Δημοσιεύθηκε στις : [ 29-10-2013 ]

Άρειος Πάγος 170/2013 Κανονισμός εργασίας και συγκατάθεση εργοδότη σε αποχώρηση εργαζομένου λόγω συνταξιοδότησης ή εργαζομένου που έχει συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη

(Κανονισμός εργασίας και συγκατάθεση εργοδότη σε αποχώρηση εργαζομένου λόγω συνταξιοδότησης ή εργαζομένου που έχει συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Περίληψη

Σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6 § 1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ. αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το αρθρ. 5 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8 § 4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5 § 1 του ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη.

Για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των αρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση.

Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και την θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσης της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.
Στην περίπτωση, όμως, που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, εφόσον δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/86).

β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει την συνδρομή του στοιχείου αυτού.

γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων, και την συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη.

Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων την συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί (ΑΠ 197/2011).

ΑΠ 170/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Σ. του Η., κατοίκου ..., 2) Ο. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Ε. Κ. Φ., κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3036/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4738/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασής του δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2005).

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6 § 1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ. αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το αρθρ. 5 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8 § 4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5 § 1 του ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη.

Για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των αρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση.

Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και την θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσης της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.

Στην περίπτωση, όμως, που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, εφόσον δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/86).

β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει την συνδρομή του στοιχείου αυτού.

γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων, και την συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη.

Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων την συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί (ΑΠ 197/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 19 του συμβατική ισχύ έχοντος Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας οι μόνιμοι υπάλληλοί της απολύονται μόνο (α) λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, δηλ. του 63ου έτους για τους Διευθυντές κ.λπ. και του 60ου για τους Εντεταλμένους Τμηματάρχες -Προϊσταμένους και τους εξομοιουμένους με αυτούς, καθώς και για το προσωπικό των λοιπών βαθμών (β) ... κ.λπ., οι δε συμπληρώσαντες κατά την διάρκεια του έτους το άνω όριο ηλικίας αποχωρούν της υπηρεσίας, τιθέμενοι υπό σύνταξη, από 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους. Σύμφωνα με το άρθ. 18 του ίδιου Κανονισμού (α) ο υπάλληλος δικαιούται να παραιτηθεί χωρίς να είναι υποχρεωμένος να εκθέσει τους λόγους της παραίτησής του (β) η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως, η δε υπαλληλική σχέση λύεται μόνο με την αποδοχή της (γ) η αποδοχή της παραίτησης είναι υποχρεωτική μέσα σε έναν μήνα από την υποβολή της και θεωρείται ότι έχει γίνει αυτοδίκαια δεκτή, αν παρέλθει η παραπάνω προθεσμία και δεν γίνει δήλωση για αναβολή της αποδοχής της, ενώ επιτρέπεται έγγραφη ανάκληση της παραίτησης πριν γίνει αποδεκτή. Κατά τα ανωτέρω οι εργασιακές συμβάσεις του προσωπικού της Τράπεζας είναι καταρχήν ορισμένου χρόνου, διότι προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών της με την συμπλήρωση του καθοριζομένου ορίου ηλικίας, εφόσον, όμως, με τον Κανονισμό προβλέπεται η δυνατότητα λύσης πριν από τον χρόνο αυτόν με την υποβολή έγγραφης παραίτησης, υποχρεωτικής για την Τράπεζα, πληρούται η ενυπάρχουσα διαλυτική αίρεση και η σύμβαση με την υποχρεωτική αυτήν αποδοχή μετατρέπεται σε (εξαρχής) αορίστου χρόνου, η παραίτηση δε αυτή, χωρίς δικαίωμα εναντίωσης της Τράπεζας, ταυτίζεται με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεσή της και κατά συνέπεια ο με τον τρόπο αυτόν αποχωρών υπάλληλος δικαιούται την ως άνω αποζημίωση (ΑΠ 197/2011). Εξάλλου, με το άρθρο 2 § 2 α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζες κ.λπ. η από το ν. 21121920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωση, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δραχμές. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δραχμές με το άρθρο 1 ν.δ. 207/1974, σε 1.000.000 δραχμές με το άρθρο 24 ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δραχμές με το άρθρο 24  ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1876/1990, σε 7.500 € με το άρθ. 7 § 5 ν. 3075/2002 και σε 15.000 € με το άρθ. 21 § 13 ν. 3144/2003. Με το άρθρο 5 § 1 ν. 435/1976, με το οποίο αντικαταστάθηκε το εδάφ. β' του άρθρου 8 ν. 3198/1955, ορίζεται ότι μισθωτοί υπαγόμενοι στην ασφάλιση οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης συμπληρώσαντες τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, αν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν λαμβάνοντες, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 και με το άρθρο 1 §§ 1 και 2 ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλόμενης αποζημίωσης στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, τραπεζών κ.λπ. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 άρθρ. 103 του Συντάγματος, όπως αυτές προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Με την διάταξη του άρθρου 1 § 6 περ. ε' ν. 1256/1982, ορίσθηκε ότι η αληθινή έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 9 του ν. 1232/1982, είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται...... ε) οι τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρίες, στις οποίες, είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ, με την διάταξη του άρθρου 51 ν. 1892/1990, με τίτλο "επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα" ορίζεται ότι ο κατά τις διατάξεις του άρθρ. 1 § 6 ν. 1256/1982, δηλαδή την προηγούμενη διάταξη, δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο...... δ) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, είτε στο σύνολό τους ή κατά πλειοψηφία. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1 § 1 και 8 § 4 του καταστατικού της αναιρεσείουσας, που κυρώθηκε με το ν. 3424/1927 και έχει ισχύ νόμου η Τράπεζα αυτή έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και συνιστά από την φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσόν που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, ποσοστό που αυξήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 34 ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της. Περαιτέρω, με το άρθρο 4 § 1 του Καταστατικού της αναιρεσείουσας ορίζεται, ότι πρωταρχικός σκοπός της είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του γενικού επιπέδου τιμών και ότι με την επιφύλαξη του πρωταρχικού αυτού σκοπού η Τράπεζα στηρίζει τη γενική πολιτική της κυβέρνησης και με το άρθρο 2 § 1 εδ. α' έως ζ' του Καταστατικού της ορίζεται ότι κύριες αρμοδιότητες της Τράπεζας είναι α) η χάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η πιστωτική πολιτική β) η άσκηση της πολιτικής της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής έναντι άλλων νομισμάτων, σύμφωνα με το πλαίσιο της συναλλαγματικής πολιτικής που προκρίνει η κυβέρνηση ύστερα από διαβουλεύσεις με την τράπεζα γ) η κατοχή και διαχείριση των επισήμων συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας, στα οποία περιλαμβάνονται τα σε συνάλλαγμα και χρυσό διαθέσιμα της Τράπεζας και του Δημοσίου και η ενέργεια πράξεων σε συνάλλαγμα δ) η άσκηση εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων επιχειρήσεων και Οργανισμών του Χρηματοπιστωτικού Τομέα της οικονομίας ε) η προώθηση και επίβλεψη της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών, καθώς και συστημάτων διαπραγμάτευσης, διακανονισμού και εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών επί τίτλων και λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων στ) το αποκλειστικό προνόμιο της έκδοσης τραπεζικών γραμματίων και ζ) η ενέργεια ως ταμία και εντολοδόχου του Δημοσίου. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διατάξεων, με τις οποίες καθορίζεται ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, δεν περιλαμβάνεται η αναιρεσείουσα στον δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 ν. 1892/1990, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, στο σύνολό της, ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν, κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου. Ενόψει, όμως, και των προαναφερόμενων αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στην αναιρεσείουσα και των προνομίων που έχουν παραχωρηθεί σε αυτήν, από την σύστασή της και μεταγενέστερα, και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος, δεν είναι αυτή ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ως προς την άσκηση εκ μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου, ως προς την διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία. Επομένως, υπάλληλος της αναιρεσείουσας που αποχωρεί από την υπηρεσία της δικαιούται την προβλεπόμενη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' ν. 3198/1955 και 5 § 1 ν. 435/1976 αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 §§ 2 και 3 του α.ν. 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 ν.δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η αναιρεσείουσα δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Η άποψη ότι ο νομοθέτης συνέδεσε τον περιορισμό της αποζημίωσης με το πρόσωπο του εργοδότη, αποβλέποντας στην οικονομική ανακούφιση του δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφελείας, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, αφού οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τον φορολογούμενο και στην περίπτωση των κοινωφελών επιχειρήσεων το κόστος των παρεχομένων υπηρεσιών (ΟλΑΠ 33-34/1997, ΑΠ 16-18/1992, 39/1998), ο σκοπός δε αυτός δικαιολογεί την θέσπιση ανωτάτου ορίου στην προβλεπόμενη από το ν. 2112/1920 αποζημίωση για τους μισθωτούς των Τραπεζών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίες ιδρύθηκαν και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εθνικής οικονομίας, αλλά και του γενικότερου συμφέροντος, με την παροχή στο κοινό δυνατοτήτων αποταμιεύσεως και πίστεως και άλλων υπηρεσιών σε χαμηλό κόστος και διευκολύνσεις (ΟλΑΠ 39/ 1998), δεν κρίνεται ότι μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική στην προκείμενη περίπτωση κρίση, εν όψει του καθαρά ιδιωτικού δικαίου χαρακτήρα της αναιρεσείουσας, ως προς τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της (ΠλΟλΑΠ 1/2006, ΑΠ 197/2011, 440/2010). Τέλος, κατά το άρθ. 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 158/2012). Κατά συνέπεια μόνη η παραίτηση υπαλλήλου της Τράπεζας αυτής λίγο πριν την υποχρεωτική αποχώρησή του λόγω της συμπλήρωσης του οριζομένου από τον Κανονισμό της ορίου ηλικίας, που έχει ως αποτέλεσμα την μετατροπή της άλλως (σε περίπτωση δηλ. μη παραίτησης αλλά παραμονής μέχρι την συμπλήρωση του ορίου αυτού) ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του, και μάλιστα εξ υπαρχής, σε σύμβαση αορίστου χρόνου προκειμένου να διεκδικήσει τη νόμιμη αποζημίωση για την πρόωρη αποχώρηση, και η στην συνέχεια άσκηση αγωγής για την καταβολή αποζημίωσης αυτής, χωρίς άλλα περιστατικά, δεν συνιστά κατάχρηση, αλλά χρήση νομίμου δικαιώματος (πρβλ. ΑΠ 125/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας "Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", επί αγωγής των τώρα αναιρεσιβλήτων υπαλλήλων της διωκούσης την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της καταβλητέας σ' αυτές αποζημίωσης, λόγω της παραίτησής τους πριν την συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον Κανονισμό της ορίου ηλικίας υποχρεωτικής αποχώρησής τους αλλά μετά την συμπλήρωση συνεχούς 15ετούς υπηρεσίας σ' αυτήν, χωρίς τους περιορισμούς που προβλέπονται ως προς το ανώτατο όριο της αποζημίωσης αυτής με τα άρθ. 2 § 2 α.ν. 173/1967 και 1 § 1 ν.δ. 618/1970, και της καταβληθείσης μικρότερης με βάση τους περιορισμούς αυτούς, με την προσβαλλομένη 4738/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή των αναιρεσιβλήτων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, που παραιτήθηκαν από την υπηρεσία της σ' αυτήν και αποχώρησαν πριν από την συμπλήρωση του προβλεπομένου από τον Κανονισμό της αναιρεσείουσας ορίου ηλικίας και είχε επιδικασθεί σ' αυτές η ζητηθείσα ως άνω διαφορά αποζημίωσης, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, δεχθέν ειδικότερα (όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ότι (α) οι αναιρεσίβλητες ενάγουσες δικαιούνται την προβλεπομένη ως άνω από το άρθ. 8 εδ. α' ν. 3198/1955 αποζημίωση, χωρίς τους παραπάνω περιορισμούς και (β) η άσκηση του καταγομένου με την αγωγή προς κρίση δικαιώματος των εναγουσών δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική εκ μόνου του λόγου ότι, όπως ισχυρίσθηκε η εναγομένη αναιρεσείουσα, αυτές υπέβαλαν την παραίτησή τους λίγο πριν την υποχρεωτική αποχώρησή τους από την υπηρεσία της λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπει ο Κανονισμός της με αποκλειστικό σκοπό την είσπραξη απ' αυτές συμπληρωματικής αποζημίωσης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι τέσσερις λόγοι της κρινόμενης αίτησης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..................." για αναίρεση της 4738/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2013.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο