Δημοσιεύθηκε στις : [ 05-09-2014 ]

Άρειος Πάγος 473/2014 Καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω συνταξιοδότησης. Συγκατάθεση εργοδότη. Τρόποι με τους οποίους μπορεί να παρασχεθεί η συγκατάθεση του εργοδότη

(Καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω συνταξιοδότησης. Συγκατάθεση εργοδότη. Τρόποι με τους οποίους μπορεί να παρασχεθεί η συγκατάθεση του εργοδότη)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Περίληψη

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6 § 1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ. αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρ. 5 §§ 1 και 2 του νόμου αυτού.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8 § 4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5 § 1 του ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής:

Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη.

Για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση.

Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και την θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσης της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση, όμως, που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, εφόσον δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/ 1986, ΑΠ 263/2014).

β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει την συνδρομή του στοιχείου αυτού.

γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων, και την συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού.

Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη.

Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού.
Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων την συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.


ΑΠ  473/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "................................", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου Δ. Κ. του Ξ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1799/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5072/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6 § 1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ. αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρ. 5 §§ 1 και 2 του νόμου αυτού.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8 § 4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5 § 1 του ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής:

Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη.

Για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση.

Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και την θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσης της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση, όμως, που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, εφόσον δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/ 1986, ΑΠ 263/2014).

β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει την συνδρομή του στοιχείου αυτού.

γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων, και την συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού.

Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη.

Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού.

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων την συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 19 του συμβατική ισχύ έχοντος Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας οι μόνιμοι υπάλληλοί της απολύονται μόνο (α) λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, δηλ. του 63ου έτους για τους Διευθυντές κ.λπ. (β) ...κ.λπ., οι δε συμπληρώσαντες κατά την διάρκεια του έτους το άνω όριο ηλικίας αποχωρούν της υπηρεσίας, τιθέμενοι υπό σύνταξη, από 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους. Εξάλλου, κατά το άρθ. 16 του Κανονισμού αυτού η υπαλληλική σχέση λύεται (α) με καταγγελία από την Τράπεζα (β) με παραίτηση του υπαλλήλου και (γ) με απόλυση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθ. 18 του ίδιου Κανονισμού (α) ο υπάλληλος δικαιούται να παραιτηθεί χωρίς να είναι υποχρεωμένος να εκθέσει τους λόγους της παραίτησής του (β) η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως, η δε υπαλληλική σχέση λύεται μόνο με την αποδοχή της (γ) η αποδοχή της παραίτησης είναι υποχρεωτική μέσα σε έναν μήνα από την υποβολή της και θεωρείται ότι έχει γίνει αυτοδίκαια δεκτή, αν παρέλθει η παραπάνω προθεσμία και δεν γίνει δήλωση για αναβολή της αποδοχής της, ενώ επιτρέπεται έγγραφη ανάκληση της παραίτησης πριν γίνει αποδεκτή. Κατά τα ανωτέρω οι εργασιακές συμβάσεις του προσωπικού της Τράπεζας είναι καταρχήν ορισμένου χρόνου, διότι προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών της με την συμπλήρωση του καθοριζομένου ορίου ηλικίας, εφόσον, όμως, με τον Κανονισμό προβλέπεται η δυνατότητα λύσης πριν από τον χρόνο αυτόν με την υποβολή έγγραφης παραίτησης, υποχρεωτικής για την Τράπεζα, πληρούται η ενυπάρχουσα διαλυτική αίρεση και η σύμβαση με την υποχρεωτική αυτήν αποδοχή μετατρέπεται σε (εξαρχής) αορίστου χρόνου, η παραίτηση δε αυτή, χωρίς δικαίωμα εναντίωσης της Τράπεζας, ταυτίζεται με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεσή της και κατά συνέπεια ο με τον τρόπο αυτόν αποχωρών υπάλληλος δικαιούται την ως άνω αποζημίωση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας "....................", επί αγωγής του τώρα αναιρεσιβλήτου υπαλλήλου της με αντικείμενο την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της καταβλητέας σ' αυτόν αποζημίωσης, λόγω της παραίτησής του, και της καταβληθείσης μικρότερης (και αντέφεσης αυτού), με την προσβαλλομένη 5072/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εναγομένη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ".........................", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου την 24-8-1974 και εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Υποδιευθυντή, ότι ο ενάγων, που είχε γεννηθεί την 2-6-1942, αποχώρησε από την υπηρεσία του στην εναγομένη την 18-10-2005, πριν την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας (63ου έτους) που προβλεπόταν για τον βαθμό του από το άρθ. 19 του συμβατικής ισχύος Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της εναγομένης, στον οποίο είχε προσχωρήσει κατά την πρόσληψή του, έχοντας συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία 31 ετών, 1 μηνός και 24 ημερών σ' αυτήν, κατόπιν υποβολής έγγραφης παραίτησης από την υπηρεσία της εναγομένης από 18-10-2005, που έγινε δεκτή με την 904/11.10.2005 πράξη του Διοικητή της, δηλ. εντός μηνός από την υποβολή της δήλωσης παραίτησης, και έτσι διεγράφη από την δύναμη του προσωπικού της Τράπεζας από 18-10-2005, ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγοντος διεπόταν από τον ως άνω συμβατικής ισχύος κανονισμό που προέβλεπε την λύση της σύμβασης εργασίας με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας και επομένως ήταν ορισμένου χρόνου, ότι με τον ίδιο Κανονισμό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης με μονομερή δήλωση παραίτησης του μισθωτού, ότι υπήρχε επομένως διαλυτική αίρεση στην ως άνω σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, η οποία πληρώθηκε με την δήλωση παραίτησης που υπέβαλε και έτσι η σύμβαση εργασίας αυτού κατέστη εξυπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με την συγκατάθεση της εργοδότριάς του εναγομένης που αποδέχθηκε την παραίτηση αυτή από τότε που ζήτησε ο ενάγων να ισχύσει και επομένως αυτός δικαιούται την προβλεπομένη από το άρθ. 8 εδ. α' ν. 3198/1955 αποζημίωση, δηλ. το 50% της αποζημίωσης που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την Τράπεζα και όχι το 40% του εδ. β' του ίδιου άρθ. 8 ν. 3198/1955, λόγω του ότι ήταν ασφαλισμένος στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της εναγομένης και το Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων αυτής, και δη χωρίς τους περιορισμούς από τα άρθ. 2 § 2 α.ν. 173/1967 και 1 § 1 ν.δ. 618/1970 (αφού η εναγομένη δεν υπάγεται στον δημόσιο τομέα), ότι οι μικτές αποδοχές του ενάγοντος κατά τον τελευταίο πριν την παραίτησή του μήνα ανέρχονταν στο ποσό των 7.016,43 ευρώ και συνεπώς το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που έπρεπε να λάβει, κατά τα γενόμενα ως άνω δεκτά, ανερχόταν στο ποσό των 98.230,02 ευρώ, αντί του οποίου η εναγομένη κατέβαλε σ' αυτόν 15.000 ευρώ, σύμφωνα με τους ως άνω περιορισμούς, και επομένως ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση του εδ. α' του άρθ. 8 ν. 3198/1955 την διαφορά μεταξύ καταβλητέας και καταβληθείσης αποζημίωσης, ανερχομένη στο ποσό των 83.230,02 ευρώ. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε επιδικάσει το ίδιο ποσό, δέχθηκε την αντέφεση του ενάγοντος, που αφορούσε μόνο την έναρξη της τοκοφορίας αυτού και αφού εξαφάνισε τη εκκληθείσα απόφαση υποχρέωσε την αναιρεσείουσα Τράπεζα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από 18-10-2005. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 8 εδ. α' ν. 3198/1955 και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τον μοναδικό περί του αντιθέτου λόγο της από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2011 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....................." για αναίρεση της 5072/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο