Δημοσιεύθηκε στις : [ 08-10-2013 ]

Άρειος Πάγος 927/2013 Διευθυντικό δικαίωμα εργοδότη

(Διευθυντικό δικαίωμα εργοδότη)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

ΑΠ 927/2013

Περίληψη.
Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έχει την εξουσία να εξειδικεύει εκάστοτε την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τον τόπο, το χρόνο, τον τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Αποτελεί, όμως, παραλλήλως το δικαίωμα αυτό και εφαρμογή στις εργασιακές σχέσεις, της εξουσίας του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον προσφορότερο τρόπο.
Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, υπό την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμα αυτό καταχρηστικά.
Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα, προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή έναν άλλο μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, όσο και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή (η οποία συνιστά συνάμα και ικανοποίηση αντίστοιχου δικαιώματος του μισθωτού), αλλά για απόφαση που αφορά και την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως. Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, όπως είναι η εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επιλύσεώς τους, η πολύχρονη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003).



ΑΠ 9 27/2013


Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..........................., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 628/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 13-1-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθμ…/19-10-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών …, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 18-2-2011 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 24-1-2012, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με κλήση προς αυτόν για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, κατά την ορισθείσα παραπάνω αρχική δικάσιμο. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναιρέσεως, κατόπιν αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, αναβλήθηκε, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (20-11-2012). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αφού ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος είχε νομίμως κλητευθεί για να παραστεί κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειαζόταν νέα κλήση του για την μετ' αναβολή δικάσιμο (20-11-2012), δοθέντος ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεώς του και, επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 εδάφ. α' και γ' ΚΠολΔ).
Ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έχει την εξουσία να εξειδικεύει εκάστοτε την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τον τόπο, το χρόνο, τον τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Αποτελεί, όμως, παραλλήλως το δικαίωμα αυτό και εφαρμογή στις εργασιακές σχέσεις, της εξουσίας του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον προσφορότερο τρόπο.
Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, υπό την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμα αυτό καταχρηστικά.
Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα, προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή έναν άλλο μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, όσο και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή (η οποία συνιστά συνάμα και ικανοποίηση αντίστοιχου δικαιώματος του μισθωτού), αλλά για απόφαση που αφορά και την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως. Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, όπως είναι η εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επιλύσεώς τους, η πολύχρονη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 40 παρ. 1 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της .................., που περιέχεται στην από 4-10-1973 ΕΣΣΕ, η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 2842/442/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως (ΦΕΚ Β' 1274) και έχει ισχύ νόμου, διότι κυρώθηκε αναδρομικά με το άρθρο 2 του Ν.Δ. 210/1974, η ανάθεση καθηκόντων οιασδήποτε στάθμης Διοικήσεως σε μισθωτούς της ΔΕΗ γίνεται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή αυτής, ο οποίος είναι και ο αρμόδιος για την ανάκλησή της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου. Στην παρ. 2Α του Κεφαλαίου ΣΤ της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ ορίζεται ότι, η ανάθεση καθηκόντων στο προσωπικό για όλες τις στάθμες της ιεραρχίας γίνεται, ύστερα από προκήρυξη και προδιαγραφή των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων κατά προκηρυσσόμενη θέση, με συμμετοχή εκπροσώπου της πλέον αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργανώσεως προσωπικού της κατηγορίας του κρινόμενου μισθωτού στα αρμόδια κατά περίπτωση όργανα επιλογής ή προεπιλογής των καταλληλότερων από τους υποψηφίους. Με το άρθρο 58 του Κανονισμού Διάρθρωσης Υπηρεσιών της ΔΕΗ, που εγκρίθηκε με τις υπ' αριθμ. 207/13-12-2000 και 66/13-3-2001 αποφάσεις του Δ.Σ. αυτής, ορίζεται ότι: 1. Η ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου, οποιασδήποτε στάθμης διοικήσεως και η ανάκληση αυτών, ενεργείται με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου ή των εξουσιοδοτημένων απ' αυτόν οργάνων. 2. Με αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου καθορίζονται, για κάθε θέση προϊσταμένου, οι κατηγορίες των μισθωτών, από τις οποίες επιλέγονται οι προϊστάμενοι οποιασδήποτε στάθμης διοικήσεως, τα βασικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καθώς και τα, κατά περίπτωση, πρόσθετα προσόντα. Με την παράγραφο δε 4 του άρθρου 27 του Κανονισμού Λειτουργίας της ΔΕΗ ορίζεται ότι, οι Τομεάρχες και Υποτομεάρχες ΒΟΚ (Βασικά Οργανικά Κλιμάκια) προέρχονται από το τακτικό προσωπικό της Επιχείρησης. Καθήκοντα ανατίθενται σ' αυτούς, ύστερα από σχετική προκήρυξη, από τους Γενικούς Διευθυντές ή τον Διευθύνοντα Σύμβουλο για τα υπ' αυτόν ΒΟΚ. Τα βασικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που πρέπει να πληρούν, η διαδικασία επιλογής τους, η θητεία τους και τα θέματα της υπηρεσιακής τους καταστάσεως καθορίζονται με αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου, κατόπιν εισηγήσεως του Γενικού Διευθυντή ΑΝΠΟ και γνώμη των λοιπών Γενικών Διευθυντών. Από όλα τα ανωτέρω εκτιθέμενα συνάγεται με σαφήνεια ότι, προκειμένου περί αγωγής υπαλλήλου της ΔΕΗ, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική η απόφαση του εργοδότη, με την οποία αυτός, κατ' ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, τοποθέτησε σε θέση ευθύνης άλλον υπάλληλο της επιχειρήσεως, παραλείποντας τον ενάγοντα, για να είναι ορισμένη η αγωγή αυτή, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στο οικείο δικόγραφο τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπαλλήλου που παραλείφθηκε σε αντιπαραβολή με εκείνα του τοποθετηθέντος σε θέση ευθύνης (όπως Τομεάρχη ή Υποτομεάρχη ΒΟΚ) και επιπρόσθετα να εκτίθενται και άλλες συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος έναντι του τοποθετηθέντος ως προς τα προσόντα, να καθιστούν καταχρηστική τη μη τοποθέτηση αυτού στη συγκεκριμένη θέση ευθύνης, ως καταφανώς ικανότερου και πλέον κατάλληλου για τη θέση αυτή. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, το οποίο προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται η αοριστία, ποσοτική ή ποιοτική, της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 20-7-2007 αγωγή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, για τη θεμελίωση της καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Δ.Ε.Η. να τοποθετήσει στη θέση του Υποτομεάρχη ΒΟΚ του Τομέα Υποστήριξης της Διεύθυνσης Περιφέρειας Πελοποννήσου - Ηπείρου (ΤΥ/ΔΠΠ - Η) τον κατονομαζόμενο συνάδελφό του κατά παράλειψη εκείνου, επικαλέστηκε μόνο ότι υπερείχε (απλώς) ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του επιλεγέντος συναδέλφου του. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε: Ότι είναι υπάλληλος της αναιρεσείουσας από τον διορισμό του σ' αυτήν στις 26-3-1981, είναι απόφοιτος εξατάξιου Γυμνασίου και έχει φοιτήσει στο Χημικό Τμήμα της Σιβιτανιδείου Σχολής. Ότι την 1-8-2000 τοποθετήθηκε ως αναπληρωτής Υποτομεάρχης του Τομέα Υποστήριξης/Διεύθυνσης Περιφέρειας Πελοποννήσου - Ηπείρου (ΤΥ/ΔΠΠ - Η), όπου υπηρέτησε έως τις 9-7-2007, ασκώντας παράλληλα, από 15-10-2002, και τα καθήκοντα του Επόπτη ασφάλειας και εγκαταστάσεων κτιρίων/ΔΠΠ - Η. Ότι στις 6-7-2007, κατόπιν της υπ' αριθμ. ΓΔ/Δ/1367/27-3-2007 προκηρύξεως για την πλήρωση θέσεως στάθμης Υποτομεάρχη ΒΟΚ της Διεύθυνσης Περιφέρειας Πελοποννήσου - Ηπείρου, με την υπ' αριθμ. ΓΔ/Δ/3063/6-7-2007 απόφαση ανάθεσης καθηκόντων προσωπικού της Γενικής Διεύθυνσης Διανομής της αναιρεσείουσας, τοποθετήθηκε, κατά παράλειψη αυτού, ως Υποτομεάρχης ΒΟΚ του Τομέα Υποστήριξης της Διεύθυνσης Περιφέρειας Πελοποννήσου - Ηπείρου (ΤΥ/ΔΠΠ - Η), ο Δ. Δ., ο οποίος μέχρι τότε ήταν υφιστάμενός του στον κλάδο αυτό και υπαγόταν σ' εκείνον (αναιρεσίβλητο), είχε δε προσληφθεί από την αναιρεσείουσα στις 20-1-1983 και είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου. Ότι με την επιλογή και τοποθέτηση του Δ. Δ. στην θέση του Υποτομεάρχη ΒΟΚ του Τομέα Υποστήριξης της Διεύθυνσης Περιφέρειας Πελοποννήσου - Ηπείρου (ΤΥ/ΔΔΠ - Η), η αναιρεσείουσα άσκησε καταχρηστικά και παράνομα το διευθυντικό της δικαίωμα, δεδομένου ότι αυτός (αναιρεσίβλητος) υπερείχε του ως άνω τοποθετηθέντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καθόσον ανήκε βαθμολογικά στο κλιμάκιο 1, ενώ ο Δ. Δ. στο κλιμάκιο 6 και η υπηρεσιακή βαθμολογία του ήταν ίδια με εκείνη του Δ. Δ. και πάντως άριστη, είχε δε και προϋπηρεσία επτά (7) ετών στη συγκεκριμένη θέση. Ισχυρίσθηκε ακόμη ο αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του, ότι η τοποθέτηση του Δ. Δ. στην εν λόγω θέση ήταν παράνομη και καταχρηστική, επί πλέον, διότι δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ούτε έγινε προς όφελος των συμφερόντων της αναιρεσείουσας, είχε δε ως συνέπεια να στερηθεί αυτός το Ειδικό Επίδομα Οργανικού Στελέχους (θέσης) εκ ποσού 135 ευρώ μηνιαίως, το οποίο πλέον θα λαμβάνει ο Δ. Δ. και να προσβληθεί η προσωπικότητά του με τη μείωση της υπηρεσιακής και επαγγελματικής του αξίας, αφού τοποθετήθηκε σε ανώτερη θέση ο μέχρι χθες υφιστάμενός του, με υποδεέστερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και μικρότερη προσφορά από τη δική του στην Υπηρεσία της αναιρεσείουσας. Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή ο ενάγων - αναιρεσίβλητος να αναγνωρισθεί ότι είναι καταχρηστική και, συνεπώς, άκυρη η απόφαση της Διοίκησης της εναγομένης - αναιρεσείουσας να τοποθετήσει στη θέση του Υποτομεάρχη ΒΟΚ του Τομέα Υποστήριξης της Διεύθυνσης Περιφέρειας Πελοποννήσου - Ηπείρου (ΤΥ/ΔΠΠ - Η) τον Δ. Δ., να τοποθετηθεί ο ίδιος στη θέση αυτή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη το ποσό των 50.000 ευρώ. Με το παραπάνω περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, προεχόντως, διότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος επικαλείται μόνο την υπεροχή του ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του ως άνω επιλεγέντος και τοποθετηθέντος στην επίμαχη θέση συναδέλφου του (ούτε καν γίνεται επίκληση καταφανούς υπεροχής), που προκύπτει (απλή υπεροχή αυτού) και από την αντιπαραβολή των εκτιθεμένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ίδιου και του επιλεγέντος συναδέλφου του και δεν αναφέρει ότι συνέτρεχαν και άλλες συγκεκριμένες περιστάσεις (ειδικευμένη γνώση του αντικειμένου της συγκεκριμένης θέσης, εξαιρετική υπηρεσιακή απόδοσή του ως αναπληρωτής Υποτομεάρχης στη θέση αυτή, ή ακόμη και κακοπιστία της εργοδότριας εταιρείας, εμπάθεια ή εχθρότητα κ.λπ.), οι οποίες (περιστάσεις), συνδυαζόμενες με την υπεροχή του σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καθιστούν καταχρηστική την απόφαση της Διοίκησης της εναγομένης - αναιρεσείουσας να μη τοποθετήσει αυτόν στη θέση του Υποτομεάρχη ΒΟΚ του Τομέα Υποστήριξης της Διεύθυνσης Περιφέρειας Πελοποννήσου - Ηπείρου (ΤΥ/ΔΠΠ - Η). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο τον με λόγο εφέσεως (αλλά και πρωτοδίκως) προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής, ως μη περιέχουσας τα παραπάνω αναγκαία στοιχεία, που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την επικαλούμενη καταχρηστικότητα, εσφαλμένα παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και γι' αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013, ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της. Έτσι, λοιπόν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών), με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 628/2008 απόφασή του, αν και η ένδικη αγωγή δεν ήταν ορισμένη, όμως, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, την έκρινε ορισμένη και νόμιμη και στη συνέχεια την δέχθηκε ως βάσιμη (εν μέρει) και στην ουσία της. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας τη σχετική πλημμέλεια, η οποία είναι βάσιμη. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της. Ο αναιρεσίβλητος - ενάγων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας - εναγομένης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 18-1-2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 628/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αγωγή. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας - εναγομένης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2013.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο