Δημοσιεύθηκε στις : [ 29-11-2013 ]

ΣτΕ 2363/2013 Η εξαίρεση του δικαιώματος έκπτωσης του ΦΠΑ που έχει επιβαρύνει την αξία των επιστρεφομένων ειδών συσκευασίας, αν και αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση υποκειμένων σε ΦΠΑ παραδόσεων αγαθών, αντίκειται στην 6 κοινοτική οδηγία του ΦΠΑ.

(Η εξαίρεση του δικαιώματος έκπτωσης του ΦΠΑ που έχει επιβαρύνει την αξία των επιστρεφομένων ειδών συσκευασίας, αν και αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση υποκειμένων σε ΦΠΑ παραδόσεων αγαθών, αντίκειται στην 6 κοινοτική οδηγία του ΦΠΑ.)

Κατηγορία: Φ.Π.Α.

Περίληψη

Η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 4 περ. στ ν. 1642/1986 (άρθρου 30 παρ. 4 περ. στ ν. 2859/2000), εξαιρώντας από το δικαίωμα εκπτώσεως το φόρο που έχει επιβαρύνει την αξία των επιστρεφομένων ειδών συσκευασίας, αν και αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση υποκειμένων σε Φ.Π.Α. παραδόσεων αγαθών, αντίκειται στις παρατεθείσες διατάξεις της Έκτης Οδηγίας και είναι γι’ αυτό ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα. H διάταξη, άλλωστε, αυτή του ν. 2859/2000 καταργήθηκε (από 1.1.2006) με το άρθρο 25 παρ. 1 (περ. β) και 2 του ν. 3522/2006 (Α΄ 276/22.12.2006), όπως δε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου αυτου νόμου, με την εν λόγω κατάργηση «εναρμονίζεται η Ελληνική νομοθεσία περί Φ.Π.Α. με τις διατάξεις της 6ης Κοινοτικής Οδηγίας (77/388/ΕΟΚ) όσον αφορά τα επιστρεφόμενα υλικά συσκευασίας) (βλ. και τη σχετική C (2005) 2230/2005/4091/5.7.2005 προειδοποιητική επιστολή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προς τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας, κατά την οποία «η Ελληνική Δημοκρατία, στερώντας [με το πιο πάνω άρθρο 30 παρ. 4 στ] από υποκείμενους στο φόρο, οι οποίοι πραγματοποιούν φορολογητέες πράξεις, το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου προστιθεμένης αξίας […] για την αγορά, ενδοκοινοτική απόκτηση ή εισαγωγή […] συσκευασιών, δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 2 της έκτης οδηγίας για τον ΦΠΑ») (ΣΕ 1799/2009 7μ.).

Περίληψη 2

Κατά τη θεμελιώδη αρχή που διαπνέει το σύστημα των διατάξεων της Έκτης Οδηγίας, ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) επιβάλλεται σε κάθε συναλλαγή παραγωγής ή διανομής, κατόπιν αφαιρέσεως του ΦΠΑ που επιβάρυνε άμεσα τις προηγουμένως πραγματοποιηθείσες πράξεις. Στο άρθρο 17 παρ. 2 της οδηγίας διατυπώνεται η αρχή της εκπτώσεως των ποσών που τιμολογούνται ως ΦΠΑ για τα αγαθά που παραδίδονται ή τις υπηρεσίες που παρέχονται στον υποκείμενο στο φόρο, εφόσον τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση των φορολογουμένων πράξεών του.
Σύμφωνα και με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το δικαίωμα προς έκπτωση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του μηχανισμού ΦΠΑ και δεν μπορεί, κατ` αρχήν, να περιοριστεί, αποσκοπεί δε στην πλήρη απαλλαγή του επιχειρηματία από το βάρος του οφειλομένου ή καταβληθέντος ΦΠΑ στο πλαίσιο όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων του και στη διασφάλιση πλήρους ουδετερότητας ως προς τη φορολογική τους επιβάρυνση, ασχέτως των σκοπών ή των αποτελεσμάτων τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι ίδιες οι δραστηριότητες αυτές υπόκεινται σε ΦΠΑ.
Από το γράμμα του άρθρου 17, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας προκύπτει ότι για να έχει ο ενδιαφερόμενος δικαίωμα έκπτωσης πρέπει αφενός να είναι "υποκείμενος στον φόρο" κατά την έννοια της οδηγίας αυτής και αφετέρου τα οικεία αγαθά και υπηρεσίες να έχουν χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση των φορολογουμένων πράξεών του. Το δικαίωμα αυτό ασκείται απευθείας για το σύνολο των φόρων που επιβάρυναν τις πράξεις που διενεργήθηκαν ως εισροές. Κάθε περιορισμός του δικαιώματος προς έκπτωση του ΦΠΑ έχει αντίκτυπο στο επίπεδο της φορολογικής επιβαρύνσεως και πρέπει να εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη.
Κατά συνέπεια, δεν επιτρέπονται παρεκκλίσεις, παρά μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει ρητώς η έκτη οδηγία.
Τέτοιες παρεκκλίσεις προβλέπονται στο άρθρο 17 παρ. 6 της οδηγίας, όσον αφορά τη δυνατότητα των κρατών μελών να διατηρήσουν τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα εκπτώσεως που προβλέπονταν στη νομοθεσία τους κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της έκτης οδηγίας, μέχρι να θεσπίσει το Συμβούλιο το κοινοτικό καθεστώς των εξαιρέσεων από το δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ, το οποίο κοινοτικό καθεστώς δεν έχει θεσπισθεί ακόμα.
Εξάλλου, το άρθρο 17 παράγραφος 7 της έκτης οδηγίας προβλέπει μια από τις διαδικασίες εγκρίσεως μέτρων παρεκκλίσεως, αναγνωρίζοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποκλείουν ορισμένα αγαθά (όπως τα αγαθά επενδύσεως) από το σύστημα των εκπτώσεων, "με την επιφύλαξη της προβλεπομένης στο άρθρο 29 διαβουλεύσεως".
Η διαβούλευση αυτή δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη να ελέγξουν τη χρησιμοποίηση από ένα κράτος μέλος της δυνατότητας παρεκκλίσεως από το γενικό σύστημα των εκπτώσεων του ΦΠΑ, εξετάζοντας ιδίως αν το εν λόγω εθνικό μέτρο ανταποκρίνεται στον όρο ότι λαμβάνεται για λόγους συγκυρίας. Η διάταξη αυτή της οδηγίας προβλέπει δηλαδή μια διαδικαστική υποχρέωση, την οποία πρέπει να εκπληρώσουν τα κράτη μέλη για να μπορέσουν να επικαλεστούν τον κανόνα παρεκκλίσεως που περιέχει.

ΣτΕ 2363/2013

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Β. Καλαντζή, Σύμβουλοι, Ευστ. Σκούρα, Κ. Λαζαράκη, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 16 Ιανουαρίου 2008 αίτηση:

της Εταιρείας με την επωνυμία ............................ που εδρεύει στο ............ ..............................., η οποία παρέστη με το δικηγόρο .................................., που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Χρήστο Κοραντζάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1719/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Λαζαράκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1895262/2008 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου Α σειράς).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία έχει εισαχθεί στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητας με την από 6-3-2008 πράξη του Προέδρου του Τμήματος, ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 1719/2007 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε μετά την 407/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, εξαφανίσθηκε, κατ’ αποδοχή έφεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας, η 5712/2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατ’ αποδοχή προσφυγής της ίδιας εταιρείας, είχε ακυρωθεί «παράλειψη» του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών να αποφανθεί επί επιφύλαξης την οποία είχε διατυπώσει η εταιρεία στην εκκαθαριστική δήλωσή της φόρου προστιθεμένης αξίας περιόδου 1.1 έως 31.12.1999 και είχε αναπεμφθεί σ’ αυτόν, και στη συνέχεια, απορρίφθηκε η (πιο πάνω) προσφυγή.

3. Επειδή, στην Έκτη Οδηγία του Συμβουλίου «περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των Κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση» (Οδηγία 77/388/Ε.Ο.Κ. του Συμβουλίου της 17.5.1977, ΕΕ. L. 145/13.6.1977), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Άρθρο 2 Στον φόρο προστιθεμένης αξίας υπόκεινται: 1. οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο εσωτερικό της χώρας υπό υποκειμένου στο φόρο, που ενεργεί υπό την ιδιότητά του αυτήν 2. […]. Άρθρο 5 1. Ως “παράδοση αγαθού” θεωρείται η μεταβίβαση της εξουσίας να διαθέτει κανείς ενσώματο αγαθό ως κύριος». […] Άρθρο 11 Α. Στο εσωτερικό της χώρας 1. Βάση επιβολής του φόρου είναι: α) για τις παραδόσεις αγαθών και τις παροχές υπηρεσιών […] οτιδήποτε αποτελεί την αντιπαροχή, την οποία έλαβε ή πρόκειται να λάβει για τις πράξεις αυτές ο προμηθευτής ή ο παρέχων τις υπηρεσίες από τον αγοραστή, τον λήπτη ή τρίτο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων που συνδέονται αμέσως με την τιμή των πράξεων αυτών […] 2.

Στην βάση επιβολής του φόρου περιλαμβάνονται: α) […] β) τα παρεπόμενα έξοδα, όπως έξοδα προμηθείας, συσκευασίας, μεταφοράς και ασφαλίσεως, με τα οποία επιβαρύνει ο προμηθευτής τον αγοραστή ή τον λήπτη. Τα Κράτη μέλη δύνανται να θεωρούν ως παρεπόμενα τα έξοδα που αποτελούν αντικείμενο χωριστής συμφωνίας. […] Β. […] Γ. Διάφορες διατάξεις 1[…] 2[…] 3. Όσον αφορά την αξία των επιστρεφομένων ειδών συσκευασίας, τα Κράτη μέλη δύνανται: - είτε να την εξαιρούν από τη βάση επιβολής του φόρου λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για τον διακανονισμό της βάσεως επιβολής του φόρου όταν δεν επιστρέφονται οι συσκευασίες, - είτε να την περιλαμβάνουν στην βάση επιβολής του φόρου λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για τον διακανονισμό της βάσεως επιβολής του φόρου όταν επιστρέφονται πράγματι οι εν λόγω συσκευασίες. […] Άρθρο 17 Γένεση και έκταση του δικαιώματος προς έκπτωση 1. Το δικαίωμα προς έκπτωση γεννάται κατά τον χρόνο, κατά τον οποίον ο εκπεστέος φόρος γίνεται απαιτητός. 2. Κατά το μέτρο που τα αγαθά ή οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση των φορολογουμένων πράξεών του, ο υποκείμενος στον φόρο δικαιούται να εκπίπτει από τον φόρο, για τον οποίον είναι υπόχρεος: α) τον οφειλόμενο ή καταβληθέντα φόρο προστιθεμένης αξίας για αγαθά, που του παρεδόθησαν ή πρόκειται να του παραδοθούν, καθώς και για υπηρεσίες που του παρασχέθησαν ή πρόκειται να του παρασχεθούν από άλλον υποκείμενο στον φόρο β) […] 6. Το αργότερο προ της παρόδου τεσσάρων ετών από την έναρξη της ισχύος της παρούσης οδηγίας, το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής καθορίζει ομοφώνως τις δαπάνες, οι οποίες δεν παρέχουν δικαίωμα προς έκπτωση του φόρου προστιθεμένης αξίας. Οπωσδήποτε θα αποκλείονται του δικαιώματος προς έκπτωση οι δαπάνες, οι οποίες δεν έχουν χαρακτήρα αυστηρά επαγγελματικό, όπως οι δαπάνες πολυτελείας, ψυχαγωγίας ή κοινωνικής παραστάσεως. Μέχρι να τεθούν σε ισχύ οι ανωτέρω προβλεπόμενοι κανόνες, τα Κράτη μέλη δύνανται να διατηρήσουν όλες τις εξαιρέσεις, τις οποίες προβλέπει η εθνική τους νομοθεσία κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος της παρούσης οδηγίας. 7. Με την επιφύλαξη της προβλεπόμενης στο άρθρο 29 διαβουλεύσεως, κάθε Κράτος μέλος έχει την ευχέρεια, για λόγους συγκυρίας, να αποκλείσει εν όλω ή εν μέρει από το καθεστώς των εκπτώσεων τα αγαθά επενδύσεως ή ορισμένα εξ αυτών, ή άλλα αγαθά. […]. Άρθρο 20 Διακανονισμός των εκπτώσεων 1. Η αρχικά ενεργηθείσα έκπτωση υπόκειται σε διακανονισμό κατά τρόπο καθοριζόμενο από τα Κράτη μέλη, ιδίως: α) όταν η έκπτωση είναι ανωτέρα ή κατωτέρα της εκπτώσεως, την οποίαν εδικαιούτο να ενεργήσει ο υποκείμενος στον φόρο, β) όταν, μετά την υποβολή της δηλώσεως, έγιναν μεταβολές των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό του ποσού των εκπτώσεων του φόρου, ιδίως σε περίπτωση ακυρώσεως πωλήσεων ή επιτεύξεως εκπτώσεων επί του τιμήματος. Εν τούτοις, δεν ενεργείται διακανονισμός στην περίπτωση πράξεων, για τις οποίες δεν έγινε ολική ή μερική πληρωμή, σε περίπτωση καταστροφής, απωλείας ή κλοπής δεόντως αποδεικνυομένων ή δικαιολογημένων και στην περίπτωση εξόδων γενομένων για την χορήγηση δώρων μικρής αξίας και δειγμάτων αναφερομένων στον άρθρο 5 παράγραφος 6. Εν τούτοις, τα Κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να απαιτούν διακανονισμό για τις πράξεις, για τις οποίες δεν έγινε ολική ή μερική πληρωμή, καθώς και στην περίπτωση κλοπής. 2. Σχετικά με τα αγαθά επενδύσεως, ο διακανονισμός ενεργείται εντός περιόδου πέντε ετών περιλαμβανομένου και του έτους, κατά τη διάρκεια του οποίου απεκτήθη ή κατεσκευάσθη το αγαθό. Κατ` έτος ο διακανονισμός αφορά μόνο το ένα πέμπτο του φόρου, με τον οποίον επεβαρύνθησαν τα αγαθά. Ο διακανονισμός αυτός πραγματοποιείται ανάλογα με τις μεταβολές του δικαιώματος προς έκπτωση, οι οποίες επέρχονται κατά την διάρκεια των επομένων ετών εν σχέσει προς το δικαίωμα εκπτώσεως, το ισχύον κατά το έτος αποκτήσεως ή κατασκευής του αγαθού. Κατά παρέκκλιση από το εδάφιο τα Κράτη μέλη δύνανται να χρησιμοποιούν ως βάση για τον διακανονισμό μία περίοδο πέντε ακέραιων ετών από την έναρξη χρησιμοποιήσεως του αγαθού. [... ] 3. Σε περίπτωση παραδόσεώς του κατά την διάρκεια της περιόδου του διακανονισμού, το αγαθό επενδύσεως θεωρείται σαν να είχε χρησιμοποιηθεί από τον υποκείμενο στον φόρο, για οικονομική δραστηριότητά του, μέχρι την λήξη της περιόδου διακανονισμού. Η οικονομική δραστηριότης αυτή θεωρείται ως εξ ολοκλήρου μεν φορολογουμένη, στην περίπτωση κατά την οποίαν η παράδοση του εν λόγω είδους φορολογείται, ως εξ ολοκλήρου δε απαλλασσομένη, στην περίπτωση κατά την οποίαν η παράδοση αυτή απαλλάσσεται. Ο διακανονισμός γίνεται μια φορά μόνο για όλον τον εναπομένοντα χρόνο της περιόδου διακανονισμού. Εν τούτοις, τα Κράτη μέλη δύνανται, στην τελευταία αυτή περίπτωση, να μην απαιτούν διακανονισμό όταν ο αποκτών είναι υποκείμενος στον φόρο και χρησιμοποιεί το εν λόγω αγαθό επενδύσεως αποκλειστικά για πράξεις, για τις οποίες δύναται να εκπεσθεί φόρος προστιθεμένης αξίας. 4. Για την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3, τα Κράτη μέλη δύνανται: να ορίζουν την έννοια των αγαθών επενδύσεως, να προσδιορίζουν το ποσό του φόρου, το οποίο θα λαμβάνεται υπόψη για τον διακανονισμό, να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο, ώστε να αποτρέπεται το ενδεχόμενο να προκύπτουν αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα από τους διακανονισμούς, να επιτρέπουν απλοποιήσεις διοικητικής φύσεως. 5. Όταν σε ένα Κράτος μέλος η εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 έχει ασήμαντα αποτελέσματα, το Κράτος αυτό δύναται, με την επιφύλαξη της προβλεπομένης από το άρθρο 29 διαβουλεύσεως, να μην εφαρμόζει τις διατάξεις αυτές, λαμβανομένης υπόψη της συνολικής εκπτώσεως του φόρου στο ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος και της ανάγκης απλοποιήσεων διοικητικής φύσεως, υπό τον όρο ότι δεν προκύπτουν στρεβλώσεις των όρων του ανταγωνισμού. […] Άρθρο 27 1. Το Συμβούλιο δύναται προτάσει της Επιτροπής, να επιτρέπει ομοφώνως, σε κάθε Κράτος μέλος την λήψη ειδικών μέτρων, κατά παρέκκλιση από την παρούσα οδηγία, με σκοπό την απλοποίηση της εισπράξεως του φόρου ή την αποτροπή ορισμένων περιπτώσεων φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής. Τα προοριζόμενα για απλοποίηση της εισπράξεως του φόρου μέτρα δεν επιτρέπεται να επηρεάζουν, παρά μόνο κατά τρόπο αμελητέο, το ποσό του οφειλομένου φόρου στο στάδιο της τελικής καταναλώσεως. 2. Το Κράτος μέλος που επιθυμεί να λάβει τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 μέτρα, φέρει το ζήτημα στην Επιτροπή και παρέχει σε αυτήν κάθε στοιχείο χρήσιμο για την εκτίμηση του θέματος. 3. Η Επιτροπή ενημερώνει σχετικώς τα λοιπά Κράτη μέλη εντός προθεσμίας ενός μηνός. 4. Η απόφαση του Συμβουλίου θεωρείται ότι έχει ληφθεί, εφόσον εντός διμήνου από της αναφερομένης στην παράγραφο 3 ενημερώσεως, ούτε η Επιτροπή, ούτε Κράτος μέλος, ζητήσει να επιληφθεί της υποθέσεως το Συμβούλιο […] Άρθρο 29 1. Συνιστάται Συμβουλευτική Επιτροπή Φόρου Προστιθεμένης Αξίας, η οποία καλείται στο εξής «επιτροπή». 2. Η επιτροπή αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και της Επιτροπής. […].

4. Επειδή, κατά τη θεμελιώδη αρχή που διαπνέει το σύστημα των διατάξεων της Έκτης Οδηγίας, ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) επιβάλλεται σε κάθε συναλλαγή παραγωγής ή διανομής, κατόπιν αφαιρέσεως του ΦΠΑ που επιβάρυνε άμεσα τις προηγουμένως πραγματοποιηθείσες πράξεις. Στο άρθρο 17 παρ. 2 της οδηγίας διατυπώνεται η αρχή της εκπτώσεως των ποσών που τιμολογούνται ως ΦΠΑ για τα αγαθά που παραδίδονται ή τις υπηρεσίες που παρέχονται στον υποκείμενο στο φόρο, εφόσον τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση των φορολογουμένων πράξεών του.

Σύμφωνα και με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το δικαίωμα προς έκπτωση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του μηχανισμού ΦΠΑ και δεν μπορεί, κατ` αρχήν, να περιοριστεί (βλ. ΔΕΚ αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2005, C-243/03, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 28, της 8ης Ιανουαρίου 2002, C-409/99, Metropol και Stadler, Συλλογή 2002, σ. Ι-81, σκέψη 42, της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-177/99 και C- 181/99, Ampafrance και Sanofi, Συλλογή 2000, σ. I-7013, σκέψη 34, της 6ης Ιουλίου 1995, C- 62/93, BP Σουπεργκάζ, Συλλογή 1995, σ.Ι-1883, σκέψη 18, κ.ά.), αποσκοπεί δε στην πλήρη απαλλαγή του επιχειρηματία από το βάρος του οφειλομένου ή καταβληθέντος ΦΠΑ στο πλαίσιο όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων του και στη διασφάλιση πλήρους ουδετερότητας ως προς τη φορολογική τους επιβάρυνση, ασχέτως των σκοπών ή των αποτελεσμάτων τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι ίδιες οι δραστηριότητες αυτές υπόκεινται σε ΦΠΑ (βλ. ΔΕΚ αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1985, 268/83, Rompelman, Συλλογή 1985, σ. 655, σκέψη 19, της 21ης Σεπτεμβρίου 1988, 50/87, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-4797, σκέψη 15, της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-37/95, Ghent Coal Terminal, Συλλογή 1998, σ. Ι-1, σκέψη 15, της 26ης Μαΐου 2005, C- 465/03, Kretztechnik, Συλλογή 2005, σ. Ι-4357, σκέψη 34, της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C-63/04, Centralan Property Ltd, σκέψη 51, κ.ά.).

Από το γράμμα του άρθρου 17, παράγραφος 2, της έκτης οδηγίας προκύπτει ότι για να έχει ο ενδιαφερόμενος δικαίωμα έκπτωσης πρέπει αφενός να είναι "υποκείμενος στον φόρο" κατά την έννοια της οδηγίας αυτής και αφετέρου τα οικεία αγαθά και υπηρεσίες να έχουν χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση των φορολογουμένων πράξεών του (βλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-137/02, Faxworld, Συλλογή 2004, σ. I-5547, σκέψη 24, προαναφερθείσα απόφαση Centralan Property Ltd, σκέψη 52). Το δικαίωμα αυτό ασκείται απευθείας για το σύνολο των φόρων που επιβάρυναν τις πράξεις που διενεργήθηκαν ως εισροές. Κάθε περιορισμός του δικαιώματος προς έκπτωση του ΦΠΑ έχει αντίκτυπο στο επίπεδο της φορολογικής επιβαρύνσεως και πρέπει να εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη.

Κατά συνέπεια, δεν επιτρέπονται παρεκκλίσεις, παρά μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει ρητώς η έκτη οδηγία (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις C-243/03, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 29, Metropol και Stadler, σκέψη 42, Ampafrance και Sanofi, σκέψη 34, BP Σουπεργκάζ, σκέψη 18 κ.ά.).

Τέτοιες παρεκκλίσεις προβλέπονται στο άρθρο 17 παρ. 6 της οδηγίας, όσον αφορά τη δυνατότητα των κρατών μελών να διατηρήσουν τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα εκπτώσεως που προβλέπονταν στη νομοθεσία τους κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της έκτης οδηγίας (ή, για τα κράτη που προσχώρησαν μεταγενέστερα, κατά το χρόνο προσχωρήσεώς τους - πρβλ. απόφαση Metropol, σκ.41), μέχρι να θεσπίσει το Συμβούλιο το κοινοτικό καθεστώς των εξαιρέσεων από το δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ (ρήτρα διασφαλίσεως ή standstill - βλ. απόφαση του ΔΕΚ της 14ης Ιουνίου 2001, C-345/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ.Ι-4493, σκ.19, Metropol, σκ.44 επ.), το οποίο κοινοτικό καθεστώς δεν έχει θεσπισθεί ακόμα.

Εξάλλου, το άρθρο 17 παράγραφος 7 της έκτης οδηγίας προβλέπει μια από τις διαδικασίες εγκρίσεως μέτρων παρεκκλίσεως, αναγνωρίζοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποκλείουν ορισμένα αγαθά (όπως τα αγαθά επενδύσεως) από το σύστημα των εκπτώσεων, "με την επιφύλαξη της προβλεπομένης στο άρθρο 29 διαβουλεύσεως".

Η διαβούλευση αυτή δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη να ελέγξουν τη χρησιμοποίηση από ένα κράτος μέλος της δυνατότητας παρεκκλίσεως από το γενικό σύστημα των εκπτώσεων του ΦΠΑ, εξετάζοντας ιδίως αν το εν λόγω εθνικό μέτρο ανταποκρίνεται στον όρο ότι λαμβάνεται για λόγους συγκυρίας. Η διάταξη αυτή της οδηγίας προβλέπει δηλαδή μια διαδικαστική υποχρέωση, την οποία πρέπει να εκπληρώσουν τα κράτη μέλη για να μπορέσουν να επικαλεστούν τον κανόνα παρεκκλίσεως που περιέχει (προαναφερθείσα απόφαση Metropol, σκ.60 επ.).

Επίσης, στο άρθρο 27 προβλέπεται η δυνατότητα λήψης ειδικών μέτρων από κράτος μέλος, μετά από απόφαση του Συμβουλίου και με σκοπό την απλοποίηση της είσπραξης του φόρου ή την αποτροπή περιπτώσεων φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της έκτης οδηγίας (βλ. προαναφερθείσα απόφαση BP Σουπεργκάζ, απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, 324/82, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1984, σ. 1861, σκέψη 28). Εξάλλου, βάσει του γενικού καθήκοντος που θεσπίζει το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ), τα κράτη μέλη υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς όλες τις διατάξεις της έκτης οδηγίας. Εφόσον δε μια εξαίρεση από το σύστημα των εκπτώσεων δεν προβλέφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 7 ή το άρθρο 27, οι εθνικές φορολογικές αρχές δεν μπορούν να αντιτάξουν στον υποκείμενο στον φόρο μια διάταξη που εισάγει εξαίρεση από την αρχή του δικαιώματος εκπτώσεως του ΦΠΑ που προβλέπει το άρθρο 17 της οδηγίας (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, C-97/90, Lennartz, Συλλογή 1991, σ. I - 3795, σκέψη 33, προαναφερθείσα απόφαση Metropol, σκέψη 64) (ΣΕ 1799/2009 7μ.).

5. Επειδή, στο ν. 2859/2000 «Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας» (Α΄ 248), με τον οποίο κωδικοποιήθηκαν οι ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεις του ν. 1642/1986 (Α’ 125), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Άρθρο 19 Φορολογητέα αξία […] 1. Στην παράδοση αγαθών, στην ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών, καθώς και στην παροχή υπηρεσιών, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η αντιπαροχή που έλαβε ή πρόκειται να λάβει για τις πράξεις αυτές ο προμηθευτής των αγαθών ή αυτός που παρέχει τις υπηρεσίες από τον αγοραστή, το λήπτη ή τρίτο πρόσωπο, προσαυξημένη με οποιαδήποτε παροχή που συνδέεται άμεσα με αυτή. […] 4. Στη φορολογητέα αξία περιλαμβάνονται: α) […] τα παρεπόμενα έξοδα με τα οποία ο προμηθευτής επιβαρύνει τον αγοραστή των αγαθών ή το λήπτη των υπηρεσιών, όπως τα έξοδα προμήθειας, μεσιτείας, συσκευασίας, ασφάλισης, μεταφοράς, φορτοεκφόρτωσης, ακόμη και αν αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερης συμφωνίας, β) […] Προκειμένου για παραδόσεις αγαθών που διατίθενται σε συσκευασία η οποία επιστρέφεται, η αξία του περιεχομένου και της συσκευασίας αναγράφεται χωριστά κατά συντελεστή φόρου, εφόσον υπάγονται σε διαφορετικό συντελεστή. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, δύναται ο υποκείμενος στο φόρο να μην αναγράφει φόρο για την αξία της συσκευασίας τόσο κατά την παράδοση όσο και κατά την επιστροφή αυτης, εφόσον η επιστρεφόμενη συσκευασία καλύπτεται από καταβαλλόμενη εγγύηση. 5. […] 6. Η φορολογητέα αξία μειώνεται κατά την αξία των ειδών συσκευασίας που επιστρέφονται από τους αγοραστές. […] [βλ. άρθρο 15 ν. 1642/1986, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο] Άρθρο 30 Δικαίωμα έκπτωσης του φόρου. Ο υποκείμενος δικαιούται να εκπέσει, από το φόρο που αναλογεί στις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις παράδοσης αγαθών, παροχής υπηρεσιών και ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών, το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών που έγιναν σε αυτόν […]. Ειδικά, για τα αγαθά επένδυσης, το δικαίωμα έκπτωσης κρίνεται οριστικά κατά το χρόνο έναρξης χρησιμοποίησης των αγαθών αυτών. Η έκπτωση παρέχεται κατά το μέρος που τα αγαθά και οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση πράξεων που υπάγονται στο φόρο. […] 3. Το δικαίωμα έκπτωσης γεννάται κατά το χρόνο που ο φόρος καθίσταται απαιτητός […]. 4. Δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης του φόρου με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί οι δαπάνες: α) […] στ) αγοράς, εισαγωγής ή ενδοκοινοτικής απόκτησης ειδών συσκευασίας, των οποίων η παράδοση καλύπτεται από καταβαλλόμενη εγγύηση και των οποίων η περαιτέρω διακίνηση γίνεται χωρίς φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19» [βλ. άρθρο 23 ν. 1642/1986, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο].

6. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις ρυθμίζεται, μεταξύ άλλων, η φορολογία της αξίας των επιστρεφόμενων ειδών συσκευασίας που χρησιμοποιούνται για την υποκειμένη σε φόρο παράδοση αγαθών.

Σύμφωνα με τη σχετική ως άνω ρύθμιση (άρθρα 15 παρ. 4 περ. β ν. 1642/1986, 19 παρ. 4 περ. β ν. 2859/2000), η εν λόγω αξία προσαυξάνει, κατ’ αρχήν, τη φορολογητέα, κατά την παράδοση των αγαθών, αντιπαροχή, την οποία μειώνει ακολούθως, εφ’ όσον τα είδη συσκευασίας επιστραφούν.

Για την περίπτωση, όμως, κατά την οποία η επιστρεφόμενη συσκευασία καλύπτεται από καταβαλλόμενη εγγύηση, προβλέπεται στην ίδια διάταξη ότι ο υποκείμενος μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να μην αναγράφει φόρο για την αξία της συσκευασίας τόσο κατά την παράδοση όσο και κατά την επιστροφή της. Εξ άλλου, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ορίζεται, κατά τ’ ανωτέρω (άρθρα 23 παρ. 4 περ. στ ν. 1642/1986, 30 παρ. 4 περ. στ ν.2859/2000), ότι δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης (από το φόρο επί των εκροών του υποκειμένου) του φόρου με τον οποίον έχει επιβαρυνθεί η απόκτηση των ως άνω (επιστρεφομένων και καλυπτομένων από εγγύηση) ειδών συσκευασίας. Από τις ρυθμίσεις αυτές, η πρώτη μεν (άρθρα 15 παρ. 4 περ. β ν. 1642/1986, 19 παρ. 4 περ. β ν. 2859/2000), στοιχεί προς τη δυνατότητα που, με το άρθρο 11 περ. Γ παρ. 3 της Έκτης Οδηγίας, έχει παρασχεθεί στα κράτη μέλη να ρυθμίζουν τα της προσθήκης ή μη στη βάση επιβολής του φόρου της αξίας των επιστρεφομένων ειδών συσκευασίας ανάλογα με το εάν αυτά πράγματι επιστρέφονται ή όχι.

Η εξαίρεση όμως, στην πιο πάνω περίπτωση (άρθρα 23 παρ. 4 περ. στ ν. 1642/1986, 30 παρ. 4 περ. στ ν. 2859/2000), του φόρου που έχει επιβαρύνει την αξία των εν λόγω ειδών από το δικαίωμα εκπτώσεως του φόρου επί των εισροών, ούτε στην ανωτέρω (περί των ειδών αυτών) διάταξη της Έκτης Οδηγίας προβλέπεται ούτε εμπίπτει στις μνημονευθείσες στις σκέψεις 3 και 4 περιπτώσεις θεμιτών παρεκκλίσεων που θεσπίζει η Οδηγία από το δικαίωμα προς έκπτωση. Εξ άλλου, ούτε η σχετική, κατά την ένταξη της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, νομοθεσία περί φόρου κύκλου εργασιών περιείχε τέτοια εξαίρεση, ώστε να δύναται να διατηρηθεί, κατά το άρθρο 17 παρ. 6 της Οδηγίας, ούτε προκύπτει - ή το Δημόσιο ισχυρίζεται - ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 παρ. 7 ή του άρθρου 27 της Οδηγίας περί λήψεως συγκυριακού, κατά τα προεκτεθέντα, μέτρου, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή, και περί παροχής σχετικής αδείας του Συμβουλίου, αντιστοίχως.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 4, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 4 περ. στ ν. 1642/1986 (άρθρου 30 παρ. 4 περ. στ ν. 2859/2000), εξαιρώντας από το δικαίωμα εκπτώσεως το φόρο που έχει επιβαρύνει την αξία των επιστρεφομένων ειδών συσκευασίας, αν και αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση υποκειμένων σε Φ.Π.Α. παραδόσεων αγαθών, αντίκειται στις παρατεθείσες διατάξεις της Έκτης Οδηγίας και είναι γι’ αυτό ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα. H διάταξη, άλλωστε, αυτή του ν. 2859/2000 καταργήθηκε (από 1.1.2006) με το άρθρο 25 παρ. 1 (περ. β) και 2 του ν. 3522/2006 (Α΄ 276/22.12.2006), όπως δε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου αυτου νόμου, με την εν λόγω κατάργηση «εναρμονίζεται η Ελληνική νομοθεσία περί Φ.Π.Α. με τις διατάξεις της 6ης Κοινοτικής Οδηγίας (77/388/ΕΟΚ) όσον αφορά τα επιστρεφόμενα υλικά συσκευασίας) (βλ. και τη σχετική C (2005) 2230/2005/4091/5.7.2005 προειδοποιητική επιστολή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προς τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας, κατά την οποία «η Ελληνική Δημοκρατία, στερώντας [με το πιο πάνω άρθρο 30 παρ. 4 στ] από υποκείμενους στο φόρο, οι οποίοι πραγματοποιούν φορολογητέες πράξεις, το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου προστιθεμένης αξίας […] για την αγορά, ενδοκοινοτική απόκτηση ή εισαγωγή […] συσκευασιών, δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 2 της έκτης οδηγίας για τον ΦΠΑ») (ΣΕ 1799/2009 7μ.).

7. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στην οικεία εκκαθαριστική δήλωσή της φ.π.α., η αναιρεσείουσα διατύπωσε επιφύλαξη, κατά την οποία δεν διενήργησε, όπως, κατά την άποψή της, είχε δικαίωμα, έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας που αναλογούσε στις δαπάνες απόκτησης των επιστρεφόμενων ειδών συσκευασίας των προϊόντων της, οι οποίες ανέρχονταν σε 5.236.046.118 δραχμές και στις οποίες αναλογούσε φόρος που δεν εκπέσθηκε ποσού 942.488.301 δραχμών που, έτσι, καταβλήθηκε, χωρίς να οφείλεται. Ισχυρίσθηκε, περαιτέρω, ότι οι εν λόγω δαπάνες αφορούσαν απόκτηση των επιστρεφόμενων ειδών συσκευασίας των προϊόντων της (μπύρας), των οποίων η παράδοση στους αγοραστές καλυπτόταν με εγγύηση και, ως εκ τούτου, κατά την παράδοση αυτή η αξία της συσκευασίας δεν βαρυνόταν με φ.π.α. σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 4 εδ. β του ν. 1642/1986 και κατά συνέπεια κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 παρ. 4 εδ. στ του ν. 1642/1986 δεν υπήρχε δικαίωμα έκπτωσης του φόρου, με τον οποίο είχαν επιβαρυνθεί οι δαπάνες απόκτησης των επιστρεφόμενων ειδών συσκευασίας, ρύθμιση αντίθετη προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το διοικητικό εφετείο «λαμβάνοντας υπόψη … ότι, από της ισχύος του ν. 1642/1986, η αξία των ειδών συσκευασίας που επιστρέφονται στον πωλητή αναγράφεται χωριστά στο οικείο παραστατικό και υπόκειται σε φόρο προστιθέμενης αξίας με τον προβλεπόμενο για τα είδη αυτά συντελεστή φόρου, άγεται δε σε μείωση της φορολογητέας αξίας της όλης συναλλαγής σε περίπτωση επιστροφής των από τους αγοραστές», έκρινε ότι η αναιρεσείουσα «δεν είχε δικαίωμα έκπτωσης του φόρου προστιθέμενης αξίας 942.488.301 δραχμών, που αναλογούσε στις δαπάνες απόκτησης των ειδών συσκευασίας κατά την κρινόμενη διαχειριστική περίοδο (1-1 έως 31-12-1999) συνολικού ύψους 5.236.046.118 δραχμών.

Εξάλλου, όπως έχει κριθεί και με την 1599/1999 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας … ενόψει των διατάξεων των άρθρων 23 και 25 παρ. 1 του ν. 1642/1986, που προβλέπουν ότι δικαίωμα έκπτωσης του φόρου έχει ο υποκείμενος στον φόρο εφόσον κατέχει τιμολόγιο ή άλλο στοιχείο που επέχει θέση τιμολογίου, συνάγεται ότι, κατά την έννοια του άρθρου 28 παρ. 1 περίπτ. δ΄ του εν λόγω νόμου, εφόσον εξεδόθη πάντως τιμολόγιο με αναγραφή φόρου προστιθέμενης αξίας, ο αναγράψας τον φόρο έχει υποχρέωση αποδόσεως αυτού στο Δημόσιο και, σε περίπτωση αποδόσεως του εν λόγω φόρου, δεν υπάρχει αξίωση επιστροφής, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία «Με την επιφύλαξη των σχετικών με την παραγραφή διατάξεων ο φόρος επιστρέφεται εφόσον: α) καταβλήθηκε στο δημόσιο αχρεώστητα . . . », διότι το αποδοθέν ποσό φόρου από τον αναγράψαντα αυτό σε τιμολόγιο ή άλλο στοιχείο που επέχει θέση τιμολογίου δεν θεωρείται αχρεωστήτως καταβληθέν …. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3522/2006 δεν καταλαμβάνει την κρινόμενη διαφορά… Τέλος, η προσκομισθείσα απόφαση του Δ.Ε.Κ. [της 29/2/2004 στην υπόθεση C-137/02] δεν έκρινε σχετικά με την ένδικη διαφορά, φόρος προστιθέμενης αξίας που αναλογεί στα επιστρεφόμενα είδη συσκευασίας, αλλά διάφορο θέμα». Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, έσφαλε το εφετείο στην κρίση του για την ισχύ της επίμαχης διάταξης (23 παρ. 4 περ. στ ν. 1642/1986) και, συνακόλουθα, για το βάσιμο της ένδικης επιφύλαξης. Περαιτέρω, έσφαλε και στην κρίση του περί μη εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 27 παρ. 1 του ν. 1642/1986, προς θεμελίωση της οποίας επικαλέσθηκε νομολογία που αφορά στη διαφορετική περίπτωση αξίωσης του εκδότη τιμολογίου προς επιστροφή αποδοθέντος φ.π.α. που ανέγραψε σε τέτοιο φορολογικό στοιχείο (ΣΕ 1599/1999 και μεταγενέστερες ΣΕ 4013/2015, 402/2008, 364/2009 κ.α.). Για τους λόγους δε αυτούς, οι οποίοι βασίμως προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, και η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση. Παρέλκει δε, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Διά ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 1719/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2013και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 2013.

Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος
Φ. Αρναούτογλου

Ο Γραμματέας του Β΄ Τμήματος
Ι. Μητροτάσιος



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο