Δημοσιεύθηκε στις : [ 22-07-2013 ]

Άρειος Πάγος 246/2013 Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, η οποία παράγει νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει σε εκείνον που απευθύνεται και ως δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς και κατά τρόπο αναμφίβολο η θέλησή του να λύσει τη σύμβαση.

(Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, η οποία παράγει νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει σε εκείνον που απευθύνεται και ως δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς και κατά τρόπο αναμφίβολο η θέλησή του να λύσει τη σύμβαση.)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

ΑΠ 246/2013 Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, η οποία παράγει νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει σε εκείνον που απευθύνεται και ως δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς και κατά τρόπο αναμφίβολο η θέλησή του να λύσει τη σύμβαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ.1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, εκτός της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη, κατά νόμο, αποζημίωση.

Εξάλλου, από τις διατάξεις 669 παρ. 2 και 167 του Α.Κ., προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, η οποία παράγει νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει σε εκείνον που απευθύνεται και ως δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς και κατά τρόπο αναμφίβολο η θέλησή του να λύσει τη σύμβαση.

Τέτοια σιωπηρή καταγγελία αποτελεί και η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες σ' αυτόν υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η άρνηση αυτή συνοδεύεται από περιστάσεις, από τις οποίες προκύπτει αναμφιβόλως και γίνεται αντιληπτό από τον μισθωτό ότι ο εργοδότης εκδήλωσε τη θέλησή του, για λύση της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας (Α.Π. 1409/2005).



ΑΠ  246/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "................................", που εδρεύει στην.....................και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της..................... με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Θ. του Η., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14/2/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 577/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2012 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 16/1/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γρηγόριου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7769Β'/11-10-2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας ..., αντίγραφο της ένδικης αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 158/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα) καθώς και της πράξης του Προέδρου του Τμήματος, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 15-2-2013 επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την, από τη σειρά του οικείου πινακίου, εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ.1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, εκτός της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη, κατά νόμο, αποζημίωση.

Εξάλλου, από τις διατάξεις 669 παρ. 2 και 167 του Α.Κ., προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, η οποία παράγει νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει σε εκείνον που απευθύνεται και ως δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως μπορεί να γίνει και σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς και κατά τρόπο αναμφίβολο η θέλησή του να λύσει τη σύμβαση.

Τέτοια σιωπηρή καταγγελία αποτελεί και η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες σ' αυτόν υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η άρνηση αυτή συνοδεύεται από περιστάσεις, από τις οποίες προκύπτει αναμφιβόλως και γίνεται αντιληπτό από τον μισθωτό ότι ο εργοδότης εκδήλωσε τη θέλησή του, για λύση της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας (Α.Π. 1409/2005).

Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δικ., υπάρχει, εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του νομικού κανόνα δικαίου, για την επέλευση της προβλεπόμενης έννομης σχέσης ή την άρνησή της ή εάν οι πραγματικές παραδοχές αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία την 1-10-2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να απασχοληθεί στο κατάστημα ........................., που διατηρεί η τελευταία στην ........................., ως πωλήτρια, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού 725 ευρώ. Η αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας μέχρι τις αρχές της τελευταίας εβδομάδας του Απριλίου 2006, που συνέπιπτε με την Μ. Εβδομάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας κατάρτισε και το πρόγραμμα απασχόλησης των μισθωτών της επιχείρησης κατά τις εορτές του Πάσχα, από τον υπεύθυνο του καταστήματος. Όταν η αναιρεσίβλητη πληροφορήθηκε ότι είχε ορισθεί να εργασθεί στην ομάδα εργασίας την ημέρα της Κυριακής του Πάσχα (30-4-2006) αντέδρασε ... Ακολούθως, στις 4-5-006, η μεν αναιρεσίβλητη προσέφυγε στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ευβοίας κατά της αναιρεσείουσας εργοδότριάς της, καταγγέλλοντας αυτήν για απόλυσή της, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων, για άρνηση καταβολής αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας, για το διάστημα από 1-10-2005 μέχρι 22-4-2006, τις προσαυξήσεις, για την απασχόληση τις Κυριακές και αργίες, τις διαφορές του μισθού για την έκτη ημέρα απασχόλησής της το παραπάνω διάστημα και για μη πληρωμή αποδοχών ασθενείας. Την ίδια μέρα (4-5-2006) η αναιρεσείουσα υπέβαλε την από 28-4-2006 δήλωση αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού, με την οποία δήλωνε ότι η αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε στην επιχείρηση της από 14-11-2005 μέχρι 28-4-2006, με την ειδικότητα της πωλήτριας, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς. Συνιστούσε, επομένως, παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης η άρνησή της να εργασθεί κατά την ημέρα της εορτής του Πάσχα 2006, όπως όρισε κατά την ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος αυτή (εργοδότρια) διά του νομίμου εκπροσώπου της και δεν αποτελούσε προβλεπόμενο από το νόμο λόγο αναστολής της υποχρεώσεώς της ενάγουσας, για παροχή των υπηρεσιών της, αφού δεν προέκυψε ότι αυτή δήλωσε ότι αποχωρεί από την εργασία της ... Περαιτέρω, δέχθηκε το εφετείο, ότι δεν δύναται να συναχθεί από τις περιστάσεις και τις συνθήκες που εκδηλώθηκε η άρνηση της ενάγουσας να απασχοληθεί την συγκεκριμένη Κυριακή του Πάσχα, ότι αποτελούσε, κρινόμενη αντικειμενικά, καταγγελία από τη δική της πλευρά, της συμβάσεως εργασίας της, χωρίς άλλα περιστατικά, από τα οποία να προέκυπτε σαφώς και αναμφιβόλως η βούλησή της να λύσει μονομερώς τη σύμβαση. Επομένως, δέχθηκε το εφετείο, η εναγομένη όφειλε να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση στην ενάγουσα, καθόσον κατήγγειλε με την ως άνω συμπεριφορά της τη σύμβαση εργασίας αυτής, λόγω μη εκπληρώσεως από την τελευταία των από τη σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεών της και ότι, συνεπώς, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, κατέστη υπερήμερη, με το να μην αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, πράγμα το οποίο προέκυπτε από την, κατά τον ως άνω τρόπο, καταγγελία εκ μέρους της επίδικης εργασιακής σχέσης, που υποδήλωνε την άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών αυτής (αναιρεσίβλητης). Στη συνέχεια, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναγνώρισε ως άκυρη την ως άνω καταγγελία, λόγω μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων και (αναγνώρισε) ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη αποδοχές υπερημερίας μαζί με τα ανάλογα επιδόματα εορτών και αδείας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η εναγομένη-εργοδότρια, με τη γνωστοποίηση της αποχώρησης της ενάγουσας από την εργασία της στην επιχείρησή της, προέβη σε καταγγελία της σύμβασής της, ακύρως, όμως, λόγω μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων. Στη συνέχεια, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε ότι η καταγγελία που έγινε από την εναγομένη στις 28-4-2006 είναι άκυρη και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στην ενάγουσα τα ανφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, για τις ανωτέρω αιτίες.

Έτσι όπως έκρινε το εφετείο και με βάση τις ως άνω παραδοχές του, παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 667, 167 Α.Κ., τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε και επί πλέον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να συμμορφωθεί στις από το διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης υποχρεώσεις της και ειδικότερα (αρνήθηκε) να εργασθεί κατά την ημέρα του Πάσχα 2006 και στη συνέχεια επί επταήμερο εγκατέλειψε αυτοβούλως την υπηρεσία της, εμφανισθείσα μόνο στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ευβοίας, στις 4-5-2006, όταν και η αναιρεσείουσα, την ίδια ημέρα είχε προβεί σε δήλωση αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας από την επιχείρησή της, εν τούτοις κρίνει εσφαλμένα ότι η τελευταία προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, χωρίς παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, προς δικαιολόγηση του κρισίμου αυτού ζητήματος, ήτοι χωρίς παράθεση περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει σαφής δήλωση της εργοδότριας, περί καταγγελίας εκ μέρους της επίδικης εργασιακής συμβάσεως, είτε διά ρητής προς την αναιρεσίβλητη δηλώσεώς της είτε διά της μη αποδοχής της εργασίας αυτής, είτε με άλλες, σιωπηρές, πλην σαφείς ενέργειές της, από τις οποίες να προέκυπτε η βούλησή της, για καταγγελία της επίδικης συμβάσεως, ενόψει και του ότι στη σχετική προς τον ΟΑΕΔ δήλωσή της δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, αλλά ότι η αναιρεσίβλητη απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της. Δεν παρατίθενται, τέλος, περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσήλθε να εργασθεί πλην η αναιρεσείουσα δεν δέχθηκε την προσφορά της εργασίας της.

Συνεπώς, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι και ουσιαστικά βάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον παρέλκει εξέταση των λοιπών, από τον αριθμό 8 αναιρετικών λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.). Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 158/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο