Δημοσιεύθηκε στις : [ 23-06-1998 ]

Άρειος Πάγος 1201/1998 Διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων. Δεν εφαρμόζονται επ` αυτών οι διατάξεις περί αδείας. Καταγγελία εργασιακής συμβάσεως. Οταν αυτή αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμων είναι άκυρη. Η ακυρότητα αυτή αποτελεί αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής. Δεν είναι άκυρη και καταχρηστική η καταγγελία εργασιακής συμβάσεως προσώπου διευθύνσεως που γίνεται κατά τη διάρκεια "αδείας" αυτού ή κατά τη διάρκεια ασθενείας του

(Διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων. Δεν εφαρμόζονται επ` αυτών οι διατάξεις περί αδείας. Καταγγελία εργασιακής συμβάσεως. Οταν αυτή αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμων είναι άκυρη. Η ακυρότητα αυτή αποτελεί αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής. Δεν είναι άκυρη και καταχρηστική η καταγγελία εργασιακής συμβάσεως προσώπου διευθύνσεως που γίνεται κατά τη διάρκεια "αδείας" αυτού ή κατά τη διάρκεια ασθενείας του)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Περίληψη

Διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων. Δεν εφαρμόζονται επ` αυτών οι διατάξεις περί αδείας. Καταγγελία εργασιακής συμβάσεως. Οταν αυτή αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμων είναι άκυρη. Η ακυρότητα αυτή αποτελεί αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής. Δεν είναι άκυρη και καταχρηστική η καταγγελία εργασιακής συμβάσεως προσώπου διευθύνσεως που γίνεται κατά τη διάρκεια "αδείας" αυτού ή κατά τη διάρκεια ασθενείας του.

Αριθμός 1201/1998


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β` Πολ. Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Βελλή, Αντιπρόεδρο, Ευάγγελο Κρουσταλάκη, Ευάγγελο Περλίγκα, Ιωάννη Τέτοκα και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαϊου 1998, με την παρουσία και της Γραμματέως Ασπασίας Ζαρουχλιώτου, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος:.................................. ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη. Της αναιρεσίβλητης: ....................................... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπασταύρου.

Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από 29 Νοεμβρίου 1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 888/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 10399/1996 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Μαρτίου 1997 αίτησή του και τους από 16 Δεκεμβρίου 1997 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευάγγελος Κρουσταλάκης ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 1998 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. β ΑΚ, η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύνεται ύστερα από καταγγελία καθενός από τα μέρη. Αν όμως η καταγγελία αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ είναι άκυρη και κατά το άρθρο 180 ΑΚ θεωρείται σαν να μην έγινε. Η ακυρότητα και η ανυπαρξία της καταγγελίας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ. Στο δικόγραφο αυτής της αγωγής δεν αποκλείεται να σωρευθεί και αίτημα καταβολής των μισθών υπερημερίας του χρόνου μετά την καταγγελία, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ. Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων με την από 29.11.1994 αγωγή του ζήτησε να αναγνωρισθεί (άρθρο 70 ΚΠολΔ) ότι είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, που τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη εργοδότρια εταιρία και έγινε από αυτήν, και να του επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ) για το χρονικό διάστημα μετά από την καταγγελία. Την ακυρότητα της καταγγελίας θεμελίωσε, εκτός άλλων, στο ότι αυτή πραγματοποιήθηκε (α) ενώ διαρκούσε η ετήσια άδειά του (άρθρο 5 παρ. 6 α.ν. 539/1945), (β) χωρίς να του καταβληθεί πλήρης η νόμιμη αποζημίωση (άρθρο 5 παρ.3 ν. 3198/1955), και στο ότι έγινε (γ) κατά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων (μηχανολόγος μηχανικός) είχε προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη εταιρία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από 11.12.1991 ως διευθυντής του χαλυβουργείου της στο Βελεστίνο του νομού Μαγνησίας, αντί μηνιαίου μισθού 750.000 δραχμών που αυξήθηκε στη συνέχει σε 870.000 δραχμές και επιπλέον με την παροχή από την αναιρεσίβλητη της χρήσεως ενός μισθωμένου διαμερίσματος τριών δωματίων στο Βόλο (κατοικίας της οικογενείας του), του οποίου κάλυπτε όλα τα έξοδα, και ενός επιβατικού αυτοκινήτου, για το οποίο η αναιρεσίβλητη κατέβαλε όλες τις δαπάνες. Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε ότι στις 14.1.1994 ο αναιρεσείων υπέστη καρδιακό επεισόδιο, με διάγνωση ισχαιμία του μυοκαρδίου, στις 26.1.1994 υποβλήθηκε σε επιτυχή αγγειοπλαστική των στεφανιαίων αρτηριών και επανήλθε στην εργασία του στις 31.1.1994, ενώ στις 8.7.1994 διαπιστώθηκε στεφανιαία νόσος ενός αγγείου, χωρίς επιπτώσεις στη λειτουργία της αριστερής κοιλίας της καρδίας, προγραμματίστηκε δε για το πρώτο 15νθήμερο του Νοεμβρίου 1994 απλή χειρουργική επέμβαση καρδίας, την οποία γνωστοποίησε στις 22.9.1994 στη διοίκηση της αναιρεσίβλητης με τη δήλωση ότι πιθανολογείτο (σχεδόν με βεβαιότητα) η αποκατάσταση πλήρως της υγείας του και για την ανάρρωσή του θα απαιτείτο χρονικό διάστημα 20 περίπου ημερών. Τέλος το Εφετείο δέχτηκε ότι αμέσως μετά από αυτή τη γνωστοποίηση η αναιρεσίβλητη κατάγγειλε στις 26.9.1994 εγγράφως τη σύμβαση εργασίας που τους συνέδεε και του κατέβαλε αποζημίωση 2.030.000 δραχμών, την οποία αναπροσάρμοσε σε 2.632.830 δραχμές στις 28.9.1994. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι δεν έπασχε ακυρότητα η καταγγελία διότι ο αναιρεσείων, ως διευθύνων υπάλληλος, δεν υπάγεται στις διατάξεις του α.ν. 539/1945 και δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι απολύθηκε κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας του. Επίσης έκρινε ότι δεν ήταν καταχρηστική η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, διότι δεν απαγορεύεται (κατ` αρχήν) στον εργοδότη να απολύσει το μισθωτό κατά τη διάρκεια της ασθενείας του. Αποκρούοντας δε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δεν υπήρχε δικαιολογημένο συμφέρον για τη λύση της συμβάσεως - αφού η επάνοδός του στα καθήκοντά του ήταν βέβαιη -δέχτηκε ότι η απόλυσή του οφείλετο στην ανικανότητά του να αντιμετωπίσει ορθά τα τεχνικά και μηχανολογικά προβλήματα του χαλυβουργείου και στην έκδηλη πτώση της παραγωγής του και κατά τη διάρκεια της θητείας του.

2. Επειδή με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, σε σχέση με τη βάση της αγωγής για ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως λόγω της αντιθέσεώς της προς το άρθρο 281 ΑΚ: (α) Ελαβε υπόψη του και απέρριψε στο σύνολό του τον αγωγικό ισχυρισμό, ότι η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως από μέρους της αναιρεσίβλητης ήταν -υπό τα εκτεθέντα στο δικόγραφο της αγωγής- καταχρηστική και επομένως άκυρη. Ο ισχυρισμός περί πτώσεως διεθνώς της παραγωγής χάλυβα λόγω υφέσεως της παγκόσμιας αγοράς αυτού, είναι επιχείρημα που προέβαλε ο ενάγων αναιρεσείων και δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό και "πράγμα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. (β) Ελαβε υπόψη του, μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα, το από 23.3.1995 έγγραφο του Ωνασείου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου καθώς και το φύλλο της εφημερίδας "Επενδυτής" της 21 και 22.10.1995 και καμία δεν καταλείπεται για αυτό αμφιβολία. (γ) Διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την απορριπτική του κρίση ως προς την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας. Κατ` ακολουθίαν είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως πρώτος, κατά τα τρία του μέρη, τέταρτος, κατά το πρώτο του μέρος και εν μέρει κατά το δεύτερο μέρος του, και πρώτος πρόσθετος, από το άρθρο 559 αριθ. 8, 11, 19 ΚΠολΔ. Είναι δε απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του εν μέρει (από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ).

3. Επειδή το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων είναι πρόσωπο που κατέχει θέση διευθύνσεως, υπό την έννοια του άρθρου 2 περιπτ. α της Συμβάσεως της Ουάσιγκτον που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, παρέπεται ότι δεν έχουν εφαρμογή στην εργασιακή του σχέση οι διατάξεις του α.ν. 539/1945 για την ετήσια άδεια αναπαύσεως. Επομένως δεν είναι δυνατόν να τεθεί θέμα ισχύος της καταγγελίας, από το ότι έγινε κατά το χρόνο που ο αναιρεσείων ήταν "σε άδεια" (άρθρο 5 παρ.6 α.ν. 539/1945), κατά την ετήσια δηλαδή διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου που διηύθυνε (από 19.8.1994 μέχρι 11.9.1994). Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες), τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου με την παραδοχή ότι "δεν είναι όμως απολύτως βεβαιωμένο αν ο ενάγων ανέλαβε τα διευθυντικά του καθήκοντα και μετά τη λειτουργία του εργοστασίου στις 12 Σεπτεμβρίου 1994", που δεν ασκεί καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο "πράγματα" που δεν προτάθηκαν, υπό την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ` ακολουθίαν είναι αβάσιμοι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά τα τρία του μέρη, και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, επίσης κατά τα τρία του μέρη, από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 19 ΚΠολΔ.

4. Επειδή το Εφετείο δέχτηκε επίσης, σε σχέση με την ακυρότητα της καταγγελίας λόγω καταβολής ελλειπούς αποζημιώσεως, ότι δεν αποδείχθηκε η από τον ενάγοντα επικαλουμένη ευνοϊκή (γι` αυτόν) συμφωνία υπολογισμού του ύψους της αποζημιώσεώς του με βάση και την προϋπηρεσία του στην προηγουμένη εργοδότριά του (την ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ). Μετά ταύτα υπολόγισε συννόμως την αποζημίωση απολύσεώς του μόνο βάσει του χρόνου απασχολήσεως του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη εταιρία (άρθρα 1, 3 ν. 2112/1920, 5 παρ.1 ν. 3198/1955). Η καταβολή αποζημιώσεως από την ως άνω αρχική εργοδότρια, που δέχτηκε ωσαύτως το Εφετείο, δεν ασκούσε καμία επιρροή στην κρίση του αυτή. Οποιαδήποτε επομένως έλλειψη περί την παραδοχή αυτή δεν έχει σχέση με την επαρκή ή μη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Το δε από 12.12.1991 εκκαθαριστικό σημείωμα της ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ, το συνεκτίμησε το Εφετείο μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς δεν πρόκειται παραμόρφωση του περιεχομένου του, υπό την έννοια του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ` ακολουθίαν είναι αβάσιμος, κατ` αμφότερα τα μέρη του (από το άρθρο 559 αριθ.19, 20 ΚΠολΔ), ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.3.1997 αίτηση του Πέτρου Αδάμη περί αναιρέσεως της 10399/1996 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε διακόσιες είκοσι χιλιάδες (220.000) δραχμές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 1998.

Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 29 Ιουνίου 1998.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο