Δημοσιεύθηκε στις : [ 06-09-2013 ]

Άρειος Πάγος 530/2013 Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου -και του ευρύτερου δημόσιου- τομέα

(Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου -και του ευρύτερου δημόσιου- τομέα)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

ΑΠ   530/2013


Περίληψη
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας.

Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ.669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ'εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ.26§ 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006).


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Ν. του Η., κατοίκου ..., 2) Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο Νικόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5547/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 892/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14/4/2011 αίτησή τους και τους από 9/2/2012 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 890/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 18/7/2012 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 1/3/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 14/4/2011 αίτηση των Λ. Ν. κλπ κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", περί αναιρέσεως της 892/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στη προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως, υπ' αριθ. 9882/2-10-2012, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 18-7-2012 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής,(26-2-2013), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στο αναιρεσίβλητο. Επομέμένως, εφ' όσον αυτό δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας.

Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ.669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ'εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ.26§ 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006).

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001)έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής(ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ.281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου(ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/ 2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ.103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 ισχύουν δε από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ.5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ. ΑΠΟλ.7/2011).
Στη προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, ο πρώτος στις 1-1-1986 και ο δεύτερος στις 15 -5-1989 για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως τεχνίτες-οικοδόμοι ελαιοχρωματιστές με συμβάσεις που κατ'επίφαση έφεραν το χαρακτήρα των συμβάσεων έργου, ενώ εξ αρχής αυτές ουσιαστικά υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του άνω εναγομένου. Ότι με διαδοχικές ανανεώσεις των αρχικών τους συμβάσεων, κατά τους χρόνους που αναφέρονται για καθένα στη αγωγή, εξακολουθούσαν να προσφέρουν την εργασία τους με την ίδια ειδικότητα με την οποία προσλήφθηκαν και οι δύο συνεχώς μέχρι την 5-4-2005, τελούντες υπό την εποπτεία και την εξάρτηση του εναγομένου, οπότε αυτό έπαψε να αποδέχεται την εργασία τους. Ενόψει του ιστορικού αυτού, οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν ότι οι συμβάσεις έργου που τους συνέδεαν με το εναγόμενο εξ αρχής έφεραν το χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίες δεν έχουν λήξει διότι το εναγόμενο δεν τήρησε τις νόμιμες διαδικασίες για την καταγγελία τους (χωρίς επίδοση εγγράφου και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης).
Για τους λόγους αυτούς ζήτησαν α)να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις έργου με τις οποίες συνδέονται με το εναγόμενο φέρουν το χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β)να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεών τους, που έγινε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γ)να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την εργασία τους με καταβολή των νόμιμων αποδοχών τους και με καταβολή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα άρνησης της απασχόλησης κάθε ενάγοντος, δ)να υποχρεωθεί αυτό (εναγόμενο) να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 1500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, και ε)να υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει μισθούς υπερημερίας, δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα άδειας για το χρονικό διάστημα από 5-4-2005 έως 5-4-2006,και συγκεκριμένα 1)στον πρώτο ενάγοντα 21.969,49 ευρώ και 4.022,55 ευρώ για προσαύξηση λόγω μη χορήγησης άδειας, και 2)στο δεύτερο ενάγοντα 21.687,48 ευρώ και 4.022,55 για προσαύξηση λόγω μη χορήγησης άδειας, επικουρικά δε και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η απόλυσή τους ήταν έγκυρη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 29.551,8 ευρώ στον πρώτο και 23.839,67 ευρώ στο δεύτερο, νομιμότοκα όλα τα προαναφερθέντα ποσά όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στην ένδικη αγωγή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου, με τη προσβαλλόμενη, απόφασή του, και σύμφωνα με τις αναπτυσσόμενες σ' αυτή σκέψεις, έκρινε ότι "στην προκειμένη περίπτωση, οι συμβάσεις έργου των εναγόντων, οι οποίες συνήφθησαν υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν.2190/1994,και αν ακόμη ήθελαν χαρακτηρισθεί ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν μπορούν με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις κατάρτισης και λειτουργίας αυτών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ακόμη και αν στην πραγματικότητα οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους, εναγομένου - εκκαλούντος Νοσοκομείου, αφού το τελευταίο ως ΝΠΔΔ, δεν είχε την ευχέρεια να συνάπτει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Υπό την ισχύ, λοιπόν, αυτών των διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή στις κρινόμενες περιπτώσεις των εναγόντων των διατάξεων του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1990 σε συνδυασμό με το άρθρο 103 παρ. 8εδ.γ του Συντάγματος ούτε και κατ' επιταγή της ανωτέρω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά, βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος αυτού. Και τούτο διότι η ως άνω Οδηγία δεν έχει σαφείς και ορισμένες διατάξεις και δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά ούτε και μετά από ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτών, αφού η ανωτέρω Οδηγία δεν υπαγορεύει, ως συνέπεια καταχρηστικής σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, το χαρακτηρισμό αυτών ως μιας ενιαίας σύμβασης αόριστης διάρκειας, ενώ κάτι τέτοιο θα καθιστούσε, όπως αναφέρθηκε περιττή τη λήψη μέτρων για την ενσωμάτωση της Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη και θα αναιρούσε την παρεχόμενη από τη συγκεκριμένη Οδηγία ευχέρεια των κρατών-μελών να διαφοροποιήσουν τα μέτρα κατά τομείς, όταν αυτοί διαφέρουν, να προσδιορίσουν τη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων, την έννοια των συμβάσεων ορισμένου και αορίστου χρόνου και τις προϋποθέσεις που δε θα επιτρέπουν μια τέτοια ως άνω καταστρατήγηση (ΟλΑΠ 19-20/2007, ΑΠ 1665/2007). Κατά συνέπεια, αφού δε συντρέχουν, κατά τα προαναφερόμενα, στις περιπτώσεις των εναγόντων οι εκ τιθέμενες πιο πάνω οι προϋποθέσεις, η ένδικη αγωγή αυτών, κατά το αίτημά της να αναγνωριστεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις αυτών αποτελούσαν εξαρχής μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μη νόμιμη και πρέπει για το λόγο τούτο να απορριφθεί, όπως και το επικουρικό αίτημα της περί καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, το οποίο δεν εξετάσθηκε πρωτοδίκως, αφού και αυτό προϋποθέτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου". Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων δεν ήταν νόμιμη, μολονότι αυτοί είχαν προσληφθεί από το αναιρεσίβλητο στις 1-1-1986 ο πρώτος και στις 15-5-1989 ο δεύτερος, δηλαδή πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, η οποία άρχισε να ισχύει από 18-4-2001, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 103 § 8 Σ, της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ., και του άρθρου 8 § 5 Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, 7 του ΠΔ 164/2004, 8§3 Ν.2112/1920. Ειδικότερα, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι διαδοχικές συμβάσεις έργου των αναιρεσειόντων καταρτίστηκαν αρχικά την 1-1-1986 και 15-5-1999 αντιστοίχως, δηλαδή πριν από την έναρξη της ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ.103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, και ισχύουν από 18-4-2001, αλλά και των άρθ.5 και 11 του ΠΔ 164/2004, αυτές είχαν προσλάβει τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου. Τούτο δε διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο χρονικός περιορισμός των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας ήταν καταχρηστικός και δεν δικαιολογείτο από τη φύση των υπηρεσιών των πιο πάνω εναγόντων και των καλυπτομένων παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, αφού αυτοί είχαν προσληφθεί για να εξυπηρετούν, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου με μόνιμη εργασιακή απασχόλησή τους, με αποτέλεσμα οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις έργου να θεωρούνται ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.
Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 του Ν.2112/1920 και 281,671 του Α.Κ. και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ενώ εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 103§ 8 του Συντάγματος, και την ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ. και το άρθρο 7 του ΠΔ 164/2004. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης του κύριου δικογράφου και συναφής μοναδικός κύριος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κρίνονται ενιαίως, ως κατ' ουσίαν βάσιμοι, απορριπτομένου του επικουρικού λόγου αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, και με τον οποίο προβάλλεται επίσης η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ σε σχέση με τη νομική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής, την οποία δέχθηκε το Εφετείο, ως αλυσιτελούς, ενόψει του ότι γίνονται, όπως προεκτέθηκε, δεκτοί ως βάσιμοι οι ανωτέρω ενιαίως κρινόμενοι, κύριος και πρόσθετος μοναδικοί λόγοι αναίρεσης που πλήττουν την ίδια διάταξη. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Θεσσαλονίκης), του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους δικαστές εφόσον αυτό είναι εφικτό, ενόψει του ότι η ανωτέρω δικονομική δυνατότητα διατηρήθηκε και μετά τη τροποποίηση του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ με το άρθρο 121 παρ.4εδ.2ο του ν. 4055/2012,στο οποίο από παραδρομή δεν αναφέρεται η φράση "... ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές", όπως από τη τελολογική ερμηνεία του άρθρου αυτού, όπως τροποποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, προκύπτει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 892/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές απ' αυτούς που εξέδωσαν τη προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο