/1951 για την καταβολή των εισφορών των παρεχόντων εξηρτημένη εργασία εργαζομένων βαρύνεται ο εργοδότης προκειμένου δε περί οικοδομικών εργασιών, εκτελουμένων δια μεσολαβήσεως τρίτων, ως εργοδότης νοείται, για την καταβολή των εισφορών, κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου α.ν., όπως ετροποποιπήθη με το άρθρο 40 παρ. 1 ν.δ. 2698/1953, ο κύριος του ανεγειρομένου, συμπληρουμένου, επισκευαζομένου ή κατεδαφιζομένου κτίσματος. Εξ άλλου, με το άρθρο 40 παρ. 2 ν.δ. 2698/1953 παρεσχέθη εξουσιοδότηση προς θέσπιση ιδιαιτέρου συστήματος υπολογισμού των κατ’ ελάχιστον υποχρεωτικώς καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών, για την ασφάλιση των απασχολουμένων σε οικοδομικές εργασίες.
Περαιτέρω, με το άρθρο 21 παρ. 6 ν. 1902/1990 παρεσχέθη εξουσιοδότηση για τη θέσπιση συστήματος υπολογισμού των κατ’ ελάχιστον καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών και καταβολής των για την ασφάλιση των εργατών των απασχολουμένων σε οικοδομικές εν γένει εργασίες.

Οπως δε έχει κριθή (ΣτΕ 3309/1996 7μ.), με την διάταξη αυτή δεν εκάμφθη η θεσπιζομένη με το άρθρο 25 α.ν. 1846/1951 αρχή - αποδίδουσα γενική αρχή του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως δυναμένη να καμφθή μόνο δια ρητής περί του αντιθέτου διατάξεως νόμου - ότι οι υπό της νομοθεσίας του ΙΚΑ προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, το ύψος των οποίων εξαρτάται, κατ’ αρχήν, εκ του πράγματι καταβαλλομένου μισθού, καταβάλλονται υπέρ συγκεκριμένου προσώπου, υπαγομένου στην ασφάλιση του ΙΚΑ λόγω της υπό του προσώπου αυτού παρασχεθείσης για ορισμένο χρονικό διάστημα εργασίας, για την παροχή της οποίας έλαβε τον ανωτέρω μισθό. Κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής, δύναται μεν να θεσπισθή, κατ’ επίκληση της, κανονισμός για τον υπολογισμό των εκεί προβλεπομένων ασφαλιστικών εισφορών βάσει τεκμαρτής εργατικής δαπάνης, εξευρισκομένης κατ’ εφαρμογήν αντικειμενικών κριτηρίων, προϋποθέτει, όμως, η εξουσιοδότηση αυτή, την καθιέρωση από τον Κανονισμό συστήματος εκκαθαρίσεως, ώστε να διασφαλίζεται ότι εάν μεν οι καταβληθείσες εισφορές υπολείπονται των αναλογουσών στην πραγματική εργατική δαπάνη, ο βαρυνόμενος θα καταβάλη την προκύπτουσα διαφορά, εαν δε αυτές είναι κατά ποσόν ανώτεραι της πραγματικής εργατικής δαπάνης το ΙΚΑ να έχη υποχρέωση επιστροφής της διαφοράς αυτής.

Περαιτέρω, έχει κριθή (ΣτΕ 1545/2008 Ολομ) ότι εν όψει του άρθρου 20 παρ 1 Συντ είναι μεν επιτρεπτή η θέσπιση συστήματος προσδιορισμού βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ανταποκρινομένων στα δεδομένα της κοινής πείρας, των εισφορών που οφείλονται από συγκεκριμένο εργοδότη για συγκεκριμένο εργαζόμενο, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι θα παρέχεται και στον εργοδότη η δυνατότητα να ανταποδείξη ότι απασχόλησε πράγματι συγκεκριμένο πρόσωπο, στο οποίο αντιστοιχούν οι υπ’ αυτού οφειλόμενες εισφορές ως εκ του χρόνου, του είδους της απασχολήσεως και της αμοιβής του, και, ειδικώτερα, ότι προκειμένου περί των οικοδομικών έργων πρέπει να παρέχεται στον υπόχρεω εργοδότη η δυνατότητα να ισχυρίζεται και να αποδεικνύη ενώπιον του ΙΚΑ και των δικαστηρίων επί τη βάσει των στοιχείων, τα οποία υποχρεούται κατά νόμον να τηρή, ότι απασχόλησε συγκεκριμένους εργαζόμενους στα έργα αυτά για συγκεκριμένες ημέρες εργασίας, των οποίων ο αριθμός μπορεί να υπολείπεται αυτού που προκύπτει από την εφαρμογή για το συγκεκριμένο οικοδομικό έργο του συστήματος υπολογισμού των κατ’ ελάχιστον καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών, που προβλέπονται από το άρθρο 23 ν. 2434/96. Στο πλαίσιο αυτό, στην περίπτωση ειδικώς των οικοδόμων, που απασχολούνται οι ίδιοι προσωπικά για την ανέγερση δικής τους οικοδομής, η προβλεπομένη μείωση των καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών δικαιολογείται εκ του ότι, στην περίπτωση αυτή, συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο οι κατά τις ανωτέρω διατάξεις ιδιότητες του εργοδότου και του εργαζομένου. Τούτο δε ισχύει όχι μόνο όταν αυτοί απασχολούνται στην ανέγερση της πρώτης τους κατοικίας, αλλά σε κάθε περίπτωση ανεγειρομένης δικής τους οικοδομής. Υπό την έννοια αυτή, ο περιορισμός που εισάγει η επίμαχη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 40 της ως άνω υπουργικής αποφάσεως, με την οποία προβλέπεται η απαλλαγή αυτή μόνο προκειμένου περί της ανεγέρσεως της πρώτης κατοικίας του οικοδόμου, αντίκειται στο Σύνταγμα, διότι με αυτήν προβλέπεται διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων, μη δικαιολογουμένη από τον σκοπό, για τον οποίο προβλέπονται οι απαλλαγές αυτές.

8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος απογράφηκε στο Παράρτημα ΙΚΑ Κουφαλίων ως εργοδότης για την προσθήκη, κατ’ επέκταση και καθ’ ύψος (ενός ορόφου), σε ισόγειο κτίσμα στα Κουφάλια του Ν. Θεσσαλονίκης (σχετική η 4224/1994 οικοδομική άδεια). Περαιτέρω, αυτός με τις 455/3.3.1998 και 286/15.3.2001 υπεύθυνες κατ’ άρθρο 8 του ν. 1599/1986 δηλώσεις του γνωστοποίησε στο αναιρεσείον Ιδρυμα ότι θα απασχολείτο προσωπικά στο προαναφερθέν οικοδομικό έργο. Η Διευθύντρια του πιο πάνω Παραρτήματος του ΙΚΑ με την 286/15.3.2001 απόφασή της δεν έκανε δεκτές τις ως άνω δηλώσεις, οι οποίες περιλάμβαναν και αίτημα μειώσεως του συνολικού αριθμού των ημερών εργασίας που, κατά το ισχύον αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού των εργοδοτικών εισφορών, απαιτείτο για την κατασκευή του εν λόγω έργου, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με το προσκομισθέν από τον αναιρεσίβλητο φορολογικό έντυπο E9, δεν επρόκειτο για την ανέγερση πρώτης κατοικίας και συνεπώς, δεν συνέτρεχαν στην περίπτωση αυτή οι προϋποθέσεις του άρθρου 40 παρ. 2 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ. Ενσταση του αναιρεσιβλήτου κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή με την 1238/Συν.211/3.7.2002 απόφαση της αρμόδιας ΤΔΕ, με την οποία κρίθηκε ότι έπρεπε να μειωθούν κατά ποσοστό 30% οι υποχρεωτικώς καταβλητέες εισφορές για το επίμαχο οικοδομικό έργο, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσίβλητος εργοδότης ήταν οικοδόμος. Προσφυγή του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της αποφάσεως αυτής της ΤΔΕ απορρίφθηκε με την 2801/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 40 παρ. 2 του Καν. Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, κατά το μέρος που περιορίζει τη δυνατότητα μειώσεως των εργοδοτικών εισφορών σε οικοδόμους που ανεγείρουν κατοικίες μόνον εφόσον πρόκειται για ανέγερση πρώτης κατοικίας, αντίκειται στο Σύνταγμα και είναι, ως εκ τούτου, ανεφάρμοστη. Εφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορρίφθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν εφετείο δέχθηκε ότι, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 40 παρ. 2 του Καν. Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, η μείωση των εργοδοτικών εισφορών που οφείλονται βάσει του ισχύοντος συστήματος κατά ποσοστό 30% λόγω προσωπικής απασχόλησης οικοδόμου στοχεύει στη διευκόλυνση του επαγγελματία οικοδόμου να αποκτήσει πρώτη κατοικία (μέχρι 150 τ.μ.) και ότι η εφαρμογή της, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, χωρεί άπαξ, δηλαδή μόνο για μία κατοικία. Με τις σκέψεις αυτές, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον το αναιρεσείον Ίδρυμα δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ήδη υποβάλει στο παρελθόν δήλωση προσωπικής απασχόλησης και είχε κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού για άλλο οικοδομικό έργο, το ένδικο οικοδομικό έργο αποτελούσε «πρώτη κατοικία» κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως και συνεπώς, έπρεπε να μειωθούν οι εργοδοτικές εισφορές του αναιρεσίβλητου για την κατασκευή του έργου αυτού κατά ποσοστό 30%.

9. Επειδή, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, η ανωτέρω κρίση του δικάσαντος εφετείου δεν είναι νόμιμη, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην έβδομη σκέψη, προκειμένου ο αναιρεσίβλητος να τύχει της κατά το άρθρο 40 παρ. 2 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. μειώσεως των υποχρεωτικά καταβλητέων εργοδοτικών εισφορών για το επίμαχο οικοδομικό έργο δεν απαιτείτο να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής για πρώτη φορά, αλλά αποδεδειγμένη προσωπική απασχόλησή του σε οικοδομικές εργασίες για την πρώτη του κατοικία, γεγονός το οποίο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα από το προσκομισθέν από αυτόν φορολογικό έντυπο E9, δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση. Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας, είναι νόμιμη η προπαρατεθείσα κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ανεξαρτήτως της ειδικότερης αιτιολογίας της. Και τούτο, διότι η επίμαχη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 40 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, ως εισάγουσα ανεπίτρεπτη διακριτική μεταχείριση υπέρ των οικοδόμων που απασχολούνται προσωπικά σε οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση της πρώτης κατοικίας τους και είναι, ως εκ τούτου, ανεφάρμοστη.

10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί. Λόγω όμως της σπουδαιότητας του ως άνω ζητήματος που ανέκυψε, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεσή του, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του Π.Δ. 18/1989 (Α΄ 8) ενώπιον της οποίας ορίζει δικάσιμο την 5-5-2014 και εισηγητή την Πάρεδρο Στ. Κτιστάκη.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Παραπέμπει την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ορίζει δικάσιμο ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως την 5-5-2014 και εισηγητή την Πάρεδρο Στ. Κτιστάκη.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 2014.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος

Η Γραμματέας


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο