Συνημμένα

Δημοσιεύθηκε στις : [ 23-07-2013 ]

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ - ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις»

(«Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις»)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

Α. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Τα σημάδια σταδιακής ανάκαμψης της χώρας αποτυπώνονται στη βραχυπρόθεσμη πορεία των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών, στην επιβράδυνση της υποχώρησης του παραγόμενου προϊόντος, στη μείωση των τιμών, την αύξηση των εξαγωγών.  Τα προβλήματα βέβαια παραμένουν πολλά και οι επιπτώσεις στην ανεργία και την απασχόληση είναι σημαντικές. Η προσπάθεια για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και ο εξορθολογισμός των δαπανών αποτελούν αναγκαία συνθήκη για την ανάταξη της εθνικής μας οικονομίας.
   
Η προσπάθεια, όμως, αυτή δεν θα ήταν ολοκληρωμένη και αποτελεσματική, αν δεν συνδυαζόταν με ένα ευρύ πλαίσιο διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας μας και στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και κυρίως στην αναμόρφωση της φορολογικής νομοθεσίας και στον εκσυγχρονισμό της φορολογικής διοίκησης. Βασική επιδίωξη αποτελεί, ειδικά στην εξαιρετικά κρίσιμη για την οικονομία και την κοινωνία μας περίοδο που διανύουμε, η δίκαιη αναδιανομή του εισοδήματος και η φορολογική δικαιοσύνη προκειμένου αφενός μεν να χρηματοδοτούνται,  και να παρέχονται δημόσιες υπηρεσίες ποιότητας προς τους πολίτες καθώς και  να προστατεύονται τα δημόσια αγαθά που είναι απαραίτητα για τη συνεκτική λειτουργία της κοινωνίας μας και αφετέρου να αντιμετωπίσουμε την οικονομική αδικία που γεννά η φοροδιαφυγή και η φοροαποφυγή.
   
Προς την κατεύθυνση αυτή προχωράμε με συστηματικό τρόπο στη δημιουργία ενός σταθερού, κοινωνικά δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος. Το πρώτο βήμα έγινε με το νέο Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ο οποίος παρακολουθεί και λαμβάνει υπόψη τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές, περιλαμβάνει σημαντικές διατάξεις για την καταπολέμηση της φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής ενώ θα ακολουθήσουν διατάξεις για τον εξορθολογισμό των υφιστάμενων φορολογικών κινήτρων προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια και ο έλεγχος σε φορολογικά κίνητρα και καθεστώτα και παράλληλα να απλοποιηθεί το πλαίσιο για την ενίσχυση των αναπτυξιακών και παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας.
   
Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά ο νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος και για να έχει η χώρα και η φορολογική διοίκηση στη διάθεσή της ένα σύγχρονο φοροελεγκτικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει την είσπραξη των εσόδων του Δημοσίου και θα επανασυστήνει δεσμούς εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ φορολογούμενου πολίτη και κράτους, προωθείται με τις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας. Με τις προτεινόμενες διατάξεις του Κώδικα επιχειρείται η θέσπιση ενός ανεξάρτητου συστήματος κανόνων που θα διέπει διάφορα στάδια της φορολογικής διαδικασίας αφενός ως προς τις φορολογικές υποχρεώσεις των υποκειμένων των αναφερομένων στον Κώδικα φορολογιών και αφετέρου ως προς τη διαδικασία της είσπραξης των προερχόμενων από φόρους και τέλη δημοσίων εσόδων. Για πρώτη φορά εμπλέκονται στο ίδιο νομοθέτημα διατάξεις που αφορούν παράλληλα φορολογία εισοδήματος, Φ.Π.Α. Βιβλία και Στοιχεία, είσπραξη (Κ.Ε.Δ.Ε), έλεγχο καθώς και θέματα οργάνωσης.
   
Ο Κώδικας ενσωματώνει και απλοποιεί διάσπαρτες διατάξεις της πρωτογενούς και δευτερογενούς νομοθεσίας που αφορούν τις φορολογικές διαδικασίες, τη σχέση μεταξύ φορολογούμενου και φορολογικής διοίκησης και τις διαδικασίες είσπραξης των φόρων. Εισάγει νέους και σύγχρονους τρόπους προσδιορισμού του φόρου, επαναξιολογεί τα προνόμια του Δημοσίου και επιδιώκει να επαναθεμελιώσει τις σχέσεις μεταξύ της φορολογικής διοίκησης και του φορολογούμενου σε υγιέστερη και δικαιότερη βάση.

Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας παρακολουθεί τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές, είναι απλοποιημένος και εύληπτος και διευκολύνει τους φορολογούμενους στη συνεργασία τους με τη διοίκηση. Περιλαμβάνει διατάξεις για την καθολική απόδοση ΑΦΜ, τη χορήγηση φορολογικής ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής, τις περιπτώσεις άρσης και διατήρησης του απορρήτου για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του ελεγκτικού μηχανισμού της φορολογικής διοίκησης, περιγράφει τις έμμεσες μεθόδους ελέγχου και αναφέρεται σε γενικές και ειδικότερες διατάξεις κατά της φοροδιαφυγής. Επίσης,, ορίζει τη διαδικασία είσπραξης των φόρων και τη δυνατότητα του πολίτη να εντάσσεται σε προγράμματα ρύθμισης υπό προϋποθέσεις, εγκαθιστά  μέτρα διασφάλισης υπέρ του Δημοσίου για την είσπραξη των φόρων καθώς και για τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, προβλέπει τόκους και πρόστιμα σε περίπτωση παραβάσεων και εκπρόθεσμης καταβολής φόρων ή και δηλώσεων. Τέλος,  εντάσσεται πλέον στον Κώδικα Φορολογικής διαδικασίας, με ορισμένες βελτιώσεις, το πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας της ενδικοφανούς προσφυγής από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και εξορθολογίζεται το υφιστάμενο πλαίσιο προθεσμιών.

Ειδικότερα, στο Α’ Μέρος του σχεδίου νόμου και με το πρώτο κεφάλαιο (αρ. 1-9)    του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας εισάγονται γενικές διατάξεις, όπως  οι ορισμοί,  το πεδίο εφαρμογής του κώδικα, η κοινοποίηση των πράξεων στο δεύτερο κεφάλαιο  (αρ. 10-11) γίνεται αναφορά στην υποχρέωση εγγραφής στο ΑΦΜ, στο τρίτο κεφάλαιο (αρ.12) περιέχεται το αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, στο τέταρτο κεφάλαιο (αρ.13-17) περιλαμβάνονται διατάξεις για την τήρηση βιβλίων και στοιχείων, την παροχή πληροφοριών και το απόρρητο, με το πέμπτο κεφάλαιο (αρ.18-20) εισάγονται διατάξεις για την υποβολή της φορολογικής δήλωση με επιφύλαξη ή χωρίς καθώς και την τροποποίηση αυτής, στο έκτο κεφάλαιο  (αρ.21-22) εισάγονται διατάξεις για τις προεγκρίσεις τιμολόγησης ενδοομιλικών συναλλαγών, με το έβδομο κεφάλαιο (αρ.23-29) για το φορολογικό έλεγχο και τις μεθόδους έμμεσου ελέγχου, με το όγδοο κεφάλαιο (αρ.30-39) περιλαμβάνονται οι τρόποι προσδιορισμού του φόρου, οι χρόνοι παραγραφής και γενικές διατάξεις για τη φοροδιαφυγή. Με το ένατο  κεφάλαιο (αρ.40-52)εισάγονται διατάξεις για την είσπραξη του φόρου, τα προγράμματα ρύθμισης οφειλών, τα μέτρα για τη διασφάλιση  του Δημοσίου για τις οφειλές  και την αναγκαστική εκτέλεση καθώς και την αμοιβαία συνδρομή στην είσπραξη απαιτήσεων από φόρους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο δέκατο κεφάλαιο (αρ. 53-62) περιλαμβάνονται διατάξεις για την επιβολή και υπολογισμών των τόκων, για φορολογικές παραβάσεις και τα πρόστιμα που αντιστοιχούν, ενώ στο ενδέκατο κεφάλαιο (αρ.63-65) περιγράφονται οι  ειδικές διοικητικές διαδικασίες και η ενδικοφανής προσφυγή. Τέλος, στο δωδέκατο  κεφάλαιο (66-67) υπάρχουν μεταβατικές διατάξεις και ορίζεται η έναρξη ισχύος του κώδικα.

Στο Β’ Μέρος του σχεδίου νόμου (αρ. 68) τροποποιούνται άρθρα του ν.3691/2008, ενώ στο Γ’ Μέρος (αρ. 69-72) εισάγονται διατάξεις αρμοδιότητας των Υπουργείων Υγείας, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και του Υπουργού Επικρατείας.

Β.ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1
Γενικά

Με το άρθρο 1 ορίζεται ότι ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας καθορίζει την διαδικασία προσδιορισμού, βεβαίωσης και είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου που ορίζονται στο άρθρο 2, καθώς και τις διοικητικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία η οποία ρυθμίζει τα έσοδα αυτά.

Άρθρο 2
Πεδίο εφαρμογής

Στο άρθρο 2 ορίζεται, ότι το πεδίο εφαρμογής του Κώδικα καταλαμβάνει το φόρο εισοδήματος, το φόρο προστιθέμενης αξίας, το φόρο για την κατοχή ακίνητης περιουσίας και κάθε άλλο φόρο, τέλος, εισφορά ή χρηματική κύρωση, για τις οποίες κατά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα ισχύουν οι διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος ή του ΦΠΑ καθώς και τις χρηματικές κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονται από τον Κώδικα. Ειδικά για το  φόρο  κατοχής ακίνητης περιουσίας, σημειώνεται ότι παρόλο που δεν έχει ακόμα θεσπιστεί πρόκειται για τον φόρο που θα αντικαταστήσει το 2014 το ΕΤΑΚ και το ΕΕΤΑ. Το πλήθος των διατάξεων του Κώδικα που αναφέρονται στο φόρο που σχετίζεται με την ακίνητη περιουσία επιβάλλει και τη σχετική αναφορά στο κείμενο του νόμου.

Άρθρο 3
Ορισμοί

Με το άρθρο 3 δίνονται οι έννοιες των όρων : «φορολογούμενος», «φυσικό και νομικό πρόσωπο», «νομική οντότητα», «φορολογική διοίκηση», «Γενικός Γραμματέας», «Υπουργός», «φορολογικός κάτοικος».

Άρθρο 4
Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και ανάθεση καθηκόντων

Με το άρθρο 4 δίνεται η δυνατότητα στο Γενικό Γραμματέα των Δημοσίων Εσόδων να μεταβιβάζει αρμοδιότητες και να αναθέτει καθήκοντα του ιδίου ή της Φορολογικής Διοίκησης σύμφωνα με τον Κώδικα και την κείμενη νομοθεσία σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, τα οποία και δύναται να ανακαλεί ελευθέρως οποτεδήποτε. Με τον τρόπο αυτό δίνεται ευελιξία στη φορολογική διοίκηση στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της προκειμένου να επιτυγχάνονται τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.

Άρθρο 5
Κοινοποίηση πράξεων

Με το άρθρο 5 σκοπείται κατ’αρχήν η εξοικονόμηση ανθρώπινων και οικονομικών πόρων, δοθέντος μάλιστα, ότι παρά την συγχώνευση πολλών Δ.Ο.Υ παρατηρείται έλλειψη προσωπικού, εξαιτίας ίσως των πολυάριθμων συνταξιοδοτήσεων σε συνδυασμό με τις μετατάξεις και τα αντικίνητρα που θεσπίστηκαν με τις διατάξεις του ν.4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο- βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015». Αυξήθηκε συνεπώς δυσανάλογα ο αριθμός των προς επίδοση πράξεων επιβολής φόρου, δασμού, τέλους, εισφοράς ή προστίμου και αντίστροφα μειώθηκε ο ρυθμός επιδόσεων πράξεων των Φορολογικών και Τελωνειακών Αρχών που πρέπει να επιδίδονται με υπαλλήλους της υπηρεσίας, αφού εξάλλου, με τροποποίηση της σχετικής Α.Υ.Ο ΠΟΛ.1188/6.9.2011 με την ΔΕΛ Α 1139948 ΕΞ 10.10.2012 Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄2756/11-10-2012), ορίστηκε υποχρεωτική επίδοση με δικαστικούς επιμελητές μόνο όταν το ανά πράξη καταλογισθέν ποσό υπερβαίνει τις 300.000 ευρώ.

Επιχειρείται επίσης ο εκσυγχρονισμός της λειτουργίας των υπηρεσιών και η προσαρμογή τους στα τρέχοντα δεδομένα, τη στιγμή που ήδη έχει θεσπιστεί η ηλεκτρονική επίδοση εγγράφων και η ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων  (αρθ.49 ν.4055/2012 σε συνέχεια και των ήδη ισχυουσών διατάξεων του αρθ.22 του ν. 3979/2011 για την νόμιμη κοινοποίηση εγγράφων ηλεκτρονικά, με χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών), προς την κατεύθυνση της επίσπευσης των σχετικών διαδικασιών, δεδομένου ότι, εξαιτίας των καθυστερήσεων και των σφαλμάτων στις επιδόσεις, υπάρχει αντίκτυπος σε λιμνάζοντα έσοδα που δεν μπορούν να εισπραχθούν, αν δεν βεβαιωθούν ταμειακώς οι σχετικές πράξεις .

Άρθρο 6
Έντυπα

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 6 δίδεται εξουσιοδότηση στο Γενικό Γραμματέα να καθορίζει τον τύπο και το περιεχόμενο των εντύπων, υπεύθυνων δηλώσεων, δηλώσεων, πινάκων και άλλων εγγράφων που απαιτούνται κατά την εφαρμογή του παρόντος Κώδικα.                               

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 6  αυτού προβλέπεται η δωρεάν διάθεση στο κοινό των αναφερομένων στην προηγούμενη παράγραφο εντύπων, είτε ταχυδρομικώς είτε ηλεκτρονικά ή με διάθεσή τους από τις κατά τόπους αρμόδιες υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης.

Άρθρο 7
Προθεσμίες

Με τις διατάξεις του άρθρου 7 ορίζονται γενικές και ειδικότερες προθεσμίες, οι περιπτώσεις παρατάσεώς τους και ο τρόπος υπολογισμού του χρόνου ενάρξεως.

Άρθρο 8
Φορολογικός εκπρόσωπος

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 8 ορίζεται ότι φορολογούμενος που δεν διαθέτει ταχυδρομική διεύθυνση στην Ελλάδα και έχει υποχρέωση καταβολής φόρου ή κάποια άλλη φορολογική υποχρέωση που απορρέει από τον Κώδικα, οφείλει να ορίσει εκπρόσωπο με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα προκειμένου  ο φορολογούμενος και η διοίκηση να μπορούν να επικοινωνούν και να συνεργάζονται με τον αποτελεσματικότερο τρόπο.

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 8  εισάγεται εξαίρεση από την παράγραφο 1, σύμφωνα με την οποία για την εκπροσώπηση για σκοπούς ΦΠΑ φορολογουμένου, ο οποίος δεν έχει ταχυδρομική διεύθυνση στην Ελλάδα,  ισχύουν οι ειδικές διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ.

Άρθρο 9
Ερμηνευτικές εγκύκλιοι και οδηγίες

Προκειμένου αφενός να εξασφαλισθεί ομοιομορφία και συνέπεια στην εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας και αφετέρου να παρέχονται κατευθυντήριες γραμμές στους φορολογούμενους και στα στελέχη της Φορολογικής Διοίκησης , με το άρθρο 9 δίνεται στον Γενικό Γραμματέα  η δυνατότητα να εκδίδει ερμηνευτικές εγκυκλίους .

Με την παράγραφο 4 του άρθρου 9 ορίζεται ότι απαντήσεις που παρέχονται ή απόψεις που διατυπώνονται από υπάλληλο της Φορολογικής Διοίκησης σχετικά με την ερμηνεία της φορολογικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τη Φορολογική Διοίκηση εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες αυτό προβλέπεται στον Κώδικα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Φορολογικό μητρώο

Άρθρο 10
Εγγραφή στο φορολογικό μητρώο (γενικά)

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 εισάγεται υποχρέωση σε κάθε πρόσωπο που πρόκειται να καταστεί υπόχρεο σε καταβολή ή παρακράτηση φόρου ή σε υποβολή οποιασδήποτε δήλωσης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα  να υποβάλλει δήλωση εγγραφής στη Φορολογική Διοίκηση ως φορολογούμενος .

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 10  δίνεται η δυνατότητα στη  Φορολογική Διοίκηση να απαιτήσει εγγύηση από οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που υποβάλλει δήλωση εγγραφής στο φορολογικό μητρώο, εάν μέτοχος ή εταίρος του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας που υποβάλλει τη δήλωση υπήρξε κατά τα τελευταία πέντε, προ της υποβολής της, έτη μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, ή νόμιμος εκπρόσωπος άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας ή είχε σχέση «συνδεδεμένου προσώπου» κατά το άρθρο 2 του Κ.Φ.Ε. με άλλο νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα  που πτώχευσαν ή κατέστησαν αφερέγγυα και η πτώχευση ή αφερεγγυότητα είχε ως αποτέλεσμα τη μη είσπραξη ή διακινδύνευση είσπραξης από τη Φορολογική Διοίκηση ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών τουλάχιστον 15.000 Ευρώ. Η εγγύηση της παραγράφου 2 του άρθρου 10, το είδος και το ύψος της οποίας ορίζεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, δίνεται μόνο  μετά από αιτιολογημένη έκθεση από τη Φορολογική Διοίκηση  σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 10.

Με την παράγραφο 4 του άρθρου 10  εισάγεται υποχρέωση σε κάθε φορολογούμενο να ενημερώνει εγγράφως τη Φορολογική Διοίκηση εντός δέκα (10) ημερών εγγράφως για μεταβολές στην επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και τις λοιπές πληροφορίες που παρασχέθηκαν κατά το χρόνο της εγγραφής.

Τέλος, με την παράγραφο 5 του άρθρου 10 ορίζεται ότι παράλειψη φορολογούμενου να εγγραφεί στη Φορολογική Διοίκηση δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής και παρακράτησης φόρων και από τις λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις.

Άρθρο 11
Αριθμός φορολογικού μητρώου

Με τις διατάξεις του άρθρου 11 ορίζεται ότι η φορολογική διοίκηση αποδίδει μοναδικό αριθμό φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) σε κάθε φορολογούμενο, ο οποίος χρησιμοποιείται σε όλες τις φορολογίες, στις οποίες εφαρμόζεται ο Κώδικας. Η φορολογική διοίκηση αποδίδει ΑΦΜ κατόπιν αιτήσεως οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας εφόσον πραγματοποιείται οιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με τους φορείς της Γενικής Κυβερνήσεως και τα πιστωτικά ιδρύματα και φορείς πληρωμής της ημεδαπής. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ορίζονται το περιεχόμενο και ο τρόπος χορήγησης ΑΦΜ, οι περιπτώσεις αναφοράς του ΑΦΜ στις δηλώσεις ή άλλα έγγραφα και οι περιπτώσεις γνωστοποίησης του ΑΦΜ. Η φορολογική διοίκηση χρησιμοποιεί ΑΦΜ σε κάθε μορφή επικοινωνίας με το φορολογούμενο σχετικά με τις φορολογικές του υποχρεώσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας

Άρθρο 12
Έκδοση

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 ορίζεται ότι ο  φορολογούμενος δύναται να ζητήσει αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για την πραγματοποίηση πράξεων και συναλλαγών, όπου αυτό απαιτείται. Ο Γενικός Γραμματέας, με απόφασή του, ορίζει τον τύπο του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, καθώς και τυχόν άλλα πρόσωπα, τα οποία δύνανται να ζητούν αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για λογαριασμό του φορολογούμενου.

Η Φορολογική Διοίκηση χορηγεί αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας μόνον εφόσον έχει διαπιστώσει ότι ο φορολογούμενος δεν έχει ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές και έχει υποβάλει όλες τις φορολογικές δηλώσεις κατά το παρελθόν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 12.

Στην παράγραφο 3  του άρθρου 12 δίνεται η δυνατότητα στο φορολογούμενο που έχει ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές να ζητήσει την έκδοση Βεβαίωσης Οφειλής μηνιαίας ισχύος για την πραγματοποίηση των πράξεων και συναλλαγών που προβλέπονται  από την κείμενη νομοθεσία στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή η έκδοση Αποδεικτικού Φορολογικής Ενημερότητας. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 θεσπίζεται υποχρέωση της φορολογικής διοίκησης να ενημερώνει εγγράφως το φορολογούμενο κατόπιν αιτήματός του σχετικά με τις εκκρεμείς φορολογικές οφειλές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Τήρηση Βιβλίων και Στοιχείων

Άρθρο 13
Βιβλία και στοιχεία

Με τις διατάξεις του άρθρου 13 ορίζεται η υποχρέωση τήρησης βιβλίων και στοιχείων που απεικονίζουν πλήρως τις συναλλαγές της επιχείρησης και ο ελάχιστος χρόνος διαφύλαξής τους.

Άρθρο 14
Πληροφορίες από το φορολογούμενο

Με τις διατάξεις του άρθρου 14 ορίζεται ο χρόνος μέσα στον οποίο ο φορολογούμενος πρέπει να παρέχει πληροφορίες καθώς και κάθε σχετικό έγγραφο στη Φορολογική Διοίκηση και παράλληλα κατόπιν εγγράφου αιτήματος της Φορολογικής Διοίκησης,  ο φορολογούμενος υποχρεούται να προσκομίζει εντός πέντε ημερών αντίγραφα μέρους των βιβλίων και στοιχείων ή οποιουδήποτε συναφούς εγγράφου, συμπεριλαμβανομένων πελατολογίων και καταλόγων προμηθευτών.

Άρθρο 15
Πληροφορίες από τρίτους

Με τις διατάξεις του άρθρου 15 προβλέπεται ότι  όλες οι κρατικές υπηρεσίες, η εισαγγελία, οι γραμματείες των δικαστηρίων όλων των δημοσίων οργανισμών και φορέων όπου συμμετέχει ή έχει την εποπτεία του το Κράτος  καθώς και των ανεξάρτητων αρχών  υποχρεούνται  να παρέχουν στη φορολογική διοίκηση όλες τις πληροφορίες που κατέχουν. Ο Γενικός Γραμματέας δικαιούται , όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 15 να ζητά πληροφορίες ή έγγραφα από λοιπά τρίτα πρόσωπα, όπως ιδίως από τα  χρηματοπιστωτικά  ιδρύματα, τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, τα επιμελητήρια, τους συμβολαιογράφους  τους υποθηκοφύλακες, τους προϊσταμένους  των κτηματολογικών γραφείων, τους οικονομικούς ή κοινωνικούς ή επαγγελματικούς φορείς ή οργανώσεις, για τον καθορισμό της φορολογικής υποχρέωσης, που προκύπτει με βάση τις διασταυρώσεις των στοιχείων και την είσπραξη της φορολογικής οφειλής με τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αποστέλλει ερώτημα, έγγραφο ή ηλεκτρονικό, το οποίο πρέπει να απαντάται από το τρίτο πρόσωπο εντός δέκα (10) ημερών από την παραλαβή του. Σε εξαιρετικά σύνθετες υποθέσεις, η προθεσμία μπορεί να παραταθεί για είκοσι  (20) επί πλέον ημέρες. Επίσης προβλέπεται ότι  δεν είναι δυνατή η λήψη πληροφοριών σχετικά με φορολογούμενο -εκτός από αυτές που αφορούν τις οικονομικές συναλλαγές του μεταξύ του φορολογούμενου και του εν λόγω τρίτου προσώπου- από πρόσωπο το οποίο δεσμεύεται νομικά από επαγγελματικό απόρρητο, εκτός εάν δοθεί έγγραφη εισαγγελική άδεια για τη χορήγηση της οποίας η Φορολογική Διοίκηση παρέχει στον Εισαγγελέα συγκεκριμένα στοιχεία. Σε περίπτωση που ο Εισαγγελέας χορηγήσει άδεια για την απόκτηση πληροφοριών από το πρόσωπο που δεσμεύεται από επαγγελματικό απόρρητο, το πρόσωπο που δεσμεύεται από επαγγελματικό απόρρητο αποδεσμεύεται από αυτό και δεν ευθύνεται ποινικά ή αστικά για παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου.

Άρθρο 16
Στοιχεία και πληροφορίες σε ξένη γλώσσα

Με τις διατάξεις του άρθρου 16 δίνεται η δυνατότητα να ζητά από το φορολογούμενο και να τάσσει εύλογες προθεσμίες προς τούτο,  προκειμένου να υποβάλλει σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα  βιβλία, στοιχεία και κάθε άλλο έγγραφο που θεωρεί  απαραίτητο για τον προσδιορισμό της φορολογικής υποχρέωσης του φορολογουμένου.

Άρθρο 17
Διαφύλαξη πληροφοριών - Απόρρητο

Με τις διατάξεις του άρθρου 17 σκοπείται η προστασία του φορολογικού απορρήτου. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 17 προβλέπεται η υποχρέωση της Φορολογικής Διοίκησης και όλων των προσώπων που είναι ή ήταν υπάλληλοί της, καθώς και οποιουδήποτε προσώπου στο οποίο έχουν ή είχαν ανατεθεί αρμοδιότητες ή καθήκοντα της Φορολογικής Διοίκησης να τηρούν ως απόρρητα όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες του φορολογούμενου, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Με τις περιπτώσεις α-στ της παραγράφου αυτής προβλέπονται περιοριστικά οι περιπτώσεις άρσης του φορολογικού απορρήτου.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 17  προβλέπεται ότι τα πρόσωπα που λαμβάνουν γνώση απορρήτων στοιχείων ή πληροφοριών, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, οφείλουν να τηρούν το απόρρητο σχετικά με τις συγκεκριμένες πληροφορίες ή στοιχεία, ενώ προβλέπεται ότι η χρήση των πληροφοριών και στοιχείων γίνεται κατά τον ελάχιστο απαιτούμενο βαθμό για την επίτευξη του σκοπού για το οποίο χορηγήθηκαν.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 17 προβλέπεται ότι, με εξαίρεση τις περιπτώσεις άρσης του απορρήτου των παραγράφων 1 και 4 του παρόντος άρθρου, κάθε πρόσωπο στο οποίο περιέρχονται πληροφορίες ή στοιχεία που προστατεύονται με το φορολογικό απόρρητο οφείλει να μην τα αποκαλύπτει και να επιστρέφει στη Φορολογική Διοίκηση τυχόν έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του και περιλαμβάνουν τέτοιες πληροφορίες ή στοιχεία.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου προβλέπεται η δυνατότητα αποκάλυψης στοιχείων ή πληροφοριών σε τρίτο σχετικά με φορολογούμενο, εφόσον υπάρχει συναίνεση του τελευταίου. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορεί να προβλέπονται οι προϋποθέσεις χορήγησης απορρήτων στοιχείων σε τρίτους .

Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 ορίζεται ότι με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ρυθμίζονται όλα τα ειδικότερα θέματα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Υποβολή δηλώσεων

Άρθρο 18
Υποβολή φορολογικής δήλωσης

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 18 προβλέπεται η υποχρέωση του φορολογούμενου να υποβάλει στη Φορολογική Διοίκηση τις φορολογικές δηλώσεις κατά το χρόνο που προβλέπεται από την οικεία φορολογική νομοθεσία.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού δίδεται εξουσιοδότηση στο Γενικό Γραμματέα για τον ορισμό α) της μορφής των φορολογικών δηλώσεων, β) των πληροφοριών και στοιχείων που πρέπει να αναγράφονται στη φορολογική δήλωση και τα τυχόν παραρτήματά της και γ) του τρόπου υποβολής των δηλώσεων.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού προβλέπεται ότι ο φορολογούμενος ή νόμιμος εκπρόσωπος δικαιοπρακτικά ανίκανου, βεβαιώνει την ακρίβεια και πληρότητα της φορολογικής δήλωσης με την υπογραφή του, ενώ ορίζεται ότι η βεβαίωση παρέχεται και μέσω ηλεκτρονικής υπογραφής.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του συγκεκριμένου άρθρου προβλέπεται ότι εάν η φορολογική δήλωση ή μέρος αυτής συντάχθηκε από τρίτο πρόσωπο έναντι αμοιβής, συνυπογράφεται και από το πρόσωπο αυτό.

Άρθρο 19
Υποβολή τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19  αυτού προβλέπεται η υποχρέωση υποβολής τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης σε περίπτωση που ο φορολογούμενος διαπιστώσει ότι η υποβληθείσα φορολογική δήλωση περιέχει λάθος ή παράλειψη, ώστε να αποκατασταθεί το λάθος ή η παράλειψη.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού προβλέπεται ότι η αρχική και η τροποποιητική φορολογική δήλωση θεωρούνται ότι έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα, εάν η τροποποιητική φορολογική δήλωση υποβληθεί εντός της προθεσμίας υποβολής της αρχικής φορολογικής δήλωσης.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού προβλέπεται η προθεσμία υποβολής της τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης και συγκεκριμένα ορίζεται ότι αυτή υποβάλλεται οποτεδήποτε μέχρι την κοινοποίηση εντολής ελέγχου από τη Φορολογική Διοίκηση ή μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για έλεγχο της αρχικής δήλωσης.

Άρθρο 20
Δήλωση με επιφύλαξη

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 20 προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης με επιφύλαξη, η οποία πρέπει να είναι ειδική και αιτιολογημένη στην περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει αμφιβολίες σχετικά με την υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης, ενώ προβλέπονται οι συνέπειες της γενικής ή αόριστης επιφύλαξης. Στην περίπτωση υποβολής φορολογικής δήλωσης με επιφύλαξη, προβλέπεται η δυνατότητα και η προθεσμία της Φορολογικής Διοίκησης να δεχθεί την επιφύλαξη και να διαγράψει το ποσό του φορολογητέου εισοδήματος για το οποίο διατυπώθηκε η επιφύλαξη, ενώ ρυθμίζεται και η περίπτωση απόρριψης της επιφύλαξης ή μη απάντησης της Φορολογικής Διοίκησης.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 20 προβλέπεται η δυνατότητα διατύπωσης επιφύλαξης ως προς το χαρακτηρισμό της φορολογητέας ύλης και την υπαγωγή της σε άλλη φορολογία, σε άλλη κατηγορία, σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή, ή τις εκπτώσεις που διενεργούνται σχετικά με αυτή. Προβλέπεται ειδικά για την υπαγωγή σε άλλη φορολογία ή κατηγορία ότι, εάν γίνει δεκτή η επιφύλαξη, η δήλωση θεωρείται ότι υποβλήθηκε για τη φορολογία ή κατηγορία αυτή, ενώ η επιφύλαξη δε συνεπάγεται την αναστολή της είσπραξης του φόρου. Στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου αυτού προβλέπεται η επιστροφή του φόρου που τυχόν καταβλήθηκε αχρεώστητα, σε περίπτωση που η Φορολογική Διοίκηση αποδεχθεί την επιφύλαξη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Ενδοομιλικές συναλλαγές

Άρθρο 21
Φάκελος Τεκμηρίωσης

Mε τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 21 ορίζεται ότι τα  συνδεδεμένα,  υποχρεούνται να τηρούν φάκελο τεκμηρίωσης  για τις μεταξύ τους συναλλαγές που εμπίπτουν στο άρθρο 50 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος καθώς και την μεταξύ τους μεταφορά λειτουργιών του άρθρου 51 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Παρόμοια υποχρέωση έχουν και οι μόνιμες εγκαταστάσεις αλλοδαπών επιχειρήσεων στην Ελλάδα, για τις παραπάνω συναλλαγές τους με το κεντρικό με τα συνδεδεμένα  πρόσωπα  του κεντρικού τους στην αλλοδαπή, καθώς και τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες για τις παραπάνω συναλλαγές τους με μόνιμες εγκαταστάσεις που διατηρούν  στην αλλοδαπή.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 21 ορίζεται ότι οι παραπάνω υπόχρεοι απαλλάσσονται της υποχρεώσεως τηρήσεως φακέλου τεκμηρίωσης εφόσον οι παραπάνω συναλλαγές ή μεταφορά λειτουργιών ανέρχονται μέχρι  εκατό χιλιάδες (100.000) Ευρώ ετησίως και αθροιστικώς, όταν ο κύκλος εργασιών του   υπόχρεου δεν υπερβαίνει τα  πέντε (5) εκατομμύρια Ευρώ ετησίως, ή οι παραπάνω συναλλαγές ή μεταφορά λειτουργιών ανέρχονται μέχρι  διακόσιες χιλιάδες (200.000) Ευρώ ετησίως και αθροιστικώς όταν ο κύκλος εργασιών του  υπόχρεου υπερβαίνει τα  πέντε (5) εκατομμυρίων Ευρώ ετησίως.

Με  τις παραγράφους 3, 4 και 5  του ιδίου άρθρου ορίζεται, ότι φάκελος  τεκμηρίωσης αποτελείται από τον «Βασικό Φάκελο Τεκμηρίωσης» και τον «Ελληνικό Φάκελο Τεκμηρίωσης» συνοδευόμενο από «Συνοπτικό Πίνακα Πληροφοριών» ο οποίος  υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση εντός πενήντα (50) ημερών  από το τέλος κάθε φορολογικού έτους και πρέπει να τηρείται στην έδρα του υπόχρεου καθ’ όλη το χρονικό διάστημα για το οποίο υφίσταται υποχρέωση διαφυλάξεως των βιβλίων και στοιχείων. Αν αλλάξουν οι συνθήκες της αγοράς που επηρεάζουν την πληροφόρηση και τα δεδομένα που περιέχονται στον φάκελο τεκμηρίωσης, ο υπόχρεος υποχρεούται να  ενημερώσει ή να επικαιροποιήσει το φάκελο τεκμηρίωσης 

Τέλος, με την παράγραφο 6 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι ο Γενικός Γραμματείας καθορίζει και εξειδικεύει με απόφασή του το ακριβές περιεχόμενο του φακέλου τεκμηρίωσης, του Βασικού Φακέλου Τεκμηρίωσης, του Ελληνικού Φακέλου Τεκμηρίωσης και του Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών

Άρθρο 22
Προέγκριση Μεθοδολογίας Ενδοομιλικής Τιμολόγησης

Με τις διατάξεις του άρθρου 22 εισάγονται στο ελληνικό φορολογικό δίκαιο διατάξεις για δυνατότητα σύναψης Συμφωνιών Προκαθορισμένων Τιμολογήσεων (Advance Pricing Agreements). Οι εν λόγω «Συμφωνίες Προκαθορισμένων Τιμολογήσεων» ήδη προβλέπονται και εφαρμόζονται σε δεκαεπτά (17) από τα 28 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Η.Β., Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Κάτω-Χώρες, Ουγγαρία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σουηδία, Τσεχία) , αλλά και διεθνώς σε κράτη, όπως Η.Π.Α., Ιαπωνία, Ρωσία, κ.α. Οι Συμφωνίες Προκαθορισμένων Τιμολογήσεων συντελούν στην δημιουργία σταθερού πλαισίου φορολόγησης, καθώς με τη σύναψή τους αποφεύγονται δαπανηροί και χρονοβόροι φορολογικοί έλεγχοι των διασυνοριακών συναλλαγών, μειώνεται το κόστος συμμόρφωσης και συνεπώς, αποφεύγεται η διπλή φορολογία. Για τη σύνταξη των προτεινόμενων διατάξεων ακολουθήθηκαν οι «Κατευθυντήριες Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις Συμφωνίες Προκαθορισμένων Τιμολογήσεων (παράρτημα της Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το έργο του Φόρουμ της ΕΕ για τις ενδοομιλικές τιμολογήσεις για τις διαδικασίες αποφυγής και επίλυσης των διαφορών -2007)», οι οποίες αποτελούν άλλωστε και πολιτική δέσμευση της Ελλάδας σε επίπεδο του Συμβουλίου ECOFIN.

Στην Ανακοίνωσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσδιορίζει τις Κατευθυντήριες Οδηγίες για τις Συμφωνίες Προκαθορισμένων Τιμολογήσεων ως αποτελεσματικό μέσο για την αποφυγή των φορολογικών διαφορών με σημαντικά πλεονεκτήματα τόσο για τις Φορολογικές Διοικήσεις όσο και για τους Φορολογουμένους. Στις εν λόγω Κατευθυντήριες Οδηγίες επεξηγείται ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν τη διαδικασία αυτή και να παράσχουν καθοδήγηση στους φορολογούμενους τους οποίους αφορά η διαδικασία.

Σημειώνεται ότι οι ανωτέρω Συμφωνίες που προτείνουν οι Κατευθυντήριες Οδηγίες του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν το χαρακτήρα της Σύμβασης ανάμεσα στις επιχειρήσεις και το Κράτος. Ωστόσο, αμφισβητείται εάν το ημεδαπό δίκαιο επιτρέπει την απευθείας σύναψη Σύμβασης ή Συμφωνίας τέτοιου είδους. Για το λόγο αυτό επιλέγεται η έκδοση διοικητικής πράξης εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων. Εναλλακτικά, προτείνεται αναφορά στις σχετικές διατάξεις, της φράσης «Προέγκριση Μεθοδολογίας Ενδοομιλικής Τιμολόγησης», προκειμένου να αποφευχθούν προβλήματα συνταγματικότητας.

Ειδικότερα με το άρθρο αυτό δίνεται δυνατότητα στις ημεδαπές επιχειρήσεις να υποβάλουν αίτηση προέγκρισης της μεθοδολογίας για την τιμολόγηση συγκεκριμένων μελλοντικών συναλλαγών τους με συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Αντικείμενο της προέγκρισης αποτελούν τα κριτήρια με σκοπό τον καθορισμό των τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, τα οποία περιλαμβάνουν ιδίως τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο, τα στοιχεία σύγκρισης και τις σχετικές προσαρμογές, καθώς και τις κρίσιμες παραδοχές για τις μελλοντικές εξελίξεις. Δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο της προέγκρισης το ονομαστικό ποσό των τιμών συναλλαγών με συνδεδεμένες επιχειρήσεις και το ονομαστικό ποσοστό του περιθωρίου μικτού ή καθαρού κέρδους από συναλλαγές με συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Η διάρκεια ισχύος της Απόφασης Προέγκρισης δεν δύναται να υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη. Η έκδοση απόφασης προέγκρισης δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη διενέργεια της διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού της εκάστοτε εφαρμοστέας διμερούς σύμβασης για την αποφυγή της διπλής φορολογίας ή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων για τις ίδιες συναλλαγές του ίδιου φορολογουμένου. Επίσης, με το ίδιο άρθρο καθορίζονται θέματα σχετικά με την αναθεώρηση, ανάκληση, και ακύρωση της απόφασης προέγκρισης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
Φορολογικοί έλεγχοι

Άρθρο 23
Εξουσίες Φορολογικής Διοίκησης

Με τις διατάξεις του άρθρου 23 ορίζονται τα δικαιώματα της φορολογικής διοίκησης όσον αφορά την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων του φορολογούμενου. Με τις ίδιες διατάξεις προβλέπονται και οι μορφές του φορολογικού ελέγχου. Επίσης προβλέπεται σε ποιες περιπτώσεις διενεργείται πλήρης επιτόπιος φορολογικός έλεγχος χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του φορολογούμενου.

Άρθρο 24
Πρόσβαση στα βιβλία και στοιχεία

Με τις διατάξεις του άρθρου 24 προβλέπονται τα δικαιώματα της φορολογικής διοίκησης στην πρόσβαση των βιβλίων και στοιχείων και λοιπών εγγράφων του φορολογούμενου καθώς και στη λήψη αντιγράφων από αυτά, επί των οποίων ο φορολογούμενος δηλώνει ότι αντιπροσωπεύουν ακριβή αντίγραφα. Σε περίπτωση άρνησης δήλωσης, ο οριζόμενος από τη Φορολογική Διοίκηση υπάλληλος προβαίνει σε σχετική επισημείωση. Τα ίδια δικαιώματα έχει η φορολογική διοίκηση και στα βιβλία και στοιχεία που τηρούνται ηλεκτρονικά. Επίσης η φορολογική διοίκηση έχει τη δυνατότητα κατάσχεσης των βιβλίων και στοιχείων και λοιπών εγγράφων στις περιπτώσεις που αυτό απαιτείται για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του φορολογικού ελέγχου. Τέλος προβλέπεται η δυνατότητα να απαιτηθεί από το φορολογούμενο να διευκολύνει το φορολογικό έλεγχο.

Άρθρο 25
Είσοδος σε εγκαταστάσεις

Με τις διατάξεις του άρθρου 25 ορίζεται ότι για τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου απαιτείται εντολή φορολογικού ελέγχου και επίδειξη  αυτής και του δελτίου ταυτότητας στον φορολογούμενο. Ο ως άνω έλεγχος διενεργείται κατά το επίσημο ωράριο  λειτουργίας της φορολογικής διοίκησης καθώς και εκτός αυτού εφόσον αυτό απαιτείται από το είδος των δραστηριοτήτων του φορολογούμενου.

Με τις ίδιες διατάξεις προβλέπεται το δικαίωμα της φορολογικής διοίκησης για επανέλεγχο εάν προκύψουν νέα στοιχεία και δίνεται ο ορισμός των νέων στοιχείων. Τέλος και με τις διατάξεις  του άρθρου αυτού ορίζεται η υποχρέωση του φορολογούμενου να διευκολύνει το φορολογικό έλεγχο.

Άρθρο 26
Επιλογή υποθέσεων προς έλεγχο

Με τη διάταξη του εν λόγω άρθρου 26 προβλέπεται πως γίνεται η  επιλογή των προς έλεγχο υποθέσεων και κυρίως με κριτήρια ανάλυσης κινδύνου προκειμένου η φορολογική διοίκηση να μπορεί να αντιμετωπίζει άμεσα τις σοβαρότερες φορολογικά υποθέσεις

Άρθρο 27
Μέθοδοι έμμεσου προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης
 
Με τις διατάξεις του άρθρου 27 ορίζονται οι τεχνικές  ελέγχου που μπορούν να εφαρμοσθούν για τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, δηλαδή  της αρχής των αναλογιών,  της ανάλυσης ρευστότητας του φορολογούμενου,  της καθαρής θέσης του φορολογούμενου,  της σχέσης της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών και το ύψος των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται το ειδικότερο περιεχόμενο των τεχνικών ελέγχου.

Άρθρο 28
Αποτελέσματα φορολογικού ελέγχου

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού προβλέπεται η διαδικασία που θα ακολουθείται όσον αφορά τα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου μέχρι την κοινοποίηση  στον φορολογούμενο της οριστικής  πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου καθώς και της  έκθεσης ελέγχου. Παρέχεται η δυνατότητα στον φορολογούμενο να υποβάλλει προκαταβολικά τις αντιρρήσεις του και να ασκήσει το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης.

Άρθρο 29
Αμοιβαία συνδρομή

Με το άρθρο 29 ορίζεται  ότι ως προς την αμοιβαία διοικητική συνδρομή και τους ταυτόχρονους φορολογικούς ελέγχους εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 25 του ν. 4170/2013 που ενσωμάτωσαν στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία του Συμβουλίου 2011/16/ΕΚ. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ
Προσδιορισμός φόρου

Άρθρο 30
Προσδιορισμός φόρου

Με τις διατάξεις του άρθρου 30 ορίζεται εννοιολογικά η πράξη προσδιορισμού του φόρου καθώς και οι πράξεις προσδιορισμού  φόρου που μπορεί να εκδίδει η φορολογική διοίκηση και ειδικότερα η πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου, η πράξη κατ’εκτίμηση προσδιορισμού φόρου, η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, και η πράξη προληπτικού προσδιορισμού φόρου.

Άρθρο 31
Άμεσος προσδιορισμός φόρου

Με το άρθρο 31 ορίζεται ο άμεσος προσδιορισμός φόρου που προκύπτει, χωρίς περαιτέρω ενέργεια,, ταυτόχρονα με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης, κυρίως όταν αυτή υποβάλλεται  ηλεκτρονικά και του οποίου λαμβάνει άμεσα γνώση ο φορολογούμενος. Επίσης, με το ίδιο άρθρο, παρέχεται η δυνατότητα στο φορολογούμενο να τροποποιεί τη φορολογική  δήλωση του καταβάλλοντας την επί πλέον διαφορά φόρου ή  δικαιούμενος επιστροφή  υπερβάλλοντος φόρου με αποτέλεσμα να προκύπτει νέος άμεσος προσδιορισμός φόρου, ο οποίος υποκαθιστά τον αρχικό άμεσο προσδιορισμό φόρου.

Άρθρο 32
Διοικητικός προσδιορισμός φόρου

Με τις διατάξεις του άρθρου 32 προβλέπεται σε ποιες περιπτώσεις η Φορολογική Διοίκηση, χωρίς προηγούμενο έλεγχο, εκδίδει πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου και η οποία βασίζεται σε  στοιχεία που έχουν τυχόν παρασχεθεί από τον φορολογούμενος  σε  φορολογική δήλωση ή  σε κάθε  άλλο στοιχείο  που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση. Σε περίπτωση που ο νέος προσδιορισμός φόρου βασιστεί σε διαφορετικά από αυτά που έχουν παρασχεθεί στοιχεία τότε η Φορολογική Διοίκηση υποχρεούται να τα αναφέρει.

Άρθρο 33
Εκτιμώμενος  προσδιορισμός φόρου

Με τις διατάξεις του άρθρου 33 προβλέπεται σε ποιές περιπτώσεις η φορολογική διοίκηση εκδίδει πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού του φόρου όταν δεν υποβάλλει φορολογική δήλωση ενώ υποχρεούται προς τούτο. Παράλληλα, προβλέπεται ότι στην περίπτωση που ο  φορολογούμενος υποβάλλει  φορολογική δήλωση, η πράξη αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Άρθρο 34
Διορθωτικός προσδιορισμός φόρου

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1  άρθρου 34 προβλέπεται σε ποιες περιπτώσεις η φορολογική διοίκηση εκδίδει πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου στην περίπτωση ελέγχου και εάν από τον έλεγχο διαπιστωθεί αιτιολογημένα ότι ο προηγούμενος προσδιορισμός φόρου ήταν ανακριβής ή εσφαλμένος. Ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου υπόκειται σε μεταγενέστερη διόρθωση μόνο εάν προκύψουν νέα  στοιχεία. Παράλληλα, με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 34 δίνεται η δυνατότητα στο φορολογούμενο να ζητά την έκδοση πράξης διόρθωσης διοικητικού προσδιορισμού φόρου,  σε περίπτωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης σχετικά με την οποία έχει εκδοθεί πράξη  διοικητικού  προσδιορισμού του φόρου.

Άρθρο 35
Προληπτικός προσδιορισμός φόρου

Σε περίπτωση που υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι  φορολογούμενος σκοπεύει να εγκαταλείψει τη χώρα, θέτοντας σε κίνδυνο την είσπραξη του φόρου, ιδίως μέσω της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων σε άλλο πρόσωπο, η φορολογική διοίκηση, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 35, μπορεί να εκδώσει  πράξη προληπτικού προσδιορισμού φόρου μετά την έναρξη της φορολογικής περιόδου αλλά πριν την εκπνοή της ημερομηνίας υποβολής της αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης  προκειμένου να διασφαλίσει  την άμεση είσπραξη του. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 35 ορίζονται οι τρόποι με τους οποίους καταβάλλεται ή εξασφαλίζεται η οφειλή αυτή ενώ με την παράγραφο 3 του άρθρου 35  ορίζεται ότι τον προληπτικό προσδιορισμό φόρου ακολουθεί διορθωτικός προσδιορισμός μέσα σε ένα έτος από την έκδοση του προληπτικού προσδιορισμού.

Άρθρο 36
Παραγραφή

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 36 προβλέπεται το χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών εντός του οποίου η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να εκδώσει πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου καθώς και οι περιπτώσεις παράτασης αυτού (παράγραφος 2). Με την παράγραφο 3 του άρθρου 35 προβλέπεται ότι ειδικά για περιπτώσεις φοροδιαφυγής πράξη  διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου  μπορεί να εκδοθεί εντός είκοσι (20)  ετών  από τη λήξη του φορολογικού  έτους. Με την παράγραφο 4 προβλέπεται ότι στην περίπτωση που ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου συνεπάγεται τροποποίηση πράξης προσδιορισμού φόρου για φορολογικό έτος για το οποίο το δικαίωμα ελέγχου έχει παραγραφεί, η αντίστοιχη προσαρμογή φόρου διενεργείται στο παλαιότερο φορολογικό έτος για το οποίο το δικαίωμα ελέγχου δεν έχει ακόμη παραγραφεί και στο οποίο αφορά ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου.

Άρθρο 37
Κοινοποίηση προσδιορισμού φόρου

Με τις διατάξεις του   άρθρου   37 προβλέπεται το ελάχιστο περιεχόμενο των πράξεων διοικητικού, εκτιμώμενου διορθωτικού και προληπτικού προσδιορισμού του φόρου καθώς και η κοινοποίηση αυτών στον φορολογούμενο τον οποίο αφορά ο προσδιορισμός του φόρου.

Άρθρο 38
Γενική διάταξη κατά της φοροαποφυγής

Με την παράγραφο 1  του άρθρου 38 εισάγεται για πρώτη φορά στο Ελληνικό φορολογικό δίκαιο, γενικός κανόνας  κατά της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής με καταχρηστική χρήση της νομοθεσίας, προκειμένου να μην καταλύεται από τους φορολογούμενους το πνεύμα της φορολογικής νομοθεσίας. Ειδικότερα ορίζεται ότι η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αγνοεί κάθε τεχνητή ρύθμιση ή η τεχνητή σειρά ρυθμίσεων που έχει δρομολογηθεί με βασικό σκοπό την αποφυγή της φορολόγησης και οδηγεί σε φορολογικό πλεονέκτημα. Διευκρινίζεται δε ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις αντιμετωπίζονται, για φορολογικούς σκοπούς, βάσει των χαρακτηριστικών της οικονομικής τους υπόστασης.

Με την παράγραφο 2  του άρθρου 38 ορίζεται η έννοια της ρύθμισης και  ότι μια ρύθμιση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη.

Με την παράγραφο 3  του άρθρου 38 ορίζεται ότι μια ρύθμιση ή  σειρά ρυθμίσεων είναι τεχνητή εφόσον στερείται εμπορικής ουσίας. Επίσης καθορίζεται με ποιο τρόπο η Φορολογική Διοίκηση θα εξετάζει για το  τεχνητό  ή  μη χαρακτήρα μιας ρύθμισης ή σειράς ρυθμίσεων.

Με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 38 ορίζεται  πως ο στόχος μιας ρύθμισης ή σειράς ρυθμίσεων συνίσταται στην αποφυγή της φορολόγησης, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης.

Με την παράγραφο 6  του άρθρου 38 ορίζεται ότι η Φορολογική Διοίκηση προκειμένου  να καθορίσει εάν η ρύθμιση ή η σειρά ρυθμίσεων έχει οδηγήσει σε φορολογικό πλεονέκτημα, συγκρίνει το ύψος του οφειλόμενου φόρου από έναν υποκείμενο στο φόρο, λαμβάνοντας υπόψη την/τις εν λόγω ρύθμιση/ρυθμίσεις, με το ποσό που θα όφειλε ο ίδιος υποκείμενος στο φόρο υπό.

Άρθρο 39
Δικαιολόγηση προσαύξησης περιουσίας

Προκειμένου να επιτευχθούν στόχοι εξορθολογισμού των διαδικασιών παρέχεται στο φορολογούμενο η δυνατότητα, σε περίπτωση προσαύξησης της περιουσίας, να αποδείξει την πραγματική πηγή αυτή, ή ότι αυτή έχει υπαχθεί σε νόμιμη φορολογία, ή ότι αυτή απαλλάσσεται από το φόρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

Ενότητα Α
Είσπραξη

Άρθρο 40
Αρμόδια όργανα

Με τις διατάξεις του άρθρου 40 ορίζεται ότι η είσπραξη των φόρων αποτελεί αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων εσόδων. Η είσπραξη μπορεί να ανατεθεί και σε κάθε άλλη δημόσια υπηρεσία ή πιστωτικά ιδρύματα ενώ παράλληλα ο Γενικός Γραμματέας ή και τα αρμόδια όργανα, τα οποία έχει εξουσιοδοτήσει με απόφασή του, προβαίνουν σε κάθε απαραίτητη ενέργεια για την είσπραξη των φόρων.

Άρθρο 41
Πληρωμή φόρου

Με τις διατάξεις του άρθρου 41 καθορίζονται ο τρόπος, ο χρόνος και οι προθεσμίες εντός των οποίων καταβάλλεται ο προσδιοριζόμενος φόρος.  Γενικά ο φόρος καταβάλλεται κατά το χρόνο που προβλέπεται από το νόμο που επιβάλλει την αντίστοιχη φορολογία, στην οποία εφαρμόζεται ο Κώδικας, ενώ ο τρόπος καθορίζεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.

Σε περίπτωση διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της πράξης του προσδιορισμού φόρου στο φορολογούμενο και περίπτωση εκτιμώμενου προσδιορισμού ή προληπτικού προσδιορισμού του φόρου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εντός τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση της αντίστοιχης πράξης προσδιορισμού του φόρου. Τέλος, σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται σε δύο (2) ίσες μηνιαίες δόσεις.

Άρθρο 42
Επιστροφή φόρου

Με τις διατάξεις του άρθρου 42 ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο φορολογούμενος δικαιούται επιστροφή φόρου, η φορολογική διοίκηση, αφού συμψηφίσει τους οφειλόμενους από το φορολογούμενο φόρο με το ποσό προς επιστροφή, προβαίνει στην επιστροφή της τυχόν προκύπτουσας διαφοράς εντός 90 ημερών από την υποβολή εγγράφου αιτήματος του φορολογούμενου

Άρθρο 43
Πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών – τμηματικής καταβολής σε δόσεις

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 43 δίνεται η δυνατότητα στο φορολογούμενο να ενταχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης των φορολογικών οφειλών του, το οποίο και εγκρίνει η φορολογική διοίκηση, αποκλειστικά και μόνο όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της οικονομικής του αδυναμίας για την καταβολή του φόρου εγκαίρως και της δυνατότητάς του να είναι συνεπής με το πρόγραμμα ρύθμισης. Το πρόγραμμα μπορεί να έχει διάρκεια μέχρι 12 μήνες και σε εξαιρετικές περιπτώσεις μέχρι 24 μήνες. Προκειμένου να ενταχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης, ο φορολογούμενος, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 43, οφείλει να προσκομίσει στη φορολογική διοίκηση αναλυτικά στοιχεία για τα εισοδήματα, την περιουσιακή του κατάσταση, τις οφειλές του σε τρίτους και να έχει υποβάλει δηλώσεις κατά τα τελευταία πέντε έτη πριν την ένταξή του σε πρόγραμμα ρύθμισης. Σε περίπτωση που φορολογούμενος έχει καταδικαστεί για φοροδιαφυγή, δεν μπορεί να ενταχθεί σε πρόγραμμα για ρύθμιση οφειλών (παράγραφος 3).

Με την παράγραφο 4 του άρθρου 43 προβλέπεται ο χρόνος καταβολής κάθε δόσης και οι πιθανές προσαυξήσεις σε περίπτωση καθυστέρησης. Το πρόγραμμα ρύθμισης παύει να ισχύει, όπως ορίζει η παράγραφος 5 του άρθρου 43,   εάν ο φορολογούμενος δεν καταβάλλει εντός της προθεσμίας περισσότερες από μία δόσεις ή καθυστερήσει την καταβολή της δόσης για περισσότερο από ένα μήνα, ή  δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις φορολογίας εισοδήματος ή παρείχε ανακριβή στοιχεία για την έγκριση του προγράμματος.

Οι διατάξεις του άρθρου 43 επιδιώκουν να διευκολύνουν όσους φορολογούμενους αντιμετωπίζουν αδυναμία στην εξόφληση των οφειλών τους αλλά μπορούν παράλληλα να ανταποκριθούν στο συμφωνημένο πρόγραμμα.

Άρθρο 44
Σειρά εξόφλησης

Με τις διατάξεις του άρθρου 44 ορίζεται ότι η σειρά εξόφλησης των υποχρεώσεων του φορολογουμένου, όπως και η δυνατότητα της Φορολογικής Διοίκησης να κατανέμει κάθε καταβολή σε οποιοδήποτε οφειλόμενο φόρο εάν ο φορολογούμενος δεν υποδείξει κατά το χρόνο της καταβολής σε ποιο συγκεκριμένο φόρο ή φορολογική περίοδο αφορά η πληρωμή ή εάν η καταβολή πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κώδικα.

Ενότητα Β
Αναγκαστική εκτέλεση

Υποενότητα 1
Μέτρα για τη διασφάλιση και την αναγκαστική είσπραξη

Άρθρο 45
Απαρίθμηση εκτελεστών τίτλων
   
Με τις διατάξεις του άρθρου 45 ορίζεται, ότι η είσπραξη του φόρου γίνεται δυνάμει άμεσα εκτελεστού τίτλου που στην περίπτωση αυτόματου προσδιορισμού φόρου  είναι η δήλωση την οποία υποβάλλει ο φορολογούμενος, στην περίπτωση κανονικού προσδιορισμού φόρου  είναι  η ειδοποίηση που κοινοποιείται στο φορολογούμενο, στην περίπτωση κατ’εκτίμηση προσδιορισμού φόρου είναι η πράξη κατ’εκτίμηση προσδιορισμού του φόρου όταν δεν έχει εφαρμογή η παράγραφος 2 του άρθρου 33, στην περίπτωση διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου είναι  η πράξη τελικού διορθωτικού προσδιορισμού του  φόρου, στην περίπτωση προληπτικού προσδιορισμού φόρου είναι η πράξη προληπτικού προσδιορισμού του φόρου αν ο φορολογούμενος δεν ικανοποιεί τις διατάξεις της παραγράφου 2 του Άρθρου 35, και τέλος, σε περίπτωση έκδοσης δικαστικής απόφασης, η ίδια η απόφαση όπως κοινοποιείται στο φορολογούμενο ή τον υπόχρεο και οι καταλογιστικές πράξεις τόκων και επιβολής προστίμων.

Υποενότητα 2
Μέτρα διασφάλισης των οφειλών στο Δημόσιο

Άρθρο 46
Λήψη διασφαλιστικών  μέτρων

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 46 δίνεται η δυνατότητα στη φορολογική διοίκηση μόνο σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και όταν επίκειται κίνδυνος για την είσπραξη του αναλογούντος στο φορολογούμενο φόρο, να λαμβάνει μέτρα και να προβαίνει με βάση τον εκτελεστό τίτλο του άρθρου 45 του Κώδικα και χωρίς δικαστική απόφαση  στην επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης κινητών, ακινήτων, εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε αυτά, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του Δημοσίου είτε βρίσκονται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτου ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρα 707-723 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εξαιρουμένων των άρθρων 715 παρ.5 και 722 του ανωτέρω Κώδικα.
 
Με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου δίνεται η δυνατότητα στη  Φορολογική Διοίκηση,  με τις ίδιες όμως, προϋποθέσεις της παραγράφου 1, να προβαίνει στη λήψη των προβλεπόμενων στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ασφαλιστικών μέτρων με βάση τον εκτελεστό τίτλο κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 691 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνεται ότι τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου διατάσσονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου της έδρας της αρμόδιας για τη σχετική φορολογία αρχής χωρίς να απαιτείται προηγούμενη κλήτευση του φορολογουμένου.  

Ενότητα Γ
Μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης

Άρθρο 47
Ατομική ειδοποίηση καταβολής οφειλής / υπερημερίας

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 47  ορίζεται ότι σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην πράξη προσδιορισμού του φόρου μέχρι την προβλεπόμενη σε αυτή ημερομηνία πληρωμής η  φορολογική διοίκηση αποστέλλει στο φορολογούμενο ατομική ειδοποίηση καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του πριν τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης . Με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην ατομική ειδοποίηση εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης καταβολής οφειλής, το αρμόδιο όργανο της φορολογικής διοίκησης μπορεί να προβεί στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κώδικα μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών ενώ στις επόμενες παραγράφους  ορίζονται τα ελάχιστα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει η ατομική ειδοποίηση καθώς και ο τρόπος κοινοποίησής της. Ειδικότερα θέματα ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.

Άρθρο 48
Αναγκαστική εκτέλεση

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 48  ορίζεται ότι η αναγκαστική είσπραξη     των  φόρων που καλύπτονται από τον παρόντα Κώδικα διενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ΝΔ 356/1974 περί Κώδικα Εισπράξεως     Δημοσίων Εσόδων εκτός αν ρυθμίζεται διαφορετικά από τον παρόντα     Κώδικα. Με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η διαδικασία συμψηφισμού που προβλέπεται στο άρθρο 83 του ΝΔ 356/1974 περί Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής αναφορικά με τους φόρους και λοιπά έσοδα του Δημοσίου που καλύπτονται από τον Κώδικα. Με  την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου ότι όπου στον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων γίνεται αναφορά στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου ή γενικότερα σε άλλο αρμόδιο όργανο νοείται στο εξής ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων. Τέλος με την παράγραφο 4 προβλέπεται ότι αναγκαστική εκτέλεση δεν διενεργείται για χρέη, η πληρωμή των οποίων τελεί σε νόμιμη ή δικαστική αναστολή και για όσο χρόνο αυτή διαρκεί. Αναγκαστική εκτέλεση δεν διενεργείται επίσης για χρέη που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών, εφόσον ο φορολογούμενος συμμορφώνεται με το πρόγραμμα.

Άρθρο 49
Λήψη μέτρων σε περίπτωση υπόνοιας καταδολίευσης

Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος προβαίνει σε προπαρασκευαστικές ενέργειες, οι οποίες αποτελούν σαφείς ενδείξεις ότι υπάρχει κίνδυνος να μην εισπραχθεί ο φόρος, μπορεί η φορολογική διοίκηση, σύμφωνα με το άρθρο 49,  να λαμβάνει αναγκαστικά μέτρα πριν η οφειλή καταστεί ληξιπρόθεσμη και παράλληλα να προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την ανατροπή των ενεργειών αυτών, όπως πχ αγωγή καταδολίευσης σε περίπτωση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων ενώ η η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να ζητήσει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση σύμφωνα με τα Άρθρα 725 κ.ε. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 

Ενότητα Δ
Αλληλέγγυα ευθύνη

Άρθρο 50
Αλληλέγγυα ευθύνη

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 50 ορίζεται ότι ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από  τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες  κατά το χρόνο διάλυσής τους τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές,  διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι στη διοίκηση και εκκαθαριστές των  νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων. Στην παράγραφο 2 ορίζονται ειδικώς τα πρόσωπα που έχουν αλληλέγγυα ευθύνη για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια της ζωής των νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων ενώ στην παράγραφο 3  προβλέπεται ότι εάν κατά τον χρόνο  διάλυσης  νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας δεν έχουν εξοφληθεί όλες οι φορολογικές υποχρεώσεις του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, περιλαμβανομένων των παρακρατούμενων και επιρριπτομένων φόρων, οι κατά τον χρόνο  διάλυσης  αυτών μέτοχοι ή εταίροι με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον 5% ευθύνονται αλληλεγγύως  με το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα για την καταβολή του οφειλόμενου φόρου, μέχρι του ποσού των αναληφθέντων κερδών ή απολήψεων σε μετρητά ή σε είδος λόγω της ιδιότητας του μετόχου ή εταίρου κατά τα τρία (3) έτη τελευταία έτη προ της λύσης.

Στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι ευθύνεται αλληλεγγύως  με το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα για την καταβολή του οφειλομένου και μη εξοφληθέντος φόρου κατά την διάλυση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, και κάθε πρόσωπο που υπήρξε μέτοχος ή εταίρος αυτού με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον 5% κατά τα τρία (3) έτη τελευταία έτη προ της  διάλυσής  του μέχρι του ποσού των αναληφθέντων κερδών ή απολήψεων σε μετρητά ή σε είδος λόγω της ιδιότητας του μετόχου ή εταίρου και εφόσον η οφειλή αφορά την περίοδο στην οποία το εν λόγω πρόσωπο ήταν μέτοχος ή εταίρος ενώ στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου τα πρόσωπα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους δύνανται να ασκήσουν έναντι της φορολογικής διοίκησης, παράλληλα με το νομικό πρόσωπο ή την νομική οντότητα, οποιαδήποτε δικαίωμα θα είχε στην διάθεσή του το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα. Τέλος, με την παράγραφο 6 εισάγεται εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου για νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή αναγνωρισμένο χρηματιστήριο σε άλλο Κράτος Μέλος της ΕΕ.

Ενότητα Ε
Παραγραφή του δικαιώματος είσπραξης φόρων

Άρθρο 51
Παραγραφή είσπραξης φόρων

Με το άρθρο 51 προσδιορίζεται  χρόνος παραγραφής για την είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων από το Δημόσιο και συγκεκριμένα πέντε (5) έτη μετά την έκδοση του νόμιμου τίτλου εκτέλεσης εάν δεν κοινοποιηθεί οποιαδήποτε πράξη εκτέλεσης στον φορολογούμενο εντός της πενταετίας. Επιπροσθέτως, εισάγεται πειθαρχική ευθύνη του αρμοδίου οργάνου της φορολογικής διοίκησης για τη  μη εκκίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη των φόρων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα εντός πέντε (5) ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο φορολογούμενος κατέστη υπερήμερος. Τέλος, ορίζεται ότι κανένας νόμος περί παραγραφής δεν αποκλείει το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη από το Δημόσιο των μη καταβληθέντων φόρων ή άλλων εσόδων του Δημοσίου, με τη σχετική επιφύλαξη που εισάγεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 52
Αμοιβαία συνδρομή στην είσπραξη απαιτήσεων από φόρους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η αμοιβαία συνδρομή σε ζητήματα φορολογικού ενδιαφέροντος είναι εξαιρετική χρήσιμη για την επίτευξη των στόχων της φορολογικής διοίκησης. Ειδικά στην περίπτωση της αμοιβαίας συνδρομής στην είσπραξη απαιτήσεων θα εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 52,  οι διατάξεις των άρθρων 295 έως 319 του ν. 4072/2012, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ
Τόκοι και Πρόστιμα

Άρθρο 53
Τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής

Με τις διατάξεις του άρθρου καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των τόκων σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής. Ειδικότερα, και σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 53 ο φορολογούμενος υποχρεούται να καταβάλει τόκους για τη χρονική περίοδο από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας έως και την ημερομηνία καταβολής του φόρου σε περίπτωση που δεν καταβάλει το ποσό του φόρου εντός της προθεσμίας. Με την παράγραφο 2 η φορολογική διοίκηση υποχρεούται σε περίπτωση καταβολής  υπερβάλλοντος  ποσού φόρου (αχρεώστητη καταβολή)να καταβάλει τόκους για τη χρονική περίοδο από την ημερομηνία αίτησης επιστροφής του  υπερβάλλοντος  ποσού φόρου μέχρι την ημερομηνία επιστροφής του με τις εξαιρέσεις που εισάγονται στην παράγραφο αυτή. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 53 ορίζεται ότι τόκοι επί των τόκων δεν υπολογίζονται και δεν οφείλονται ενώ με την παράγραφο 4 ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων αποφασίζει το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων.

Άρθρο 54
Διαδικαστικές παραβάσεις

Οι διατάξεις του άρθρου 54 έχουν ως στόχο την ενίσχυση του αισθήματος δικαίου των πολιτών και παράλληλα την αύξηση της εισπραξιμότητας των προστίμων προς όφελος των δημοσίων εσόδων, μέσω του εξορθολογισμού αυτών, για την αποφυγή της επιβολής «εξωπραγματικών» προστίμων, η είσπραξη των οποίων καθίσταται δυσχερής και αμφίβολη. Ειδικότερα με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 54 καθορίζονται οι παραβάσεις, στις οποίες επιβάλλονται τα αντίστοιχα διοικητικά πρόστιμα. Καθιερώνεται δε για πρώτη φορά ενιαίο ύψος προστίμου για όλες τις φορολογικές διατάξεις που παραβιάζονται και ανάλογο της κατηγορίας των τηρούμενων βιβλίων.

Άρθρο 55
Παραβάσεις φοροδιαφυγής

Με τις διατάξεις του άρθρου 55 επιχειρείται η εννοιολογική προσέγγιση της φοροδιαφυγής και ο καθορισμός των σχετικών παραβάσεων. Ειδικότερα, στην παράγραφο 1 ορίζεται, για τους σκοπούς του Κώδικα,  η «φοροδιαφυγή» ως η  απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή με μη υποβολή δήλωσης ή με υποβολή ανακριβούς δήλωσης και με σκοπό την μη πληρωμή φόρου εισοδήματος, η μη απόδοση, ανακριβής απόδοση, συμψηφισμός, έκπτωση ή διακράτηση  φόρου προστιθέμενης αξίας και παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών  καθώς και η μη υποβολή δήλωσης ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης με σκοπό την μη πληρωμή των παραπάνω φόρων τελών ή εισφορών,  η είσπραξη επιστροφής  των παραπάνω φόρων από την Φορολογική Διοίκηση μετά από  παραπλάνηση της Φορολογικής Διοίκησης, καθώς και η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων  και η αποδοχή αυτών καθώς και η νόθευση φορολογικών στοιχείων.

Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου καθορίζονται οι παραβάσεις και τα πρόστιμα που αφορούν σε μη έκδοση ή σε ανακριβή έκδοση  παραστατικού στοιχείου αξίας  και έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής ή και σε έκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων. Παράλληλα, υπάρχει λεπτομερής παρουσίαση παραβάσεων και προστίμων σε περίπτωση έκδοσης  εικονικών φορολογικών στοιχείων ή λήψης εικονικών στοιχείων με διαβαθμίσεις ως προς το ύψος των προστίμων και διαφοροποιήσεις για το πρόσωπο του εκδότη και του λήπτη. Στην παράγραφο 3 ορίζεται ότι η επιβολή προστίμων και η σχετική διοικητική διαδικασία σύμφωνα με τον Κώδικα είναι ανεξάρτητες από τυχόν ποινικές κυρώσεις και οποιαδήποτε ποινική διαδικασία προβλέπεται από οποιοδήποτε άλλο νόμο. Τέλος, στην παράγραφο 4 προβλέπεται ότι πληροφορίες ή έγγραφα, τα οποία αφορούν ποινική διαδικασία, δεν χορηγούνται στη Φορολογική Διοίκηση χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια του αρμόδιου Εισαγγελέα.

Άρθρο 56
Πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής ή μη υποβολής συνοπτικού πίνακα ή φακέλου ενδοομιλικών συναλλαγών

Κατά της υπόχρεης σε υποβολή συνοπτικού πίνακα πληροφοριών επιχείρησης καθώς και φακέλου τεκμηρίωσης επιβάλλεται από τη φορολογική διοίκηση πρόστιμο  σε ποσοστό 1/1000 των δηλούμενων ακαθάριστων εσόδων, σε περίπτωση που υποβάλει τον πίνακα εκπροθέσμως. Το πρόστιμο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των χιλίων (1000) ευρώ και μεγαλύτερο των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, σύμφωνα με  την παράγραφο 1 του άρθρου 56.

Το πρόστιμο υπολογίζεται σε ποσοστό ένα εκατοστό (1/100) των δηλουμένων ακαθάριστων εσόδων της υπόχρεης σε υποβολή επιχείρησης και  δεν μπορεί να είναι μικρότερο των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και μεγαλύτερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ στην περίπτωση που δεν υποβληθεί ο πίνακας ή δεν διατεθεί ο φάκελος τεκμηρίωσης στη φορολογική διοίκηση (παράγραφος 2).

Άρθρο 57
Πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής

Με τις διατάξεις του άρθρου 57 ορίζεται ότι εάν οποιοδήποτε ποσό φόρου δεν καταβληθεί εντός δύο μηνών από την εκπνοή της νόμιμης προθεσμίας καταβολής, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό 10% του φόρου που δεν καταβλήθηκε εμπρόθεσμα. Σε περίπτωση που το ποσό του φόρου καταβληθεί μετά την πάροδο ενός έτους από την εκπνοή της νόμιμης προθεσμίας καταβολής το παραπάνω πρόστιμο ανέρχεται σε 20% του φόρου ενώ, τέλος, εάν το ποσό του φόρου καταβληθεί μετά την πάροδο δύο ετών  από την εκπνοή της νόμιμης προθεσμίας καταβολής το παραπάνω πρόστιμο ανέρχεται σε 30% του φόρου.

Άρθρο 58
Πρόστιμο  ανακριβούς  δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης

Με τις διατάξεις του άρθρου 58 καθορίζεται το ύψος του προστίμου εάν το ποσό φόρου που προκύπτει βάσει φορολογικής δήλωσης υπολείπεται του ποσού φόρου που  προκύπτει βάσει διορθωτικού  προσδιορισμού φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση. Το ποσοστό αυτό κυμαίνεται από το 10% του ποσού της διαφοράς και μπορεί να φτάσει το 100% ανάλογα με την περίπτωση. Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι επιβάλλεται σε βάρος του υπόχρεου για την υποβολή δήλωσης πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που απέφυγε λόγω της μη υποβολής δήλωσης.

Άρθρο 59
Πρόστιμο μη καταβολής παρακρατούμενων φόρων

Με τις  διατάξεις του άρθρου 59 επιβάλλεται πρόστιμο στον υπόχρεο  απόδοσης παρακρατηθέντος φόρου ίσο με το ποσό του φόρου που δεν απέδωσε  εντός της νόμιμης προθεσμίας προς πληρωμή και μετά από υποβολή δήλωσης

Άρθρο 60
Παρεμπόδιση, υπόθαλψη και συνέργεια

Με τις διατάξεις του άρθρου 60 ορίζεται ανάλογη, με αυτή του παραβάτη, ευθύνη όποιου άλλου προσώπου  υποκίνησε, υπέθαλψε ή συνέπραξε με τον παραβάτη προκειμένου να παρεμποδίσει τη φορολογική διοίκηση. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται είναι του ιδίου ύψους με αυτά των προηγούμενων άρθρων.

Άρθρο 61
Απαλλαγή λόγω ανωτέρας βίας

Με το άρθρο 61 δίνεται στο φορολογούμενο η δυνατότητα να αιτείται από το Γενικό Γραμματέα την απαλλαγή από τόκους ή  πρόστιμα  σε περίπτωση ανωτέρας βίας υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εξοφληθεί όλοι οι φόροι πριν από το αίτημα απαλλαγής. Δεν μπορεί να υπάρξει απαλλαγή για  τόκους και πρόστιμα που επιβάλλονται για ανακριβή δήλωση καθώς και για τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις φοροδιαφυγής. Ο Γενικός Γραμματέας  αποφαίνεται  επί του αιτήματος  εντός 30 ημερών και  κοινοποιεί  την απόφαση στο φορολογούμενο και στην περίπτωση που  δεν ληφθεί απόφαση εντός της ανωτέρω περιόδου, το αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.

Άρθρο 62
Επιβολή,  κοινοποίηση και πληρωμή τόκων και προστίμων

Με τις διατάξεις του άρθρου 62 ορίζεται ότι ο Γενικός Γραμματέας είναι αρμόδιος για την έκδοση πράξης  καταλογισμού τόκων και επιβολής προστίμων, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει αυτοτελή αιτιολογία και να κοινοποιείται στο φορολογούμενο ή το ευθυνόμενο πρόσωπο: α) μαζί με την πράξη προσδιορισμού του φόρου ή β) αυτοτελώς, εάν η πράξη προσδιορισμού του φόρου δεν εκδίδεται ταυτόχρονα.  Ο φορολογούμενος καλείται εγγράφως για την υποβολή αντιρρήσεων τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την έκδοση της πράξης. Τέλος, προβλέπεται, ότι τόκοι και πρόστιμα καταβάλλονται εφάπαξ  την τριακοστή ημέρα μετά την κοινοποίηση της πράξης καταλογισμού ή επιβολής

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ
Διαδικασίες προσφυγής

Άρθρο 63
Ειδική Διοικητική Διαδικασία –Ενδικοφανής προσφυγή

Οι αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων προβλέφθηκαν με την περίπτωση 1 της Υποπαραγράφου Α5 του ν.4152/2013 (Φ.Ε.Κ. 107Α΄) με την οποία προστέθηκε το άρθρο 70 Β στον ν.2238/1994 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), το δε υποχρεωτικό καθεστώς της ενδικοφανούς προσφυγής αφορά πράξεις που εκδίδονται από τις φορολογικές αρχές από 1.8.2013 και μετά και θεσπίσθηκε για να εξυπηρετήσει τις περιπτώσεις υποθέσεων που επιδέχονται άμεσης επιλύσεως, όπως και να λειτουργήσει ως στάδιο προέλεγχου σε υποθέσεις που πρόκειται να εισαχθούν ενώπιον της δικαιοσύνης, ώστε αναδεικνύονται τα βασικά νομικά ζητήματα και να έχουν τεθεί υπό επεξεργασία τα πραγματικά ζητήματα που χρήζουν τεχνικών αναλύσεων και παρατηρήσεων.

Με το άρθρο 63 εντάσσεται πλέον στον Κώδικα Φορολογικής διαδικασίας, με ορισμένες βελτιώσεις, το πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας της ενδικοφανούς προσφυγής από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και εξορθολογίζεται το υφιστάμενο πλαίσιο προθεσμιών.

Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου 63 , ορίζεται ότι ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης. 

Με την παράγραφο 5 του άρθρου επέρχονται ορισμένες βελτιώσεις επί της διαδικασίας ενώπιον της υπηρεσίας, προκειμένου να επιτελείται κατά τρόπο ουσιαστικό η λειτουργία του προελέγχου των πράξεων από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και ρυθμίζονται ζητήματα που σχετίζονται με την κατά χρόνο αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης να επιληφθεί της ενδικοφανούς προσφυγής.  Με την παράγραφο 7 του άρθρου εισάγεται ρύθμιση  που αποσκοπεί στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της κρίσης του προσωπικού της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη την φύση των καθηκόντων και το εύρος των αρμοδιοτήτων της υπηρεσίας.   Τέλος, με την παράγραφο 9 του άρθρου 63 προστίθεται στο υφιστάμενο πλαίσιο εξουσιοδοτήσεων προς τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, η δυνατότητα να εκδίδει τις αναγκαίες κανονιστικές πράξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και ιδίως να καθορίζει τις λεπτομέρειες για τη λειτουργία της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης, την εφαρμοστέα διαδικασία και τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεών της με σχετική κανονιστική του πράξη.

Άρθρο 64
Επαρκής αιτιολογία

Με τις διατάξεις του άρθρου 64 θεμελιώνεται η υποχρέωση της φορολογικής  διοίκησης για την παροχή σαφούς, ειδικής και επαρκούς αιτιολογίας αναφορικά με τη νομική βάση, τα γεγονότα και τις περιστάσεις που  θεμελιώνουν την έκδοση πράξεως και τον προσδιορισμό φόρου.

Άρθρο 65
Βάρος απόδειξης

Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αμφισβητεί την  πράξη  προσδιορισμού φόρου στα πλαίσια ενδικοφανούς προσφυγής,  φέρει και το βάρος της απόδειξης της πλημμέλειας, όπως ορίζει το άρθρο 66.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
Μεταβατικές διατάξεις

Άρθρο 66
Μεταβατικές διατάξεις

Με τις προτεινόμενες μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 66 και προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα της σταδιακής μετάβασης από το υφιστάμενο καθεστώς της διοικητικής επίλυσης των φορολογικών διαφορών στη διοικητική διαδικασία της ενδικοφανούς  προσφυγής από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, και μέχρι την έναρξη εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, παρέχεται στον υπόχρεο η δυνατότητα αποκλειστικά και μόνο για τις περιπτώσεις που δεν αμφισβητείται από αυτόν η ορθότητα της καταλογιστικής πράξης ως προς τον κύριο φόρο, τέλος, εισφορά ή δικαίωμα του Δημοσίου ή ως προς τον καταλογισμό της οικείας παράβασης, να περιορίζονται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής αρχής οι πρόσθετοι φόροι, τέλη, εισφορές, δικαιώματα του Δημοσίου ή τα πρόστιμα, κατά τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις.

Η ως άνω διαδικασία τυγχάνει μεταβατικής εφαρμογής και για τις αποφάσεις που θα εκδίδονται από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης, μέχρι την έναρξη εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, στις περιπτώσεις που ο υπόχρεος δεν αμφισβητεί την ορθότητα των αποφάσεων αυτών ως προς τον κύριο φόρο, τέλος, εισφορά ή δικαίωμα του Δημοσίου ή ως προς τον καταλογισμό της οικείας παράβασης.

Επίσης ορίζεται  με την παράγραφο 1 του άρθρου 66 ότι οι διατάξεις του Κεφαλαίου 7 εφαρμόζονται, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί παραγραφής, σε όλες τις χρήσεις για τις οποίες, κατά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα. δεν έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου, ή έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου, αλλά δεν έχει γίνει έναρξη του ελέγχου.Με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι ιδικά οι διατάξεις των άρθρων του Κεφαλαίου 10 του Κώδικα, ισχύουν για τις παραβάσεις που διαπράττονται από την ημερομηνία ισχύος αυτού με εξαίρεση την παράγραφο 2 του άρθρου 55, το οποίο ισχύει για παραβάσεις που διαπράττονται από τη δημοσίευση του παρόντος. Η παράγραφος 10 του άρθρου 5 και η παράγραφος 1 του άρθρου 6 του ν. 2523/1997 καταργούνται από τη δημοσίευση του παρόντος ενώ για τις  διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Κώδικα ισχύουν από 1ης Αυγούστου 2013.(παράγραφος 3). Με την παράγραφο 4 ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 54 του Κώδικα είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και για παραβάσεις που διαπράχθηκαν έως το χρόνο δημοσίευσης αυτού και επισύρουν πρόστιμα των άρθρων 5 παρ. 10 και 6 του ν. 2523/1997 ανεξάρτητα από τον χρόνο διαπίστωσής τους, εφόσον το νέο καθεστώς του άρθρου 54 του Κώδικα επιλεγεί ως ευνοϊκότερο από τον υπόχρεο, για το σύνολο των παραβάσεων που περιέχονται στην ίδια πράξη ή απόφαση επιβολής προστίμου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα κατωτέρω, ανά κατηγορία υποθέσεων:

α. Για τις υποθέσεις για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί Αποφάσεις Επιβολής Προστίμου (Α.Ε.Π.) μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του Κώδικα, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής Α.Ε.Π. Εξαιρετικά, για τις υποθέσεις της περίπτωσης αυτής οι σχετικές Α.Ε.Π. μπορεί να εκδοθούν απευθείας με βάση το νέο καθεστώς, εφόσον πριν την έκδοσή τους ο υπόχρεος υποβάλει ανέκκλητη δήλωση επιλογής των διατάξεων που ισχύουν κατά το χρόνο έκδοσης της Α.Ε.Π.

β. Για τις υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί Α.Ε.Π. μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του Κώδικα και δεν βρίσκονται ακόμη σε στάδιο διοικητικής επίλυσης της διαφοράς κατόπιν αιτήματος διοικητικού συμβιβασμού ή άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από τη δημοσίευση του Κώδικα.

γ. Για τις υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί Α.Ε.Π. και βρίσκονται σε στάδιο διοικητικής επίλυσης της διαφοράς κατόπιν αιτήματος διοικητικού συμβιβασμού ή άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από τη δημοσίευση του Κώδικα.Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι στις περιπτώσεις α’ και β’ της παραγράφου 4, αρμόδιος για την έκδοση της πράξης επιβολής των προστίμων με το ευνοϊκότερο καθεστώς είναι ο Προϊστάμενος της Αρχής που εξέδωσε την πράξη. Κατά της πράξης αυτής που εκδίδεται στη βάση του ευνοϊκότερου καθεστώτος δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί δικαστικού και διοικητικού συμβιβασμού. Στην περίπτωση γ’ της παραγράφου 4 το ευνοϊκότερο καθεστώς εφαρμόζεται στο πλαίσιο του διοικητικού συμβιβασμού ή ενδικοφανούς προσφυγής. Ο διοικητικός συμβιβασμός ή η αποδοχή της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής με βάση το ευνοϊκότερο καθεστώς δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των προστίμων σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία. Το αίτημα για υπαγωγή στο ευνοϊκότερο καθεστώς υποβάλλεται στην αρμόδια Αρχή ή στην αρμόδια Επιτροπή των άρθρων 70Α και 70Β Ν. 2238/1994 κατά περίπτωση.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 ορίζεται ότι για τις υποθέσεις προστίμων των άρθρων 5 παρ. 10 και 6 του ν. 2523/1997, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και του Σ.τ.Ε. κατά τη δημοσίευση του παρόντος, οι υπόχρεοι δύνανται με αίτησή τους, η οποία υποβάλλεται στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του Κώδικα κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 να ζητήσουν το δικαστικό συμβιβασμό με βάση το ευνοϊκότερο καθεστώς για το σύνολο των προστίμων ανά καταλογιστική πράξη. Αρμόδιος για τη διενέργεια του συμβιβασμού είναι ο Προϊστάμενος της αρχής που εξέδωσε την πράξη. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική δίκη καταργείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 142 και 143, παράγραφος 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αφού υποβληθεί αντίγραφο του πρακτικού συμβιβασμού στο αρμόδιο δικαστήριο. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου του άρθρου αυτού εφαρμόζεται αναλόγως.
Επίσης, οι διατάξεις της υποπερίπτωσης δδ’ της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 55 του Κώδικα είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και για παραβάσεις που διαπράχθηκαν μέχρι το χρόνο έναρξης ισχύος αυτού, ανεξάρτητα από το χρόνο διαπίστωσής τους, εφόσον το νέο καθεστώς του άρθρου 55 του Κώδικα επιλεγεί ως ευνοϊκότερο από τον υπόχρεο, για το σύνολο των παραβάσεων που περιέχονται στην ίδια πράξη ή απόφαση επιβολής προστίμου (παράγραφος 7) ενώ με την παράγραφο 8  το ποσό που προκύπτει μετά τον επανυπολογισμό των προστίμων κατά τις διατάξεις του Κώδικα και αφού αφαιρεθούν τυχόν καταβληθέντα ποσά, χωρίς τις προσαυξήσεις, βεβαιώνεται και καταβάλλεται ως εξής: α. Εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικού Επανελέγχου, καταβάλλεται το πενήντα τοις εκατό (50%) του οφειλομένου ποσού. Αν δεν καταβληθεί το ποσό αυτό, η απόφαση θεωρείται ανυπόστατη. β. Το υπόλοιπο ποσό, μετά την καταβολή του πενήντα τοις εκατό (50%) βεβαιώνεται και καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την κοινοποίηση της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης.
Για υποθέσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις των παραγράφων 3,4 και 5 του παρόντος άρθρου, για τις οποίες δεν υποβάλλεται αίτηση για την Ειδική Διαδικασία του άρθρου 63 του Κώδικα, κρίνονται με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν, κατά το χρόνο διάπραξης της παράβασης, όπως ορίζεται στην παράγραφο 9. Τέλος, στην παράγραφο 10 ορίζεται ότι ποσά που τυχόν έχουν καταβληθεί, πέραν αυτών που προκύπτουν από την εφαρμογή των παραγράφων 3,4 και 5 του παρόντος, δεν επιστρέφονται.

Άρθρο 67
Έναρξη ισχύος

Με το άρθρο 67 ορίζεται η 1η Ιανουαρίου 2014 ως ημερομηνία έναρξης ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

ΜΕΡΟΣ Β’
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Άρθρο 68
Τροποποιήσεις άρθρων του ν.3691/2008

Με τις διατάξεις του άρθρου 68 τροποποιούνται και αντικαθίσταται διατάξεις του νόμου 3691/2008 για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και παράλληλα για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης

Ειδικότερα:

α) με την τροποποίηση της περ. ιη΄ του άρθρου 3, που προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 77 του ν.3842/2010 (Α΄ 58), εξαιρούνται από τον ορισμό των βασικών αδικημάτων ορισμένα αδικήματα των άρθρων 17, 18 και 19 του ν.2523/1997 (ΦΕΚ Α΄ 179) για τα οποία προβλέπεται ποινή χαμηλότερη της γενικής ρήτρας της περ. κ΄.

Επίσης, προστίθεται στην ανωτέρω περίπτωση ιη΄, ως βασικό αδίκημα, και το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 του ν.1882/1990, όπως ισχύει), με μία παρόμοια εξαίρεση, καθώς και με την εξαίρεση των χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές και πρόστιμα, επειδή δεν υπάρχει περιουσιακό όφελος (εγκληματικό προϊόν).

β) Η περίπτωση δ΄ της παρ. 1  του άρθρου 5 του ν. 3691/2008 καταργείται καθώς οι περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της εν λόγω παραγράφου αφορούν την ίδια μορφή εταιρείας, δηλαδή οι εταιρείες παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου έχουν μετονομαστεί σε εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών. 

γ) Με την τροποποίηση της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, ανατίθεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς η εποπτεία των εταιρειών κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών ως προς την εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω νόμου από τη γνωστοποίηση σε αυτήν της αδειοδότησής τους από τον αρμόδιο φορέα.

δ) Η τροποποίηση της περίπτωσης ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, συνδέεται με την ανωτέρω περίπτωση β΄ και γ΄ και διαγράφει από τα εποπτευόμενα από το Υπουργείο Οικονομικών (Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων) πρόσωπα τις εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών και τις εταιρείες παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου.

ε) με την τροποποίηση της παρ. 4 του άρθρου 7 και της παρ. 1 του άρθρου 7Α του ν.3691/2008, όπως ισχύει, προβλέπεται ο ορισμός εκπροσώπου της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων ως μέλους της Α΄ Μονάδας της Αρχής. Η διεθνής αναγνώριση της μεγάλης σημασίας καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες καθιστούν αναγκαίο τον εν λόγω ορισμό. Υπενθυμίζεται ότι η Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, που υπάγεται στην Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων είναι μία από τις αρμόδιες αρχές για την εποπτεία ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προσώπων.

στ) με την τροποποίηση της περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν.3691/2008, όπως ισχύει, προστίθενται στα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί στις κατηγορίες των υπόχρεων προσώπων που οφείλουν να προβαίνουν σε επαλήθευση των εισοδημάτων των πραγματικών δικαιούχων, με βάση όσα προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη.

ζ) με την αντικατάσταση του άρθρου 29 απλοποιείται η διαδικασία υποβολής αναφορών στην Αρχή του άρθρου 7 από τις φορολογικές, τελωνειακές και άλλες αρχές για φορολογικά, τελωνειακά αδικήματα, αδικήματα μη καταβολής χρεών και λοιπά αδικήματα αρμοδιότητας ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε.. Επίσης τίθενται κριτήρια επιλογής των υποθέσεων που αποστέλλονται στην Αρχή με στόχο τον περιορισμό του μεγάλου αριθμού υποβαλλόμενων αναφορών για υποθέσεις με πολύ μικρά ποσά. 

η) με την προσθήκη στην παράγραφο 1 του άρθρου 40 του ν.3691/2008, όπως ισχύει, προβλέπεται η παροχή πληροφοριών από την Αρχή του άρθρου 7 στην Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις διενέργειας φορολογικών ή τελωνειακών ελέγχων και κατά τη διαδικασία είσπραξης χρεών, για την επίτευξη των βέλτιστων οικονομικών αποτελεσμάτων του Υπουργείου Οικονομικών. Η διάταξη αυτή αφορά και το Σ.Δ.Ο.Ε. στις περιπτώσεις διενέργειας ελέγχων αρμοδιότητάς του. Επιπλέον, προβλέπεται η ενημέρωση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και του Σ.Δ.Ο.Ε. από την Αρχή για τις περιπτώσεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων που αφορούν αδικήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές τους.

θ) με την τροποποίηση της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του ν.3691/2008, όπως ισχύει, διορθώνεται η γενικότητα της προηγούμενης αναφοράς του νόμου  περί εποπτείας των εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά εταιρειών από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και επιβολής σε αυτές κυρώσεων για τέλεση αξιόποινων πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Με την προτεινόμενη τροποποίηση περιορίζεται η εποπτεία των υπόχρεων πρόσωπων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σε εκείνα που ρητώς προσδιορίζονται στην περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν.3691/2008, όπως ισχύει.

ι) με την τροποποίηση της παραγράφου 3 του άρθρου 52 του ν.3691/2008, όπως ισχύει, επεκτείνεται και στις λοιπές αρμόδιες αρχές, πέραν αυτών που εποπτεύουν εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα, η δυνατότητα έκδοσης αποφάσεων για τη ρύθμιση των θεμάτων που αφορούν στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων στα υπόχρεα πρόσωπα αρμοδιότητάς τους, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις του ν. 3691/2008. Σημειώνεται ότι με το άρθρο 76 του ν.3994/2011 (ΦΕΚ Α΄165) τροποποιήθηκε μόνο η παράγραφος 1 του άρθρου 52, παρέχοντας και στις λοιπές αρμόδιες αρχές του ν. 3691/2008 τη δυνατότητα επιβολής των ως άνω διοικητικών κυρώσεων, χωρίς όμως αντίστοιχη προσαρμογή της σχετικής παραγράφου 3 του άρθρου 52.

ΜΕΡΟΣ Γ’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ, ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ , ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Άρθρο  69
Τροποποίηση ν.4118/2013

Με τη διάταξη του άρθρου 69 αποφεύγεται η δημιουργία ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων των νοσοκομείων από τη μη πληρωμή των δικαιούχων προμηθευτών

Άρθρο 70
Ρυθμίσεις Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας

Με τη διάταξη της παραγράφου 1  του άρθρου 70 καταργούνται οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 51 του νόμου 3996/2011, που προέβλεπαν την τήρηση ειδικού βιβλίου ΟΑΕΕ, καθώς ο ιδιοκτήτης ή εκμεταλλευτής αυτοκινήτου σε κάθε περίπτωση υποχρεούται να τηρεί το βιβλίο το ΙΚΑ.

Στην παράγραφο 2 προβλέπεται η κατάργηση του βιβλίου δρομολογίων και για τους οδηγούς ταξί. Η σχετική ρύθμιση κρίνεται αναγκαία καθώς ήδη η σχετική υποχρέωση έχει καταργηθεί για τα φορτηγά, τα τουριστικά λεωφορεία και τα ΚΤΕΛ στο πλαίσιο της απλούστευσης των διαδικασιών.

Με την παράγραφο 3  προβλέπεται ότι ειδικά για τους μισθωτές, χρήστες, εκμεταλλευτές επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (ΤΑΞΙ) ορίζεται ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 22 του Ν. 3850/2010 (ΦΕΚ Α’ 84) επιμόρφωση τεχνικού ασφαλείας τεκμαίρεται ότι έχει συντελεστεί, εφόσον οι ανωτέρω υπόχρεοι υποβάλλουν ηλεκτρονικά υπεύθυνη δήλωση ότι έλαβαν γνώση του αναρτημένου στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (www.ypakp.gr) ηλεκτρονικού εντύπου με τίτλο «Πρόληψη Ατυχημάτων στο χώρο Εργασίας».

Η προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 4 κρίνεται απαραίτητη λόγω της αδυναμίας λειτουργίας του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του ΤΑΥΤΕΚΩ. Με τις διατάξεις του άρθρου 123 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58) συστάθηκε Β΄ κοινό Υπηρεσιακό Συμβούλιο αρμόδιο για το προσωπικό των Φορέων ΤΠΔΥ και ΤΕΑΠΑΣΑ, το οποίο με την παρ. 2 του άρθρου 78 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170) μετονομάστηκε σε Κοινό Υπηρεσιακό Συμβούλιο.

Σύμφωνα με το άρθρο 42 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) στον ΕΟΠΥΥ εντάχθηκαν οι υπηρεσίες και οι αρμοδιότητες ως προς την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος του Κλάδου Υγείας του ΤΑΥΤΕΚΩ και με το άρθρο 36 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) στο ΕΤΕΑ εντάχθηκαν οι τομείς του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του ΤΑΥΤΕΚΩ. Επίσης, μεγάλο μέρος προσωπικού του ΤΑΥΤΕΚΩ μεταφέρθηκε στους ως άνω Φορείς.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, παρ. 1, του ν. 4142/2013 (Α΄ 83), το ΤΕΑΠΑΣΑ τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.

Κατόπιν τούτων και λαμβανομένων υπόψη ότι: α) οι υπηρετούντες υπάλληλοι του ΤΑΥΤΕΚΩ δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να ορισθούν μέλη του Υ.Σ. του Ταμείου και ως εκ τούτου δεν είναι εφικτή η λειτουργία του Υπηρεσιακού του Συμβουλίου και β) το ΤΕΑΠΑΣΑ τελεί πλέον υπό την εποπτεία του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, προτείνεται η θέσπιση της παρούσας διάταξης.

Άρθρο 71
Τροποποίηση διάταξης του άρθρου 975 του ΚΠολΔ

Με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 71  άτομα που υπέστησαν από αδικοπραξία  σοβαρές σωματικές βλάβες σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω κατατάσσονται στην υπ´ αριθμό 1 σειρά των γενικών προνομίων του άρθρου975τουΚΠολΔ.
Η έν λόγω ρύθμιση αποτελεί στοιχειώδη πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης καθώς απηχεί την ανάγκη ικανοποίησης ανθρώπων που έχουν μείνει ανάπηροι από σοβαρά ατυχήματα και δεν έχουν αποζημιωθεί, ενώ δεν διαταράσσει την εύλογη και ισόρροπη ικανοποίηση των υπολοίπων δανειστών

Άρθρο 72
Ρύθμιση θεμάτων Υπουργού Επικρατείας

Με το άρθρο 72 η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 (Α’ 189)  εφαρμόζεται αποκλειστικά για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων λόγω λύσεως των  συμβάσεων του προσωπικού της παραγράφου 2 του άρθρου 3 της υπ’αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (Β’ 1414), για εκείνο το προσωπικό που, μέσα σε διάστημα τριών (3) ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, θα απασχοληθεί με οποιονδήποτε τρόπο ή με οποιουδήποτε είδους σύμβαση έργου ή εργασίας με το νέο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα (ΝΕΡΙΤ Α.Ε.).  Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν  173/1967 δεν εφαρμόζεται για το προσωπικό που δεν εμπίπτει στη ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου.  

Άρθρο 73
Έναρξη ισχύος

Οι διατάξεις του νόμου αυτού ισχύουν από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με εξαίρεση τα οριζόμενα στο άρθρο 67  ή αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις αυτού.

Αθήνα, 23 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ   

ΥΓΕΙΑΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ – ΑΔΩΝΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ 
ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ
   
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΣΤΑΜΑΤΗΣ   

   
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ  ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

ΜΕΡΟΣ Α’
ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ 
Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1
Γενικά

Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (εφεξής «ο Κώδικας») καθορίζει τη διαδικασία προσδιορισμού, βεβαίωσης και είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου, που ορίζονται στο άρθρο 2, καθώς και τις διοικητικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία,  η οποία ρυθμίζει τα έσοδα αυτά.

Άρθρο 2
Πεδίο εφαρμογής

Οι διατάξεις του Κώδικα ισχύουν για τα εξής δημόσια έσοδα:
α. Φόρο Εισοδήματος
β. Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.)
γ. Φόρο κατοχής ακίνητης περιουσίας
δ. Κάθε άλλο φόρο, τέλος, εισφορά ή χρηματική κύρωση για τη βεβαίωση ή είσπραξη των οποίων, κατά την έναρξη ισχύος του Κώδικα, εφαρμόζονται ανάλογα οι αντίστοιχες διατάξεις των φορολογιών των περιπτώσεων α’ και β’.
ε. Χρηματικές κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονται από τον Κώδικα.

Άρθρο 3
Ορισμοί

Για τους σκοπούς του Κώδικα, ισχύουν οι έννοιες των όρων, όπως εκάστοτε ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, εκτός αν τους αποδίδεται ρητώς διαφορετική έννοια στον Κώδικα. Οι παρακάτω ορισμοί ισχύουν για τους σκοπούς του Κώδικα:
α) ως  «φορολογούμενος»  νοείται:
αα. κάθε πρόσωπο που υποχρεούται να καταβάλλει φόρο, τέλος, εισφορά ή χρηματική κύρωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα, ή έχει οποιαδήποτε άλλη φορολογική υποχρέωση, ή
ββ. κάθε πρόσωπο που υποχρεούται να παρακρατεί φόρους και να τους αποδίδει στη Φορολογική Διοίκηση·
β) ως «πρόσωπο» νοείται: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο καθώς και κάθε είδους νομική οντότητα·
γ) ως «νομικό πρόσωπο» νοείται: κάθε επιχείρηση ή εταιρεία με νομική προσωπικότητα ή και κάθε ένωση επιχειρήσεων ή εταιρειών με νομική προσωπικότητα·
δ) ως «νομική οντότητα» νοείται: κάθε μόρφωμα εταιρικής ή μη οργάνωσης ανεξαρτήτως νομικής προσωπικότητας και κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα που δεν είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όπως ιδίως συνεταιρισμός, οργανισμός, υπεράκτια ή εξωχώρια εταιρεία, κάθε μορφής εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεων, κάθε μορφής καταπίστευμα ή εμπίστευμα ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφής ίδρυμα, σωματείο, ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφή προσωπική επιχείρησης ή οποιαδήποτε οντότητα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε μορφής κοινή επιχείρηση, κάθε μορφής εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίου ή περιουσίας ή διαθήκης ή κληρονομίας ή κληροδοσίας ή δωρεάς, κάθε φύσης κοινοπραξία, κάθε μορφής εταιρεία αστικού δικαίου, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες, κοινωνίες αστικού δικαίου·
ε) ως «Φορολογική Διοίκηση» νοείται: η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων·
στ) ως «Γενικός Γραμματέας» νοείται: ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων·
ζ) ως  «Υπουργός» νοείται ο Υπουργός Οικονομικών·
η) ως «φορολογικός κάτοικος» νοείται οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρείται φορολογικός κάτοικος σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Άρθρο 4
Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και ανάθεση καθηκόντων

1. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται, με απόφασή του, να μεταβιβάζει αρμοδιότητες και να αναθέτει τα καθήκοντά του  ή της Φορολογικής Διοίκησης σύμφωνα με τον Κώδικα και την κείμενη νομοθεσία σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, τα οποία δεν μπορούν να μεταβιβάσουν περαιτέρω  τις αρμοδιότητες  της παρούσας παραγράφου.

2. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να ανακαλεί οποτεδήποτε εγγράφως κάθε μεταβίβαση αρμοδιότητας και ανάθεση καθήκοντος κατά το παρόν άρθρο.

Άρθρο 5
Κοινοποίηση πράξεων

1. Η κοινοποίηση πράξεων που εκδίδει, σύμφωνα με τον Κώδικα, η Φορολογική Διοίκηση προς φορολογούμενο ή άλλο πρόσωπο, γίνεται εγγράφως ή ηλεκτρονικώς.

2. Εάν η πράξη αφορά φυσικό πρόσωπο, η κοινοποίηση συντελείται εφόσον:
α) κοινοποιηθεί ηλεκτρονικά, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ν.3979/2011 ή σύμφωνα με τις διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν για την ηλεκτρονική κοινοποίηση, ή
β) αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δηλωθείσα ταχυδρομική διεύθυνση κατοικίας του εν λόγω προσώπου, ή
γ) επιδοθεί στο εν λόγω πρόσωπο, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μόνο εφόσον δεν είναι δυνατή η επίδοση με άλλον τρόπο.   

3. Εάν η πράξη αφορά νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, η κοινοποίηση συντελείται εφόσον:
α) κοινοποιηθεί ηλεκτρονικά σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ν. 3979/2011 ή με τις διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν για την ηλεκτρονική κοινοποίηση στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στον καθορισμένο κατά το άρθρο 8 του Κώδικα φορολογικό εκπρόσωπο, ή
β) παραδοθεί στην έδρα ή εγκατάσταση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας στην Ελλάδα, με υπογεγραμμένη απόδειξη παραλαβής από υπάλληλο του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, ή
γ) αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δηλωθείσα ταχυδρομική διεύθυνση της έδρας ή της εγκατάστασης του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, ή
δ) επιδοθεί στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στον καθορισμένο κατά το άρθρο 8 του Κώδικα φορολογικό εκπρόσωπο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μόνο εφόσον δεν είναι δυνατή η επίδοση με άλλον τρόπο.

4. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα έγγραφα που έχουν πληροφοριακό χαρακτήρα μπορούν να κοινοποιούνται με απλή επιστολή.

5. Πράξη που αποστέλλεται με συστημένη επιστολή θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημέρα αποστολής, εάν η ταχυδρομική διεύθυνση του παραλήπτη κατά τα ανωτέρω βρίσκεται στην Ελλάδα. Σε περίπτωση που η ταχυδρομική διεύθυνση είναι εκτός Ελλάδας, η πράξη θεωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί νομίμως μετά την παρέλευση τριάντα εργάσιμων (30) ημερών από την ημέρα αποστολής της συστημένης επιστολής.

6. Εάν κανένας από τους τρόπους κοινοποίησης που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 δεν μπορεί να λάβει χώρα, τότε κοινοποίηση πράξης, η οποία αφορά τη φορολογία ακινήτων, είναι δυνατόν να συντελεσθεί με επίδοση στον ίδιο ή σε οποιοδήποτε ενήλικο φυσικό πρόσωπο που έχει έννομη σχέση με τον κύριο ή επικαρπωτή του ακινήτου και είναι παρόν στο ακίνητο, ή με θυροκόλληση της πράξης στο ακίνητο.

Άρθρο 6
Έντυπα

1. Ο Γενικός Γραμματέας, με απόφασή του καθορίζει  τον τύπο και το περιεχόμενο των εντύπων, υπεύθυνων δηλώσεων, δηλώσεων, πινάκων, και άλλων εγγράφων που απαιτούνται για  την εφαρμογή του Κώδικα.

2. Η Φορολογική Διοίκηση θέτει τα έγγραφα που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στη διάθεση του κοινού, δωρεάν, ηλεκτρονικά, ταχυδρομικά, ή στις κατά τόπους υπηρεσίες της.

Άρθρο 7
Προθεσμίες

1. Εάν η εκπνοή προθεσμίας για την άσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση υποχρέωσης, όπως ορίζεται από τη φορολογική νομοθεσία, συμπίπτει με επίσημη αργία, Σάββατο ή Κυριακή, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την αμέσως επόμενη ημέρα, κατά την οποία η Φορολογική Διοίκηση λειτουργεί για το κοινό.

2. Δήλωση, προσφυγή ή άλλο έγγραφο που υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση λογίζεται ότι  υποβλήθηκε  στην ημερομηνία που κατατίθεται και πρωτοκολλείται από τη Φορολογική Διοίκηση ή, εφόσον αποσταλεί ταχυδρομικώς, την ημερομηνία σήμανσης με ταχυδρομική σφραγίδα ή, στην περίπτωση ηλεκτρονικής υποβολής, την ημερομηνία παραλαβής από το πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης.

Άρθρο 8
Φορολογικός εκπρόσωπος

1. Φορολογούμενος που δεν διαθέτει ταχυδρομική διεύθυνση στην Ελλάδα, υποχρεούται να ορίσει εκπρόσωπο με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, για σκοπούς συμμόρφωσης με τις τυπικές υποχρεώσεις σύμφωνα με τον Κώδικα. Ο Γενικός Γραμματέας, με απόφασή του, καθορίζει τις αναγκαίες λεπτομέρειες  για την εφαρμογή του  προηγούμενου εδαφίου.

2. Εξαιρετικά, για την εκπροσώπηση, για σκοπούς του Φ.Π.Α., φορολογουμένου, ο οποίος δεν έχει ταχυδρομική διεύθυνση στην Ελλάδα,  ισχύουν οι ειδικές διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α.

Άρθρο 9
Ερμηνευτικές εγκύκλιοι και οδηγίες

1. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να εκδίδει ερμηνευτικές εγκυκλίους, καθώς και οδηγίες για την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας. Οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι δημοσιεύονται στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών και ισχύουν από τη δημοσίευσή τους.

2. Οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι είναι δεσμευτικές για τη Φορολογική Διοίκηση, έως ότου ανακληθούν ρητά ή τροποποιηθούν λόγω αλλαγής της νομοθεσίας.

3. Οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι δεν είναι δεσμευτικές για τους φορολογούμενους.

4. Απαντήσεις που παρέχονται ή απόψεις που διατυπώνονται από υπάλληλο της Φορολογικής Διοίκησης σχετικά με την ερμηνεία της φορολογικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τη Φορολογική Διοίκηση, εκτός από τις περιπτώσεις, στις οποίες αυτό προβλέπεται στον Κώδικα.

5. Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος ακολούθησε τις εγκυκλίους της φορολογικής διοίκησης αναφορικά με τη φορολογική του υποχρέωση, δεν του επιβάλλεται πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Φορολογικό μητρώο

Άρθρο 10
Εγγραφή στο φορολογικό μητρώο

1. Κάθε πρόσωπο που πρόκειται να καταστεί υπόχρεο σε καταβολή ή παρακράτηση φόρου σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία ή σε υποβολή οποιασδήποτε δήλωσης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα  υποβάλλει δήλωση εγγραφής στο φορολογικό μητρώο κατά τον τρόπο και το χρόνο που ορίζεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα. Με όμοια απόφαση είναι δυνατόν να ορίζονται άλλες κατηγορίες προσώπων, για τις οποίες απαιτείται εγγραφή στο φορολογικό μητρώο.

2. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να απαιτήσει εγγύηση από οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα υποβάλλει δήλωση εγγραφής στο φορολογικό μητρώο, εάν μέτοχος ή εταίρος του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας που υποβάλλει τη δήλωση υπήρξε κατά τα τελευταία πέντε (5)πριν από την  υποβολή της, έτη, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, ή νόμιμος εκπρόσωπος άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας ή ήταν   «συνδεδεμένο πρόσωπο» κατά το άρθρο 2 του Κ.Φ.Ε. με άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, που πτώχευσαν ή κατέστησαν αφερέγγυα και η πτώχευση ή αφερεγγυότητα είχε ως αποτέλεσμα τη μη είσπραξη ή διακινδύνευση είσπραξης από τη Φορολογική Διοίκηση ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων  (15.000) ευρώ.
 
3. Η εγγύηση, σύμφωνα με την παράγραφο 2, απαιτείται μόνο μετά από αιτιολογημένη έκθεση της Φορολογικής Διοίκησης, από την οποία προκύπτει, ότι οι εργασίες του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας που υποβάλλει τη δήλωση εγγραφής θέτουν άμεσο κίνδυνο πρόκλησης ζημίας από τη μη είσπραξη μελλοντικών φόρων. Η Φορολογική Διοίκηση οφείλει, εντός δέκα (10) ημερών από την παραλαβή της δήλωσης, να κοινοποιεί στο νομικό πρόσωπο ή στη νομική οντότητα που υποβάλλει τη δήλωση, την απαίτηση για παροχή εγγύησης μαζί με τη σχετική έκθεση. Στην περίπτωση αυτή η εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ολοκληρώνεται μόνο μετά την παροχή της αιτηθείσας εγγύησης. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζεται το είδος και το ύψος της εγγύησης.

4. Ο φορολογούμενος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, υποχρεούται να ενημερώνει εγγράφως τη Φορολογική Διοίκηση εντός δέκα (10) ημερών για μεταβολές στην επωνυμία, το διακριτικό τίτλο, τη διεύθυνση κατοικίας ή τη διεύθυνση των επαγγελματικών εγκαταστάσεων, την έδρα, ή το αντικείμενο της δραστηριότητας καθώς και τις λοιπές πληροφορίες που παρασχέθηκαν κατά το χρόνο της εγγραφής. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζεται ο τρόπος ενημέρωσης και η έναρξη της παραπάνω προθεσμίας κατά περίπτωση.

5. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος ή ο υπόχρεος σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 11, παραλείψει να εγγραφεί σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους δεν  απαλλάσσεται  από την υποχρέωση καταβολής και παρακράτησης των φόρων και από τις λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις.

Άρθρο 11
Αριθμός φορολογικού μητρώου

1. Η Φορολογική Διοίκηση αποδίδει μοναδικό αριθμό φορολογικού μητρώου  (Α.Φ.Μ.) σε κάθε φορολογούμενο.

2. Ο αριθμός φορολογικού μητρώου, ο οποίος δύναται να επεκτείνεται κατά ένα πρόθεμα, χρησιμοποιείται σε όλες τις φορολογίες στις οποίες εφαρμόζεται ο Κώδικας και σε όσες άλλες περιπτώσεις προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία.

3. Η Φορολογική Διοίκηση αποδίδει αριθμό φορολογικού μητρώου σε πρόσωπο που δεν τυγχάνει φορολογούμενος, εφόσον τούτο απαιτείται από άλλες διατάξεις νόμου. Ειδικότερα, η Φορολογική Διοίκηση αποδίδει αριθμό φορολογικού μητρώου κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε φυσικού  ή νομικού προσώπου  ή νομικής οντότητας, εφόσον πραγματοποιείται οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών  της ημεδαπής. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορεί να καθορίζονται τα σχετικά με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου θέματα και  κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

4. Ο Γενικός Γραμματέας, με απόφασή του, ορίζει:
α) το περιεχόμενο και τον τρόπο χορήγησης του αριθμού φορολογικού     μητρώου ,
β) τις περιπτώσεις αναφοράς του αριθμού φορολογικού μητρώου στις δηλώσεις, ή τα άλλα έγγραφα που προβλέπονται κατά την εφαρμογή του Κώδικα, και
γ) τις περιπτώσεις γνωστοποίησης του αριθμού φορολογικού μητρώου για σκοπούς πληροφόρησης κατά την εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων.

5. Η Φορολογική Διοίκηση χρησιμοποιεί τον αριθμό φορολογικού μητρώου σε κάθε μορφή επικοινωνίας με τον φορολογούμενο σχετικά με τις φορολογικές υποχρεώσεις του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ 
Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας

Άρθρο 12
Έκδοση

1. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητήσει αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για την πραγματοποίηση πράξεων και συναλλαγών που ρητά ορίζονται από τη σχετική νομοθεσία. Ο Γενικός Γραμματέας, με απόφασή του, ορίζει τον τύπο του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, καθώς και τυχόν άλλα πρόσωπα, τα οποία δύνανται να ζητούν αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας για λογαριασμό του φορολογούμενου.

2. Η Φορολογική Διοίκηση χορηγεί αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, μόνον εφόσον  ο φορολογούμενος δεν έχει ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές και έχει υποβάλει όλες τις φορολογικές δηλώσεις στο παρελθόν.

3. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κώδικα, δύναται να ζητήσει την έκδοση Βεβαίωσης Οφειλής μηνιαίας ισχύος για την πραγματοποίηση των πράξεων και συναλλαγών, για τις οποίες απαιτείται η υποβολή της Βεβαίωσης αυτής κατά την κείμενη νομοθεσία. Οι προϋποθέσεις χορήγησης, ο τύπος, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος, τα ποσοστά παρακράτησης και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.

4. Η Φορολογική Διοίκηση υποχρεούται να ενημερώνει εγγράφως το φορολογούμενο κατόπιν αιτήματός του σχετικά με τις εκκρεμείς φορολογικές οφειλές του.

5. Η Φορολογική Διοίκηση δεν χορηγεί αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας  ή βεβαίωση οφειλής στις περιπτώσεις που έχουν ληφθεί μέτρα διασφάλισης του Ελληνικού Δημοσίου για οικονομικά εγκλήματα.   

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Τήρηση Βιβλίων και Στοιχείων

Άρθρο 13
Βιβλία και στοιχεία

1. Κάθε πρόσωπο με εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα υποχρεούται να τηρεί βιβλία και στοιχεία που απεικονίζουν πλήρως τις συναλλαγές της επιχείρησης, σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία και τα λογιστικά πρότυπα που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία.

2. Τα βιβλία και στοιχεία πρέπει να διαφυλάσσονται κατ’ ελάχιστον:
α)  για διάστημα πέντε (5) ετών  ή
β) εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Κώδικα, έως ότου παραγραφεί το δικαίωμα έκδοσης από τη Φορολογική Διοίκηση πράξης προσδιορισμού του φόρου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή ή
γ) έως ότου τελεσιδικήσει η απαίτηση της Φορολογικής Διοίκησης σε συνέχεια διενέργειας φορολογικού ελέγχου ή έως ότου αποσβεστεί ολοσχερώς η απαίτηση λόγω εξόφλησης.

Άρθρο 14
Πληροφορίες από το φορολογούμενο

1. Πληροφορίες, τις οποίες ζητά εγγράφως η Φορολογική Διοίκηση από τον φορολογούμενο, πρέπει να παρέχονται εντός πέντε εργασίμων (5) ημερών από την παραλαβή του σχετικού αιτήματος, εκτός εάν ο φορολογούμενος προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις για πιθανές δυσχέρειες κατά την προετοιμασία και υποβολή των πληροφοριών που του ζητήθηκαν, εφόσον οι δυσχέρειες αυτές οφείλονται σε πράξεις ή παραλείψεις της Δημόσιας Διοίκησης ή σε λόγους ανωτέρας βίας.

2. Κατόπιν εγγράφου αιτήματος της Φορολογικής Διοίκησης, αντίγραφα μέρους των βιβλίων και στοιχείων ή οποιουδήποτε συναφούς εγγράφου, συμπεριλαμβανομένων πελατολογίων και καταλόγων προμηθευτών, πρέπει να παρέχονται στη Φορολογική Διοίκηση εντός πέντε εργασίμων (5) ημερών από την παραλαβή του σχετικού αιτήματος, εκτός εάν ο φορολογούμενος προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις για πιθανές δυσχέρειες κατά την προετοιμασία και παράδοση των πληροφοριών που του ζητήθηκαν, εφόσον οι δυσχέρειες αυτές οφείλονται σε πράξεις ή παραλείψεις της Δημόσιας Διοίκησης ή σε λόγους ανωτέρας βίας. Όταν τα βιβλία τηρούνται ή τα στοιχεία εκδίδονται  μηχανογραφικά  παρέχονται αντίγραφα των ηλεκτρονικών αρχείων. Η Φορολογική Διοίκηση υποχρεούται να παραδίδει στο φορολογούμενο αποδεικτικό παράδοσης, στο οποίο γίνεται μνεία όλων των παραδοθέντων εγγράφων ή αρχείων.

Άρθρο 15
Πληροφορίες από τρίτους

1. Κατόπιν έγγραφου ή ηλεκτρονικού αιτήματος του Γενικού Γραμματέα, οι κρατικές υπηρεσίες και κάθε φορέας της Γενικής Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών,  και όλων των δημόσιων οργανισμών, φορέων και εταιρειών, όπου συμμετέχει ή έχει την εποπτεία το Κράτος, καθώς και των ανεξάρτητων αρχών, υποχρεούνται να παρέχουν στη Φορολογική Διοίκηση κάθε διαθέσιμη πληροφορία, και να επιδεικνύουν, χωρίς τη μεταφορά τους εκτός των εγκαταστάσεων, όλα τα πρωτότυπα έγγραφα, μητρώα και στοιχεία που έχουν στην κατοχή τους.

2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, η Φορολογική Διοίκηση δεν μπορεί να λαμβάνει γνώση πληροφοριών ή εγγράφων που αφορούν σε ποινικές υποθέσεις  που εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων εισαγγελικών αρχών ή των ποινικών δικαστηρίων,  χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του αρμόδιου Εισαγγελέα.

3. Ο Γενικός Γραμματέας δικαιούται να ζητά πληροφορίες ή έγγραφα από λοιπά τρίτα πρόσωπα, όπως ιδίως από τα  χρηματοπιστωτικά  ιδρύματα, τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, τα επιμελητήρια, τους συμβολαιογράφους  τους υποθηκοφύλακες, τους προϊσταμένους  των κτηματολογικών γραφείων, τους οικονομικούς ή κοινωνικούς ή επαγγελματικούς φορείς ή οργανώσεις, για τον καθορισμό της φορολογικής υποχρέωσης, που προκύπτει με βάση τις διασταυρώσεις των στοιχείων και την είσπραξη της φορολογικής οφειλής με τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αποστέλλει ερώτημα, έγγραφο ή ηλεκτρονικό,  το οποίο πρέπει να απαντάται από το τρίτο πρόσωπο εντός δέκα (10) ημερών από την παραλαβή του. Σε εξαιρετικά σύνθετες υποθέσεις, η προθεσμία μπορεί να παραταθεί για είκοσι  (20) επί πλέον ημέρες.

4. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να εκδίδει απόφαση, με την οποία ορίζονται ορισμένες κατηγορίες προσώπων που υποχρεούνται να παρέχουν αυτομάτως πληροφορίες σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές τους με φορολογούμενους, οι όροι και οι  προϋποθέσεις για την παροχή αυτών των πληροφοριών καθώς και οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

5. Τρίτα πρόσωπα που δεσμεύονται από επαγγελματικό απόρρητο υποχρεούνται στη χορήγηση των πληροφοριών της παραγράφου 3, εφόσον αυτές αφορούν οικονομικές συναλλαγές τους με το  φορολογούμενο. Για τις λοιπές πληροφορίες που προστατεύονται από επαγγελματικό απόρρητο απαιτείται έγγραφη άδεια από τον αρμόδιο Εισαγγελέα. Για τη χορήγηση της άδειας αυτής, ο Γενικός Γραμματέας υποβάλλει  στον αρμόδιο Εισαγγελέα αίτημα, στο οποίο περιλαμβάνονται:
α) το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και η δραστηριότητα του φορολογούμενου,
β) το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και η δραστηριότητα του προσώπου που δεσμεύεται από επαγγελματικό απόρρητο,
γ) οι σημαντικές ενδείξεις φοροδιαφυγής που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση εναντίον του φορολογούμενου,
δ) οι λόγοι για τους οποίους η Φορολογική Διοίκηση επιθυμεί να αποκτήσει πληροφορίες από το πρόσωπο που δεσμεύεται από επαγγελματικό απόρρητο.
Αντίγραφο της άδειας επισυνάπτεται στο αίτημα πληροφοριών. Σε περίπτωση χορήγησης της άδειας, ο τρίτος δεν ευθύνεται ποινικά ή αστικά για παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου.

Άρθρο 16
Στοιχεία και πληροφορίες σε ξένη γλώσσα

Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να ζητά από το φορολογούμενο να υποβάλει, σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, βιβλία, στοιχεία και κάθε άλλο έγγραφο που θεωρεί απαραίτητο για τον προσδιορισμό της φορολογικής υποχρέωσης του φορολογουμένου. Ο Γενικός Γραμματέας θέτει εύλογη  προθεσμία για τη συμμόρφωση του φορολογουμένου.

Άρθρο 17
Διαφύλαξη πληροφοριών - Απόρρητο

1. Πρόσωπα που είναι ή έχουν διατελέσει υπάλληλοι της Φορολογικής Διοίκησης και εν γένει του Υπουργείου Οικονομικών ή συνδέονται ή συνδέονταν με  οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή έργου με αυτά, καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο, στο οποίο έχουν ή είχαν ανατεθεί αρμοδιότητες ή καθήκοντα της Φορολογικής Διοίκησης οφείλουν να τηρούν ως απόρρητα όλα τα στοιχεία και πληροφορίες φορολογουμένων, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, και δύνανται να τα αποκαλύπτουν μόνο στα ακόλουθα πρόσωπα:
α) άλλους υπαλλήλους της Φορολογικής Διοίκησης στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων τους,
β) διωκτικές αρχές στο πλαίσιο διερεύνησης ή δίωξης αδικημάτων φοροδιαφυγής,
γ) δικαστικές αρχές στο πλαίσιο εκδίκασης ποινικών υποθέσεων φοροδιαφυγής ή φορολογικών υποθέσεων,
δ) φορολογικές αρχές της αλλοδαπής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διεθνείς συμβάσεις,  το ν.4170/2013 στον οποίο ενσωματώθηκαν οι διατάξεις της οδηγίας 2011/16/ΕΕ σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, καθώς και τη νομοθεσία για τη  δικαστική συνδρομή,
ε) οικονομικές αρχές, συμπεριλαμβανομένης της Αρχής καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον κρίνεται αναγκαίο από τη Φορολογική Διοίκηση, προκειμένου να  προσδιοριστούν οι υποχρεώσεις, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, των φορολογουμένων προς αυτούς  τους φορείς και να εντοπιστούν πηγές  αποπληρωμής των απαιτήσεών τους,
στ) σε εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους δημοσίων υπηρεσιών, Ν.Π.Δ.Δ. και δημοσίων οργανισμών με αρμοδιότητα διαχείρισης, παρακολούθησης και ελέγχου χρηματοδοτήσεων και ενισχύσεων ή επιδοτήσεων από εθνικούς ή ενωσιακούς πόρους.

2. Τα πρόσωπα, τα οποία λαμβάνουν γνώση απόρρητων στοιχείων ή πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1, οφείλουν να τηρούν το απόρρητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Η χρήση των πληροφοριών και στοιχείων γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την επίτευξη του σκοπού, για τον οποίο χορηγήθηκαν.

3. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις άρσης του απορρήτου σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 4,  κάθε πρόσωπο στο οποίο περιέρχονται πληροφορίες ή στοιχεία,  τα οποία προστατεύονται με φορολογικό απόρρητο οφείλει να μην τα αποκαλύπτει και να επιστρέφει στη Φορολογική Διοίκηση τυχόν έγγραφα που περιήλθαν στη κατοχή του και περιλαμβάνουν τέτοιες πληροφορίες ή στοιχεία.

4. Στοιχεία ή πληροφορίες σχετικά με φορολογούμενο είναι δυνατό να αποκαλύπτονται σε τρίτο, κατόπιν αιτήσεως, με την έγγραφη συναίνεση του φορολογουμένου. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορεί  να προβλέπονται οι περιπτώσεις και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες απόρρητα στοιχεία και πληροφορίες χορηγούνται σε τρίτους, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο για την αποτελεσματική λειτουργία της Φορολογικής Διοίκησης.

5. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ρυθμίζονται όλα τα ειδικότερα θέματα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και προβλέπονται κυρώσεις στην περίπτωση μη τήρησης των διατάξεών του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Υποβολή δηλώσεων

Άρθρο 18
Υποβολή φορολογικής δήλωσης

1. Ο υπόχρεος σε υποβολή φορολογικών δηλώσεων υποβάλλει τις φορολογικές δηλώσεις στη Φορολογική Διοίκηση κατά τον χρόνο που προβλέπεται από την οικεία φορολογική νομοθεσία.

2. Με αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα ορίζονται:
α) η μορφή των φορολογικών δηλώσεων,
β) οι πληροφορίες και τα στοιχεία που πρέπει να αναγράφονται στη φορολογική δήλωση και τα τυχόν παραρτήματα αυτής,
γ) ο τρόπος υποβολής.

3. Ο φορολογούμενος ή, σε περίπτωση δικαιοπρακτικά ανίκανου ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, και σε περίπτωση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας ο νόμιμος ή φορολογικός εκπρόσωπος, βεβαιώνει την ακρίβεια και πληρότητα της φορολογικής δήλωσης με την υπογραφή του. Η βεβαίωση παρέχεται και μέσω ηλεκτρονικής υπογραφής.

4. Εάν μία φορολογική δήλωση ή μέρος αυτής συντάχθηκε από τρίτο πρόσωπο έναντι αμοιβής, η φορολογική δήλωση συνυπογράφεται και από το πρόσωπο αυτό.

Άρθρο 19
Υποβολή τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης

1. Αν ο φορολογούμενος διαπιστώσει, ότι η φορολογική δήλωση που υπέβαλε στη Φορολογική Διοίκηση περιέχει λάθος ή παράλειψη, υποχρεούται να υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση.

2. Αν  ο φορολογούμενος υποβάλει τροποποιητική φορολογική δήλωση εντός της προθεσμίας υποβολής της αρχικής φορολογικής δήλωσης, τότε και η τροποποιητική φορολογική δήλωση επέχει θέση αρχικής δήλωσης και θεωρείται ότι και οι δύο, αρχική και τροποποιητική  έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα.

3. Τροποποιητική φορολογική δήλωση υποβάλλεται οποτεδήποτε μέχρι την έκδοση  εντολής ελέγχου από τη Φορολογική Διοίκηση ή μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για έλεγχο της αρχικής δήλωσης με όλες τις συνέπειες περί εκπρόθεσμης δήλωσης.

Άρθρο 20
Δήλωση με επιφύλαξη

1. Όταν ο φορολογούμενος αμφιβάλλει σχετικά με την υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης, έχει δικαίωμα να υποβάλει φορολογική δήλωση με επιφύλαξη, η οποία πρέπει να είναι ειδική και αιτιολογημένη. Κάθε γενική ή αόριστη επιφύλαξη θεωρείται άκυρη και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να δεχθεί την επιφύλαξη και να διαγράψει το ποσό του φορολογητέου εισοδήματος για το οποίο διατυπώθηκε η επιφύλαξη εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της δήλωσης. Σε περίπτωση απόρριψης   της επιφύλαξης ή παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας απάντησης,ο φορολογούμενος μπορεί να  προσφύγει στην Ειδική Διοικητική Διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα.

2. Ομοίως μπορεί να διατυπωθεί επιφύλαξη σε ό,τι αφορά το χαρακτηρισμό της φορολογητέας ύλης και την υπαγωγή της σε άλλη φορολογία, σε άλλη κατηγορία, σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή, ή σε σχέση μες τις εκπτώσεις που διενεργούνται σχετικά με αυτή. Ειδικά, προκειμένου για την υπαγωγή σε άλλη φορολογία ή κατηγορία, αν γίνει δεκτή η επιφύλαξη, η δήλωση θεωρείται ότι υποβλήθηκε για τη φορολογία ή κατηγορία αυτή. Η επιφύλαξη δεν συνεπάγεται την αναστολή της είσπραξης του φόρου. Σε περίπτωση αποδοχής της επιφύλαξης από το Γενικό Γραμματέα, ο φόρος που τυχόν καταβλήθηκε αχρεωστήτως, επιστρέφεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 42 του Κώδικα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Ενδοομιλικές συναλλαγές

Άρθρο 21
Φάκελος Τεκμηρίωσης

1. Για τις μεταξύ τους συναλλαγές που εμπίπτουν στο άρθρο 50 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος καθώς και την μεταξύ τους μεταφορά λειτουργιών του άρθρου 51 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, τα  συνδεδεμένα πρόσωπα κατά την έννοια της  περίπτωσης ζ’ του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος,  υποχρεούνται να τηρούν Φάκελο Τεκμηρίωσης. Φάκελο Τεκμηρίωσης υποχρεούνται να τηρούν και οι μόνιμες εγκαταστάσεις αλλοδαπών επιχειρήσεων στην Ελλάδα, για τις παραπάνω συναλλαγές τους με το κεντρικό ή με τα συνδεδεμένα  πρόσωπα  του κεντρικού τους στην αλλοδαπή, καθώς και τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες για τις παραπάνω συναλλαγές τους με μόνιμες εγκαταστάσεις που διατηρούν  στην αλλοδαπή.

2. Οι υπόχρεοι της παραγράφου 1 απαλλάσσονται από την  υποχρέωση  τήρησης  Φακέλου Τεκμηρίωσης, εφόσον:

α) οι παραπάνω συναλλαγές ή μεταφορά λειτουργιών ανέρχονται μέχρι  εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ετησίως και αθροιστικώς, όταν ο κύκλος εργασιών του υπόχρεου δεν υπερβαίνει τα  πέντε (5) εκατομμύρια ευρώ ετησίως, ή

β) οι παραπάνω συναλλαγές ή μεταφορά λειτουργιών ανέρχονται μέχρι  διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ ετησίως και αθροιστικώς, όταν ο κύκλος εργασιών του υπόχρεου υπερβαίνει τα πέντε (5) εκατομμύρια  ευρώ ετησίως.

3. Ο Φάκελος  Τεκμηρίωσης αποτελείται από το Βασικό Φάκελο Τεκμηρίωσης και τον Ελληνικό Φάκελο Τεκμηρίωσης, κατά περίπτωση, και συνοδεύεται από Συνοπτικό Πίνακα Πληροφοριών, ο οποίος  υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση εντός πενήντα (50) ημερών από το τέλος κάθε φορολογικού έτους.

4. Ο Φάκελος Τεκμηρίωσης τηρείται στην έδρα του υπόχρεου καθ’ όλο το χρονικό διάστημα, για το οποίο υφίσταται υποχρέωση διαφύλαξης των βιβλίων και στοιχείων του αντίστοιχου φορολογικού έτους. Ο Φάκελος Τεκμηρίωσης τίθεται στη διάθεση της Φορολογικής Διοίκησης οποτεδήποτε  ζητηθεί από αυτή εντός τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή του σχετικού αιτήματος από τον υπόχρεο.

5. Σε περίπτωση μεταβολής  των  συνθηκών της αγοράς που επηρεάζουν την πληροφόρηση και τα δεδομένα που περιέχονται στο Φάκελο Τεκμηρίωσης, ο υπόχρεος οφείλει  να ενημερώνει ή να επικαιροποιεί  το Φάκελο Τεκμηρίωσης  έως το τέλος του φορολογικού έτους, εντός του οποίου έλαβε χώρα η μεταβολή.

6. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται και  εξειδικεύονται το ακριβές περιεχόμενο και τα στοιχεία που  περιέχονται στο  Φάκελο  Τεκμηρίωσης, το Βασικό  Φάκελο Τεκμηρίωσης, τον Ελληνικό Φάκελο Τεκμηρίωσης και το Συνοπτικό Πίνακα Πληροφοριών, οι περιπτώσεις κατά  τις οποίες οι παραπάνω φάκελοι θεωρούνται μη πλήρεις ή μη επαρκείς, οι αποδεκτές μέθοδοι καθορισμού των τιμών των συναλλαγών, οι μέθοδοι καθορισμού του αποδεκτού εύρους των τιμών ή του περιθωρίου κέρδους και ο υπολογισμός του κύκλου εργασιών για τους υπόχρεους που εξαιρούνται από την υποχρέωση τήρησης φακέλου τεκμηρίωσης.

Άρθρο 22
Προέγκριση Μεθοδολογίας Ενδοομιλικής Τιμολόγησης

1. Συνδεδεμένα πρόσωπα κατά την έννοια της της  περίπτωσης ζ’ του άρθρου 2  του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, μόνιμες εγκαταστάσεις αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα, για τις συναλλαγές τους με το κεντρικό, καθώς και με τις συνδεδεμένες εταιρείες του κεντρικού τους στην αλλοδαπή, καθώς και μόνιμες εγκαταστάσεις που διατηρεί στην αλλοδαπή ελληνική επιχείρηση δύνανται να υποβάλουν στο Γενικό Γραμματέα αίτηση προέγκρισης της μεθοδολογίας για την τιμολόγηση συγκεκριμένων μελλοντικών διασυνοριακών συναλλαγών τους με συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

2. Αντικείμενο της προέγκρισης της προηγούμενης παραγράφου αποτελεί το ενδεδειγμένο σύνολο κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Τα κριτήρια αυτά περιλαμβάνουν κυρίως τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο τεκμηρίωσης, τα στοιχεία σύγκρισης ή αναφοράς και τις σχετικές προσαρμογές καθώς και τις κρίσιμες παραδοχές για τις μελλοντικές συνθήκες.
Αντικείμενο της προέγκρισης μπορεί επίσης να αποτελέσει και κάθε άλλο εξειδικευμένο ζήτημα που αφορά την τιμολόγηση των συναλλαγών με συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

3. Ο Γενικός Γραμματέας εξετάζει την αίτηση και την αποδέχεται ή την απορρίπτει. Η σχετική απόφαση εκδίδεται εντός εκατόν είκοσι (120) ημερών από την υποβολή της αίτησης προέγκρισης μεθοδολογίας ενδοομιλικής τιμολόγησης  και κοινοποιείται στους αιτούντες. Η διάρκεια ισχύος της απόφασης προέγκρισης δεν δύναται να υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη και η χρονική ισχύς της δεν δύναται να ανατρέχει σε φορολογικό έτος που έχει παρέλθει κατά τη στιγμή της υποβολής της αίτησης προέγκρισης.

4. Οι τιμές των ενδοομιλικών συναλλαγών της επιχείρησης, τις οποίες αφορά η απόφαση προέγκρισης, θεωρούνται ότι δεν διαφέρουν από αυτές που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων προσώπων, εφόσον τηρούνται τα οριζόμενα στην απόφαση αυτή. Ο φορολογικός έλεγχος των συναλλαγών, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της προέγκρισης, περιορίζεται στην επαλήθευση, ότι τηρήθηκαν τα οριζόμενα στην απόφαση προέγκρισης και ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι παραδοχές, οι περιστάσεις και οι όροι στις οποίες αυτή βασίστηκε.
Πέραν των υποχρεώσεων τήρησης και διαφύλαξης στοιχείων που επιβάλλονται από άλλες διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, η επιχείρηση υποχρεούται να διαφυλάσσει τα στοιχεία τεκμηρίωσης που αφορούν την απόφαση προέγκρισης για το χρονικό διάστημα για το οποίο υφίσταται υποχρέωση διαφύλαξης βιβλίων και στοιχείων κάθε φορολογικού έτους το οποίο αφορά η απόφαση προέγκρισης.

5. Η απόφαση προέγκρισης αναθεωρείται οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια ισχύος της, είτε κατόπιν αίτησης από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, είτε αυτεπάγγελτα από το Γενικό Γραμματέα, στις εξής περιπτώσεις:
α) εφόσον  οι κρίσιμες παραδοχές στις οποίες βασίστηκε η απόφαση προέγκρισης αποδειχθούν εσφαλμένες,
β) εφόσον επήλθε ουσιώδης μεταβολή των κρίσιμων παραδοχών ή συνθηκών που καθιστά αδύνατη την τήρηση των οριζομένων στην απόφαση προέγκρισης,
γ) σε περίπτωση εφαρμογής της διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού της εκάστοτε εφαρμοστέας διμερούς σύμβασης για την αποφυγή της διπλής φορολογίας ή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων για τις ίδιες συναλλαγές του ίδιου φορολογουμένου.
Ο Γενικός Γραμματέας εκδίδει απόφαση για την αναθεώρηση της αρχικής απόφασης προέγκρισης, η οποία κοινοποιείται στους αιτούντες και έχει τα αποτελέσματα που ορίζονται στην παράγραφο 4, αρχής γενομένης από την έκδοσή της.

6. Η απόφαση προέγκρισης δύναται να ανακληθεί από τη Φορολογική Διοίκηση κατά τη διάρκεια ισχύος της στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) εφόσον διαπιστωθεί, ότι τα στοιχεία ή κρίσιμες παραδοχές στα οποία βασίστηκε η απόφαση προέγκρισης ήταν ανακριβείς, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας ή πλημμελειών που αποδίδονται στο φορολογούμενο,
β) εφόσον διαπιστωθεί, ότι οι αιτούντες δεν τήρησαν ουσιώδη όρο ή υποχρέωση που ορίζονται στην απόφαση προέγκρισης.
Σε περίπτωση ανάκλησης, η απόφαση προέγκρισης θεωρείται ως μηδέποτε εκδοθείσα.

7. Η απόφαση προέγκρισης δύναται να ακυρωθεί από τη Φορολογική Διοίκηση οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια ισχύος της στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) εφόσον διαπιστωθεί ότι επήλθε ουσιώδης μεταβολή των κρίσιμων παραδοχών ή συνθηκών στις οποίες βασίστηκε η απόφαση προέγκρισης, 
β) εφόσον διαπιστωθεί ότι η επιχείρηση δεν τήρησε ουσιώδεις όρους ή υποχρεώσεις που ορίζονται από την απόφαση προέγκρισης,
γ) εφόσον επέλθει ουσιώδης μεταβολή των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων οι οποίες επηρεάζουν ουσιωδώς την απόφαση προέγκρισης.
Δεν επιτρέπεται η ακύρωση της απόφασης προέγκρισης, εφόσον είναι δυνατή η αναθεώρησή της σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5.
Σε περίπτωση ακύρωσης, η ισχύς της απόφασης προέγκρισης παύει από το χρονικό σημείο που ορίζεται με την απόφαση ακύρωσης.

8. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζονται τα ειδικότερα θέματα τα οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων και ειδικότερα η διαδικασία για την προέγκριση μεθοδολογίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, την αναθεώρηση, την ανάκληση και την ακύρωσή της, το ειδικότερο περιεχόμενο της αίτησης προέγκρισης, τα σχετικά παράβολα, η διαδικασία συνεννόησης με τις αρμόδιες αρχές άλλων εμπλεκομένων κρατών, ο τύπος και το περιεχόμενο των αποφάσεων της Φορολογικής Διοίκησης καθώς και κάθε σχετικό θέμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
Φορολογικοί έλεγχοι

Άρθρο 23
Εξουσίες Φορολογικής Διοίκησης

1. Η Φορολογική Διοίκηση έχει την εξουσία να επαληθεύει, να ελέγχει και να διασταυρώνει την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων εκ μέρους του φορολογούμενου, την ακρίβεια των φορολογικών δηλώσεων που υποβάλλονται σε αυτήν και να επιβεβαιώνει τον υπολογισμό και την καταβολή του οφειλόμενου φόρου, διενεργώντας έλεγχο σε έγγραφα, λογιστικά στοιχεία και στοιχεία γνωστοποιήσεων και παρόμοιες πληροφορίες, θέτοντας ερωτήσεις στον φορολογούμενο και σε τρίτα πρόσωπα, ερευνώντας εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για τη διενέργεια επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζει η νομοθεσία, και χρησιμοποιώντας μεθόδους, οι οποίες προβλέπονται στον Κώδικα.

2. Ο έλεγχος της δήλωσης του φορολογούμενου που διενεργείται από τη Φορολογική Διοίκηση είναι δυνατόν να έχει τη μορφή φορολογικού ελέγχου από τα γραφεία της Φορολογικής Διοίκησης ή επιτόπιου φορολογικού ελέγχου.
α) Η Φορολογική Διοίκηση διενεργεί φορολογικό έλεγχο από τα γραφεία της με βάση  τις οικονομικές  καταστάσεις , δηλώσεις , και λοιπά  έγγραφα  που υποβάλλει ο φορολογούμενος, καθώς και έγγραφα  και πληροφορίες που έχει στην κατοχή της.
β) Η απόφαση της Φορολογικής Διοίκησης για τη διενέργεια   πλήρους επιτόπιου φορολογικού  ελέγχου πρέπει να κοινοποιείται στο φορολογούμενο με προηγούμενη έγγραφη ειδοποίηση. Κάθε άλλος επιτόπιος φορολογικός έλεγχος είναι δυνατόν να διενεργείται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Με πράξη του Γενικού Γραμματέα είναι δυνατόν να διενεργείται πλήρης επιτόπιος φορολογικός έλεγχος  χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις ότι έχει διαπραχθεί φοροδιαφυγή.

Άρθρο 24
Πρόσβαση στα βιβλία και στοιχεία

1. Η Φορολογική Διοίκηση έχει δικαίωμα να λαμβάνει αντίγραφα των βιβλίων και στοιχείων, καθώς και λοιπών εγγράφων, για τα  οποία  ο φορολογούμενος δηλώνει ότι αντιπροσωπεύουν ακριβή αντίγραφα. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος αρνείται να προβεί στην ανωτέρω δήλωση,  ο  οριζόμενος από τη Φορολογική Διοίκηση υπάλληλος προβαίνει σε σχετική επισημείωση επί των εγγράφων  Ο οριζόμενος υπάλληλος δύναται ταυτόχρονα να απαιτεί από το φορολογούμενο ή τον φορολογικό εκπρόσωπό του να παρίσταται στον τόπο όπου διενεργείται ο φορολογικός έλεγχος και να απαντά σε ερωτήματα που του τίθενται, ώστε να διευκολύνεται η διενέργεια του φορολογικού ελέγχου.

2. Εάν τα βιβλία και στοιχεία τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή, η Φορολογική Διοίκηση έχει δικαίωμα πρόσβασης σε οποιαδήποτε φυλασσόμενα αρχεία, καθώς και στα λογιστικά προγράμματα και τις πληροφορίες που έχουν καταχωριστεί  σε αυτά. Η Φορολογική Διοίκηση δικαιούται να λαμβάνει τα ηλεκτρονικά αρχεία σε αναγνώσιμη ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή.

3. Ο υπάλληλος που έχει ορίσει η Φορολογική Διοίκηση δύναται να κατάσχει βιβλία και στοιχεία που τηρούνται ή διαφυλάσσονται σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία και οποιαδήποτε άλλα ανεπίσημα βιβλία, έγγραφα, αρχεία ή στοιχεία, εφόσον το θεωρήσει αναγκαίο, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποδεικτική αξία αυτών.

Άρθρο 25
Είσοδος σε εγκαταστάσεις

1. Ο οριζόμενος από τη Φορολογική Διοίκηση, για τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου, υπάλληλος φέρει έγγραφη εντολή διενέργειας επιτόπιου φορολογικού ελέγχου, η οποία έχει εκδοθεί από το Γενικό Γραμματέα, και η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:
α) τον αριθμό και την ημερομηνία της εντολής,
β) το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου στον οποίο έχει ανατεθεί ο φορολογικός έλεγχος,
γ) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, τη διεύθυνση και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του φορολογούμενου,
δ) τη φορολογική περίοδο και το είδος φορολογίας που αφορά ο φορολογικός έλεγχος,
ε) την ημερομηνία έναρξης του φορολογικού ελέγχου,
στ) τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου, και
ζ) τον χαρακτηρισμό «πλήρης» ή «μερικός» έλεγχος, κατά περίπτωση.

2. Ο οριζόμενος από τη Φορολογική Διοίκηση, για τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου, υπάλληλος πρέπει να επιδεικνύει το δελτίο ταυτότητάς του και την εντολή φορολογικού ελέγχου πριν την έναρξη του φορολογικού ελέγχου.

3. Ο επιτόπιος φορολογικός έλεγχος διενεργείται στις εγκαταστάσεις του φορολογούμενου κατά το επίσημο ωράριο λειτουργίας της Φορολογικής Διοίκησης. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να διενεργεί επιτόπιο φορολογικό έλεγχο και εκτός του επίσημου ωραρίου εργασίας εφόσον απαιτείται από το είδος των δραστηριοτήτων του φορολογούμενου. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην εντολή φορολογικού ελέγχου. Η είσοδος στην κατοικία του φορολογούμενου επιτρέπεται μόνο με εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα.

4. Η διάρκεια του επιτόπιου φορολογικού ελέγχου που προβλέπεται στην παράγραφο 1, δύναται να παραταθεί άπαξ κατά έξι (6) μήνες. Περαιτέρω παράταση μέχρι έξι (6) ακόμη μήνες είναι δυνατή σε  εξαιρετικές περιπτώσεις.

5. Η Φορολογική Διοίκηση έχει δικαίωμα επανελέγχου φορολογικής περιόδου που έχει ήδη ελεγχθεί μόνον εάν προκύψουν νέα στοιχεία, τα οποία επηρεάζουν τον υπολογισμό της φορολογικής οφειλής. Ως «νέο στοιχείο» νοείται κάθε στοιχείο, το οποίο δεν θα μπορούσε να είναι γνωστό στη Φορολογική Διοίκηση κατά τον αρχικό φορολογικό έλεγχο.

6. Ο φορολογούμενος υποχρεούται να συνεργάζεται πλήρως και να διευκολύνει το έργο του οριζόμενου για τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου υπαλλήλου της Φορολογικής Διοίκησης. Ο οριζόμενος υπάλληλος δεν δύναται να μετακινεί  βιβλία και στοιχεία ή έγγραφα που έχουν τεθεί στη διάθεσή του σε άλλο τόπο, εκτός εάν ο φορολογούμενος αδυνατεί να παράσχει αμέσως αληθή και ακριβή αντίγραφα, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2. Σε αυτή την περίπτωση, τα έγγραφα και στοιχεία είναι δυνατό να απομακρυνθούν από τις εγκαταστάσεις έναντι απόδειξης παραλαβής και επιστρέφονται στο φορολογούμενο εντός τεσσάρων (4) ημερών από την παραλαβή.

Άρθρο 26
Επιλογή υποθέσεων προς έλεγχο

Η Φορολογική Διοίκηση επιλέγει τις προς έλεγχο υποθέσεις με βάση  κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, ή εξαιρετικά με βάση  άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται με πράξη του Γενικού Γραμματέα, η οποία δεν δημοσιοποιείται.
 
Άρθρο 27
Μέθοδοι έμμεσου προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης

1. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται  να προβαίνει σε εκτιμώμενο, διορθωτικό ή προληπτικό προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης και με την εφαρμογή μιας ή περισσοτέρων από τις κατωτέρω τεχνικές ελέγχου:

α) της αρχής των αναλογιών
β) της ανάλυσης ρευστότητας του φορολογούμενου
γ) της καθαρής θέσης του φορολογούμενου
δ) της σχέσης της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών και
ε) του ύψοου των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά ).

Με τις ως άνω τεχνικές μπορούν να προσδιορίζονται τα φορολογητέα εισοδήματα των φορολογουμένων, τα ακαθάριστα έσοδα, οι εκροές και τα φορολογητέα κέρδη των υπόχρεων βάσει των γενικά παραδεκτών αρχών και τεχνικών της ελεγκτικής.

2. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται το ειδικότερο περιεχόμενο τεχνικών ελέγχου της παραγράφου 1, ο τρόπος εφαρμογής τους και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 28
Αποτελέσματα φορολογικού ελέγχου

1. Η Φορολογική Διοίκηση γνωστοποιεί εγγράφως στο φορολογούμενο τα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου και τον προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου, εφόσον προκύπτει διαφοροποίηση της φορολογικής οφειλής σε σχέση με τις δηλώσεις που έχει υποβάλλει ο φορολογούμενος καθώς και τα στοιχεία που αιτιολογούν την διαφοροποίηση. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητά να λαμβάνει αντίγραφα των εγγράφων στα οποία βασίζεται ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου. Ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις του σχετικά με τον προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου εντός είκοσι (20) ημερών από την παραλαβή της έγγραφης γνωστοποίησης.

2. Η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, εντός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής των απόψεων του φορολογούμενου ή, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν υποβάλλει τις απόψεις του, την εκπνοή της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 1.  Η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου εκδίδεται με βάση έκθεση ελέγχου την οποία συντάσσει η Φορολογική Διοίκηση. Η έκθεση ελέγχου περιλαμβάνει εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα τα γεγονότα, τα στοιχεία και τις διατάξεις τις οποίες έλαβε υπόψη της η Φορολογική Διοίκηση για τον προσδιορισμό του φόρου. Η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου μαζί με την έκθεση ελέγχου κοινοποιούνται στον φορολογούμενο.

3. Οι διαδικασίες εφαρμογής του παρόντος άρθρου καθορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.

Άρθρο 29
Αμοιβαία διοικητική συνδρομή

Ως προς την αμοιβαία διοικητική συνδρομή και τους ταυτόχρονους φορολογικούς ελέγχους εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1έως 25 του ν.4170/2013 (Α’ 163). που ενσωμάτωσαν στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία του Συμβουλίου 2011/16/ΕΚ. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ
Προσδιορισμός φόρου

Άρθρο 30
Προσδιορισμός φόρου

1. «Πράξη προσδιορισμού φόρου» είναι η πράξη, με την οποία καθορίζεται το ποσό της φορολογικής οφειλής ή απαίτησης του φορολογουμένου για μια συγκεκριμένη φορολογική περίοδο και η καταχώριση της πράξης αυτής στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης. Με την πράξη προσδιορισμού φόρου συνιστάται και βεβαιώνεται η φορολογική οφειλή ή απαίτηση του φορολογούμενου.

2. Η Φορολογική Διοίκηση είναι αρμόδια να εκδίδει τις ακόλουθες πράξεις προσδιορισμού φόρου:
α) πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου,
β) πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου,
γ) πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, και
δ) πράξη προληπτικού προσδιορισμού φόρου.

Άρθρο 31
Άμεσος προσδιορισμός φόρου

1. «Άμεσος προσδιορισμός φόρου» είναι ο προσδιορισμός φόρου που προκύπτει χωρίς περαιτέρω ενέργεια, ταυτόχρονα με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης.

2. Ο φορολογούμενος δύναται να τροποποιεί τη φορολογική δήλωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κώδικα, καταβάλλοντας την επί πλέον διαφορά φόρου ή δικαιούμενος επιστροφή του υπερβάλλοντος φόρου σύμφωνα με το άρθρο 42 του Κώδικα, έως  την έκδοση  εντολής φορολογικού ελέγχου. Ο άμεσος προσδιορισμός φόρου που προκύπτει από την τροποποιητική δήλωση υποκαθιστά τον αρχικό άμεσο προσδιορισμό φόρου.

Άρθρο 32
Διοικητικός προσδιορισμός φόρου

1. Στις περιπτώσεις που, κατά την κείμενη φορολογική νομοθεσία, η φορολογική δήλωση δεν συνιστά άμεσα και πράξη προσδιορισμού φόρου, η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου την οποία κοινοποιεί στο φορολογούμενο.

2. Η πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εκδίδεται με βάση  στοιχεία που έχουν τυχόν παρασχεθεί από τον φορολογούμενο σε φορολογική δήλωση ή κάθε άλλο στοιχείο που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση.

3. Εάν η Φορολογική Διοίκηση προσδιορίσει το φόρο ολικά ή μερικά με βάση στοιχεία διαφορετικά από αυτά που περιέχονται σε φορολογική δήλωση του φορολογούμενου, οφείλει να αναφέρει ειδικά τα στοιχεία αυτά στα οποία βασίστηκε ο προσδιορισμός του φόρου.

Άρθρο 33
Εκτιμώμενος προσδιορισμός φόρου

1. Σε περιπτώσεις που ο φορολογούμενος, παρά την  υποχρέωσή του να υποβάλει φορολογική δήλωση σύμφωνα με τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας, δεν υποβάλει φορολογική δήλωση, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εκδώσει πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου ορίζοντας τη φορολογητέα ύλη, με βάση  κάθε στοιχείο και πληροφορία που έχει στη διάθεσή της. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να εκδίδει απόφαση σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού της κατ’ εκτίμηση φορολογητέας ύλης.

2. Εάν, μετά την έκδοση της πράξης αυτής, ο φορολογούμενος υποβάλλει φορολογική δήλωση, η πράξη αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Άρθρο 34
Διορθωτικός προσδιορισμός φόρου

1. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να προβεί, μετά από έλεγχο, σε έκδοση πράξης διόρθωσης οποιουδήποτε προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή προληπτικού προσδιορισμού φόρου, εφόσον από τον έλεγχο διαπιστωθεί αιτιολογημένα ότι ο προηγούμενος προσδιορισμός φόρου ήταν ανακριβής ή εσφαλμένος. Ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου υπόκειται σε μεταγενέστερη διόρθωση, μόνο εάν προκύψουν νέα στοιχεία, όπως αυτά ορίζονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 25 του Ο φορολογούμενος δύναται να ζητά την έκδοση πράξης διόρθωσης διοικητικού προσδιορισμού φόρου, σε περίπτωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης σχετικά με την οποία έχει εκδοθεί πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου. Η Φορολογική Διοίκηση υποχρεούται να εκδώσει πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μόνο εφόσον  κάνει αποδεκτή την τροποποιητική δήλωση.

Άρθρο 35
Προληπτικός προσδιορισμός φόρου

1. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να εκδίδει πράξη προληπτικού προσδιορισμού φόρου μετά την έναρξη της φορολογικής περιόδου αλλά πριν την ημερομηνία υποβολής της αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης, προκειμένου να διασφαλίσει την άμεση είσπραξη του φόρου, εφόσον υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις, ότι ο φορολογούμενος σκοπεύει να εγκαταλείψει τη χώρα, θέτοντας σε κίνδυνο την είσπραξη του φόρου, ιδίως μέσω της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων σε άλλο πρόσωπο,. Στην περίπτωση αυτή, κατά παρέκκλιση του άρθρου 63 του Κώδικα, ο φορολογούμενος δύναται να προσφύγει κατά της πράξης προληπτικού προσδιορισμού φόρου απευθείας ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου αμφισβητώντας τη συνδρομή των περιστάσεων που δικαιολογούν την έκδοση της πράξης προληπτικού προσδιορισμού φόρου.

2. Ο φορολογούμενος είτε καταβάλλει εφάπαξ τη φορολογική οφειλή που ορίζεται από τον προληπτικό προσδιορισμό φόρου, είτε εξασφαλίζει την καταβολή αυτής, παρέχοντας εγγύηση ή αποδεχόμενος την εγγραφή βάρους επί της περιουσίας του υπέρ της Φορολογικής Διοίκησης για το συνολικό  ποσό της φορολογικής οφειλής. Η εγγύηση και η εγγραφή βάρους διατηρούνται μέχρι την πλήρη εξόφληση της φορολογικής υποχρέωσης.

3. Ο προληπτικός προσδιορισμός φόρου ακολουθείται από διορθωτικό προσδιορισμό φόρου εντός ενός (1) έτους μετά την ημερομηνία έκδοσης της πράξης προληπτικού προσδιορισμού φόρου.

Άρθρο 36
Παραγραφή

1. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε έκδοση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του οικείου φορολογικού έτους.

2. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παρατείνεται στις εξής περιπτώσεις:
α) εάν ο φορολογούμενος υποβάλει τροποποιητική δήλωση εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, για περίοδο ενός έτους από την λήξη της πενταετίας,
β) εάν ζητηθούν πληροφορίες από χώρα της αλλοδαπής, για όσο χρονικό διάστημα απαιτηθεί για τη διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών προσαυξημένο κατά ένα έτος από την παραλαβή τους από την Φορολογική Διοίκηση,
γ)εάν ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, ένδικο βοήθημα ή μέσο, για περίοδο ενός έτους μετά την έκδοση απόφασης, η οποία δεν προσβάλλεται με ένδικο βοήθημα ή μέσο και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά.

3. Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για περιπτώσεις φοροδιαφυγής μπορεί να εκδοθεί εντός είκοσι (20) ετών από τη λήξη του φορολογικού έτους.

4. Εάν ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου συνεπάγεται τροποποίηση πράξης προσδιορισμού φόρου για φορολογικό έτος για το οποίο το δικαίωμα ελέγχου έχει παραγραφεί, η αντίστοιχη προσαρμογή φόρου διενεργείται στο παλαιότερο φορολογικό έτος για το οποίο το δικαίωμα ελέγχου δεν έχει ακόμη παραγραφεί και στο οποίο αφορά ο διορθωτικός προσδιορισμός φόρου.

Άρθρο 37
Κοινοποίηση προσδιορισμού φόρου

 Η κατά τα άρθρα 32, 33, 34, και 35, πράξη προσδιορισμού φόρου υπογράφεται από το Γενικό Γραμματέα ή άλλο ειδικά οριζόμενο υπάλληλο της Φορολογικής Διοίκησης και κοινοποιείται στο πρόσωπο στο οποίο αφορά ο προσδιορισμός φόρου. Η πράξη προσδιορισμού φόρου περιέχει τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες:
α) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία του φορολογούμενου,
β) τον αριθμό φορολογικού μητρώου του φορολογούμενου, εφόσον έχει αποδοθεί στο φορολογούμενο,
γ) την ημερομηνία έκδοσης της πράξης,
δ) το είδος προσδιορισμού του φόρου και το θέμα στο οποίο αφορά η πράξη,
ε) το ποσό της φορολογικής οφειλής,
στ) την ημερομηνία μέχρι την οποία πρέπει να εξοφληθεί ο φόρος,
ζ) τον τόπο εξόφλησης του φόρου,
η) τους λόγους για τους οποίους η Φορολογική Διοίκηση προέβη στον προσδιορισμό φόρου και τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε το ποσό του φόρου,
θ) το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο αμφισβήτησης του προσδιορισμού φόρου, και
ι) λοιπές πληροφορίες.

Με την πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου κοινοποιείται ταυτόχρονα και η οικεία έκθεση ελέγχου.

Ο τύπος των πράξεων προσδιορισμού του φόρου και της οικείας έκθεσης καθορίζεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.

Άρθρο 38
Γενική διάταξη κατά της φοροαποφυγής

1. Κατά τον προσδιορισμό φόρου, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αγνοεί κάθε τεχνητή ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων που αποβλέπει σε αποφυγή της φορολόγησης και οδηγεί σε φορολογικό πλεονέκτημα. Οι εν λόγω ρυθμίσεις αντιμετωπίζονται, για φορολογικούς σκοπούς, με βάση  τα  χαρακτηριστικά της οικονομικής τους υπόστασης.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως «ρύθμιση» νοείται κάθε συναλλαγή, καθεστώς, δράση, πράξη, συμφωνία, επιχορήγηση, συνεννόηση, υπόσχεση, δέσμευση ή εκδήλωση. Μια ρύθμιση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη.

3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων είναι τεχνητή εφόσον στερείται εμπορικής ουσίας. Για τον καθορισμό του τεχνητού ή μη χαρακτήρα μιας ρύθμισης ή σειράς ρυθμίσεων, η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει εάν αυτές αφορούν μια ή περισσότερες από τις ακόλουθες καταστάσεις:
α) ο νομικός χαρακτηρισμός των μεμονωμένων σταδίων από τα οποία αποτελείται μια ρύθμιση είναι ασυμβίβαστος με τη νομική υπόσταση της ρύθμισης στο σύνολό της•
β) η ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων εφαρμόζεται κατά τρόπο που δεν συνάδει με μια φυσιολογική επιχειρηματική συμπεριφορά•
γ) η ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων περιλαμβάνει στοιχεία που έχουν ως αποτέλεσμα την αλληλοαντιστάθμιση ή την αλληλοακύρωσή τους•
δ) η σύναψη συναλλαγών είναι κυκλικού χαρακτήρα•
ε) η ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων οδηγεί σε σημαντικό φορολογικό πλεονέκτημα αλλά αυτό δεν αντανακλάται στους επιχειρηματικούς κινδύνους τους οποίους αναλαμβάνει ο υποκείμενος στο φόρο ή στις ταμειακές ροές του•
στ) το αναμενόμενο περιθώριο κέρδους πριν από το φόρο είναι σημαντικό σε σύγκριση με το ύψος του αναμενόμενου φορολογικού πλεονεκτήματος.

4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ο στόχος μιας ρύθμισης ή σειράς ρυθμίσεων συνίσταται στην αποφυγή της φορολόγησης, εφόσον, ανεξαρτήτως από τις υποκειμενικές προθέσεις του υποκείμενου στο φόρο, αντίκειται στο αντικείμενο, στο πνεύμα και στο σκοπό των φορολογικών διατάξεων που θα ίσχυαν σε άλλη περίπτωση.

5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ένας δεδομένος στόχος πρέπει να θεωρείται ουσιαστικός, εφόσον οιοσδήποτε άλλος στόχος που αποδίδεται ή θα μπορούσε να αποδοθεί στη ρύθμιση ή στη σειρά ρυθμίσεων φαίνεται αμελητέος, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης.

6. Για να καθοριστεί εάν η ρύθμιση ή η σειρά ρυθμίσεων έχει οδηγήσει σε φορολογικό πλεονέκτημα με  την έννοια της παραγράφου 1, η Φορολογική Διοίκηση συγκρίνει το ύψος του οφειλόμενου φόρου από έναν υποκείμενο στο φόρο, λαμβάνοντας υπόψη τηνεν λόγω ρύθμιση, με το ποσό που θα όφειλε ο ίδιος υποκείμενος στο φόρο υπό τις ίδιες συνθήκες, εν απουσία της εν λόγω ρύθμισης. .

Άρθρο 39
Δικαιολόγηση προσαύξησης περιουσίας

Σε περίπτωση διαπίστωσης προσαύξησης περιουσίας κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 21 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος η προσαύξηση αυτή δεν υπόκειται σε φορολογία, εφόσον ο φορολογούμενος αποδείξει την πραγματική πηγή αυτής, καθώς επίσης και ότι αυτή είτε έχει υπαχθεί σε νόμιμη φορολογία, είτε απαλλάσσεται από το φόρο  σύμφωνα με  ειδικές  διατάξεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ
Είσπραξη

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ  Α’ 
Αρμοδιότητα είσπραξης του φόρου

Άρθρο 40
Αρμόδια όργανα

1. Η είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαστικής εκτέλεσης, ανήκει στην αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα.

2. Η διεκπεραίωση των διαδικασιών είσπραξης για λογαριασμό του Δημοσίου  των φόρων και λοιπών εσόδων μπορεί να ανατεθεί με απόφαση του Γενικού Γραμματέα σε τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, στα Ελληνικά Ταχυδρομεία ή οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία. Με όμοια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία της είσπραξης από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, καθώς και ο έλεγχος για την είσπραξη αυτών.

3. Ο  Γενικός Γραμματέας ή τα νομίμως εξουσιοδοτημένα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, έχουν το δικαίωμα να προβαίνουν σε κάθε δικαστική ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη ενέργεια που αποσκοπεί, άμεσα ή έμμεσα, στην είσπραξη φόρων και λοιπών εσόδων, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της κατάθεσης αίτησης πτώχευσης του οφειλέτη του Δημοσίου και της αγωγής καταδολίευσης.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ 
Είσπραξη του φόρου

Άρθρο 41
Πληρωμή φόρου

1. Ο φόρος καταβάλλεται κατά το χρόνο που προβλέπεται από το νόμο που επιβάλλει την αντίστοιχη φορολογία, στην οποία εφαρμόζεται ο Κώδικας.

2. Ο φόρος καταβάλλεται με τον τρόπο που καθορίζεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.

3. Σε περίπτωση διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της πράξης του προσδιορισμού φόρου στο φορολογούμενο. Σε περίπτωση εκτιμώμενου προσδιορισμού ή προληπτικού προσδιορισμού του φόρου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εντός τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση της αντίστοιχης πράξης προσδιορισμού του φόρου.

4. Σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται σε δύο (2) ίσες μηνιαίες δόσεις. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από την κοινοποίηση στο φορολογούμενο της πράξης εκκαθάρισης του φόρου που προκύπτει με βάση το διατακτικό της απόφασης μήνα  και η δεύτερη δόση μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα που ακολουθεί.

Άρθρο 42
Επιστροφή φόρου

1. Εάν ο φορολογούμενος δικαιούται επιστροφή φόρου, η Φορολογική Διοίκηση, αφού συμψηφίσει τους οφειλόμενους από το φορολογούμενο φόρο με το ποσό προς επιστροφή, προβαίνει στην επιστροφή της τυχόν προκύπτουσας διαφοράς.

2. Το επιστρεπτέο ποσό καταβάλλεται  στο φορολογούμενο εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή έγγραφου αιτήματος του φορολογούμενου, εκτός εάν προβλέπεται μικρότερο χρονικό διάστημα από άλλη διάταξη της φορολογικής νομοθεσίας.

3. Με έγγραφη δήλωση που περιλαμβάνεται στην αίτηση επιστροφής του φορολογούμενου, το επιστρεπτέο ποσό παρακρατείται με σκοπό τον συμψηφισμό του με μελλοντικές οφειλές του φορολογούμενου.

Άρθρο 43
Πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών – τμηματικής καταβολής σε δόσεις

1. Μετά από αίτηση του φορολογούμενου πριν τη λήξη της προθεσμίας καταβολής φόρου, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εγκρίνει πρόγραμμα ρύθμισης καταβολής των φορολογικών οφειλών σε μία ή περισσότερες δόσεις, εφόσον ο φορολογούμενος επικαλείται και αποδεικνύει ότι αντιμετωπίζει οικονομική αδυναμία για την καταβολή του φόρου στη νόμιμη προθεσμία και ότι έχει τη δυνατότητα συμμόρφωσης με το πρόγραμμα ρύθμισης. Το πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος. Κατ’ εξαίρεση το πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών μπορεί να εκτείνεται  έως δύο (2) έτη για φόρους που καταβάλλονται εφάπαξ.

2. Για την υποβολή αίτησης υπαγωγής σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών σύμφωνα με την παράγραφο 1, ο φορολογούμενος πρέπει να παράσχει στη Φορολογική Διοίκηση τα εξής στοιχεία:
α) αναλυτική δήλωση των εισοδημάτων του, περιουσιακών στοιχείων του και οφειλών του σε τρίτους,
β) αποδεικτικά στοιχεία για την υποβολή όλων των φορολογικών δηλώσεων που υποβλήθηκαν τα τελευταία πέντε (5) έτη, και
γ) ανάλογα με το ύψος των φορολογικών οφειλών για τις οποίες υποβάλλει αίτηση ένταξης σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών:
αα) για φορολογικές οφειλές άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αποδεικτικά στοιχεία για τη δυνατότητα καταβολής των μηνιαίων δόσεων,
ββ) για φορολογικές οφειλές άνω των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, έγγραφα με τα οποία αποδεικνύεται, αφενός, η προσωρινή οικονομική του αδυναμία και αφετέρου η δυνατότητα τήρησης των όρων του προγράμματος ρύθμισης οφειλών  ή
γγ) για φορολογικές οφειλές άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, εγγυήσεις,  ή άλλο εμπράγματο βάρος. 

3. Φορολογούμενος, ο οποίος έχει καταδικαστεί για φοροδιαφυγή δεν μπορεί να υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών σύμφωνα με την παράγραφο 1.

4. Η πρώτη δόση του προγράμματος ρύθμισης οφειλών καταβάλλεται εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία ειδοποίησης του φορολογούμενου για την έγκριση του προγράμματος. Οι υπόλοιπες δόσεις καταβάλλονται μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα. Αν παραλειφθεί η καταβολή μίας δόσης, επιβάλλεται προσαύξηση ίση με ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί του ποσού της καταβλητέας δόσης. Η δόση που δεν έχει καταβληθεί εμπροθέσμως σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο καταβάλλεται μαζί με την προσαύξηση το αργότερο μέχρι τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης.

5. Το πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών παύει να ισχύει με συνέπεια την υποχρέωση άμεσης καταβολής του υπόλοιπου της οφειλής και την εφαρμογή όλων των διαθέσιμων μέτρων εκτέλεσης, εάν ο φορολογούμενος:
α) δεν καταβάλλει μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες  περισσότερες από μία δόσεις,
β) καθυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης για περισσότερο από ένα μήνα,
γ) δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις φορολογίας εισοδήματος και φορολογίας Φ.Π.Α. κατά την περίοδο του προγράμματος ρύθμισης οφειλών,
δ) παρείχε ελλιπή ή ανακριβή στοιχεία για την έγκριση του προγράμματος ρύθμισης οφειλών.

6. Η υπαγωγή του φορολογούμενου σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής τόκων επί των ρυθμιζόμενων φορολογικών οφειλών.

Άρθρο 44
Σειρά εξόφλησης

1. Οι καταβολές χρηματικών ποσών έναντι συγκεκριμένου φόρου εξοφλούν την υποχρέωση του φορολογούμενου με την ακόλουθη σειρά:
α) έξοδα είσπραξης,
β) τόκος επί του φόρου,
γ) πρόστιμα που σχετίζονται με το φόρο,
δ) το αρχικό ποσό του φόρου.

2. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να κατανέμει κάθε καταβολή σε οποιοδήποτε οφειλόμενο φόρο:
α) εάν ο φορολογούμενος δεν υποδείξει κατά το χρόνο της καταβολής σε ποιο συγκεκριμένο φόρο ή φορολογική περίοδο αφορά η πληρωμή, ή
β) εάν η καταβολή πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 48 του    Κώδικα.

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ  Γ’ 
Μέτρα για τη διασφάλιση και την αναγκαστική εκτέλεση

Ενότητα 1
Εκτελεστός τίτλος για την είσπραξη

Άρθρο 45
Απαρίθμηση εκτελεστών τίτλων

1. Η είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα πραγματοποιείται δυνάμει εκτελεστού τίτλου.

2. Εκτελεστοί τίτλοι από το νόμο είναι:
α) στην περίπτωση άμεσου προσδιορισμού φόρου, ο προσδιορισμός του φόρου, όπως προκύπτει ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης,
β) στην περίπτωση διοικητικού προσδιορισμού φόρου, η πράξη προσδιορισμού του φόρου που κοινοποιείται στο φορολογούμενο,
γ) στην περίπτωση εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, η πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού του φόρου,
δ) στην περίπτωση διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου,
ε) στην περίπτωση προληπτικού προσδιορισμού φόρου, η πράξη προληπτικού προσδιορισμού του φόρου,
στ) σε περίπτωση έκδοσης οριστικής δικαστικής απόφασης, η απόφαση αυτή όπως κοινοποιείται στο φορολογούμενο.
ζ) σε περίπτωση καταλογισμού τόκων και προστίμων, οι αντίστοιχες πράξεις.

Ενότητα 2
Μέτρα διασφάλισης των οφειλών στο Δημόσιο

Άρθρο 46
Λήψη διασφαλιστικών μέτρων

1. Η Φορολογική Διοίκηση, προκειμένου να διασφαλίζει την είσπραξη φόρων, μπορεί, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος για την είσπραξη των φόρων, να προβαίνει με βάση τον εκτελεστό τίτλο του άρθρου 45 του Κώδικα και χωρίς δικαστική απόφαση  στην επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης κινητών, ακινήτων, εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε αυτά, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του Δημοσίου είτε βρίσκονται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλογικά τα άρθρα 707-723 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εξαιρουμένων των άρθρων 715 παρ.5 και 722 του ανωτέρω Κώδικα.
 
2. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί με τις ίδιες προϋποθέσεις της παραγράφου 1, να προβαίνει στη λήψη των προβλεπόμενων στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ασφαλιστικών μέτρων με βάση τον εκτελεστό τίτλο κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 691 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

3. Τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου διατάσσονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου της έδρας της αρμόδιας για τη σχετική φορολογία αρχής χωρίς να απαιτείται προηγούμενη κλήτευση του φορολογουμένου.  

4. Με τις ίδιες προϋποθέσεις μπορεί να εγγραφεί υποθήκη για κάθε φόρο και λοιπά έσοδα του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα. 

Ενότητα 3
Μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης

Άρθρο 47
Ατομική ειδοποίηση καταβολής οφειλής / υπερημερίας

1. Σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην πράξη προσδιορισμού του φόρου ή στην πράξη επιβολής τόκων ή προστίμων ή στην πράξη εκκαθάρισης του φόρου  μετά την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης μέχρι την προβλεπόμενη σε αυτά ημερομηνία πληρωμής το αρμόδιο όργανο της Φορολογικής Διοίκησης αποστέλλει στο φορολογούμενο ατομική ειδοποίηση καταβολής των οφειλών του που δεν έχουν καταβληθεί εντός των νομίμων προθεσμιών πριν τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα του Κώδικα.

2. Σε περίπτωση μη καταβολής των ποσών που αναφέρονται στην ατομική ειδοποίηση εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης καταβολής οφειλής, το αρμόδιο όργανο της Φορολογικής Διοίκησης μπορεί να προβεί στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κώδικα μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών.

3. Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται:
α) το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία του φορολογουμένου,
β) ο Α.Φ.Μ. του φορολογουμένου, εφόσον έχει εκδοθεί,
γ) η ημερομηνία έκδοσης της ατομικής ειδοποίησης καθώς και παραπομπές στους αντίστοιχους εκτελεστούς τίτλους, συμπεριλαμβανομένων αριθμών, σχετικών προθεσμιών ή και ημερομηνιών καταβολής δόσεων,
δ) το είδος και το ποσό των οφειλόμενων φόρων, των τόκων, των προστίμων, και η φορολογική περίοδος ή περίοδοι που αφορούν αυτά, με εξαίρεση αυτά για τα οποία ισχύει νόμιμη ή δικαστική αναστολή πληρωμής
ε) η εντολή καταβολής των ποσών αυτών,
στ) ο τρόπος πληρωμής των ανωτέρω,
ζ) ο όρος ότι οι τόκοι  συνεχίζουν να υπολογίζονται μέχρι την τελική εξόφληση της οφειλής,
η) ο όρος ότι εφόσον  ο φορολογούμενος δεν προβεί σε εξόφληση εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της ατομικής ειδοποίησης, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης των ποσών που αναφέρονται σε αυτή, εκτός εάν ο φορολογούμενος υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών εντός τριάντα (30) ημερών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 του Κώδικα.

4. Η ατομική ειδοποίηση κοινοποιείται στο φορολογούμενο σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κώδικα.

5. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα καθώς και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 48
Αναγκαστική εκτέλεση

1. Εξαιρουμένων των θεμάτων που ρυθμίζονται διαφορετικά από τον παρόντα Κώδικα, η αναγκαστική είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα διενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν.δ. 356/1974 περί Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων.

2. Ειδικά, η διαδικασία συμψηφισμού που προβλέπεται στο άρθρο 83 του ν.δ.356/1974 περί Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων δεν εφαρμόζεται αναφορικά με τους φόρους και λοιπά έσοδα του Δημοσίου που καλύπτονται από τον Κώδικα.

3. Όπου στον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων γίνεται αναφορά στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου ή γενικότερα σε άλλο αρμόδιο όργανο νοείται στο εξής ο Γενικός Γραμματέας.

4. Αναγκαστική εκτέλεση δεν διενεργείται για οφειλές , η πληρωμή των οποίων τελεί σε νόμιμη ή δικαστική αναστολή και για όσο χρόνο αυτή διαρκεί. Αναγκαστική εκτέλεση δεν διενεργείται επίσης για οφειλές  που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών, εφόσον ο φορολογούμενος συμμορφώνεται με το πρόγραμμα.

Άρθρο 49
Λήψη μέτρων σε περίπτωση υπόνοιας καταδολίευσης

1. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις  που υπάρχουν πληροφορίες ή υπόνοιες, ότι ο φορολογούμενος, θα προβεί σε μεταβίβαση περιουσιακών του στοιχείων ή προβαίνει σε προπαρασκευαστικές ενέργειες για να εγκαταλείψει τη χώρα ή σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που θέτει σε κίνδυνο την είσπραξη του φόρου, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να λαμβάνει με βάση τον εκτελεστό τίτλο μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης ακόμη και πριν τη νόμιμη ημερομηνία καταβολής της οφειλής ή την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης ή την παρέλευση της τριακονθήμερης προθεσμίας που προβλέπεται για την καταβολή της οφειλής με τη σύμφωνη γνώμη του Οικονομικού Εισαγγελέα.

2. Με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη  παράγραφο μπορεί επίσης να εγγράφεται υποθήκη.

3. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος μεταβιβάσει περιουσιακά στοιχεία του η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβαίνει στην άσκηση αγωγής καταδολίευσης για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, σύμφωνα με τα άρθρα 931κ.ε. του ΑΚ και για τη χρονική περίοδο μέχρι δύο (2) έτη από την ημερομηνία της καταδολιευτικής ενέργειας. Στην περίπτωση αυτή η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να ζητήσει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση σύμφωνα με τα άρθρα 725 κ.ε. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 

Ενότητα 4
Αλληλέγγυα ευθύνη

Άρθρο 50
Αλληλέγγυα ευθύνη

1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι στη διοίκηση και εκκαθαριστές των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων κατά το χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες  καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. Στα νομικά πρόσωπα που συγχωνεύονται, ευθύνεται αλληλεγγύως μαζί με τα πιο πάνω πρόσωπα, για την πληρωμή των κατά το προηγούμενο εδάφιο οφειλόμενων φόρων του διαλυόμενου νομικού προσώπου και εκείνο που το απορρόφησε ή το νέο νομικό πρόσωπο  που συστήθηκε ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους.

2. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν ως εξής :

α) Αν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά.

β) Αν δεν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα, που είχαν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου.
 
3. Αν  κατά τον χρόνο  διάλυσης  νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας δεν έχουν εξοφληθεί όλες οι φορολογικές υποχρεώσεις του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, περιλαμβανομένων των παρακρατούμενων και επιρριπτομένων φόρων, οι κατά τον χρόνο  διάλυσης  αυτών μέτοχοι ή εταίροι με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον πέντε τοις εκατό (5%) ευθύνονται αλληλεγγύως  με το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα για την καταβολή του οφειλόμενου φόρου, μέχρι του ποσού των αναληφθέντων κερδών ή απολήψεων σε μετρητά ή σε είδος λόγω της ιδιότητας του μετόχου ή εταίρου κατά τα τρία (3)  τελευταία έτη προ της λύσης.

4. Ευθύνεται αλληλεγγύως  με το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα για την καταβολή του οφειλομένου και μη εξοφληθέντος φόρου κατά την λύση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, και κάθε πρόσωπο που υπήρξε μέτοχος ή εταίρος αυτού με ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον πέντε τοις εκατό (5%) κατά τα τρία (3) τελευταία έτη πριν τη  λύση του μέχρι του ποσού των αναληφθέντων κερδών ή απολήψεων σε μετρητά ή σε είδος λόγω της ιδιότητας του μετόχου ή εταίρου και εφόσον η οφειλή αφορά την περίοδο, στην οποία το εν λόγω πρόσωπο ήταν μέτοχος ή εταίρος.

5. Πρόσωπα ευθυνόμενα για την καταβολή φόρου εκ μέρους του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο δύνανται να ασκήσουν έναντι της Φορολογικής Διοίκησης, παράλληλα με το νομικό πρόσωπο ή την νομική οντότητα, οποιοδήποτε δικαίωμα θα είχε στην διάθεσή του το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα.

6. Οι παράγραφοι 3 και 4 δεν ισχύουν για νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή αναγνωρισμένο χρηματιστήριο σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε..

Ενότητα 5
Παραγραφή του δικαιώματος είσπραξης φόρων

Άρθρο 51
Παραγραφή είσπραξης φόρων

1. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την είσπραξη των φόρων και λοιπών εσόδων του που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα παραγράφεται πέντε (5) έτη μετά την έκδοση του νόμιμου τίτλου εκτέλεσης. Η κοινοποίηση στο φορολογούμενο οποιασδήποτε πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης διακόπτει την παραγραφή. Η μη εκκίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη των φόρων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα εντός πέντε (5) ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο φορολογούμενος κατέστη υπερήμερος συνεπάγεται την πειθαρχική ευθύνη του αρμοδίου οργάνου της φορολογικής διοίκησης.

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, κανένας νόμος περί παραγραφής δεν αποκλείει το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη από το Δημόσιο των μη καταβληθέντων φόρων ή άλλων εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα.

Άρθρο  52
Αμοιβαία συνδρομή στην είσπραξη απαιτήσεων από φόρους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Για την αμοιβαία συνδρομή στην είσπραξη απαιτήσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 295 έως 319 του ν.4072/2012, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ
Τόκοι και Πρόστιμα

Άρθρο 53
Τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής

1. Αν οποιοδήποτε ποσό φόρου δεν καταβληθεί εντός της νόμιμης προθεσμίας, ο φορολογούμενος υποχρεούται να καταβάλει τόκους επί του εν λόγω ποσού φόρου για τη χρονική περίοδο από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας έως και την ημερομηνία καταβολής του φόρου. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης ή τροποποιητικής δήλωσης καθώς και σε περίπτωση εκτιμώμενου, διορθωτικού ή προληπτικού προσδιορισμού του φόρου, ως αφετηρία υπολογισμού των τόκων λαμβάνεται η λήξη της προθεσμίας κατά την οποία θα έπρεπε να είχε αρχικά καταβληθεί, βάσει του νόμου, ο φόρος που προκύπτει από την εκπρόθεσμη ή τροποποιητική δήλωση ή από την πράξη προσδιορισμού.

2. Σε περίπτωση καταβολής  υπερβάλλοντος  ποσού φόρου (αχρεώστητη καταβολή), καταβάλλονται τόκοι στο φορολογούμενο για τη χρονική περίοδο από την ημερομηνία αίτησης επιστροφής του  υπερβάλλοντος  ποσού φόρου μέχρι την ημερομηνία επιστροφής του, εκτός εάν η επιστροφή φόρου ολοκληρωθεί εντός ενενήντα (90) ημερών από την παραλαβή από τη Φορολογική Διοίκηση της αίτησης επιστροφής φόρου του φορολογούμενου. Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, εάν το  υπερβάλλον  ποσό φόρου συμψηφιστεί με άλλες φορολογικές οφειλές, το ποσό θεωρείται ότι επιστράφηκε κατά το χρόνο διενέργειας του συμψηφισμού.

3. Τόκοι επί των τόκων δεν υπολογίζονται και δεν οφείλονται.

4. Ο Γενικός Γραμματέας με απόφασή του, ορίζει το επιτόκιο υπολογισμού τόκων σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 54
Διαδικαστικές παραβάσεις

1. Για κάθε μία από τις παρακάτω παραβάσεις επιβάλλεται πρόστιμο στο φορολογούμενο ή οποιοδήποτε πρόσωπο, εφόσον υπέχει αντίστοιχη υποχρέωση από τον Κώδικα ή τη φορολογική νομοθεσία που αναφέρεται στο πεδίο εφαρμογής του:
α) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογική δήλωση από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση καταβολής φόρου,
β) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση,
γ) δεν υποβάλλει ή υποβάλει  εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου,
δ) δεν ανταποκριθεί σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων,
ε)  δεν συνεργαστεί στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου,
στ) δεν γνωστοποιήσει στη Φορολογική Διοίκηση το διορισμό του  φορολογικού εκπροσώπου του,
ζ) δεν προβαίνει σε εγγραφή στο φορολογικό μητρώο,
η) δεν συμμορφώνεται με κάθε υποχρέωση σχετική με την τήρηση βιβλίων και την έκδοση στοιχείων όπως ορίζονται στο Άρθρο  13  του Κώδικα.

2. Τα πρόστιμα για τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται ως εξής:

α) εκατό (100) ευρώ, σε περίπτωση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής σχετικά με την περίπτωση α’ της παραγράφου 1,

β) ισόποσο ποσό με το φόρο εισοδήματος, σε περίπτωση μη υποβολής σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 58 του Κώδικα
 
γ) εκατό (100) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν είναι υπόχρεος τήρησης λογιστικών βιβλίων,

δ) χίλια (1.000) ευρώ για κάθε άλλη παράβαση, σε περίπτωση που  ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα και

ε) δυό χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ για κάθε άλλη παράβαση, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα. Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση όταν συντρέχει η παράβαση της περίπτωσης (ζ) της παραγράφου 1.

3. Σε περίπτωση υποτροπής της ίδιας παράβασης εντός πέντε (5) ετών, το πρόστιμο ανέρχεται στο διπλάσιο  του αρχικού προστίμου. Σε περίπτωση δεύτερης υποτροπής εντός πέντε (5) ετών, το πρόστιμο ανέρχεται στο τετραπλάσιο  του αρχικού προστίμου.

Άρθρο 55
Παραβάσεις φοροδιαφυγής

1. Για τους σκοπούς του Κώδικα,  ως «φοροδιαφυγή» νοείται:

α) η απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή με μη υποβολή δήλωσης ή με υποβολή ανακριβούς δήλωσης και με σκοπό την μη πληρωμή φόρου εισοδήματος.  Ως απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων νοείται και η περίπτωση κατά την οποία καταχωρούνται στα βιβλία πλασματικές ή εικονικές ολικά ή μερικά δαπάνες ή γίνεται επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζονται καθαρά εισοδήματα ή να εμφανίζονται αυτά μειωμένα,

β) η μη απόδοση, ανακριβής απόδοση, συμψηφισμός, έκπτωση ή διακράτηση  φόρου προστιθέμενης αξίας και παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών καθώς και η μη υποβολή δήλωσης ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης με σκοπό την μη πληρωμή των παραπάνω φόρων τελών ή εισφορών, εφόσον προβλέπεται από τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας που αφορά φόρους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα,

γ) η είσπραξη επιστροφής  των παραπάνω φόρων από την Φορολογική Διοίκηση μετά από  παραπλάνηση της Φορολογικής Διοίκησης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων,  

δ) η έκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων  και η αποδοχή αυτών καθώς και η νόθευση φορολογικών στοιχείων.  Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί  στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο και όταν οι αξίες που αναγράφονται στο πρωτότυπο και στο αντίτυπο αυτού, το οποίο χρησιμοποιείται για φορολογικούς σκοπούς είναι διαφορετικές. 

ε) η έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων  και η αποδοχή αυτών. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, φορολογική αρχή. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται, ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν οι αξίες του πρωτοτύπου και αντιτύπου αυτού, το οποίο χρησιμοποιείται για φορολογικούς σκοπούς, είναι διαφορετικές.

2. α) Όταν η παράβαση αναφέρεται σε μη έκδοση ή σε ανακριβή έκδοση  παραστατικού στοιχείου αξίας και έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής, η δε αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) της  αξίας της συναλλαγής ή του μέρους αυτής που αποκρύφτηκε.

β) Σε περίπτωση έκδοσης πλαστών φορολογικών στοιχείων επιβάλλεται  πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) της  αξίας του στοιχείου.

γ) Σε περίπτωση έκδοσης  εικονικών φορολογικών στοιχείων ή λήψης εικονικών στοιχείων επιβάλλεται  πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) της  αξίας του στοιχείου.  Αν η αξία του στοιχείου είναι μερικώς εικονική, το ως άνω πρόστιμο επιβάλλεται για το  μέρος της εικονικής αξίας.
Εξαιρετικά στις κατωτέρω περιπτώσεις το πρόστιμο της περίπτωσης (γ) μειώνεται ως εξής:
αα) Όταν δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της μερικώς εικονικής αξίας επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της αξίας του στοιχείου. 
ββ) Όταν η  εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη, στο λήπτη του εικονικού στοιχείου επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της αξίας του στοιχείου. Στην περίπτωση αυτή, εάν  ο λήπτης του στοιχείου έχει εξοφλήσει μέσω πιστωτικού ιδρύματος ή αξιογράφων  πλήρως την αξία του τιμολογίου και τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας στον εκδότη του στοιχείου και καταθέσει στη Φορολογική Διοίκηση τα σχετικά παραστατικά με ρητή αναφορά στο εικονικό στοιχείο τεκμαίρεται ότι τελούσε σε καλή πίστη και δεν επιβάλλεται πρόστιμο στον λήπτη. Σε αυτή την περίπτωση το πρόστιμο που επιβάλλεται στον εκδότη διπλασιάζεται.
γγ) Στον λήπτη εικονικού στοιχείου επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της αξίας του στοιχείου, εφόσον η λήψη του στοιχείου δεν είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του φόρου εισοδήματος του οικείου φορολογικού έτους.
δδ) Όταν η εικονικότητα του στοιχείου αφορά το χαρακτηρισμό της αναγραφείσας  συναλλαγής, η οποία αποδεικνύεται ότι  αφορά άλλη υποκρυπτόμενη πραγματική συναλλαγή και η έκδοση του εικονικού στοιχείου δεν επιφέρει καμία απώλεια εσόδων σχετικά με φόρους, επιβάλλεται πρόστιμο για την έκδοση μη προσήκοντος στοιχείου, ύψους πεντακοσίων ευρώ  ανά στοιχείο και με ανώτατο ύψος προστίμου πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ ανά ελεγχόμενο φορολογικό έτος.    

δ) Στο Φ.Π.Α., όταν μετά από έλεγχο αποδειχθεί ότι ο υποκείμενος στο φόρο, ως λήπτης εικονικού φορολογικού στοιχείου ή στοιχείου το οποίο νόθευσε αυτός ή άλλοι για λογαριασμό του, διενήργησε έκπτωση φόρου εισροών ή έλαβε επιστροφή φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί Φ.Π.Α., ή ως εκδότης δεν απέδωσε φόρο, με βάση πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία, επιβάλλεται πρόστιμο ισόποσο με το πενήντα τοις εκατό (50%)  του φόρου που εξέπεσε ή που επιστράφηκε ή δεν απέδωσε, ανεξάρτητα αν δεν προκύπτει τελικά ποσό φόρου για καταβολή.
Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται και στα πρόσωπα  που έλαβαν επιστροφή φόρου με βάση πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία που εξέδωσαν οι ίδιοι.

3. Η  επιβολή προστίμων και η σχετική διοικητική διαδικασία σύμφωνα με τον Κώδικα είναι ανεξάρτητες από τυχόν ποινικές κυρώσεις και οποιαδήποτε ποινική διαδικασία προβλέπεται από οποιοδήποτε άλλο νόμο.

4. Πληροφορίες ή έγγραφα, τα οποία αφορούν ποινική διαδικασία, δεν χορηγούνται στη Φορολογική Διοίκηση χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια του αρμόδιου Εισαγγελέα.

Άρθρο 56
Πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής ή μη υποβολής Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών ή Φακέλου Τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών

1. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής του Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών της παραγράφου 3  του άρθρου. 21   του Κώδικα  επιβάλλεται  πρόστιμο υπολογιζόμενο σε ποσοστό ένα χιλιοστό (1/1000)  των δηλούμενων ακαθάριστων εσόδων του υπόχρεου φορολογούμενου. Το παραπάνω πρόστιμο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των χιλίων (1.000) ευρώ και μεγαλύτερο των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
Το πρόστιμο της παραγράφου αυτής επιβάλλεται και σε περίπτωση που ο Φάκελος Τεκμηρίωσης δεν τίθεται στη διάθεση της Φορολογικής Διοίκησης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 21 του Κώδικα, ή υποβάλλεται με μη πλήρες ή μη επαρκές περιεχόμενο.

2. Σε περίπτωση μη υποβολής του Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών ή μη διάθεσης του Φακέλου Τεκμηρίωσης της παραγράφου1  του άρθρου 21 του Κώδικα  στην Φορολογική Διοίκηση επιβάλλεται  πρόστιμο υπολογιζόμενο σε ποσοστό ένα εκατοστό (1/100) των δηλουμένων ακαθάριστων εσόδων, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε διόρθωσης κερδών, του υπόχρεου φορολογούμενου. Το παραπάνω πρόστιμο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και μεγαλύτερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.

3. Σε περίπτωση υποτροπής εντός πέντε (5) ετών, το πρόστιμο ανέρχεται στο διπλάσιο  του αρχικού προστίμου. Σε περίπτωση δεύτερης υποτροπής εντός πέντε (5) ετών, το πρόστιμο ανέρχεται στο τετραπλάσιο του αρχικού προστίμου.

Άρθρο 57
Πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής

Αν  οποιοδήποτε ποσό φόρου δεν καταβληθεί το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας καταβολής, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του φόρου που δεν καταβλήθηκε εμπρόθεσμα. Αν  το ποσό του φόρου καταβληθεί μετά την πάροδο ενός έτους από την εκπνοή της νόμιμης προθεσμίας καταβολής το παραπάνω πρόστιμο ανέρχεται σε είκοσι  τοις εκατό (20%) του φόρου. Αν το ποσό του φόρου καταβληθεί μετά την πάροδο δύο (2) ετών  από την εκπνοή της νόμιμης προθεσμίας καταβολής το παραπάνω πρόστιμο ανέρχεται σε  τριάντα  τοις εκατό (30%) του φόρου.

Άρθρο 58
Πρόστιμο  ανακριβούς  δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης

1. Αν  το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση φορολογική δήλωση υπολείπεται του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση το διορθωτικό   προσδιορισμό  φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, ο φορολογούμενος υπόκειται  σε πρόστιμο επί της διαφοράς ως εξής:
α) δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό  ανέρχεται σε ποσοστό από πέντε (5%) έως είκοσι (20%) τοις εκατό  του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
β) τριάντα τοις εκατό (30%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το είκοσι τοις εκατό (20%) του φόρου που προκύπτει βάσει της φορολογικής δήλωσης,
γ) εκατό τοις εκατό (100%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση και αποδεικνύεται ότι η ανακρίβεια οφείλεται σε πρόθεση του φορολογουμένου.

2. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης από την οποία θα προέκυπτε υποχρέωση καταβολής φόρου επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που αναλογεί στην μη υποβληθείσα δήλωση.

Άρθρο 59
Πρόστιμο μη καταβολής παρακρατούμενων φόρων

Στον υπόχρεο απόδοσης παρακρατηθέντος φόρου, ο οποίος, δεν απέδωσε το φόρο αυτό εντός της νόμιμης προθεσμίας προς πληρωμή επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που δεν αποδόθηκε.

Άρθρο 60
Παρεμπόδιση, υπόθαλψη και συνέργεια

Κάθε πρόσωπο που παρεμποδίζει ή αποπειράται να παρεμποδίσει τις ενέργειες και την εκτέλεση καθηκόντων της Φορολογικής Διοίκησης κατά την άσκηση των εξουσιών της σύμφωνα με τον  Κώδικα ή υποθάλπει ή υποκινεί άλλο πρόσωπο ή συνεργεί με άλλο πρόσωπο για τη διάπραξη παράβασης του Κώδικα υπόκειται στα ίδια πρόστιμα που υπόκειται ο φορολογούμενος.

Άρθρο 61
Απαλλαγή λόγω ανωτέρας βίας

1. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητά απαλλαγή από τόκους ή  πρόστιμα  σε περίπτωση ανωτέρας βίας. Απαλλαγή δεν χορηγείται, αν  δεν έχουν εξοφληθεί, πριν από το αίτημα απαλλαγής,  όλοι οι φόροι για τους οποίους επιβλήθηκαν τα πρόστιμα. Απαλλαγή δεν  χορηγείται για  τόκους και πρόστιμα που επιβάλλονται για ανακριβή δήλωση καθώς και για τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις φοροδιαφυγής.

2. Το αίτημα απαλλαγής απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα και:
α) υποβάλλεται εγγράφως,
β) περιέχει τα στοιχεία  και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του φορολογούμενου,
γ) φέρει την υπογραφή  του φορολογούμενου, ή νόμιμα εξουσιοδοτημένου προσώπου, και
δ) περιγράφει όλα τα γεγονότα και περιλαμβάνει τα αποδεικτικά στοιχεία  που αποδεικνύουν την ανωτέρα βία. 

3. Ο Γενικός Γραμματέας  αποφαίνεται  επί του αιτήματος  εντός τριάντα  (30) ημερών και  κοινοποιεί  την απόφαση στο φορολογούμενο. Αν  δεν ληφθεί απόφαση εντός της ανωτέρω περιόδου, το αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.

Άρθρο 62
Επιβολή, κοινοποίηση και πληρωμή τόκων και προστίμων


1. Ο Γενικός Γραμματέας είναι αρμόδιος για την έκδοση πράξεων καταλογισμού τόκων και επιβολής προστίμων.

2. Η πράξη καταλογισμού τόκων ή επιβολής προστίμων κοινοποιείται στο φορολογούμενο ή το ευθυνόμενο πρόσωπο: α) μαζί με την πράξη προσδιορισμού του φόρου ή β) αυτοτελώς, εάν η πράξη προσδιορισμού του φόρου δεν εκδίδεται ταυτόχρονα.

3. Η πράξη καταλογισμού τόκων ή  επιβολής προστίμων πρέπει να περιλαμβάνουν αυτοτελή αιτιολογία.

4. Ο φορολογούμενος ή το ευθυνόμενο πρόσωπο καλείται εγγράφως από το Γενικό Γραμματέα να υποβάλλει ενδεχόμενες αντιρρήσεις του σχετικά με επικείμενη έκδοση πράξη καταλογισμού τόκων ή επιβολής προστίμων τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την έκδοσή  της, με εξαίρεση τις υποχρεώσεις καταβολής τόκων και προστίμων για διαδικαστικές παραβάσεις.

5. Τόκοι και πρόστιμα καταβάλλονται εφάπαξ έως και την τριακοστή ημέρα μετά την κοινοποίηση της πράξης καταλογισμού ή επιβολής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
Διαδικασίες προσφυγής

Άρθρο 63
Ειδική Διοικητική Διαδικασία –Ενδικοφανής προσφυγή

1. Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης. Η αίτηση υποβάλλεται στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη και πρέπει να αναφέρει τους λόγους και τα έγγραφα στα οποία ο υπόχρεος βασίζει το αίτημά του. Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται από τον υπόχρεο εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σ’ αυτόν.
   
2. Η Φορολογική Διοίκηση αποστέλλει την ενδικοφανή προσφυγή του υπόχρεου, συνοδευόμενη από σχετικά έγγραφα και τις απόψεις αυτής, εντός επτά (7) ημερών από την υποβολή, στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης, προκειμένου η τελευταία να αποφανθεί.
   
3. Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής βεβαιώνεται άμεσα το εκατό τοις εκατό (100%)  του αμφισβητούμενου ποσού από τη Φορολογική Διοίκηση,  καταβάλλεται ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%)αυτού  σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και αναστέλλεται η καταβολή του υπολοίπου. 

4. Ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να υποβάλει, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημα αναστολής της καταβολής που προβλέπεται στην παράγραφο 3.  Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης δύναται να αναστείλει την εν λόγω πληρωμή, μέχρι την κοινοποίηση της απόφασής της στον υπόχρεο, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή θα είχε ως συνέπεια ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της αίτησης στη Φορολογική Διοίκηση, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχει απορριφθεί. Τυχόν αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής του προστίμου λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου.

5. Εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής στην Φορολογική Διοίκηση, η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης εκδίδει απόφαση, την οποία κοινοποιεί στον υπόχρεο, λαμβάνοντας υπόψη την προσφυγή, τις πληροφορίες που έλαβε από τον υπόχρεο και τις απόψεις της αρμόδιας φορολογικής αρχής, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που είναι σχετική  με την υπόθεση. Αν η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης το κρίνει απαραίτητο, δύναται να καλέσει τον υπόχρεο σε ακρόαση. Σε περίπτωση που προσκομισθούν νέα στοιχεία στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης ή γίνει επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών, ο υπόχρεος πρέπει να καλείται σε ακρόαση. Αν , εντός της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών, δεν εκδοθεί απόφαση ή δεν κοινοποιηθεί απόφαση στον υπόχρεο, τότε θεωρείται ότι η ενδικοφανής προσφυγή έχει απορριφθεί από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και ο υπόχρεος έχει λάβει γνώση αυτής της απόρριψης κατά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας. Στην περίπτωση των ενδικοφανών προσφυγών που υποβάλλονται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέχρι τις 28.2.2014 η προθεσμία του πρώτου εδαφίου επεκτείνεται σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες.

6. Αν με την απόφαση ακυρώνεται, μερικά ή ολικά, ή τροποποιείται η πράξη της φορολογικής αρχής, η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης οφείλει να αιτιολογεί την απόφαση αυτή επαρκώς με νομικούς ή και πραγματικούς ισχυρισμούς. Σε περίπτωση απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής, η αιτιολογία μπορεί να συνίσταται στην αποδοχή των διαπιστώσεων της οικείας πράξης προσδιορισμού φόρου. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση πρέπει να περιέχει τουλάχιστον την οριστική φορολογική υποχρέωση του υπόχρεου, το καταλογιζόμενο ποσό και την προθεσμία καταβολής αυτού.

7. Η Φορολογική Διοίκηση δεν έχει δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης.

8. Κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς έκδοση της απόφασης, ο υπόχρεος δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια απευθείας κατά οποιασδήποτε πράξης που εξέδωσε η Φορολογική Διοίκηση είναι απαράδεκτη.

9. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να εκδίδει τις αναγκαίες κανονιστικές πράξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και ιδίως να καθορίζει τις λεπτομέρειες για τη λειτουργία της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης, την εφαρμοστέα διαδικασία και τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεών της.

Άρθρο 64
Επαρκής αιτιολογία

Η Φορολογική Διοίκηση έχει την υποχρέωση να παρέχει σαφή, ειδική και  επαρκή αιτιολογία για τη νομική βάση, τα γεγονότα και τις περιστάσεις που  θεμελιώνουν την έκδοση πράξεως και τον προσδιορισμό φόρου.

Άρθρο 65
Βάρος απόδειξης

Σε περίπτωση αμφισβήτησης  πράξης  προσδιορισμού φόρου στα πλαίσια ενδικοφανούς προσφυγής, ο φορολογούμενος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που προβαίνει στην εν λόγω  αμφισβήτηση φέρει το βάρος της απόδειξης της πλημμέλειας  της πράξης  προσδιορισμού του φόρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ
Μεταβατικές διατάξεις

Άρθρο 66
Μεταβατικές διατάξεις

1. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου 7 εφαρμόζονται, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί παραγραφής, σε όλες τις χρήσεις για τις οποίες, κατά τη θέση σε ισχύ του Κώδικα. δεν έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου, ή έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου, αλλά δεν έχει γίνει έναρξη του ελέγχου.

2. Ειδικά οι διατάξεις των άρθρων του Κεφαλαίου 10 του Κώδικα, ισχύουν για τις παραβάσεις που διαπράττονται από την ημερομηνία ισχύος αυτού με εξαίρεση την παράγραφο 2 του άρθρου 55, το οποίο ισχύει για παραβάσεις που διαπράττονται από τη δημοσίευση του παρόντος. Η παράγραφος 10 του άρθρου 5 και η παράγραφος 1 του άρθρου 6 του ν. 2523/1997 καταργούνται από τη δημοσίευση του παρόντος.3. Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Κώδικα ισχύουν από 1ης Αυγούστου 2013.

4. Εξαιρετικά οι διατάξεις του άρθρου 54 του Κώδικα είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και για παραβάσεις που διαπράχθηκαν έως το χρόνο δημοσίευσης αυτού και επισύρουν πρόστιμα των άρθρων 5 παρ. 10 και 6 του ν. 2523/1997 ανεξάρτητα από τον χρόνο διαπίστωσής τους, εφόσον το νέο καθεστώς του άρθρου 54 του Κώδικα επιλεγεί ως ευνοϊκότερο από τον υπόχρεο, για το σύνολο των παραβάσεων που περιέχονται στην ίδια πράξη ή απόφαση επιβολής προστίμου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα κατωτέρω, ανά κατηγορία υποθέσεων:

α. Για τις υποθέσεις για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί Αποφάσεις Επιβολής Προστίμου (Α.Ε.Π.) μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του Κώδικα, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής Α.Ε.Π. Εξαιρετικά, για τις υποθέσεις της περίπτωσης αυτής οι σχετικές Α.Ε.Π. μπορεί να εκδοθούν απευθείας με βάση το νέο καθεστώς, εφόσον πριν την έκδοσή τους ο υπόχρεος υποβάλει ανέκκλητη δήλωση επιλογής των διατάξεων που ισχύουν κατά το χρόνο έκδοσης της Α.Ε.Π.

β. Για τις υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί Α.Ε.Π. μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του Κώδικα και δεν βρίσκονται ακόμη σε στάδιο διοικητικής επίλυσης της διαφοράς κατόπιν αιτήματος διοικητικού συμβιβασμού ή άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από τη δημοσίευση του Κώδικα.

γ. Για τις υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί Α.Ε.Π. και βρίσκονται σε στάδιο διοικητικής επίλυσης της διαφοράς κατόπιν αιτήματος διοικητικού συμβιβασμού ή άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από τη δημοσίευση του Κώδικα.

5. Στις παραπάνω περιπτώσεις α’ και β’ της παραγράφου 4, αρμόδιος για την έκδοση της πράξης επιβολής των προστίμων με το ευνοϊκότερο καθεστώς είναι ο Προϊστάμενος της Αρχής που εξέδωσε την πράξη. Κατά της πράξης αυτής που εκδίδεται στη βάση του ευνοϊκότερου καθεστώτος δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί δικαστικού και διοικητικού συμβιβασμού. Στην παραπάνω περίπτωση γ’ της παραγράφου 4 το ευνοϊκότερο καθεστώς εφαρμόζεται στο πλαίσιο του διοικητικού συμβιβασμού ή ενδικοφανούς προσφυγής. Ο διοικητικός συμβιβασμός ή η αποδοχή της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής με βάση το ευνοϊκότερο καθεστώς δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των προστίμων σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία. Το αίτημα για υπαγωγή στο ευνοϊκότερο καθεστώς υποβάλλεται στην αρμόδια Αρχή ή στην αρμόδια Επιτροπή των άρθρων 70Α και 70Β Ν. 2238/1994 κατά περίπτωση.

6 Για τις υποθέσεις προστίμων των άρθρων 5 παρ. 10 και 6 του ν. 2523/1997, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και του Σ.τ.Ε. κατά τη δημοσίευση του παρόντος, οι υπόχρεοι δύνανται με αίτησή τους, η οποία υποβάλλεται στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του Κώδικα κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 να ζητήσουν το δικαστικό συμβιβασμό με βάση το ευνοϊκότερο καθεστώς για το σύνολο των προστίμων ανά καταλογιστική πράξη. Αρμόδιος για τη διενέργεια του συμβιβασμού είναι ο Προϊστάμενος της αρχής που εξέδωσε την πράξη. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική δίκη καταργείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 142 και 143, παράγραφος 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αφού υποβληθεί αντίγραφο του πρακτικού συμβιβασμού στο αρμόδιο δικαστήριο. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου του άρθρου αυτού εφαρμόζεται αναλόγως.

7. Εξαιρετικά οι διατάξεις της υποπερίπτωσης δδ’ της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 55 του Κώδικα είναι δυνατόν να εφαρμοστούν και για παραβάσεις που διαπράχθηκαν μέχρι το χρόνο έναρξης ισχύος αυτού, ανεξάρτητα από το χρόνο διαπίστωσής τους, εφόσον το νέο καθεστώς του άρθρου 55 του Κώδικα επιλεγεί ως ευνοϊκότερο από τον υπόχρεο, για το σύνολο των παραβάσεων που περιέχονται στην ίδια πράξη ή απόφαση επιβολής προστίμου.

8. Το ποσό που προκύπτει μετά τον επαναϋπολογισμό των προστίμων κατά τις διατάξεις του Κώδικα και αφού αφαιρεθούν τυχόν καταβληθέντα ποσά, χωρίς τις προσαυξήσεις, βεβαιώνεται και καταβάλλεται ως εξής:

α. Εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης , καταβάλλεται το πενήντα τοις εκατό (50%) του οφειλομένου ποσού. Αν δεν καταβληθεί το ποσό αυτό, η απόφαση θεωρείται ανυπόστατη.


β. Το υπόλοιπο ποσό, μετά την καταβολή του πενήντα τοις εκατό (50%) βεβαιώνεται και καταβάλλεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την κοινοποίηση της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικού Επανελέγχου .

9. Υποθέσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις των παραγράφων 3,4 και 5 του παρόντος άρθρου, για τις οποίες δεν υποβάλλεται αίτηση για την Ειδική Διαδικασία του άρθρου 63 του Κώδικα, κρίνονται με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν, κατά το χρόνο διάπραξης της παράβασης.

10. Ποσά που τυχόν έχουν καταβληθεί, πέραν αυτών που προκύπτουν από την εφαρμογή των παραγράφων 3,4 και 5 του παρόντος, δεν επιστρέφονται.

Άρθρο 67
Έναρξη ισχύος

Ο παρών Κώδικας τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2014.

ΜΕΡΟΣ Β’
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Άρθρο 68
Τροποποίηση άρθρων του ν.3691/2008

1. Η περίπτωση ιη΄ του άρθρου 3 του ν. 3691/2008 (Α’  166),  αντικαθίσταται ως εξής:
«ιη) Τα αδικήματα: α) της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται στο άρθρο 17, στο άρθρο 18 με την εξαίρεση της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 και του άρθρου 19 με την εξαίρεση της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α΄), όπως ισχύουν, β) της λαθρεμπορίας, που προβλέπονται στα άρθρα 155, 156 και 157 του ν. 2960/2001 (Α’ 265), όπως ισχύουν, και γ) της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που προβλέπονται στο άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α΄), όπως ισχύει, με την εξαίρεση της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 καθώς και της μη καταβολής χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές ή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από τα δικαστήρια ή από διοικητικές ή άλλες αρχές.»
           
2. H περίπτωση δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3691/2008 καταργείται.

3. H περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3691/2008, αντικαθίσταται ως εξής:

«β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για:
- τις ανώνυμες εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου,
- τις ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων,
- τις ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων σε ακίνητη περιουσία,
- τις ανώνυμες εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,
- τις ανώνυμες εταιρείες επενδυτικής διαμεσολάβησης.
- τις ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών και τις εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών, από τη στιγμή που θα γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς η αδειοδότησή τους από τον αρμόδιο φορέα.»

4. H περίπτωση ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3691/2008, αντικαθίσταται  ως εξής:

«ε) Το Υπουργείο Οικονομικών (Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων) για:
- τους φορολογικούς ή φοροτεχνικούς συμβούλους και τις εταιρείες παροχής φορολογικών ή φοροτεχνικών συμβουλών,
- τους λογιστές που δεν συνδέονται με σχέση εξηρτημένης εργασίας και τους ιδιώτες ελεγκτές,
- τους κτηματομεσίτες και τις κτηματομεσιτικές εταιρείες,
- τους οίκους δημοπρασίας,
- τους εμπόρους αγαθών μεγάλης αξίας,
- τους εκπλειστηριαστές,
- τους ενεχυροδανειστές.»

5. Στο  πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν.3691/2008, , οι λέξεις «έντεκα (11) Μέλη» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δώδεκα (12) Μέλη».

6. Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 7Α του ν.3691/2008 , αντικαθίσταται  ως εξής:
«1. Α΄ Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών
α) Η Α΄ Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και οκτώ (8) Μέλη της Αρχής με τους αναπληρωτές τους, με γνώση της αγγλικής γλώσσας και ειδικότερα: αα) ένα στέλεχος από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος και ένα από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών που προτείνονται από τον αρμόδιο Υπουργό, ββ) ένα στέλεχος από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων που προτείνεται από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, γγ) ένα στέλεχος από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό, δδ) ένα στέλεχος από την Τράπεζα της Ελλάδος που προτείνεται από τον Διοικητή της, εε) ένα στέλεχος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που προτείνεται από το Διοικητικό της Συμβούλιο, στστ) ένα στέλεχος από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας που προτείνεται από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ζζ) ένα στέλεχος από το Αρχηγείο του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής που προτείνεται από τον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου.».

7. Η περίπτωση γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν.3691/2008 αντικαθίσταται  ως εξής:

«γ) Τη συλλογή πληροφοριών για το σκοπό και τη σκοπούμενη φύση της επιχειρηματικής σχέσης ή σημαντικών συναλλαγών ή δραστηριοτήτων του πελάτη ή του πραγματικού δικαιούχου και την επαλήθευση των εισοδημάτων των ανωτέρω από τα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς με βάση προσκομιζόμενο πρόσφατο εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος, πλην των περιπτώσεων που ο πελάτης δεν υποχρεούται να υποβάλει δήλωση φόρου εισοδήματος.»

8. Το άρθρο 29 του ν.3691/2008, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 29
Υποβολή αναφορών για φορολογικά και τελωνειακά αδικήματα
1. Ειδικά για τα αδικήματα της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, καθώς και για τα λοιπά αδικήματα αρμοδιότητας ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. που υπάγονται στα βασικά αδικήματα, ορίζεται η εξής διαδικασία:
α. To Σ.Δ.Ο.Ε. είναι αρμόδιο για την παραπομπή στη δικαιοσύνη υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από λαθρεμπορία, φοροδιαφυγή και για υποθέσεις που υπάγονται στις λοιπές αρμοδιότητές του, εφόσον έχει συντάξει σχετική έκθεση ελέγχου ή πορισματική αναφορά. Η σχετική αναφορά υποβάλλεται στον αρμόδιο Εισαγγελέα με άμεση ενημέρωση της Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Σ.Δ.Ο.Ε. και της Αρχής. Επιπροσθέτως, το Σ.Δ.Ο.Ε. δύναται να αναφέρει στην Αρχή υποθέσεις για τις οποίες έχει συντάξει έκθεση ελέγχου ή πορισματική αναφορά μόνο για το βασικό αδίκημα και να συνεργασθεί με αυτή, ακόμη και με κοινές έρευνες σε υποθέσεις κοινής αρμοδιότητας.
β. Οι Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα ελεγκτικά κέντρα, όταν διαπιστώνουν περιπτώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας καθώς και των λοιπών αδικημάτων αρμοδιότητάς τους που υπάγονται στα βασικά αδικήματα, υποβάλλουν αναφορές στην Αρχή, ενημερώνοντας συγχρόνως και τη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
γ. Οι Τελωνειακές και Ελεγκτικές Υπηρεσίες όταν διαπιστώνουν περιπτώσεις παραβάσεων της τελωνειακής νομοθεσίας καθώς και των λοιπών αδικημάτων αρμοδιότητάς τους, που υπάγονται στα βασικά αδικήματα, υποβάλλουν αναφορές στην Αρχή, ενημερώνοντας συγχρόνως τη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και ΕΦΚ.
δ.  Οι αναφορές που προβλέπονται στις ανωτέρω περιπτώσεις β΄ και γ΄ θα υποβάλλονται στην Αρχή εφόσον το ποσό των παραβάσεων υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού λαμβάνονται υπόψη, αθροιστικώς, τα επιμέρους ποσά που προκύπτουν από μερικότερες πράξεις του ίδιου αδικήματος ή και από διαφορετικά αδικήματα φοροδιαφυγής, λαθρεμπορίας ή μη καταβολής χρεών που διαπιστώνονται κατά τον εκάστοτε έλεγχο και διαπράχθηκαν από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος νόμου και εντεύθεν.
ε. Τα υπόχρεα πρόσωπα υποβάλλουν στην Αρχή αναφορές ύποπτων συναλλαγών που ενδέχεται να σχετίζονται με τα ανωτέρω αδικήματα, πλην των δικηγόρων που δύνανται να υποβάλλουν αναφορές στην ειδική επιτροπή του άρθρου 34.»

9. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 40 του ν.3691/2008, προστίθενται τρία  νέα εδάφια ως εξής:
«Ειδικά στις περιπτώσεις διενέργειας φορολογικών ή τελωνειακών ελέγχων και κατά τη διαδικασία είσπραξης χρεών, η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών δύναται να ζητήσει και να λάβει από την Αρχή κάθε διαθέσιμη σε αυτήν πληροφορία που είναι πιθανό να σχετίζεται με τον διενεργούμενο έλεγχο ή με την επιδιωκόμενη είσπραξη χρέους του υπόχρεου. Η Αρχή δύναται να αποφασίσει να μην παράσχει τις πληροφορίες, εάν η παροχή των πληροφοριών θα έθετε σε κίνδυνο μια συνεχιζόμενη έρευνα της Αρχής. Αυτή η άρνηση δεν μπορεί να υπερβεί χρονικά τους έξι (6) μήνες.
Τα ανωτέρω ισχύουν και για το Σ.Δ.Ο.Ε., για τις περιπτώσεις διενέργειας ελέγχων αρμοδιότητάς του.
Επιπλέον, η Αρχή ενημερώνει μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων για τις περιπτώσεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονται από φορολογικά αδικήματα, τελωνειακά αδικήματα ή αδικήματα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, καθώς και το Σ.Δ.Ο.Ε. για τις δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων που αφορούν εν γένει  αδικήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του.»

10. H περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν.3691/2008, αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Αν πρόκειται για υπόχρεο νομικό πρόσωπο, με απόφαση της αρμόδιας κατά το άρθρο 6 του παρόντος αρχής επιβάλλονται:
 i) διοικητικό πρόστιμο από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι πέντε  εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ,
 ii) οριστική ή προσωρινή για χρονικό διάστημα από ένα μήνα έως δύο έτη  ανάκληση ή αναστολή της άδειας λειτουργίας ή απαγόρευση άσκησης της  επιχειρηματικής δραστηριότητας,
 iii) απαγόρευση άσκησης ορισμένων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή  εγκατάστασης υποκαταστημάτων ή αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, για το ίδιο  χρονικό διάστημα,
 iv) οριστικός ή προσωρινός για το ίδιο χρονικό διάστημα αποκλεισμός από  δημόσιες παροχές, ενισχύσεις, επιδοτήσεις, αναθέσεις έργων και υπηρεσιών,  προμήθειες, διαφημίσεις και διαγωνισμούς του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων  του δημόσιου τομέα.

Το διοικητικό πρόστιμο του στοιχείου i επιβάλλεται πάντοτε, ανεξαρτήτως της  επιβολής άλλων κυρώσεων.»

11. Στην εισαγωγική πρόταση της παραγράφου  3 του άρθρου 52 του ν.3691/2008, διαγράφονται οι λέξεις «που εποπτεύει εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα».

ΜΕΡΟΣ Γ’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ, ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ , ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Άρθρο  69
Τροποποίηση ν.4118/2013

Η ισχύς των προβλεπομένων στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του ν.4118/2013 (Α’ 32)  παρατείνεται ως τη δημοσίευση του παρόντος 

Άρθρο 70
Ρυθμίσεις Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας

1. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 51 του νόμου 3996/2011(Α΄ 170),  καταργούνται.

2. Η διάταξη της υποπαραγράφου 3 της παραγράφου ΙΑ.13 του νόμου 4093/2012 (Α’ 222) ισχύει και για το βιβλίο δρομολογίων των επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας  χρήσης όπως προβλέπεται με το ΒΔ 14/1950

3. Για πρόσωπα που ασκούν εκμετάλλευση αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (ΤΑΞΙ) στην οποία απασχολούνται μέχρι τρεις (3) εργαζόμενοι, η προβλεπόμενη στο άρθρο 22 του ν. 3850/2010  Α’ 84) επιμόρφωση τεχνικού ασφαλείας συντελείται, με ηλεκτρονική δήλωσή τους στις οικείες καταστάσεις εργασίας ότι  έχουν  ενημερωθεί και εφαρμόζουν τις σχετικές οδηγίες του ηλεκτρονικού εντύπου με τίτλο «Πρόληψη Ατυχημάτων στο χώρο Εργασίας», το οποίο  είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (www.ypakp.gr).

4. Το Β΄ Κοινό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, το οποίο συστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 123 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58) και στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Κοινό Υπηρεσιακό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 78 του ν. 3996/2011 είναι αρμόδιο για το προσωπικό των Ταμείων Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) και Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ).

Άρθρο 71
Τροποποίηση διάταξης του άρθρου 975 του ΚΠολΔ

Το εδάφιο της περίπτωσης 1 του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1) οι απαιτήσεις για την κηδεία ή τη νοσηλεία εκείνου κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση, της συζύγου και των τέκνων του, αν προέκυψαν κατά τους τελευταίους δώδεκα  μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, και οι απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω αναπηρίας ποσοστού ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης,»

Άρθρο 72
Ρύθμιση θεμάτων Υπουργού Επικρατείας

Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 (Α’ 189)  εφαρμόζεται αποκλειστικά για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων λόγω λύσεως των  συμβάσεων του προσωπικού της παραγράφου 2 του άρθρου 3 της υπ’αριθμ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (Β’ 1414), για εκείνο το προσωπικό που, μέσα σε διάστημα τριών (3) ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, θα απασχοληθεί με οποιονδήποτε τρόπο ή με οποιουδήποτε είδους σύμβαση έργου ή εργασίας με το νέο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα (ΝΕΡΙΤ).  Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν  173/1967 δεν εφαρμόζεται για το προσωπικό που δεν εμπίπτει στη ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου.  

Άρθρο 73
Έναρξη ισχύος

Οι διατάξεις του νόμου αυτού ισχύουν από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με εξαίρεση τα οριζόμενα στο άρθρο 67  ή αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις αυτού.


Αθήνα, 23 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ


ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ   

ΥΓΕΙΑΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ - ΑΔΩΝΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ 
ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Συνημμένα



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
Up
Close
Close
Κλείσιμο