Δημοσιεύθηκε στις : [ 06-11-1998 ]

ΠΟΛ.1267/6.11.1998 Κοινοποίηση των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 28, του άρθρου 29, των παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 30 και του άρθρου 48 του Ν.2648/1998 (ΦΕΚ 238/Α/22.10.1998) "Ρυθμίσεις δασμολογικού και φορολογικού περιεχομένου,τροποποίηση του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις"

(Κοινοποίηση των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 28, του άρθρου 29, των παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 30 και του άρθρου 48 του Ν.2648/1998 (ΦΕΚ 238/Α/22.10.1998) "Ρυθμίσεις δασμολογικού και φορολογικού περιεχομένου,τροποποίηση του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις")

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Aθήνα 6 Noεμβρίου 1998
Αρ. Πρωτ. : 1123705/613/Α'0013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Δ/ΝΣΗ 13η (ΦΟΡ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ) - ΤΜΗΜΑΤΑ : Α' & Β'
ΠΟΛ. : 1267

ΘΕΜΑ : Κοινοποίηση των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 28, του άρθρου 29 και τωνν παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 30 και του άρθρου 48 του ν. 2648/1998 (ΦΕΚ 238Α'/ 22-10-98) "Ρυθμίσεις δασμολογικού και φορολογικού περιεχομένου, τροποποίηση του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις".

Σας κοινοποιούμε τις πιο πάνω διατάξεις και παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την ενιαία αντιμετώπιση και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

Α. Φορολογία κληρονομιών - δωρεών - γονικών παροχών

Αρθρο 28

Παράγραφος 3
Αναπροσαρμογή ποσοστού βεβαίωσης επί του αμφισβητούμενου φόρου και αναπροσαρμογή των δόσεων καταβολής αυτού
Με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Α.Ν.142/1967, το ποσοστό βεβαίωσης επί του αμφισβητούμενου φόρου ορίζεται σε 20% και καταβάλλεται σε οκτώ διμηνιαίες δόσεις.
Ηδη, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 28 του κοινοποιούμενου νόμου, προβλέπεται: α) αύξηση του ποσοστού βεβαίωσης από 20% σε 25% επί του αμφισβητούμενου φόρου, λόγω άσκησης προσφυγής και β) μείωση του χρόνου εξόφλησης του φόρου αυτού, με αναπροσαρμογή των δόσεων καταβολής αυτού από οκτώ διμηνιαίες σε έξι μηνιαίες δόσεις.
Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή αντικαθίστανται οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Α.Ν.142/1967 και ορίζονται τα ακόλουθα:
Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθεί η διοικητική επίλυση της διαφοράς σε πράξη επιβολής φόρου κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών, που έχει κοινοποιηθεί και εμπρόθεσμα ασκηθεί προσφυγή από το φορολογούμενο, τότε: α) ενεργείται άμεσα η βεβαίωση του ποσοστού 25% επί του αμφισβητούμενου φόρου κύριου - πρόσθετου και κάθε άλλης προσαύξησης που ορίζεται με την πράξη και β) το ποσό που βεβαιώνεται
εισπράττεται σε έξι μηνιαίες δόσεις, με τον περιορισμό ότι η κάθε δόση δεν θα είναι μικρότερη των 100.000 δρχ., εκτός της τελευταίας. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου μήνα από το μήνα που έγινε η βεβαίωση του φόρου και η κάθε μία από τις υπόλοιπες δόσεις μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ημέρα του αντίστοιχου μήνα που ακολουθεί. Με την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, βεβαιώνεται ή διαγράφεται, κατά περίπτωση, η διαφορά του φόρου που
προκύπτει με βάση την απόφαση.
Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από την πρώτη του μεθεπόμενου, από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μήνα, δηλαδή από τις 1.12.1998. Συνεπώς, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που ο φορολογούμενος ασκήσει εμπρόθεσμα προσφυγή κατά πράξης επιβολής του οικείου φόρου, από την ανωτέρω
ημερομηνία και μεταγενέστερα, ανεξάρτητα από το χρόνο γένεσης της φορολογικής του υποχρέωσης.

Αρθρο 29

Παράγραφος 1
Αναπροσαρμογή του ποσού για την άσκηση έφεσης

Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 29 του κοινοποιούμενου νόμου αναπροσαρμόζεται το ποσό για την άσκηση έφεσης και σκοπός της διάταξης αυτής είναι η ταχύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεων με φορολογική διαφορά μικρού ποσού, η συντόμευση του χρόνου είσπραξης των απαιτήσεων του Δημοσίου, η μείωση απασχόλησης των Διοικητικών Δικαστηρίων, η μείωση απασχόλησης των υπαλλήλων της ΔΟΥ, των Προϊσταμένων αυτής και του αρμόδιου Επιθεωρητή.
Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή ορίζεται ότι:
Σε έφεση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των Διοικητικών Πρωτοδικείων, αν το ποσό της διαφοράς υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ., χωρίς στο ποσό αυτό να συνυπολογίζονται οι πρόσθετοι φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις.

Παράγραφος 2
Κατάργηση δικαστικού συμβιβασμού

Εκτός από τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, που ορίζεται από τις οικείες περί φορολογίας κεφαλαίου διατάξεις, έχει θεσπισθεί και ισχύει με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.Δ.4600/1966 (ΦΕΚ 242/Α') και ο δικαστικός συμβιβασμός, τόσο για τον οικείο φόρο, όσο και για τα πρόστιμα του Ν.820/1978 που αφορούν την ίδια φορολογία. Ηδη, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού του κοινοποιούμενου νόμου, ο δικαστικός συμβιβασμός που ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.Δ.4600/1966 καταργείται.
Η κατάργηση του δικαστικού συμβιβασμού θεωρήθηκε σκόπιμη, δεδομένου ότι δεν καταργείται θεσμοθετημένο δικαίωμα του φορολογούμενου, εφόσον ο δικαστικός συμβιβασμός είναι ουσιαστικά ίδια διοικητική επίλυση της διαφοράς. Διαφέρουν μόνο ως προς το χρόνο, ο οποίος για μεν τη διοικητική επίλυση της διαφοράς είναι είκοσι ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης προσδιορισμού φόρου και της πράξης επιβολής προστίμου, για δε το δικαστικό συμβιβασμό τουλάχιστον δύο χρόνια.
Επειδή σε κάθε περίπτωση δικαστικού συμβιβασμού, ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ έχει μόνο την ευχέρεια και όχι την υποχρέωση να αποδεχθεί τον προτεινόμενο δικαστικό συμβιβασμό, ενώ αντίθετα μπορεί να τον αποκρούσει, οπότε συνεχίζεται η φορολογική δίκη, κρίθηκε σκόπιμη η κατάργηση της διάταξης αυτής και σκοπός αυτής είναι ο περιορισμός του χρόνου οριστικοποίησης των υποθέσεων που εκκρεμούν στα Φορολογικά Δικαστήρια, η ταχύτερη είσπραξη των απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και η μείωση απασχόλησης των Διοικητικών Δικαστηρίων. Επισημαίνεται ότι αιτήματα για δικαστικό συμβιβασμό δεν γίνονται δεκτά μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, καθώς και το δικαίωμα άσκησης έφεσης, με τα νέα δεδομένα, ισχύει εφόσον αυτή ασκείται μετά την εφαρμογή του νόμου, δηλαδή από την πρώτου του μεθεπόμενου, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μήνα.

Αρθρο 30

Παράγραφοι 5 και 6
Αναπροσαρμογή των δόσεων καταβολής του φόρου κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών

Με τις διατάξεις των παρ. 5 και 6 του άρθρου 30 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το άρθρο 82 του Ν.Δ.118/1973 και προστίθεται παράγραφος στο άρθρο 80 του Ν.Δ.118/1973 και αποβλέπουν στην άτοκη καταβολή των δόσεων του φόρου κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών, στη μείωση του χρόνου εξόφλησης του οικείου φόρου που καταβάλλεται σε δόσεις, στην απλούστευση του τρόπου υπολογισμού των δόσεων και στην ενιαία αντιμετώπιση όλων των φόρων ως προς τον καθορισμό των δόσεων.

Παράγραφος 5

Με την παρ. 5 του άρθρου 30 του κοινοποιούμενου νόμου, αντικαθίσταται το άρθρο 82 του Ν.Δ.118/1973 και καθιερώνεται νέος τρόπος καταβολής του αναλογούντος φόρου και ορίζονται τα ακόλουθα:

1. Ο φόρος που βεβαιώνεται:

α) Μετά από δήλωση ή πράξη προσδιορισμού που έγινε οριστική, λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, καταβάλλεται σε είκοσι τέσσερις ίσες μηνιαίες δόσεις, με τον περιορισμό ότι κάθε δόση δεν θα είναι μικρότερη των 100.000 δρχ., εκτός από την τελευταία.

β) Μετά από διοικητική επίλυση της διαφοράς και την καταβολή ποσού του 1/5 του οικείου φόρου, το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε είκοσι τέσσερις ίσες μηνιαίες δόσεις, με τον περιορισμό ότι κάθε δόση δεν θα είναι μικρότερη των 100.000 δρχ., εκτός από την τελευταία.

γ) Μετά από απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου, καταβάλλεται σε έξι ίσες μηνιαίες δόσεις, με τον περιορισμό ότι κάθε δόση δεν θα είναι μικρότερη των 100.000 δρχ., εκτός από την τελευταία.

Για τις ανωτέρω περιπτώσεις (α', β' και γ') η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου μήνα από τη βεβαίωση ή την υπογραφή του πρακτικού και η κάθε μία από τις υπόλοιπες δόσεις μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ημέρα του αντίστοιχου μήνα που ακολουθεί.

2. Οταν ο υπόχρεος καταβάλλει το σύνολο του αναλογούντος κύριου και πρόσθετου φόρου, που βεβαιώνεται μετά από δήλωση ή πράξη προσδιορισμού φόρου που έγινε οριστική λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης της προσφυγής, μέσα στην προθεσμία καταβολής της πρώτης μηνιαίας δόσης, ανεξάρτητα από το ύψος αυτού, εκπίπτεται ποσοστό 10%. Το ίδιο ποσοστό εκπίπτεται αν ο υπόχρεος καταβάλλει το σύνολο του ποσού που προκύπτει συνεπεία της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, εντός της προθεσμίας πληρωμής του 1/5 αυτού. Τονίζεται ότι η έκπτωση του 10% παρέχεται σε κάθε περίπτωση εφάπαξ καταβολής, ανεξάρτητα αν ο φόρος έχει
βεβαιωθεί σε μία ή περισσότερες δόσεις ή ανεξάρτητα εάν η εφάπαξ καταβολή απαιτείται για τη χορήγηση του πιστοποιητικού του άρθρου 105 του Ν.Δ.118/1973 ή εάν ο φόρος αφορά χρήματα ή άλλα κινητά περιουσιακά στοιχεία. Σημειώνεται ότι δεν παρέχεται έκπτωση στην εφάπαξ καταβολή του φόρου που βεβαιώνεται μετά από απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου.

3. Η δυνατότητα καταβολής του φόρου κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών σε δόσεις, η οποία αποτελεί δικαίωμα του υπόχρεου ευθέως από το νόμο, προϋποθέτει ότι τα κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία θα διατηρήσουν, μέχρι αποπληρωμής του φόρου, την ιδιότητά τους αυτή και δεν θα εκφύγουν της κυριότητας του κληρονόμου - κληροδόχου.
Οταν, όμως, τα κληρονομιαία αντικείμενα είναι κινητές αξίες (μετοχές, ομολογίες κ.λπ.) ή άλλα κινητά γενικά πράγματα και αυτά έχουν κατατεθεί σε Τράπεζες ή σε οποιοδήποτε άλλο Νομικό ή Φυσικό Πρόσωπο, ο φόρος που αναλογεί επιμεριστικά στην αξία τους καταβάλλεται πριν από την ανάληψή τους και τη χορήγηση του πιστοποιητικού του άρθρου 105 του Ν.Δ.118/1973.

4. Είναι, όμως, ενδεχόμενο τα κληρονομιαία στοιχεία που απομένουν μετά την ανάληψη (κατά την προηγούμενη παράγραφο) να μην διασφαλίζουν την πληρωμή του απομένοντος υπολοίπου του φόρου της κληρονομικής τους μερίδας. Στην περίπτωση αυτή και με την προϋπόθεση ότι ο υπόχρεος κληρονόμος δεν θα διασφαλίσει το Δημόσιο με την παροχή εμπράγματης ασφάλειας ή εγγυητικής επιστολής, αναγνωρισμένης στην Ελλάδα Τράπεζας, καταβάλλεται ολόκληρο το ποσό του φόρου που βαρύνει την κληρονομική του μερίδα και όχι μόνο το ποσό του
επιμεριστικού φόρου.
Συνεπώς, αν παρασχεθεί η κατά νόμο ασφάλεια για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, επιτρέπεται η ανάληψη με μόνη την καταβολή του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου.
Επισημαίνεται ότι η παροχή ασφάλειας, από μόνη της και χωρίς την καταβολή του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου, δεν νομιμοποιεί την ανάληψη ή τη μεταβίβαση των κληρονομιαίων αντικειμένων.
Σε κάθε άλλη περίπτωση (πλην την ανάληψη κινητών κ.λπ.) που οφείλεται φόρος, ο οποίος αναλογεί στην αξία των κληρονομιαίων μετρητών και γενικά κινητών πραγμάτων, προκειμένου να καταβληθεί ο φόρος σε δόσεις και εφόσον δεν διασφαλίζεται, κατά την κρίση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ, η πληρωμή του φόρου από την υπόλοιπη κληρονομιαία περιουσία που απομένει στην κυριότητα του κληρονόμου, η ασφάλεια παρέχεται με την υποβολή της δήλωσης. Αν αυτό δεν συμβεί, ολόκληρος ο φόρος που αναλογεί πρέπει να καταβληθεί εφάπαξ και στη φορολογική δήλωση γίνεται σχετική μνεία για την καταβολή του και τη μη παροχή ασφάλειας.

5. Η ιδιαιτερότητα της φορολογίας κληρονομιών, σε συνάρτηση με την αδυναμία του υπόχρεου, λόγω του μεγέθους του οφειλόμενου φόρου, να τον καταβάλει εφάπαξ, οδήγησε στην ανάγκη να θεσπιστεί η δυνατότητα καταβολής του φόρου σε δόσεις. Η ευχέρεια αυτή καταβολής του φόρου σε δόσεις, κατά την παρ. 1 του ίδιου
άρθρου, παρέχεται με την αναγκαία προϋπόθεση ότι τα κληρονομιαία ακίνητα θα εξακολουθήσουν να παραμένουν, ως εγγύηση για το Δημόσιο, στην κυριότητα του υπόχρεου κληρονόμου - κληροδόχου.
Προκειμένου αυτό να μεταβιβασθεί ή βαρυνθεί με εμπράγματα δικαιώματα, καθίσταται απαιτητό ολόκληρο το ποσό του φόρου, που επιμεριστικά αναλογεί σ' αυτό και καταβάλλεται πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού, για το οποίο ορίζει το άρθρο 112 του Ν.Δ.118/1973.
Κατ' εξαίρεση, για διευκόλυνση των φορολογούμενων και γενικότερα των συναλλαγών, στις περιπτώσεις που, λόγω μεταβίβασης κληρονομιαίων ακινήτων, γίνεται απαιτητός ο φόρος που επιμεριστικά αναλογεί στην αξία αυτών, που είτε είναι εκείνη που δηλώθηκε, είτε η οριστική και ο υπόχρεος αδυνατεί να τον καταβάλει, παρέχεται η δυνατότητα της χορήγησης του πιστοποιητικού και πριν την καταβολή του φόρου, με τη ρητή εντολή ο φόρος να παρακρατηθεί από το συμβολαιογράφο, κατά τη σύνταξη του μεταβιβαστικού συμβολαίου και ν' αποδοθεί
απ' αυτόν στη ΔΟΥ, το αργότερο μέσα σε τρεις ημέρες από τη σύνταξη του οικείου συμβολαίου.
Προκειμένου για απόδοση καταθέσεων της παρ. 3 του άρθρου αυτού, η παρακράτηση και η απόδοση του φόρου μπορεί να γίνει με επιμέλεια των προσώπων αυτών, μέχρι την επομένη της απόδοσης των καταθέσεων.
Η πίστωση του καταβαλλομένου αυτού φόρου θα γίνεται σε εξόφληση των πρώτων δόσεων από τις ανεξόφλητες κατά την καταβολή, είτε αυτές είναι ληξιπρόθεσμες, είτε όχι, χωρίς να γίνεται επιμερισμός του φόρου αυτού σε όλες τις δόσεις του ποσού που έχει βεβαιωθεί.

Παράγραφος 6
Χορήγηση πρακτικού συμβιβασμού

Με την παρ. 6 του άρθρου αυτού του κοινοποιούμενου νόμου, προστίθεται παρ. 7 στο άρθρο 80 του Ν.Δ.118/1973, που έχει ως εξής: "Αντίγραφο του πρακτικού της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς παραδίδεται στον υπόχρεο, το οποίο επέχει και θέση ατομικής ειδοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του
Ν.Δ.356/1974 (ΚΕΔΕ)".
Η διάταξη αυτή έχει στόχο τη μείωση της απασχόλησης του αρμόδιου γραφείου για την έκδοση και αποστολή ατομικών ειδοποιήσεων προς τους φορολογούμενους. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από την πρώτη του μεθεπόμενου, από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μήνα, δηλαδή από τις
1.12.1998 και έχει εφαρμογή σε όλες τις υποθέσεις, ανεξάρτητα από το χρόνο γένεσης της φορολογίας και για τις οποίες η βεβαίωση του οικείου φόρου γίνεται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου.

Β. Φορολογία Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας

Αρθρο 28
Παράγραφος 2

Αναπροσαρμογή ποσοστού βεβαίωσης του αμφισβητούμενου με την πράξη Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας (ΦΜΑΠ)
Σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του Ν.2459/1997, το ποσοστό βεβαίωσης του αμφισβητούμενου με την πράξη φόρου, σε περίπτωση άσκησης από το φορολογούμενο εμπρόθεσμης προσφυγής, ορίζεται σε 20%. Ηδη, με την παρ. 2 του άρθρου 28 του κοινοποιούμενου νόμου, αντικαθίσταται η πιο πάνω διάταξη και το ανωτέρω ποσοστό βεβαίωσης ορίζεται σε 25%. Ειδικότερα, σε περίπτωση που ασκηθεί από το φορολογούμενο εμπρόθεσμη προσφυγή κατά πράξης επιβολής ΦΜΑΠ, βεβαιώνεται αμέσως από τον αρμόδιο Προϊστάμενο ΔΟΥ το 25% του αμφισβητούμενου με την πράξη φόρου (κυρίου και πρόσθετου). Η ισχύς της ανωτέρω διάταξης έχει εφαρμογή από την πρώτη του μεθεπόμενου, από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μήνα, δηλαδή από τις 1.12.1998. Συνεπώς, στις περιπτώσεις που ο φορολογούμενος ασκήσει εμπρόθεσμα προσφυγή κατά πράξης επιβολής ΦΜΑΠ, από την ανωτέρω ημερομηνία και μεταγενέστερα, ανεξάρτητα από το χρόνο γένεσης της φορολογικής του υποχρέωσης, θα βεβαιώνεται από τον αρμόδιο Προϊστάμενο ΔΟΥ ποσοστό 25% του αμφισβητούμενου κυρίου και πρόσθετου φόρου.

Γ. Φορολογία μεταβίβασης ακινήτων

Αρθρο 30

Παράγραφος 7
Αναπροσαρμογή των δόσεων καταβολής φόρου μεταβίβασης ακινήτων

Με την παρ. 7 του άρθρου 30 του κοινοποιούμενου νόμου, αναπροσαρμόζεται το σύνολο των δόσεων του φόρου μεταβίβασης ακινήτων και ορίζεται ο τρόπος καταβολής τους, που βεβαιώνεται: α) Με βάση φύλλο ελέγχου που έγινε οριστικό, λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, β) μετά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και γ) με βάση απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου. Ειδικότερα, με την ανωτέρω διάταξη, ορίζονται τα ακόλουθα:
Φόρος που βεβαιώνεται κατά τη διάρκεια του οικείου οικονομικού έτους ή σε χρόνο μεταγενέστερο από τη λήξη του:

α) Με βάση φύλλο ελέγχου που έγινε οριστικό, λόγω μη άσκησης εμπρόθεσμης προσφυγής ή άσκησης εκπρόθεσμης προσφυγής, καταβάλλεται σε έξι ίσες μηνιαίες δόσεις. Κάθε δόση δεν θα πρέπει να είναι μικρότερη των 100.000 δρχ., με εξαίρεση την τελευταία, η οποία μπορεί να είναι και κάτω των 100.000 δρχ. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα και οι υπόλοιπες μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ημέρα των μηνών που ακολουθούν.

β) Μετά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και την καταβολή του 1/5 του προκύπτοντος φόρου, το υπόλοιπο ποσό (του φόρου) καταβάλλεται σε έξι ίσες μηνιαίες δόσεις. Κάθε δόση δεν θα πρέπει να είναι μικρότερη των 100.000 δρχ., εκτός από την τελευταία. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου μήνα από την υπογραφή του πρακτικού και οι υπόλοιπες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ημέρα των μηνών που ακολουθούν.
Σε περίπτωση που, μέσα στην προθεσμία καταβολής του 1/5, ο υπόχρεος καταβάλλει το συνολικό ποσό του φόρου που προέκυψε με τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, παρέχεται σ' αυτόν έκπτωση ποσοστού 5%.

γ) Με βάση απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου, καταβάλλεται σε δύο ίσες μηνιαίες δόσεις, με τον περιορισμό ότι το συνολικό ποσό του φόρου δεν είναι μικρότερο των 100.000 δρχ.
Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα και η δεύτερη δόση την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα.
Η ισχύς της ανωτέρω διάταξης έχει εφαρμογή από την πρώτη του μεθεπόμενου, από τη δημοσίευση του Νομοσχεδίου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μήνα, δηλαδή από τις 1.12.1998.

Αρθρο 48
Εναρξη ισχύος

Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 48 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων 28, 29 και 30 σε θέματα φορολογίας κεφαλαίου, αρχίζει από την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 1.12.1998.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο