Δημοσιεύθηκε στις : [ 02-06-2014 ]

Άρειος Πάγος 478/2014 Χαρακτηρισμός Υπαλλήλου ως διευθύνων. Η έννοια του διευθύνοντος, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και λογικής από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους

(Χαρακτηρισμός Υπαλλήλου ως διευθύνων. Η έννοια του διευθύνοντος, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και λογικής από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Περίληψη

Κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον "περί περιορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις", που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά τη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της που αναφέρονται στο νόμιμο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας των μισθωτών, θεωρούνται εκείνα στα οποία, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως της επιχειρήσεως ή τομέα αυτής και εποπτεία του προσωπικού, έτσι ώστε, όχι μόνο επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών σε σχέση με την τήρηση της νομοθεσίας στην επιχείρηση για το συμφέρον των εργαζομένων και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει ο εργοδότης, και τα οποία συνήθως αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές.

Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηρισθεί κάποιος μισθωτός ως διευθύνων υπάλληλος, αφού η έννοια του διευθύνοντος, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και λογικής από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.

Γι' αυτό τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, συνδεόμενοι με τον εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορηγήσεως ετήσιας άδειας αναψυχής, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

ΑΠ 478/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...................... ΑΕΒΕ", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμαλή.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5857/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 27-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 5857/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


1. Κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον "περί περιορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις", που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά τη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της που αναφέρονται στο νόμιμο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας των μισθωτών, θεωρούνται εκείνα στα οποία, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως της επιχειρήσεως ή τομέα αυτής και εποπτεία του προσωπικού, έτσι ώστε, όχι μόνο επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών σε σχέση με την τήρηση της νομοθεσίας στην επιχείρηση για το συμφέρον των εργαζομένων και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει ο εργοδότης, και τα οποία συνήθως αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές.

Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηρισθεί κάποιος μισθωτός ως διευθύνων υπάλληλος, αφού η έννοια του διευθύνοντος, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και λογικής από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.

Γι' αυτό τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, συνδεόμενοι με τον εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορηγήσεως ετήσιας άδειας αναψυχής, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογία ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το ουσιώδες στοιχείο αυτού του λόγου αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, ήτοι τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ τα αναφερόμενα σχετικά με τις αιτιολογίες αποτελούν επεξηγηματικά στοιχεία του ουσιώδους στοιχείου. Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή κατ` άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λανθασμένη υπαγωγή αυτών στον εφαρμοζόμενο ίδιο κανόνα δικαίου. Ενόψει αυτών παρέπεται ότι, αφενός ότι η έλλειψη νόμιμης βάσης αποτελεί μορφή της εκ πλαγίου παράβασης του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου ότι η κατά τα ανωτέρω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν δημιουργεί τον υπό εξέταση λόγο αναίρεσης αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), ο οποίος είναι απόφοιτος του Τμήματος Μηχανολογίας της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του ΤΕΙ Πειραιώς και κάτοχος πτυχίου Μηχανολόγου Μηχανικού Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, προσλήφθηκε στις 17-2-2003, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγόμενη εταιρεία (αναιρεσείουσα), προκειμένου να απασχοληθεί ως προϊστάμενος στον τομέα παραγωγής της επιχείρησης που διατηρεί στα …. με αντικείμενο την βιομηχανική παραγωγή και εμπορία μηχανημάτων και εργαλείων κοπής και επεξεργασίας μαρμάρου, γρανίτη, διακοσμητικών πετρωμάτων και δομικών υλικών και είναι μέλος πολυεθνικού ομίλου επιχειρήσεων (βλ. προσκομιζόμενη αποτύπωση της αρχικής σύμβασης εργασίας του σύμφωνα με το Π.Δ. 156/94), επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτώ ώρες την ημέρα, αντί συμφωνηθέντος πρώτου μισθού 1.530 ευρώ. Στον τομέα παραγωγής της εναγόμενης περιλαμβάνονταν τα τμήματα: αυτόματης συγκόλλησης και Robot και επεξεργασίας δίσκων "Laser", αδαμαντοφόρων περλών, αδαμαντοφόρων πλακιδίων με τη μέθοδο "SSP", το τμήμα "ISO", ήτοι η διασφάλιση της ποιότητας των διαδικασιών παραγωγής του εργοστασίου σύμφωνα με το ISO 9001. Επίσης ο ενάγων ήταν προϊστάμενος του τομέα συντήρησης των μηχανολογικών εγκαταστάσεων και των μηχανημάτων παραγωγής. Οι ως άνω τομείς (παραγωγής και συντήρησης) αποτελούσαν σημαντικά τμήματα της βιομηχανικής επιχείρησης της εναγομένης, τόσο για την εξέλιξή της όσο και για τη βιωσιμότητά της, καθόσον τα παραγόμενα προϊόντα από τους τομείς αυτούς αποτελούσαν το σημαντικότερο μερίδιο του κύκλου εργασιών της εμπορίας της. Για το λόγο αυτό είχε προβλέψει στους τομείς αυτούς, εκτός από τη θέση του Διευθυντή, την οποία κατείχε ο Α. Τ., και θέση προϊσταμένου, για τη συντήρηση των μηχανολογικών εγκαταστάσεων και την εποπτεία της εύρυθμης λειτουργίας του τομέα παραγωγής, ο οποίος θα πρέπει να έχει ειδικές τεχνικές γνώσεις και σχετική εμπειρία. Η εναγόμενη, αξιολογώντας τα προσόντα του ενάγοντος, ο οποίος είχε τους παραπάνω τίτλους σπουδών, επταετή προϋπηρεσία, γνώσεις Η/Υ και αγγλικής γλώσσας σε επίπεδο "Lower", τον τοποθέτησε στην ως άνω θέση. Στα πλαίσια των καθηκόντων του στη θέση αυτή (του προϊσταμένου), για την συντήρηση και καλή λειτουργία των μηχανολογικών εγκαταστάσεων και την εύρυθμη λειτουργία του τομέα παραγωγής αυτής, ο ενάγων είχε και την εποπτεία των εργαζομένων στα παραπάνω τμήματα του τομέα του, που ανέρχονταν συνολικά σε 35 άτομα περίπου (12 εργατοτεχνίτες στο τμήμα αυτόματης συγκόλλησης και Robot και επεξεργασίας δίσκων "Laser", 14 άτομα στο τμήμα αδαμαντοφόρων περλών, 3 άτομα στο τμήμα αδαμαντοφόρων πλακιδίων με τη μέθοδο SSP, 5 άτομα στο τμήμα συντήρησης μηχανολογικών εγκαταστάσεων), στους οποίους έδινε εντολές και οδηγίες. Τις αποφάσεις στον τομέα του λάμβανε ο Διευθυντής αυτού (Α. Τ.), είτε μόνος του είτε σε συνεργασία με τον ενάγοντα (βλ. καταθέσεις μαρτύρων του ενάγοντος οι οποίες δεν αντικρούονται πειστικά από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγόμενης). Εξάλλου, για τις προσλήψεις και απολύσεις του ως άνω προσωπικού ο ενάγων δεν είχε αρμοδιότητα, καθόσον αυτή είχε αποκλειστικά ο Γενικός Διευθυντής της επιχείρησης για όλο το προσωπικό. Όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εναγομένη ότι δηλαδή ο ενάγων έκανε απολύσεις και προσλήψεις προσωπικού είναι αβάσιμα, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε τέτοια πρόσληψη ή απόλυση εργαζομένου. Εξάλλου, η οποιαδήποτε αναφορά του στο αρμόδιο ως άνω όργανο (Γεν. Διευθυντή), στα πλαίσια της θέσης του ως προϊσταμένου, για την ικανότητα ή αποδοτικότητα του προσωπικού του τομέα του ή για την ανάγκη πρόσληψης προσωπικού, δεν συνιστά αρμοδιότητα του ενάγοντος για προσλήψεις ή απολύσεις προσωπικού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι συμφωνηθείσες αποδοχές του ενάγοντος κατά το επίδικο διάστημα (1-1-2004 έως 23-1-2009) ήταν οι εξής: α) από 1-1-2004 έως 30-4-2004 το ποσό των 1.530 ευρώ, β) από 1-5-2004 έως 31-12-2004 το ποσό των 1.600 ευρώ, γ) από 1-1-2005 έως 31-8-2005 το ποσό των 1.860 ευρώ, δ) από 1-9-2005 έως 31-12-2005 το ποσό των 1.934,40 ευρώ, ε) από 1-1-2006 έως 31-12-2006 στο ποσό των 2.015 ευρώ, στ) από 1-1-2007 έως 31-12-2007 στο ποσό των 2.150 ευρώ και ζ) από 1-1-2008 έως 23-1-2009 στο ποσό των 2.386 ευρώ. Αντιστοίχως κατά το ίδιο διάστημα οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, με προϋπηρεσία επτά (7) ετών, γνώση μιας ξένης γλώσσας, έγγαμου από τον Σεπτέμβριο 2005, με ένα τέκνο από τον Οκτώβριο 2006, μαζί με το επίδομα υπευθύνων καθηκόντων (το οποίο σημειωτέον η εναγόμενη παραλείπει στους αντίστοιχους υπολογισμούς της) με βάση τις οικείες Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των διπλωματούχων Μηχανικών ΤΕΙ που εργάζονται σε βιομηχανικές επιχειρήσεις όλης της χώρας" (ΣΣΕ 13/2002, ΔΑ 13/2003, ΔΑ 46/2003, ΔΑ 6/2004, ΔΑ 31/2005, ΔΑ 31/2006, ΔΑ 36/2007 και ΔΑ 46/2008), ανέρχονταν: α) από 1-1-2004 μέχρι 30-4-2004 σε 954,82 ευρώ, β) από 1-5-2004 έως 31-8-2004 σε 1.006,02 ευρώ, γ) από 1-9-2004 έως 31-1-2005 σε 1.051,3 ευρώ, δ) από 1-2-2005 έως 30-4-2005 σε 1.097,51 ευρώ, ε) από 1-5-2005 έως 31-8-2005 σε 1.150,77 ευρώ, στ) από 1-9-2005 έως 30-4-2006 σε 1.294,09 ευρώ, ζ) από 1-5-2006 έως 31-8-2006 σε 1.349,47 ευρώ, η) από 1-9-2006 έως 31-12-2006 σε 1.455,8 ευρώ, θ) από 1-1-2007 έως 30-4-2007 σε 1.607,3 ευρώ, ι) από 1-5-2007 έως 31-8-2007 σε 1.607,3 ευρώ, ια) 1-9-2007 έως 31-12-2007 σε 1.655,81 ευρώ, ιβ) από 1-1-2008 έως 31-1-2008 σε 1.655,81 ευρώ, ιγ) από 8-5-2008 έως 31-8-2008 σε 1.852,39 ευρώ, ιδ) από 1-9-2008 έως 23-1-2009 σε 1.909,83 ευρώ. Από τη σύγκριση των ανωτέρω νομίμων αποδοχών με εκείνες που η εναγόμενη του κατέβαλε προκύπτει ότι ο τελευταίος κατά τα ίδια χρονικά διαστήματα ελάμβανε αποδοχές κατά μέσο όρο 30% υπέρτερες των νομίμων. Οι υπέρτερες αυτές αποδοχές συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών λόγω των προαναφερομένων καθηκόντων του σε συνδυασμό με τα προσόντα του. Επίσης, ο ενάγων ελάμβανε ανά εξάμηνο περίπου "bonus" στα πλαίσια των οικειοθελών παροχών που η εναγόμενη είχε καθιερώσει για όλους τους εργαζόμενους στην επιχείρησή της, χαρακτηρίζοντας αυτές ως "bonus" για τους διευθυντές και προϊσταμένους (ανά εξάμηνο) και ως "πριμ παραγωγικότητας" για τους λοιπούς εργαζόμενους (καταβαλλόμενο συνήθως στο τέλος του αντίστοιχου έτους) (βλ. ένορκη βεβαίωση Ε. Η.). Έτσι ο ενάγων κατά το ίδιο (επίδικο) διάστημα έλαβε ως "bonus" τα ακόλουθα ποσά: 1) για το διάστημα Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου 2004 το συνολικό ποσό των 800 ευρώ, 2) τον Ιούλιο 2005 ποσό 1.750 ευρώ, 3) τον Δεκέμβριο 2005 ποσό 2.200 ευρώ, 4) τον Ιούλιο 2006 ποσό 1.960 ευρώ, 5) τον Δεκέμβριο 2006 ποσό 3.000 ευρώ, 6) τον Ιούλιο 2007 ποσό 2.000 ευρώ, 7) τον Δεκέμβριο 2007 ποσό 3.000 ευρώ, 8) τον Ιούλιο 2008 ποσό 2.000 ευρώ και 9) τον Δεκέμβριο 2008 ποσό 3.000 ευρώ. Τέλος, η εναγόμενη είχε παραχωρήσει στον ενάγοντα τη χρήση ΙΧΕ αυτοκινήτου, με έξοδά της, προκειμένου να το χρησιμοποιεί για τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησής της (βλ. κατάθεση μάρτυρα ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου) και για προσωπικές δικές του ανάγκες με έξοδα της εναγόμενης. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι τέτοιο αυτοκίνητο η εναγόμενη είχε παραχωρήσει και σε άλλους υπαλλήλους της, που δεν ήταν προϊστάμενοι, όπως στους Η. Ρ., υπεύθυνο βάρδιας και Κ. Μ., υπάλληλο γραφείου). Καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων εργαζόταν και πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου του, αφού πολλές φορές προσέρχονταν ενωρίτερα από τις 08.00' (7.00' ή 7.30' π.μ.) και αποχωρούσε μετά τις 16.30' (17.00' ή 18.00'), δηλαδή υπερέβαινε το 8ωρο κατά δύο ώρες περίπου κατά μέσο όρο ημερησίως. Επίσης, αυτός δεν "χτυπούσε κάρτα", όπως το υπόλοιπο προσωπικό κατά την προσέλευση και την αποχώρησή του, όμως, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι δεν ελεγχόταν η παρουσία του ή η απουσία του από τη θέση του στο εργοστάσιο ενόψει μάλιστα και της ύπαρξης διευθυντή στον τομέα του". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι "ο ενάγων δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, όπως ισχυρίστηκε η εναγόμενη πρωτοδίκως, ισχυρισμό τον οποίο επαναφέρει ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με τις προτάσεις της. Ειδικότερα, το γεγονός ότι αυτός προΐστατο σημαντικών τομέων της επιχείρησής της, όπως αυτός της παραγωγής και της συντήρησης των μηχανολογικών εγκαταστάσεων, δεν του προσδίδει την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, αφού αυτός δεν είχε αποφασιστικές αρμοδιότητες, αλλά η προσοχή και επιμέλειά του εντοπιζόταν στην άριστη συντήρηση και κατάσταση των μηχανολογικών εγκαταστάσεων, ώστε να παράγοντα άριστα προϊόντα από το εργοστάσιο της εναγόμενης. Εξάλλου, ούτε οι αποδοχές του ήταν σε τέτοιο ποσοστό υπέρτερες των νομίμων, ώστε να διακρίνεται από τους άλλους εργαζόμενους της εναγόμενης, αλλά το ύψος τους (αποδοχών) δικαιολογείται από τα προσόντα του και την επταετή προϋπηρεσία του, καθώς και από την ιδιαίτερα σημαντική εργασία του σε έναν ιδιαίτερα σημαντικό τομέα της επιχείρησης της εναγόμενης. Περαιτέρω, ούτε το στοιχείο της άσκησης των δικαιωμάτων του εργοδότη, έναντι όλου ή μέρους του προσωπικού της εναγομένης με αρμοδιότητες πρόσληψης και απόλυσης αυτού, συνέτρεχε στο πρόσωπο του ενάγοντος, ούτε ενεργούσε αυτός έναντι των μισθωτών αντί του εργοδότη, ενώ δεν επωμιζόταν ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που είχαν θεσπιστεί υπέρ των εργαζομένων, ούτε άλλωστε η εναγόμενη προβάλλει τέτοιον ισχυρισμό. Τέλος, το γεγονός ότι η εναγόμενη καταχωρούσε τον ενάγοντα στους πίνακες προσωπικού, που κατά το Ν. 2874/2000 υπέβαλε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, σε ειδικό πίνακα στον οποίο όπως η ίδια ισχυρίζεται καταχωρούσε το διευθυντικό προσωπικό της, δεν τον καθιστά οπωσδήποτε γι' αυτόν το λόγο διευθυντικό υπάλληλο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι α) από τις καταστάσεις αυτές (προσκομιζόμενες των ετών 2006 και 2007), σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα φύλλων σελ. 11/47 και 12/47 από το Εγχειρίδιο Ενιαίου Συστήματος Ποιότητας και Περιβαλλοντολογικής Διαχείρισης, προκύπτει ότι ο ενάγων, ενώ φέρεται στις ως άνω καταστάσεις στα διευθυντικά στελέχη, δεν περιλαμβάνεται καθόλου στο Οργανόγραμμα της εναγόμενης, όπου αναφέρονται προϊστάμενοι άλλων τομέων (όπως της προϊσταμένης Λογιστηρίου I. Κ., της προϊσταμ. Μηχανολ. Δ. Κ. και άλλων) και β) στον πίνακα έτους 2007 είναι καταχωρημένος και ο Κ. Χ., υπάλληλος γραφείου (με μισθό 1000 ευρώ). Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου (ότι ο ενάγων δεν ανήκε στο διευθυντικό προσωπικό της εναγομένης), δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν προσκομίζεται έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει διαμαρτυρία του για μη καταβολή αμοιβής του για τον επιπλέον χρόνο εργασίας του (υπερεργασία - υπερωρίες), αλλά ούτε και από την υπογραφή του εγγράφου της καταγγελίας της σύμβασής του χωρίς επιφύλαξη για τυχόν δικαιώματά του από την εργασία του στην εναγόμενη, αλλά ούτε και από το γεγονός ότι έλαβε κατά την απόλυσή του, εκτός από την αποζημίωσή του και ένα ποσό (10.102,74 ευρώ) από την εναγόμενη οικειοθελώς". Επομένως καταλήγει το Εφετείο, εφόσον δεν ήταν διευθυντικό στέλεχος, ο ενάγων, είχαν εφαρμογή και σ' αυτόν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας του και δικαιούται να λαμβάνει αμοιβή για την πέρα του ωραρίου του παρεχόμενη εργασία του. Με βάση τις παραδοχές του αυτές, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου ενάγοντος, του οποίου η αγωγή είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και αφού εξαφάνισε αυτήν (πρωτοβάθμια απόφαση), στη συνέχεια, μετ' εκτίμηση των ίδιων, ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε, ανελέγκτως, όσον αφορά τις απαιτήσεις του ενάγοντος, από τις υπερωρίες και υπερεργασία, τα ακόλουθα: "...ο ενάγων πραγματοποιούσε εβδομαδιαίως κατά μέσο όρο 10 ώρες επί πλέον εργασίας. Έτσι αυτός δικαιούται: Α) Για το έτος 2004: 1) από 1-1-2004 έως 30-4-2004 (Ν. 2874/2000): α) για αμοιβή ιδιόρρυθμης υπερωρίας με προσαύξηση του καταβαλλομένου ωρομισθίου κατά 50% δικαιούται το ποσό των 660,96 ευρώ [καταβ. ωρομ. 9,18 ευρώ (1.530 Χ 0,006) + προσαύξ. 50% = 13,77 ευρώ Χ 3 ώρες = 41,31 ευρώ την εβδομάδα Χ 4 εβδομ. το μήνα = 165,24 Χ 4 μήνες], β) για αποζημίωση παράνομης υπερωριακής εργασίας 7 ωρών δικαιούται το ποσό των 2.570,4 ευρώ (ωρομ. 9,18 ευρώ + 150% προσαύξ. = 22,95 ευρώ Χ 7 ώρες εβδομ.= 160,65 ευρώ Χ 4 εβδομ. το μήνα Χ 4 μήνες ). 2) από 1-5-2004 έως 31-8-2004: α) για αμοιβή ιδιόρρυθμης υπερωρίας δικαιούται το ποσό των 864 ευρώ [ωρομ. 9,60 ευρώ (καταβ. μισθ. 1.600 Χ 0,006) + 50% = 14,4 ευρώ την ώρα Χ 3 ώρες εβδομ. = 43,2 ευρώ Χ 4 εβδομ. το μήνα = 172,8 Χ 4 μήνες και 1 εβδομάδα τον Αύγουστο (λόγω διακοπών - βλ. σχετ. κοινοποιήσεις της εναγόμενης στη ΔΟΥ Οινοφύτων)], β) για αποζημίωση παράνομης υπερωρίας 7 ωρών το ποσό των 2.284,8 ευρώ (ωρομ. 9,60 + 100% = 19,20 ευρώ Χ 7 ώρες εβδομ. = 134,4 ευρώ την εβδομάδα Χ 4 εβδομάδες το μήνα Χ 3 μήνες και 1 εβδομάδα). 3) από 1-9-2004 έως 31-12-2004: α) για ιδιόρρυθμη υπερωρία κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς δικαιούται το ποσό των 691,2 ευρώ (ωρομ. 14,4 ευρώ + προσαύξ. 50% Χ 4 μήνες), β) για παράνομη υπερωρία το ποσό των 2.150,4 ευρώ, κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς (ωρομ. προσαύξ. κατά 100% Χ 7 ώρες Χ 4 εβδομ. Χ 4 μήνες ), και συνολικά για το έτος 2004 ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 8.560,8 ευρώ. Β) Για το έτος 2005: 1) από 1-1-2005 έως 31-1-2005: α) για ιδιόρρυθμη υπερωρία, κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς, το ποσό των 172,8 ευρώ, β) για παράνομη υπερωρία το ποσό των 537,6 ευρώ. 2) από 1-2-2005 έως 31-8-2005: α) για ιδιόρρυθμη υπερωρία το ποσό των 1.054,62 ευρώ [ωρομ. 11,16 ευρώ (καταβ. μισθ. 1.860 Χ 0,006) + 50% = 16,74 ευρώ Χ 3 ώρες την εβδομ. Χ 4 εβδομ. το μήνα Χ 5 μήνες και 1 εβδομάδα - τον Αύγουστο], β) για παράνομη υπερωρία (κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς) το ποσό των 3.284,64 ευρώ. 3) από 1-9-2005 έως 30-9-2005 (που ίσχυε ακόμα ο Ν. 2874/2000): α) για ιδιόρρυθμη υπερωρία το ποσό των 208,8 ευρώ [ωρομ. 11,60 ευρώ (μισθός 1.934,40 Χ 0,006) + 50% = 17,4 ευρώ Χ 3 ώρες εβδ. Χ 4 εβδομ. το μήνα], β) για παράνομη υπερωρία το ποσό των 649,6 ευρώ (ωρομ. 11,60 + 100% = 23,2 Χ 7 = 162,4 Χ 4 εβδ.). 4) από 1-10-2005 (Ν. 3385/2005) έως 31-12-2005 ο ενάγων δικαιούται: α) για υπερεργασία 5 ωρών την εβδομάδα το ποσό των 870 ευρώ [καταβ. ωρομ. 11,60 + 25% αμοιβή υπερεργασίας = 14,5 ευρώ Χ 5 ώρες = 72,5 ευρώ την εβδομ. Χ 4 εβδομ. = 290 ευρώ το μήνα Χ 3 μήνες], β) για παράνομη υπερωρία 5 ωρών το ποσό των 1.393,2 ευρώ (ωρομ. 11,61 + προσαυξ. 100% = 23,22 ευρώ Χ 5 ώρες Χ 4 εβδομ. Χ 3 μήνες) και συνολικά για το έτος 2005 ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 8.171,26 ευρώ. Γ) Για το έτος 2006 δικαιούται: α) για υπερεργασία κατά τους ίδιους παραπάνω υπολογισμούς το ποσό των 3.626,4 ευρώ (ωρομ. 12,90 + προσαυξ. 25% Χ 5 ώρες Χ 4 εβδομ. Χ 12 μήνες), β) για παράνομη υπερωρία το ποσό των 5.803,2 ευρώ (ωρομ. 12,09 + 100% Χ 5 ώρες Χ 4 εβδομ. Χ 12 μήνες) και συνολικά το ποσό των 9.429,6 ευρώ. Δ) Για το έτος 2007 δικαιούται: α) για υπερεργασία το ποσό των 3.868,8 ευρώ [ωρομ. 12,90 (μισθός 2.150 ευρώ Χ 0.006) + 25% Χ 5 ώρες Χ 4 εβδομ Χ 12 μήνες], β) για υπερωρία το ποσό των το ποσό των 6.192 ευρώ (12,90 + 100% Χ 5 ώρες Χ 4 εβδομ. Χ 12 μήνες) και συνολικά για το έτος 2007 το ποσό των 10.060,8 ευρώ. Ε) Για το έτος 2008 δικαιούται: α) για υπερεργασία το ποσό των 4.291,2 ευρώ [ωρομ. 14,31 ευρώ (2.386 μισθός Χ 0.006) + 25% Χ 5 ώρες Χ 4 εβδομ. Χ 12 μήνες], β) για παράνομη υπερωρία το ποσό των 6.868,8 ευρώ (ωρομ. 14,31 + 100% Χ 5 ώρες Χ 4 εβδομ. Χ 12 μήνες) και συνολικά το ποσό των 11.160 ευρώ. ΣΤ) Για το έτος 2009 (από 1-1 έως 23-1-2009): δικαιούται: α) για υπερεργασία το ποσό των 268,2 ευρώ (ωρομ. 14.31 + 25% Χ ε ώρες Χ 3 εβδομ.) και β) για παράνομη υπερωρία το ποσό των 429,3 ευρώ (ωρομ. 14,31 + 100% Χ 5 ώρες Χ 3 εβδομάδας) και συνολικά το ποσό των 697,5 ευρώ. Ήτοι συνολικά για το επίδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων δικαιούται για τις άνω αιτίες το ποσό των 48.379,16 ευρώ (8.560,8 + 8.171,26 + 9.429,6 + 10.060,8 + 1 1.160 + 697,5)..".. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει είναι επαρκείς και σαφείς και δεν εμφανίζουν αντιφατικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος. Με τα, ως άνω ανελέγκτως, δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά ο αναιρεσίβλητος δεν κατείχε θέση εποπτείας ή διευθύνσεως, αλλά ήταν ένα μέσης κατηγορίας στέλεχος αυτής με αρμοδιότητες που περιορίζονταν σε ένα, από τα περισσότερα τμήματα αυτής, χωρίς ευρύτερες αρμοδιότητες σε ολόκληρη την επιχείρηση της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν είχε την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις, να αναπτύσσει πρωτοβουλίες και να έχει την ευθύνη και την επιμέλεια της ομαλής λειτουργίας της όλης επιχείρησης, αλλά η προσοχή και η επιμέλειά του εντοπιζόταν στην άριστη συντήρηση και κατάσταση των μηχανολογικών εγκαταστάσεων, ώστε να παράγονται προϊόντα άριστης ποιότητας. Το ότι στον αναιρεσίβλητο, 1) είχε παραχωρηθεί εκ μέρους της αναιρεσείουσας, η χρήση αυτοκινήτου, 2) καταβαλλόταν ανά εξάμηνο "bonus", και 3) δεν "χτυπούσε κάρτα", κατά την προσέλευσή του και την αποχώρησή του, δεν μεταβάλλουν την προδιαληφθείσα άποψη. Τούτο διότι, η αναιρεσείουσα είχε παραχωρήσει τη χρήση αυτοκινήτων και σε άλλους υπαλλήλους της, που δεν ήταν προϊστάμενοι τμημάτων, κυρίως για την απρόσκοπτη εξυπηρέτηση των λειτουργικών της αναγκών. Η καταβολή του "bonus", γινόταν στα πλαίσια των οικειοθελών παροχών της αναιρεσείουσας, όχι μόνον στα στελέχη της αλλά και στους λοιπούς υπαλλήλους της, υπό την μορφή "πριμ παραγωγικότητας", ενώ ο έλεγχος της παρουσίας του στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας, γινόταν με άλλο τρόπο, αφού στους τομείς που φέρεται να προΐστατο ο αναιρεσίβλητος υπήρχε διευθυντής στον οποίο αναφερόταν. Τέλος, οι αποδοχές του, στις οποίες, ορθώς συμπεριλήφθηκαν το επίδομα υπεύθυνου θέσης (την οποία ως προϊστάμενος τεχνικού τμήματος κατείχε ο αναιρεσίβλητος) δεν υπερέβαιναν σημαντικά, τις νόμιμες αποδοχές των άλλων υπαλλήλων του αυτού κλάδου, αποτελούν αποδοχές υπαλλήλου μέσης κατηγορίας με κάποια προϋπηρεσία και όχι διευθυντικού στελέχους μεγάλης επιχείρησης, όπως η αναιρεσείουσα. Επομένως, οι 1ος, κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη του, 2ος και 4ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις επί μέρους αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 εδ. α' της Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον και 200 ΑΚ, καθώς και εκείνες των Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των διπλωματούχων Μηχανικών ΤΕΙ που εργάζονται σε βιομηχανικές επιχειρήσεις όλης της χώρας (ΣΣΕ 13/2002, ΔΑ 13/2003, ΔΑ 46/2003, ΔΑ 6/2004, ΔΑ 31/2005, ΔΑ 31/2006, ΔΑ 36/2007 και ΔΑ 46/2008), συνυπολογίζοντας εσφαλμένα στις νόμιμες αποδοχές του αναιρεσίβλητου το επίδομα υπεύθυνου θέσης, χωρίς τον υπολογισμό του οποίου οι καταβαλλόμενες αποδοχές θα υπερέβαιναν κατά 80% τις νόμιμες και όχι 30% που δέχτηκε η προσβαλλόμενη, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

2. Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου. Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας. Με τους 1ο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του και τον 3ο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους της κρινόμενης αίτησης, αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, για το ότι ο ενάγων: 1) δεν ήταν πρόσωπο εμπιστοσύνης και διευθύνων υπάλληλος αυτής και 2) δεν εδικαιούτο αμοιβή για υπερωρίες και υπερεργασία το μήνα Αύγουστο των ετών 2006, 2007 και 2008, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και μετ' επίκληση υπ' αυτής προσκομισθέντα έγγραφα. Ειδικότερα, τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό, αποδείξεις πληρωμής των μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσίβλητου, τους θεωρημένους από την Επιθεώρηση Εργασίας πίνακες, τις καταστάσεις της ιδιωτικής ασφάλειας των εγκαταστάσεών της, όπου καταχωρούνταν η προσέλευση και αποχώρηση των εργαζομένων της καθώς και τις γνωστοποιήσεις της αναιρεσείουσας προς την αρμόδια ΔΟΥ, για τη μη λειτουργία των εγκαταστάσεων το μήνα Αύγουστο. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία.

3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Δεν ιδρύεται επίσης, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να απαντήσει σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας. Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο, της κρινόμενης αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το εργοστάσιό της, κατά το χρόνο απασχόλησης του ενάγοντος, παρέμενε κλειστό τις τρείς εβδομάδες του μηνός Αυγούστου, εκάστου έτους, καθώς και ότι το υπόλοιπο της αδείας του, ο ενάγων ελάμβανε τις περιόδους Χριστουγέννων και Πάσχα και συνακόλουθα ότι αυτός δεν δικαιούται αμοιβή για υπερωρίες και υπερεργασία τις αντίστοιχες χρονικές περιόδους. Ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν επιδίκασε αποδοχές για τις αιτίες αυτές μόνο για τα έτη 2004 και 2005, ενώ τις επιδίκασε για τα υπόλοιπα έτη, μη λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι αρνητικοί και δεν αποτελούν "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι και κατ' ουσίαν αβάσιμες. Τούτο διότι, με το να δεχτεί το δικαστήριο ότι οφείλεται αμοιβή για υπερωρίες και υπερεργασία το μήνα Αύγουστο, για τα έτη 2006, 2007 και 2008, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και εκ των πραγμάτων τους απέρριψε, επιδικάζοντας τις εν λόγω απαιτήσεις. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Τέλος, η δικαστική δαπάνη βαρύνει την ηττηθείσα αναιρεσείουσα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2013 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 5857/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο