Σχόλια

Όπως τροποποιήθηκε με την ΠΟΛ.1188/1.8.2014 και την ΠΟΛ.1089/22.6.2016.

Δημοσιεύθηκε στις : [ 10-12-2013 ]

ΠΟΛ.1259/5.12.2013 Διαδικασία διάκρισης ληξιπροθέσμων οφειλών προς το Δημόσιο σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης − Εκχώρηση αρμοδιοτήτων Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και καθορισμός αρμοδίων οργάνων

(Διαδικασία διάκρισης ληξιπροθέσμων οφειλών προς το Δημόσιο σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης − Εκχώρηση αρμοδιοτήτων Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και καθορισμός αρμοδίων οργάνων)

Κατηγορία: Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων - Ρυθμίσεις οφειλών

ΠΟΛ 1259/2013

(ΦΕΚ Β' 3119/09-12-2013)

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις της υποπαραγράφου Α.3 της παραγράφου A του πρώτου άρθρου του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ 107 Α), σύμφωνα με τις οποίες αντικαθίσταται το άρθρο 82 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και αναθεωρείται η ειδική διαδικασία χαρακτηρισμού οφειλών προς το Δημόσιο και των συμβεβαιωμένων οφειλών προς τρίτους ως εισπράξιμων ή ανεπίδεκτων είσπραξης και ειδικότερα:

α) της παραγράφου 2, με την οποία ανατίθεται στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων η αποφασιστική αρμοδιότητα της διάκρισης των ληξιπροθέσμων οφειλών σε εισπράξιμες ή ανεπίδεκτες είσπραξης, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας για την αναγκαστική είσπραξη της οφειλής φορολογικής ή τελωνειακής υπηρεσίας ή του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης και με τη σύμφωνη γνώμη της Διεύθυνσης Πολιτικής Εισπράξεων ή της Διεύθυνσης Τελωνειακών Διαδικασιών ή του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά περίπτωση,

β) των παραγράφων 1 έως 4, με τις οποίες προβλέπονται ρητά τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης, η τηρητέα διαδικασία, οι συνέπειες της καταχώρισης των οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης, καθώς και η δυνατότητα επαναχαρακτηρισμού αυτών σε εισπράξιμες υπό προϋποθέσεις,

γ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5, με το οποίο εξουσιοδοτείται ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, με απόφασή του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να εκχωρεί τις αρμοδιότητές του για την έκδοση απόφασης και να ορίζει άλλα όργανα για την υποβολή της σύμφωνης γνώμης της περίπτωσης (α) της παραγράφου 2, να ορίζει τον ειδικότερο τρόπο και τη διαδικασία της καταχώρισης των οφειλών στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης, να ορίζει κάθε σχετικό θέμα με τη διαχείριση και την παρακολούθηση αυτών καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

2. Την υποπαράγραφο Ε.2 της παραγράφου Ε΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222) «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016. Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Πολιτικής 2013−2016» και ειδικότερα την περ. 2 και την υποπερίπτωση β΄ της περίπτωσης 4 αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 4141/2013 (Α΄ 81) «Επενδυτικά εργαλεία ανάπτυξης, παροχή πιστώσεων και άλλες διατάξεις» και συμπληρώθηκε με την υποπαράγραφο Β.1. της παραγράφου Β΄ του ν. 4152/2013 (Α΄ 107) «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής των νόμων 4046/2012, 4093/2012 και 4127/2013» και ισχύει.

3. Τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α) περί Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύει σήμερα.

4. Τις διατάξεις του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α) περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις, όπως ισχύουν.

5. Τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α) περί Αποδεικτικού Ενημερότητας για χρέη και φορολογικές υποχρεώσεις προς το Δημόσιο.

6. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Κριτήρια και προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης

1. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και οι συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης εφόσον συντρέχουν σωρευτικά τα ακόλουθα:
α) έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες με βάση τα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα της φορολογικής διοίκησης και από τις έρευνες αυτές δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων, ή διαπιστώθηκε η καθ' οιονδήποτε τρόπο εκποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων που δεν υπόκεινται σε ακύρωση ή σε διάρρηξη κατά τα άρθρα 939 και επόμενα του Αστικού Κώδικα και ειδικότερα διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών, ακινήτων ή απαιτήσεων κατά των ανωτέρω ευθυνόμενων προσώπων με επίσπευση του Δημοσίου ή τρίτων ή από τον εκκαθαριστή στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης και η παύση των εργασιών της πτώχευσης, εφόσον έχει λάβει χώρα κήρυξη των ευθυνόμενων προσώπων σε πτώχευση, η οποία δεν έχει περατωθεί,
β) έχει υποβληθεί αίτηση ποινικής δίωξης κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 (Α' 43), όπως ισχύει, σε όσες περιπτώσεις συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ή δεν είναι δυνατή η υποβολή αυτής,
γ) έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος από ειδικά οριζόμενο ελεγκτή της αρμόδιας υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης, ο οποίος πιστοποιεί, με βάση ειδικά αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων περιπτώσεων και ότι είναι αντικειμενικά αδύνατη η είσπραξη των οφειλών από τον οφειλέτη και τα συνυπόχρεα πρόσωπα.

2. Για εταιρείες του τελούν υπό κρατικό έλεγχο ή στις οποίες ασκείται κρατική εποπτεία και οι οποίες τελούν υπό εκκαθάριση ή πτώχευση απαιτείται η αναγγελία του Δημοσίου στις διαδικασίες αυτές και η συνδρομή των περιπτώσεων β) και γ) της προηγούμενης παραγράφου.

3. Για οφειλές που αφορούν κοινότητες ομογενειακών οργανώσεων που έχουν στην κυριότητα τους ελληνικά σχολεία στην αλλοδαπή απαιτείται η συνδρομή της ως άνω περίπτωσης γ).

(Το άρθρο 1, τέθηκε όπως αντικαταστάθηκε με την ΠΟΛ.1089/22.6.2016)

Πριν την αντικατάστασή του είχε ως εξής:

"Άρθρο 1
Κριτήρια και προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό 
οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης
1. Για τον χαρακτηρισμό των ληξιπροθέσμων οφειλών 
προς το Δημόσιο και συμβεβαιωμένων οφειλών προς 
τρίτους ως ανεπίδεκτων είσπραξης πρέπει αποδεδειγ
μένα να έχουν εξαντληθεί σωρευτικά όλες οι ενέργειες 
για τον εντοπισμό πηγών αποπληρωμής και αναγκα
στικής είσπραξης, χωρίς να έχει επιτευχθεί η πλήρης 
εξόφληση των οφειλών ήτοι:
α) να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι απαιτούμενες ενέρ
γειες για τον εντοπισμό πάσης φύσεως περιουσιακών 
στοιχείων (κινητών, ακινήτων, απαιτήσεων στα χέρια 
τρίτων ή τυχόν άλλης πηγής εσόδων),
β) να έχει ολοκληρωθεί η αναγκαστική εκτέλεση επί 
των υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων και να έχει 
εισπραχθεί το προϊόν της εκποίησης των πάσης φύσεως 
περιουσιακών στοιχείων και προσόδων του οφειλέτη,
γ) να μην υπόκειται σε ακύρωση ή σε διάρρηξη κατά 
τα άρθρα 939 επ. Α.Κ. η καθ’ οιονδήποτε τρόπο εκποίηση 
των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη,
δ) σε περίπτωση που έχει λάβει χώρα κήρυξη του 
οφειλέτη σε πτώχευση, να έχει περατωθεί αυτή ή να 
έχει κηρυχθεί η παύση των εργασιών της,
ε) σε περίπτωση εκκαθάρισης επιχείρησης ή περι
ουσίας λόγω λύσης του φορέα της, υπαγωγής σε δια
δικασία ειδικής εκκαθάρισης, δικαστικής εκκαθάρισης 
κληρονομίας ή για άλλο λόγο, να έχει περατωθεί αυτή,
στ) να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι ανωτέρω (υπό στοι
χεία α έως ε) προβλεπόμενες ενέργειες και ως προς 
τυχόν πρόσωπα που είναι συνυπόχρεα με τον πρωτο
φειλέτη για την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο,
ζ) να έχει υποβληθεί εμπεριστατωμένη έκθεση ελέγ
χου από ειδικά οριζόμενο για το σκοπό αυτό ελεγκτή, ο 
οποίος πιστοποιεί ότι συντρέχουν οι ανωτέρω προϋπο
θέσεις και ότι δεν υφίσταται άλλη πηγή αποπληρωμής 
της οφειλής από τον οφειλέτη και τα τυχόν συνυπόχρεα 
με αυτόν πρόσωπα, μετά από έρευνα στα δεδομένα των 
φορολογικών δηλώσεων, των πράξεων προσδιορισμού 
αποτελεσμάτων, σε περίπτωση που έχει διενεργηθεί 
τακτικός φορολογικός έλεγχος και των πιθανών ευ
ρημάτων αυτού καθώς και σε κάθε στοιχείο του φα
κέλου, όπως δηλώσεις μητρώου, δηλώσεις στοιχείων 
ακινήτων Ε9, δηλώσεις μισθωμάτων Ε2, ισολογισμούς, 
έντυπα πληροφοριών για περιουσιακά στοιχεία φυσικών 
και νομικών προσώπων, όπως αυτά κάθε φορά ισχύουν, 
από τα οποία μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε πηγή 
αποπληρωμής του χρέους, εφόσον υφίστανται. Ειδικά 
για τις οφειλές στα Tελωνεία ο οριζόμενος ελεγκτής 
θα απευθύνεται στην αρμόδια φορολογική αρχή για τη 
λήψη των ανωτέρω απαιτούμενων στοιχείων
η) εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την κίνηση 
της ποινικής διαδικασίας, να έχει υποβληθεί αίτηση ποι
νικής δίωξης, όταν πρόκειται για συνολική βασική οφειλή 
άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ κατά τις διατάξεις 
του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α), όπως ισχύει 
σήμερα, εκτός εάν δεν είναι δυνατή η υποβολή της.
2. α) Προκειμένου για εταιρίες που τελούν υπό κρατικό 
έλεγχο ή στις οποίες ασκείται κρατική εποπτεία και οι 
οποίες τελούν υπό εκκαθάριση ή πτώχευση απαιτείται 
η αναγγελία του Δημοσίου στις ανωτέρω διαδικασίες 
εκκαθάρισης ή πτώχευσης και η συνδρομή των περι
πτώσεων (ζ) και (η).
β) Προκειμένου για οφειλές που αφορούν κοινότητες 
ομογενειακών οργανώσεων που έχουν στην κυριότητά 
τους ελληνικά σχολεία στην αλλοδαπή απαιτείται η 
συνδρομή της περίπτωσης (ζ).
3. Για τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋπο
θέσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι 
αρμόδιες για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής 
φορολογικές ή τελωνειακές αρχές προβαίνουν σε όλες 
τις ενδεδειγμένες ενέργειες και ιδίως στις ακόλουθες:
α) διερεύνηση δυνατότητας λήψης όλων των μέτρων 
(ασφαλιστικών, διοικητικών, αναγκαστικών, δικαστικών) 
σε βάρος του οφειλέτη και των συνυποχρέων προσώ
πων,
β) εκτεταμένη έρευνα για τον εντοπισμό κάθε κινητής 
ή ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη − ιδίως των δη
λώσεων φορολογίας εισοδήματος και δηλώσεων στοι
χείων ακινήτων μετά από έλεγχο και στο ηλεκτρονικό 
Περιουσιολόγιο − και λήψη αντιγράφου μερίδας αυτού 
τουλάχιστον από τα υποθηκοφυλακεία και τα κτηματο
λογικά γραφεία του τόπου κατοικίας, επαγγελματικής 
δραστηριότητας και του τόπου καταγωγής,
γ) έλεγχο αν έχουν γίνει μεταβιβάσεις περιουσιακών 
στοιχείων οι οποίες υπόκεινται σε διάρρηξη λόγω κα
ταδολίευσης,
δ) έρευνα για τον εντοπισμό χρηματικών απαιτήσε
ων (π.χ. ενοικίων, μισθών, συντάξεων, απαιτήσεων στις 
τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα), στοιχείων για 
μεταφορά εμβασμάτων στο εξωτερικό κ.λπ.,
ε) σε περίπτωση που έχει λάβει χώρα κήρυξη του 
οφειλέτη σε πτώχευση:
(i) αναζήτηση και λήψη πιστοποιητικού αρμόδιου πτω
χευτικού δικαστηρίου με το οποίο βεβαιώνεται η παύση 
των εργασιών της πτώχευσης ή η περάτωση αυτής ή
(ii) πιστοποίηση στην έκθεση ελέγχου της περίπτω
σης (ζ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου της 
καταχώρισης των ανωτέρω πράξεων στη μερίδα του 
οφειλέτη που τηρείται στο ως άνω δικαστήριο ή της 
τυχόν αυτοδίκαιης περάτωσης της πτώχευσης, κατόπιν 
σχετικού ελέγχου από τον αρμόδιο ελεγκτή.
στ) σε περίπτωση εκκαθάρισης επιχείρησης ή πε
ριουσίας λόγω λύσης του φορέα της, υπαγωγής σε 
διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης ή για άλλο λόγο, ανα
ζήτηση και λήψη από τον εκκαθαριστή βεβαίωσης ότι
έχουν περατωθεί οι ενέργειες της εκκαθάρισης. Σε πε
ρίπτωση ειδικής εκκαθάρισης επιχείρησης απαιτείται 
επιπροσθέτως έκθεση λογοδοσίας του εκκαθαριστή.
Σε περίπτωση δικαστικής εκκαθάρισης κληρονομίας 
απαιτείται πιστοποιητικό αρμόδιου δικαστηρίου με το 
οποίο βεβαιώνεται η παύση της εκκαθάρισης.
Τα πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις των περιπτώσεων (ε) 
και (στ) δεν υποκαθιστούν τις ενδεικτικά αναφερόμε
νες στο παρόν άρθρο λοιπές νόμιμες ενέργειες, που 
επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση να διενεργούνται ως 
προς τη διαπίστωση ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων 
του οφειλέτη από τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες
ζ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που τυχόν έχει υποδει
χθεί με έκθεση του αρμόδιου οικονομικού επιθεωρητή."

Άρθρο 1Α
Έκθεση Ελέγχου

1. Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 1 της παρούσας απόφασης για το χαρακτηρισμό οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης πιστοποιείται με ειδικά αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου. Η έκθεση ελέγχου υποβάλλεται από ειδικά οριζόμενο ελεγκτή, ο οποίος υπηρετεί στην αρμόδια για την εισήγηση φορολογική ή τελωνειακή αρχή και επιλέγεται από τον Προϊστάμενο αυτής. Για τη διαπίστωση της αντικειμενικής αδυναμίας είσπραξης του οφειλέτη με την έκθεση ελέγχου πιστοποιείται ότι:
α) λήφθηκαν όλα τα προβλεπόμενα ασφαλιστικά, διοικητικά, δικαστικά και αναγκαστικά μέτρα σε βάρος του οφειλέτη,
β) διενεργήθηκε εκτεταμένη έρευνα για τον εντοπισμό κάθε κινητής ή ακίνητης περιουσίας και λήφθηκε αντίγραφο της μερίδας του οφειλέτη τουλάχιστον από τα υποθηκοφυλακεία και τα κτηματολογικά γραφεία του τόπου κατοικίας, επαγγελματικής δραστηριότητας και του τόπου καταγωγής,
γ) διερευνήθηκε και διαπιστώθηκε ότι δεν υπόκεινται σε διάρρηξη, λόγω καταδολίευσης, μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη,
δ) ολοκληρώθηκε η έρευνα για τον εντοπισμό χρηματικών απαιτήσεων, όπως μισθωμάτων, μισθών, συντάξεων, απαιτήσεων στις τράπεζες και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, τη μεταφορά χρημάτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη στο εξωτερικό και την απόληψη τόκων από το εξωτερικό και, στην περίπτωση πληροφοριών για πηγές αποπληρωμής της οφειλής στην αλλοδαπή, ότι υποβλήθηκε τουλάχιστον η αίτηση του άρθρου 298 του Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α' 86, άρθρο 5 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Μαρτίου 2010) ή και άλλη συναφής αίτηση, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα σε σύμβαση για την αποφυγή διπλής φορολογίας ή σε άλλη διακρατική σύμβαση, εφόσον στην Οδηγία ή στις συμβάσεις αυτές προβλέπεται η παροχή, από αλλοδαπή αρχή, αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής στην είσπραξη,
ε) διερευνήθηκε κάθε στοιχείο που περιλαμβάνεται στα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα στη Φορολογική Διοίκηση και στο φυσικό φάκελο του οφειλέτη, όπως φορολογικές δηλώσεις, δηλώσεις μητρώου, ισολογισμοί και λοιπές χρηματοοικονομικές καταστάσεις, έντυπα πληροφοριών για περιουσιακά στοιχεία. Ειδικά για τις οφειλές στα Τελωνεία ο οριζόμενος ελεγκτής θα απευθύνεται στην αρμόδια Φορολογική Αρχή για τη λήψη των ανωτέρω απαιτούμενων στοιχείων.
στ) Σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη, έχει κηρυχθεί η παύση των εργασιών της πτώχευσης ή έχει επέλθει περάτωση αυτής, τα οποία διαπιστώνονται με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως κοινοποίηση δικαστικής απόφασης και έλεγχος τελεσιδικίας αυτής, όταν απαιτείται από το νόμο, λήψη πιστοποιητικού από το αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο σχετικά με την πορεία της πτώχευσης ή έρευνα στη μερίδα του οφειλέτη που τηρείται στο ανωτέρω δικαστήριο,
ζ) όλες οι έρευνες, ενέργειες και μέτρα που προβλέπονται στις περιπτώσεις α) έως στ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου έχουν ολοκληρωθεί ή ληφθεί και κατά των συνυποχρεων προσώπων και δεν προέκυψε τόσο για αυτούς, όσο και για τον οφειλέτη, δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους.

(Το άρθρο 1Α, τέθηκε όπως προστέθηκε με την ΠΟΛ.1089/22.6.2016)

Άρθρο 2
Διαδικασία διάκρισης ληξιπροθέσμων οφειλών σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης

1.Η διαδικασία για τη διάκριση των ληξιπροθέσμων οφειλών προς το Δημόσιο σε εισπράξιμες και ανεπίδεκτες είσπραξης άρχεται με την υποβολή τεκμηριωμένης εισήγησης για τον χαρακτηρισμό οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης από το αρμόδιο προς τούτο όργανο προς την υπηρεσία ή το όργανο που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση γνώμης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 της παρούσας. Για τις εισηγήσεις του παρόντος τηρείται ηλεκτρονικό αρχείο.

Η εισήγηση πρέπει υποχρεωτικά:

α) να περιέχει την αιτιολογημένη άποψη αυτού,

β) να συνοδεύεται από τα απαραίτητα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι έχουν εξαντληθεί όλες οι ενέργειες (όπως αναφέρονται στα άρθρα 1 και ΙΑ της παρούσας απόφασης) για την είσπραξη της οφειλής, προκειμένου αυτή να χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτη είσπραξης και

(Οι εντός παρενθέσεως λέξεις της περίπτωσης β' τέθηκαν όπως αντικαταστάθηκαν με την ΠΟΛ.1089/22.6.2016)

Πριν την αντικατάστασή τους είχαν ως εξής:

"όπως αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 της παρούσας"


γ) να περιλαμβάνει την αιτιολογημένη γνώμη του αρμόδιου οικονομικού επιθεωρητή, εφόσον πρόκειται για συνολική βασική οφειλή άνω των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ και έως ενάμισυ εκατομμύριο (1.500.000) ευρώ.

(Η περίπτωση γ' απαλείφεται με την ΠΟΛ.1188/1.8.2014)

2. Ο έλεγχος, η επαλήθευση και η διαπίστωση της πληρότητας της υποβληθείσας εισήγησης, καθώς και των συνημμένων παραστατικών, διενεργείται από το αρμόδιο γνωμοδοτικό όργανο, το οποίο δύναται να ζητά συμπληρωματικά στοιχεία από τον εισηγητή, άλλη υπηρεσία ή τρίτο, τα οποία πρέπει να αποστέλλονται άμεσα, ή να επιστρέφει το φάκελο με τα συνημμένα στοιχεία στις περιπτώσεις που εντοπίζονται κενά στην πρόταση, προκειμένου να συμπληρωθεί ο φάκελος.

3. Το αρμόδιο γνωμοδοτικό όργανο αξιολογεί τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και τα τυχόν πρόσθετα συμπληρωματικά στοιχεία και διατυπώνει θετική ή αρνητική γνώμη για την καταχώριση της οφειλής στο ειδικό βιβλίο ανεπίδεκτων είσπραξης, λαμβάνοντας υπόψη και την εισήγηση. Η διαδικασία του χαρακτηρισμού οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης ολοκληρώνεται με την έκδοση απόφασης από το αποφασίζον κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 της παρούσας όργανο με σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου γνωμοδοτικού οργάνου.

4. Η καταχώριση της απόφασης στο βιβλίο ανεπίδεκτων είσπραξης του άρθρου 3 της παρούσας, γίνεται από την υπηρεσία που είναι  αρμόδια για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής κατά περίπτωση.

Άρθρο 3
Ειδικό βιβλίο ανεπίδεκτων είσπραξης

1. Ως «ειδικό βιβλίο ανεπίδεκτων είσπραξης» ορίζεται το βιβλίο όπου περιλαμβάνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο, καθώς και συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους, που έχουν βεβαιωθεί κατά τις κείμενες διατάξεις και χαρακτηρίζονται από το αρμόδιο όργανο ως ανεπίδεκτες είσπραξης. Το βιβλίο αυτό τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή στο δικαστικό τμήμα της υπηρεσίας που είναι αρμόδια για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής, με δυνατότητα ανάκτησης και εκτύπωσης των καταχωρισθέντων στοιχείων, και ενημερώνεται κατά περίπτωση από τον αρμόδιο υπάλληλο.

2. Στο «ειδικό βιβλίο ανεπίδεκτων είσπραξης» περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία:

α) ο Α.Φ.Μ. και το ονοματεπώνυμο ή επωνυμία του υποχρέου και των συνυποχρέων με αυτόν προσώπων.

Ειδικότερα, για την περίπτωση των συνυποχρέων, πρέπει επιπροσθέτως να περιλαμβάνεται ποσό ή ποσοστό συνυποχρέωσης επί μέρους ή του συνόλου της οφειλής,

β) τα στοιχεία βεβαίωσης της οφειλής,

γ) το συνολικό ποσό οφειλής που χαρακτηρίζεται ως ανεπίδεκτο είσπραξης ανά ΑΦΜ,

δ) ο αριθμός και η ημερομηνία της απόφασης του αρμοδίου οργάνου,

ε) ο αριθμός πρωτοκόλλου και ημερομηνία του εισερχομένου στην υπηρεσία ενημερωτικού εγγράφου,

στ) ο αριθμός και η ημερομηνία καταχώρισης της οφειλής στο ειδικό βιβλίο ανεπίδεκτων είσπραξης.

3. Στις καταστάσεις ληξιπροθέσμων και στις λοιπές εκτυπώσεις, όπου απαιτείται, εμφανίζεται διακριτά το ποσό των ανεπίδεκτων προς είσπραξη οφειλών και ανά οφειλέτη.

Άρθρο 4
Συνέπειες χαρακτηρισμού οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης

1. Από την ημερομηνία καταχώρισης της οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο έγινε η καταχώριση, επέρχονται οι ακόλουθες έννομες συνέπειες:

α) αναστέλλεται αυτοδίκαια η παραγραφή της οφειλής,

β) δεν χορηγείται στον οφειλέτη και σε όλα τα συνυπόχρεα πρόσωπα αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για οποιαδήποτε αιτία.

Εφόσον πρόκειται για είσπραξη χρημάτων που θα διατεθούν για την ικανοποίηση του Δημοσίου ή για εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, το προϊόν των οποίων θα διατεθεί για τον ίδιο σκοπό, χορηγείται βεβαίωση οφειλής.

γ) δεν χορηγείται στον οφειλέτη και σε όλα τα συνυπόχρεα πρόσωπα άλλο προβλεπόμενο από το νόμο πιστοποιητικό για μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, εκτός αν πρόκειται για εκποίηση περιουσιακών στοιχείων, το προϊόν των οποίων θα διατεθεί για τον ίδιο σκοπό.

Οι αρμόδιες κατά τη χορήγηση των ανωτέρω πιστοποιητικών υπηρεσίες πρέπει να εξετάζουν αν η οφειλή έχει καταχωρισθεί στο ειδικό βιβλίο ανεπίδεκτων είσπραξης.

δ) δεσμεύονται στο σύνολο τους οι τραπεζικοί και επενδυτικοί λογαριασμοί και το περιεχόμενο των θυρίδων σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα των παραπάνω προσώπων κατ' ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 46 του Ν. 4174/2013.

(Η περίπτωση δ', τέθηκε όπως αντικαταστάθηκε με την ΠΟΛ.1089/22.6.2016)

Πριν την αντικατάστασή της είχε ως εξής:

"δ) δεσμεύονται στο σύνολό τους οι τραπεζικοί και επενδυτικοί λογαριασμοί των παραπάνω προσώπων κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 14 του ν. 2523/1997."


Για την εφαρμογή των δεσμεύσεων αυτών, η υπηρεσία που είναι αρμόδια για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής ενημερώνει αμέσως με έγγραφη ενέργειά της στην οποία αναφέρονται και οι έννομες συνέπειες που επέρχονται λόγω του χαρακτηρισμού των οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Ακαδημίας 40 – ΤΚ 106 72 Αθήνα – FAX: 210 3633047 ή 210 3630110), καθώς και την Τράπεζα της Ελλάδος (Δ/νση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος – Τομέας Πρόληψης Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομη Δραστηριότητα – Αμερικής 3 – Τ.Κ. 102 50 Αθήνα – Ηλ/νκη δ/νση: [email protected]), προκειμένου να ενημερωθούν εκ μέρους της τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα. Οι ανωτέρω υπηρεσίες και φορείς από της ενημερώσεώς τους ενεργούν αμέσως, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση, για την εφαρμογή των δεσμεύσεων με την υποχρέωση να ενημερώσουν σχετικά την υπηρεσία που είναι αρμόδια για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής.

Η ως άνω έγγραφη ενέργεια κοινοποιείται στον οφειλέτη και τα συνυπόχρεα πρόσωπα.

2. Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα λήψης όλων των προβλεπόμενων από τις κείμενες διατάξεις αναγκαστικών ή μη μέτρων, διενέργειας συμψηφισμού κ.λπ. σε περίπτωση διαπίστωσης ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων και μετά την καταχώριση της οφειλής στο ειδικό βιβλίο ανεπίδεκτων είσπραξης. 

Άρθρο 4Α
Διαδικασία δέσμευσης και λοιπά θέματα

1. Οι δεσμεύσεις της περίπτωσης δ) του άρθρου 4 της παρούσας απόφασης αφορούν στο σύνολο (εκατό τοις εκατό και ανεξαρτήτως του χρόνου σύναψης της σύμβασης) των καταθέσεων, των πάσης φύσεως λογαριασμών και παρακαταθηκών και του περιεχομένου των θυρίδων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων και μέχρι του ύψους των οφειλών προς το Δημόσιο και των συμβεβαιωμένων οφειλών προς τρίτους.

2. Για την εφαρμογή των δεσμεύσεων αυτών, ο αρμόδιος, κατά περίπτωση, για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ./Ελεγκτικού Κέντρου/ Τελωνείου ή ο Προϊστάμενος της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, ενημερώνει άμεσα με έγγραφη ενέργεια του, στην οποία αναφέρονται οι έννομες συνέπειες που επέρχονται λόγω του χαρακτηρισμού της οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Ακαδημίας 40 -Τ.Κ. 106 72 Αθήνα) και την Τράπεζα της Ελλάδος (Δ/νση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος - Τομέας Πρόληψης Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομη Δραστηριότητα - Αμερικής 3 - ΤΚ. 102 50 Αθήνα), προκειμένου να ενημερωθούν εκ μέρους της τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα. Οι ανωτέρω υπηρεσίες και φορείς από της ενημερώσεως τους ενεργούν αμέσως, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση, για την εφαρμογή των δεσμεύσεων με την υποχρέωση να ενημερώσουν εγγράφως την υπηρεσία που είναι αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής, άμεσα σε περίπτωση εντοπισμού περιουσιακών στοιχείων ή εντός τριμήνου σε κάθε άλλη περίπτωση. Η ως άνω έγγραφη ενέργεια, του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ./ Ελεγκτικού Κέντρου/Τελωνείου ή της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, κοινοποιείται στον οφειλέτη και τα συνυπόχρεα πρόσωπα.

3. Η δέσμευση αίρεται, με έγγραφη ενέργεια του αρμόδιου, κατά περίπτωση, για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ./Ελεγκτικού Κέντρου/Τελωνείου ή του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, με τον επαναχαρακτηρισμό της οφειλής ως εισπράξιμης ή την καθ' οιονδήποτε τρόπο ακύρωση ή ανάκληση της απόφασης χαρακτηρισμού της οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης ή την εξόφληση των οφειλών ή για άλλο νόμιμο λόγο.

4. Η δέσμευση της περίπτωσης δ) του άρθρου 4 της παρούσας απόφασης δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις ακατάσχετων σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

(Το άρθρο 4Α, τέθηκε όπως προστέθηκε με την ΠΟΛ.1089/22.6.2016)

Άρθρο 5
Επαναχαρακτηρισμός ως εισπράξιμων των καταχωρισθεισών ως ανεπίδεκτων είσπραξης οφειλών

1. Οφειλή που έχει καταχωρισθεί κατά το άρθρο 2 της παρούσας στο ειδικό βιβλίο ανεπίδεκτων είσπραξης διαγράφεται από το βιβλίο αυτό και επαναχαρακτηρίζεται ως εισπράξιμη, εάν πριν από την παραγραφή της διαπιστωθεί ότι υπάρχει ή αποκτήθηκε από τον οφειλέτη ή συνυπόχρεο πρόσωπο περιουσιακό στοιχείο που καθιστά δυνατή τη μερική ή ολική εξόφληση της οφειλής.

2. Η διαδικασία για τον επαναχαρακτηρισμό ως εισπράξιμων των καταχωρισθεισών ως ανεπίδεκτων είσπραξης οφειλών γίνεται με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 2 της παρούσας.

Άρθρο 6
Εκχώρηση αρμοδιοτήτων Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων

Ορισμός αρμοδίων οργάνων

1. Ο χαρακτηρισμός οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης και η καταχώρισή της στα ειδικά βιβλία του άρθρου 3 γίνεται:

α) με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής φορολογικής ή τελωνειακής υπηρεσίας κατόπιν εισήγησης του Προϊσταμένου του Τμήματος που έχει την αρμοδιότητα του Δικαστικού και με σύμφωνη γνώμη του Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης της υπηρεσίας ή σε περίπτωση που δεν προβλέπεται Υποδιεύθυνση, με σύμφωνη γνώμη του νόμιμου αναπληρωτή του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας, εφόσον πρόκειται για συνολική ληξιπρόθεσμη βεβαιωμένη οφειλή μικρότερη των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ,

β) με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, κατόπιν εισήγησης του Προϊσταμένου της αρμόδιας για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής φορολογικής ή τελωνειακής υπηρεσίας και με σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2648/1998 (ΦΕΚ Α' 238), εφόσον πρόκειται για συνολική ληξιπρόθεσμη βεβαιωμένη οφειλή μεγαλύτερη των τριακοσίων (300.000) χιλιάδων ευρώ και έως ενάμισυ εκατομμύριο (1.500.000) ευρώ και

γ) με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, κατόπιν εισήγησης του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης και με σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον πρόκειται για συνολική ληξιπρόθεσμη βεβαιωμένη οφειλή μεγαλύτερη από ενάμισυ εκατομμύριο (1.500.000) ευρώ.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων μπορεί να ζητεί τη σύμφωνη γνώμη Κλιμακίου ή Τμήματος ή Διεύθυνσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που συγκροτείται με απόφαση της Ολομέλειάς του για οφειλές που υπολείπονται του ανωτέρω ποσού.

(Οι περιπτώσεις α' και β', τέθηκαν όπως αντικαταστάθηκαν με την ΠΟΛ.1089/22.6.2016)

Πριν την αντικατάστασή τους είχαν ως εξής:

α) με απόφαση του αρμόδιου οικονομικού επιθεωρητή, στον οποίο εκχωρείται η αρμοδιότητα από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, κατόπιν εισήγησης του προϊσταμένου του δικαστικού τμήματος της αρμόδιας για την επιδίωξη της είσπραξης φορολογικής ή τελωνειακής υπηρεσίας και με σύμφωνη γνώμη του Προϊσταμένου της υπηρεσίας αυτής, ο οποίος ορίζεται ως αρμόδιο όργανο αντί των οριζόμενων στην περίπτωση (α) της παραγράφου 2 της υποπαραγράφου Α3, της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου οργάνων, εφόσον πρόκειται για συνολική ληξιπρόθεσμη βεβαιωμένη οφειλή έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ,
β) με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας για την επιδίωξη της είσπραξης φορολογικής ή τελωνειακής υπηρεσίας και με σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής του άρθρου 15 του ν.2648/1998 (ΦΕΚ 238 Α), η οποία ορίζεται ως αρμόδιο όργανο, αντί των οριζόμενων στην περίπτωση (α) της παραγράφου 2 της υποπαραγράφου Α3, της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου οργάνων, εφόσον πρόκειται για συνολική ληξιπρόθεσμη βεβαιωμένη οφειλή μεγαλύτερη των τριακοσίων (300.000) χιλιάδων ευρώ και έως ενάμισυ εκατομμύριο (1.500.000) ευρώ και



2. Τα όργανα που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο είναι αρμόδια, με τις ίδιες διακρίσεις, και για τον επαναχαρακτηρισμό ανεπίδεκτης είσπραξης οφειλής ως εισπράξιμης.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 5 Δεκεμβρίου 2013

Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο