Δημοσιεύθηκε στις : [ 25-11-2013 ]

Άρειος Πάγος 286/2013 Δήλη ημέρα καταβολής Μισθού. Δήλη ημέρα καταβολής αποδοχών υπερωρίας υπερεργασίας και αποδοχών από εργασία σε ημέρες αργίας

(Δήλη ημέρα καταβολής Μισθού. Δήλη ημέρα καταβολής αποδοχών υπερωρίας υπερεργασίας και αποδοχών από εργασία σε ημέρες αργίας)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Περίληψη

Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης.

Εξάλλου ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος ανήκει στο δικαστήριο το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 559, 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Κατά το άρθρο 655 του Α.Κ., επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά.

Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.

Εξ άλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του Α.Κ. και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του.

Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού.

Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του Α.Κ. κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του Α.Κ. και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α' του Α.Κ.

Για την αμοιβή δε της υπερεργασίας, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας, δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων αυτών σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επί μέρους αυτές εργασίες.

Εξ άλλου, ασχέτως του άρθρου 655 του Α.Κ., για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής η 31η Δεκεμβρίου και η 30ή Απριλίου για τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα αντιστοίχως, η τελευταία δε ημέρα του ημερολογιακού έτους, το αργότερο, για την χορήγηση της άδεια και το επίδομα αδείας, η οποία και θεωρείται ως δήλη ημέρα, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να καθίσταται υπερήμερος ο εργοδότης και να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες.

Ειδικότερα, ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από το νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των ως άνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής τους, που είναι επακριβώς βάσει των ορισμών του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, ήτοι σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας.

Το δε εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική κατά το άρθρο 342 του Α.Κ. της υπερημερίας του οφειλέτη για έλλειψη υπαιτιότητάς του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του περί την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους.


ΑΠ  286/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος , Χ. Π. του Δ. κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραβίδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Γ συζ. Σ.Μ, κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.

Εκδόθηκε η 1/2012 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 28-12-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο ένατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν όλοι οι λοιποί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από την προσκομιζόμενη 260/20-4-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου, Μ – Δ Π, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την ως άνω δικάσιμο και κλήση για παράσταση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Ακολούθως, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 1/2012 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου έχει ασκηθεί παραδεκτά και νόμιμα, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων 648, 649, 669, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας.

Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης.

Εξάλλου ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος ανήκει στο δικαστήριο το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 559, 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Η αναιρεσίβλητη άρχισε τη λειτουργία ατομικής της επιχείρησης, ταβέρνας, στη…, επί της Εθνικής Οδού Βόλου - Ν. Αγχιάλου στις 24-6-2009 την οποία λειτουργούσε με το σύζυγό της και το γιο τους ως οικογενειακή επιχείρηση. Κατά την έναρξη της επιχείρησης αυτής, δηλαδή από τις 24-6-2009, η αναιρεσίβλητη προσέλαβε ως ψήστη της ταβέρνας τον αναιρεσείοντα με προφορική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα για χρονικό διάστημα δύο μηνών, μέχρι τις 23-8-2009 οπότε έληγε η θερινή περίοδος λειτουργίας με την τοπική πανήγυρη που λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο στις 22 Αυγούστου για τον εορτασμό της ημέρας της Παναγίας. Για την απασχόληση του αναιρεσείοντος συμφωνήθηκε να του καταβάλει η αναιρεσείουσα ως ημερομίσθιο 40 ευρώ, καθώς και το ποσό των 500 ευρώ για την κάλυψη των προσαυξήσεων από τυχόν υπερεργασιακή απασχόληση, υπερωρίες, νυχτερινή εργασία και εργασία την Κυριακή και σε αργίες. Σημειώνεται ότι η επιχείρηση της αναιρεσίβλητης κατά την άνω θερινή περίοδο, από 24-6-2009 έως 23-8-2009, λειτουργούσε από τη Δευτέρα έως και το Σάββατο από ης 20:00' έως τις 24:00' και την Κυριακή λειτουργούσε από τις 16:00' έως τις 24:00'. Ο αναιρεσείων εργάστηκε ανελλιπώς με την άνω ιδιότητά του και υπό τις άνω χρονικές συνθήκες μέχρι και τις 23-8-2009. Κατά το χρονικό διάστημα αυτό καταβλήθηκε σ' αυτόν από την αναιρεσίβλητη μόνο το ποσό των 40 ευρώ την ημέρα, ενώ δεν του καταβλήθηκαν οι νόμιμες προσαυξήσεις για τη δίωρη νυχτερινή εργασία του, επί 61 συνολικά ημέρες, ποσού 193,98 ευρώ καθώς και για την εργασία του για εννέα Κυριακές και την αργία της 15ης Αυγούστου, ποσού 318,40 ευρώ. Για τις παραπάνω αιτίες η αναιρεσίβλητη οφείλει στον αναιρεσείοντα συνολικά το ποσό των 512,38 ευρώ... Επίσης, κατά τη λήξη της άνω σύμβασης εργασίας ο αναιρεσείων δεν έλαβε το ποσό των 263,68 ευρώ ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων, το ποσό των 169,80 ευρώ ως αναλογία αποδοχών άδειας και το ποσό των 169,80 ευρώ ως αναλογία επιδόματος άδειας, συνολικά δηλαδή το ποσό των 603,28 ευρώ... Περί τα τέλη Αυγούστου του έτους 2009 ο αναιρεσείων ζήτησε από την αναιρεσίβλητη να συνεχίσει να απασχολείται στην ταβέρνα της, όμως η τελευταία τον ενημέρωσε ότι δεν είχε τη δυνατότητα αυτή, καθώς η επιχείρησή της δεν ήταν δυνατόν να λειτουργεί σε καθημερινή βάση, όπως κατά τη θερινή περίοδο. Σημειωτέον ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν ικανοποιημένη από την εργασία του και δεν ήθελε να τον επαναπασχoλήσει, διότι είχε διαπιστώσει ότι ήταν πρώην χρήστης ναρκωτικών ουσιών και είχε στο παρελθόν εμπλακεί σε ποινικές υποθέσεις σχετικές με την παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη την 1-9-2009 δημοσίευσε αγγελία στην εφημερίδα "Θεσσαλικές Aγγελίες", με την οποία ζητούσε την πρόσληψη ψήστη - μάγειρα για την ταβέρνα της, δεν είναι ικανό να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η επιχείρησή της θα λειτουργούσε σε καθημερινή βάση, όπως και κατά τη θερινή περίοδο... Σημειώνεται ότι από κανένα έγγραφο ούτε από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι προσελήφθη από την εναγομένη δυνάμει σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι απασχολούταν καθημερινά κατά τις ώρες που αναφέρει στην αγωγή του... Επομένως, η άνω σύμβαση εργασίας δεν καταγγέλθηκε από την αναιρεσίβλητη και μάλιστα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις του έγγραφου τύπου και της καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης... Αντίθετα, η εν λόγω σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου λύθηκε λόγω της παρέλευσης του συμφωνηθέντος χρόνου στις 23-8-2009, χωρίς η διάρκειά της να παραταθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε τα αιτήματα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος και αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης να αποδέχεται την εργασία του, καθώς και για καταβολή σ' αυτόν μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης, άλλως επικουρικά αποζημίωσης λόγω απολύσεως. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη φύση εργασίας του αναιρεσείοντος ως συμβάσεως ορισμένου χρόνου, καθώς και ως προς το συμφωνηθέν ημερομίσθιο αυτού και τα καταβληθέντα και οφειλόμενα από την αναιρεσίβλητη ποσά για την προσφερθείσα από αυτόν εργασία του και οι, πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος, τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του, έκτος κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του και έβδομος κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το τελευταίο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 του Κ.Πολ.Δ. όλως αορίστως, προβάλλει την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν ερεύνησε την αντένστασή του περί ακυρότητας της συμβάσεως της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και άφησε αδίκαστο το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων εκθέτει σ' αυτήν ότι το δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του, καθώς και το αντίστοιχο αίτημα και κατά συνέπεια έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και δίκασε το αίτημα. O λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου αυτού είναι η έκδοση προδικαστικής απόφασης, για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της αποδείξεως, β) ποια η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο το θέμα αποδείξεως που επέβαλε το δικαστήριο. Στην ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. εφόσον δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση για αποδείξεις κατά κανόνα δεν δημιουργείται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, εκτός εάν ο διάδικος υπέρ του οποίου υπάρχει τεκμήριο αποδείξεως βαρύνεται με τις συνέπειες της μη αποδείξεως πραγματικών περιστατικών για τα οποία υπάρχει τέτοιο τεκμήριο. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, από την ως άνω διάταξη προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα το Μονομελές Πρωτοδικείο επέβαλε στον αναιρεσείοντα - ενάγοντα το βάρος αποδείξεως της εργοδοτικής ενστάσεως λύσης της σύμβασης εργασίας του λόγω καταρτίσεως συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου. Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Μονομελές Πρωτοδικείο, εφόσον δεν εξέδωσε προδικαστική απόφαση δεν προέβη σε κατανομή του βάρους της αποδείξεως, ούτε υπήρχε τεκμήριο υπέρ του αναιρεσείοντος στην προκείμενη περίπτωση ως προς τη φύση της ένδικης σύμβασης και ως εκ τούτου, ορθώς κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα εκτιμώντας τις εκατέρωθεν προσκομισθείσες αποδείξεις. Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τους, έκτο κατά το δεύτερο μέρος του και έβδομο κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα γιατί δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης του συζύγου της αναιρεσίβλητης, την με αριθμό …/10-3-2010 βεβαίωση της Επιθεωρήσεως Εργασίας Μαγνησίας καθώς και το με αρ. …/2009 δελτίο εργατικής διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας Μαγνησίας. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα παραπάνω. Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 655 του Α.Κ., επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά.

Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.

Εξ άλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του Α.Κ. και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του.

Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού.

Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του Α.Κ. κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του Α.Κ. και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α' του Α.Κ.

Για την αμοιβή δε της υπερεργασίας, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας, δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων αυτών σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επί μέρους αυτές εργασίες.

Εξ άλλου, ασχέτως του άρθρου 655 του Α.Κ., για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της Y.A.19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής η 31η Δεκεμβρίου και η 30ή Απριλίου για τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα αντιστοίχως, η τελευταία δε ημέρα του ημερολογιακού έτους, το αργότερο, για την χορήγηση της άδεια και το επίδομα αδείας, η οποία και θεωρείται ως δήλη ημέρα, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να καθίσταται υπερήμερος ο εργοδότης και να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες.

Ειδικότερα, ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από το νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των ως άνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής τους, που είναι επακριβώς βάσει των ορισμών του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, ήτοι σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας.

Το δε εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική κατά το άρθρο 342 του Α.Κ. της υπερημερίας του οφειλέτη για έλλειψη υπαιτιότητάς του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του περί την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής ο αναιρεσείων - ενάγων ζητούσε να του επιδικαστούν τα αιτούμενα ποσά, που αφορούσαν τις αξιώσεις του για προσαύξηση λόγω καθημερινής νυχτερινής εργασίας, για την υπερωριακή απασχόλησή του και για την εργασία του κατά τις Κυριακές και αργίες, νομιμοτόκως από το τέλος κάθε ημερολογιακού δεδουλευμένου μηνός, καθώς και για την αναλογία του Δώρου Χριστουγέννων, της άδειας και του επιδόματος αδείας με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής τους, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αν και ορθώς έκρινε νόμιμο το ως άνω αίτημα καταβολής τόκων από τη δήλη ημέρα καταβολής αυτών, στη συνέχεια επιδίκασε τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις ως άνω αξιώσεις του αναιρεσείοντος από την επίδοση της αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και οι, όγδοος και ένατος, λόγοι αναιρέσεως, αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επομένως, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά την έναρξη καταβολής τόκων για τα επιδικασθέντα στον αναιρεσείοντα κονδύλια της αγωγής, καθώς και ως προς το αναγκαστικά συνδεόμενο κεφάλαιο της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, παρέλκει δε ως εκ τούτου η έρευνα του δέκατου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά ταύτα, εφόσον κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα το ποσό των 193,98 ευρώ για προσαύξηση λόγω νυχτερινής εργασίας, καθώς και το ποσό 318,40 ευρώ για προσαύξηση κατά τις Κυριακές και την αργία της 15ης Αυγούστου, από το τέλος του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η ως άνω εργασία, τα δε ποσά των 263,68 ευρώ για την αναλογία του Δώρου Χριστουγέννων, των 169,80 ευρώ για την αναλογία της άδειας και των 169,80 ευρώ για το επίδομα αδείας, νομιμοτόκως από την 31-12-2009 (τασσόμενη από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής τους), να καταδικαστεί δε η εναγομένη - αναιρεσίβλητη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη όλων των βαθμών, λόγω της εν μέρει νίκης ήττας αυτής (άρθρο 178 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 1/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά την αναφερόμενη στο αιτιολογικό έκταση.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή ως προς το παρεπόμενο αίτημα αυτής περί καταβολής τόκων. Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τα επιδικασθέντα με την ως άνω απόφαση ποσά: α) των 193,98 ευρώ για προσαύξηση λόγω νυχτερινής εργασίας, καθώς και το ποσό 318,40 ευρώ για προσαύξηση κατά τις Κυριακές και την αργία της 15ης Αυγούστου, νομιμοτόκως από το τέλος του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η ως άνω εργασία και β) τα ποσά, των 263,68 ευρώ για την αναλογία του Δώρου Χριστουγέννων, των 169,80 ευρώ για την αναλογία της άδειας και των 169,80 ευρώ για το επίδομα αδείας, νομιμοτόκως από 31-12-2009. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη - εναγομένη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
  • ΕΦΚΑ
Up
Close
Close
Κλείσιμο