Δημοσιεύθηκε στις : [ 04-07-2013 ]

Άρειος Πάγος 78/2013 Η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζομένους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, αναφορικά με τη νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωµα σύµφωνα µε το νόµο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε προβλέπεται από τον κανονισµό και αν είναι ανάλογη µε τη βαρύτητα του παραπτώματος ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και το σκοπό στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Εξάλλου, η αγωγή του εργαζόμενου για την ακύρωση της πειθαρχικής απόφασης στρέφεται πάντοτε κατά του εργοδότη, ανεξάρτητα από το όργανο που του επέβαλε την πειθαρχική ποινή.

(Η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζομένους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, αναφορικά με τη νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωµα σύµφωνα µε το νόµο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε προβλέπεται από τον κανονισµό και αν είναι ανάλογη µε τη βαρύτητα του παραπτώματος ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και το σκοπό στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Εξάλλου, η αγωγή του εργαζόμενου για την ακύρωση της πειθαρχικής απόφασης στρέφεται πάντοτε κατά του εργοδότη, ανεξάρτητα από το όργανο που του επέβαλε την πειθαρχική ποινή.)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση



ΑΠ 78/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία .................................... και το διακριτικό τίτλο ............., που εδρεύει στην Έδεσσα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της................., καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Αχτσιόγλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1698/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζομένους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, αναφορικά με τη νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωµα σύµφωνα µε το νόµο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε προβλέπεται από τον κανονισµό και αν είναι ανάλογη µε τη βαρύτητα του παραπτώματος ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και το σκοπό στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Εξάλλου, η αγωγή του εργαζόμενου για την ακύρωση της πειθαρχικής απόφασης στρέφεται πάντοτε κατά του εργοδότη, ανεξάρτητα από το όργανο που του επέβαλε την πειθαρχική ποινή.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το Συμβούλιο Εφέσεων, το οποίο, ως δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο του π.δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισµός ...................2963/2001", επέβαλε στον ενάγοντα την ποινή της οριστικής απόλυσης, είναι εργοδοτικό όργανο και συνεπώς τα πολιτικά δικαστήρια έχουν την εξουσία να ελέγξουν σε κάθε περίπτωση τη νοµιµότητα της απόφασής του, ενώ η ένδικη αγωγή για την ακύρωση της πειθαρχικής απόφασης νόμιμα ασκήθηκε εναντίον της εναγομένης- εργοδότριας ήδη αναιρεσείουσας και όχι κατά του Νομάρχη Πέλλας, ως εκδούσα διοικητική αρχή της διοικητικής πράξης για τη συγκρότηση του ως άνω Συμβουλίου Εφέσεων.

Συνεπώς, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2, 25 του ΠΔ/τος 246/2006, 200, 281 και 288 του ΑΚ και εκείνη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και ο αντίθετος, από τον αρ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Απαραίτητη προϋπόθεση της νομιμότητας μιας πειθαρχικής απόφασης είναι να εκδοθεί από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, σύμφωνα με τον ισχύοντα Κανονισμό εργασίας.
Στο π.δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. και των Κ.Τ.Ε.Λ. του ν. 2963/2001" διαλαμβάνονται διατάξεις (αρθρ. 16 - 25) αναφορικά με τον πειθαρχικό έλεγχο των εργαζομένων στα παραπάνω ΚΤΕΛ. Ειδικότερα στο άρθρο 17 ορίζονται οι πειθαρχικές ποινές, που διαβαθμίζονται από τη γραπτή επίπληξη έως την οριστική απόλυση και στο άρθρο 18 αναφέρονται οι ποινές κατά κατηγορία παραπτωμάτων. Στο άρθρο 19 ορίζονται τα όργανα επιβολής των πειθαρχικών ποινών, που, για την ποινή της οριστικής απόλυσης, είναι σε πρώτο βαθμό το Διοικητικό Συμβούλιο του Κ.Τ.Ε.Λ. και κατ' έφεση το Συμβούλιο Εφέσεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 του ως άνω π.δ. "Το Συμβούλιο αποτελείται από τα εξής µέλη: α)... β)... γ)... δ) τον εκπρόσωπο των εργαζομένων του άρθρου 25 του παρόντος κανονισµού ή το νόµιµο αναπληρωτή του". Εξάλλου, σύµφωνα µε το άρθρο 25 ίδιου π.δ. "ο εκπρόσωπος των εργαζομένων, µετά του αναπληρωτή του, ορίζεται από την πλέον αντιπροσωπευτική πρωτοβάθμια κλαδική οργάνωση προσωπικού αυτοκινήτων του νοµού της έδρας του Κ.Τ.Ε.Λ. και σε περίπτωση έλλειψης πρωτοβάθμιας κλαδικής οργάνωσης από την αντιπροσωπευτικότερη κλαδική ομοσπονδία προσωπικού αυτοκινήτων. Σε κάθε περίπτωση ο εκπρόσωπος των εργαζομένων απασχολείται ως τακτικό προσωπικό στο οικείο Κ.Τ.Ε.Λ.. Ο ορισμός του εκπροσώπου των εργαζομένων γίνεται μέχρι την 1η Δεκεμβρίου κάθε έτους και η θητεία του είναι διετής, αρχίζει δε την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του δεύτερου έτους από το έτος του ορισμού του". Πρέπει να σημειωθεί ότι, ήδη, η διάταξη του άρθρου 119 παρ. 3 του ν. 4070/2012, ορίζει ότι: "Το άρθρο 25 του Π.Δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισµός Προσωπικού των ..................... του ν. 2963/2001 αντικαθίσταται ως εξής: Ο εκπρόσωπος των εργαζοµένων, µετά του αναπληρωτή του, ορίζεται από την αντιπροσωπευτικότερη ομοσπονδία των εργαζοµένων στα ........................ Ο ορισµός του εκπροσώπου των εργαζοµένων γίνεται µέχρι την 1η Δεκεµβρίου κάθε έτους και η θητεία του είναι διετής αρχίζει δε την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και λήγει την 31η Δεκεµβρίου του δευτέρου έτους από το έτος ορισµού του", η ανωτέρω δε αντικατάσταση, επήλθε, προφανώς, διότι η διάταξη του άρθρου 25 του ΠΔ 246/2006, είχε δημιουργήσει ερµηνευτικά προβλήµατα. Η έννοια του άνω όρου "πλέον αντιπροσωπευτική" πρωτοβάθμια κλαδική οργάνωση δεν είναι διαφορετική από εκείνη του αντίστοιχου όρου, του οποίου γίνεται χρήση από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 186/1969 που τροποποίησαν το άρθρο 2 του ν. 3239/55, με τις οποίες (πριν από την ισχύ του ν. 1876/90) ρυθμίζεται το γενικότερο και μείζονος σημασίας θέμα της αρμοδιότητας (ικανότητας) των οργανώσεων (εργοδοτικών και εργατικών) προς σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Έτσι, ως πλέον αντιπροσωπευτικό σωματείο εργαζομένων για ορισμένο επάγγελμα είναι εκείνο που υπερέχει σε αριθμητική δύναμη μελών, τα οποία ασκούν το επάγγελμα αυτό σε ορισμένη περιοχή ή ολόκληρη τη χώρα. Η αριθμητική όμως αυτή δύναμη δεν εξετάζεται αφηρημένα, αλλά σε συσχετισμό με το συνολικό αριθμό των εργαζομένων του συγκεκριμένου επαγγέλματος (όταν πρόκειται για ομοιοεπαγγελματική σ.σ.ε.) ή τον αριθμό των εργαζομένων σε ορισμένη τοπική περιφέρεια (όταν πρόκειται για τοπική ομοιοεπαγγελματική σ.σ.ε.) ή τον αριθμό των εργαζομένων συγκεκριμένης επιχείρησης ή ομοειδούς επιχείρησης ή ομοειδών επιχειρήσεων (όταν πρόκειται για ειδική σ.σ.ε.).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε κατά το έτος 1983 από το νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου µε την επωνυμία ".....................................", το οποίο στις 18.6.2003 μετατράπηκε στην ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυµη εταιρία, κατ' εφαρμογή του ν. 2963/2001, µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειµένου να εργαστεί ως λογιστής και έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτό, αντί των εκάστοτε νοµίµων µηνιαίων αποδοχών. Στις 12.9.1991 διορίστηκε διευθυντής των υπηρεσιών του και από τότε ασκούσε και τα καθήκοντα του διευθυντή, λαµβάνοντας πρόσθετη µηνιαία αµοιβή, ενώ, λόγω και της ιδιότητάς του ως ιδιοκτήτη µεριδίου λεωφορείου, ενταγμένου στο ........................ και μέτοχου του τελευταίου τα έτη 1996, 1998, 2000, 2002 και 2003 εκλέχθηκε και Πρόεδρος του Διοικητικού του Συµβουλίου.

Μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 2963/2001 κατέστη αναγκαία η πρόσληψη ενός ακόµη λογιστή µε εµπειρία στην τήρηση λογιστικών βιβλίων και στοιχείων ανωνύµων εταιριών. Κατόπιν αυτού προσλήφθηκε στις 26.5.2004, ως λογίστρια, η Ε. Τ.. Στις 23-6-2004 το διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, με τη 15/2004 απόφασή του, ανέθεσε στον ενάγοντα αποκλειστικά τα καθήκοντα του υπεύθυνου των ημερησίων εισπράξεων και ελέγχου των εκδοτών, εισπρακτόρων και οδηγών. Την απόφαση αυτή γνωστοποίησε ο Πρόεδρος Β. Κ., εγγράφως, στις 6-7-2004, στον ενάγοντα, ο οποίος την επόμενη ημέρα κοινοποίησε σ' αυτή την, από 7-7-2004, εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωσε ότι θεωρεί την αλλαγή αυτή των καθηκόντων του ως βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, την οποία δεν αποδέχεται και ζήτησε την ανάκλησή της.

Στη συνέχεια, με την από 22-7-2004 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της 15/2004 απόφασης, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγοµένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως διευθυντή - λογιστή και να του καταβάλει το ποσό των 30.000€, ως χρηµατική του ικανοποίηση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 264/2004, ήδη τελεσίδικη, απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, µε την οποία έγινε, κατά ένα µέρος, δεκτή, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της 15/2004 απόφασης, υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος ως λογιστή και να του καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ, ως χρηµατική του ικανοποίηση. Με την από 16.4.2007 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση η πρώτη εναγοµένη γνωστοποίησε στον ενάγοντα την απόφασή της να αναθέσει το έργο της λογιστικής και φοροτεχνικής εξυπηρέτησής της σε εξωτερικό λογιστικό γραφείο και να αναθέσει στον ίδιο:
α) την παράδοση των εισιτηρίων στους εισπράκτορες, τους εκδότες εισιτηρίων και τους οδηγούς
β) τον έλεγχο των δελτίων ημερησίας είσπραξης των εκδοτών, των εισπρακτόρων και των οδηγών,
γ) την τήρηση του βιβλίου αποθήκης εισιτηρίων, φορτωτικών και εντύπων και
δ) την τήρηση του βιβλίου αποθήκης.
Ο ενάγων, θεωρώντας ότι τα καθήκοντα αυτά αναλογούν στο βαθµό του βοηθού ταµία, βοηθού λογιστή και αποθηκάριου αρνήθηκε να τα εκτελέσει. Ακολούθησαν δυο πειθαρχικές διώξεις, για αδικαιολόγητη απουσία του από την εργασία πάνω από πέντε (5) συνεχόμενες ηµέρες, στις οποίες το πρωτοβάθµιο πειθαρχικό συμβούλιο του επέβαλε και τις δύο φορές την ποινή της οριστικής απόλυσης, µε τις 1/20.5.2007 και 3/17.8.2007, αντίστοιχα, αποφάσεις του, ενώ το Συμβούλιο Εφέσεων, την πρώτη φορά µε την 1/27.7.2007 απόφασή του ακύρωσε την προσβαλλόμενη 1/2007 απόφαση για τυπικό λόγο και τη δεύτερη φορά, µε τη 2/16.11.2007 απόφασή του, μείωσε την επιβληθείσα µε την 3/17.8.2007 απόφασή του ποινή, από οριστική απόλυση σε αργία εξήντα (60) ημερών. Στη συνέχεια η εναγομένη, µε την από 12.3.2008 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, κάλεσε τον ενάγοντα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου, για το ίδιο αδίκηµα της παράβασης της παρ. 8 εδ. δ' του άρθρου 18 του π.δ. 246/2006. Το εν λόγω συμβούλιο, κατά τη συνεδρίαση της 11.4.2008, µε την 1/2008 οµόφωνη απόφασή του, επέβαλε στον ενάγοντα την ποινή της οριστικής απόλυσης, για το λόγο ότι απουσιάζει από µακρού χρονικού διαστήµατος συνεχώς από την εργασία του, αρνούμενος να αναλάβει το έργο, που του ανατέθηκε. Κατά της απόφασης αυτής προσέφυγε ο ενάγων, ενώπιον του Συµβουλίου Εφέσεων µε τη 2826/15.5.2008 έφεσή του. Το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, µε τη 1/2008 απόφασή του, κατά τη συνεδρίαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2008, απέρριψε, κατά πλειοψηφία, την έφεση και επέβαλε στον ενάγοντα την ποινή της οριστικής απόλυσης. Στη συνέχεια, η πρώτη εναγοµένη, µε την από 9.10.2008 εξώδικη γνωστοποίηση - καταγγελία - πρόσκλησή της, που κοινοποιήθηκε νόµιµα την 13.10.2008 στον ενάγοντα, κατάγγειλε τη σύµβαση εργασίας του και τον κάλεσε να λάβει τη νόµιµη αποζηµίωση απόλυσης. Στο ως άνω πειθαρχικό συμβούλιο, συμμετείχαν, εκτός από τους Τ. Θ., προϊστάμενο της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ν. Πέλλας, ως Πρόεδρο και την Κ. Μ., προϊσταμένη του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας, ως µέλος και οι 1) Β. Κ., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύµβουλος της ...................., 2) Χ. Κ., μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ....................... και 3) Σ. Π., Πρόεδρος του Επιχειρησιακού Σωματείου, µε την επωνυµία "Σωματείο Εργαζομένων στην Επιχείρηση ....................", ως µέλη. Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, στο Συμβούλιο Εφέσεων μετέχει ως µέλος ο εκπρόσωπος των εργαζομένων, ο οποίος ορίζεται, µετά του αναπληρωτή του, από την πλέον αντιπροσωπευτική πρωτοβάθμια κλαδική οργάνωση προσωπικού αυτοκινήτων του νομού της έδρας του ΚΤΕΛ και σε περίπτωση έλλειψης πρωτοβάθμιας κλαδικής οργάνωσης από την αντιπροσωπευτικότερη κλαδική ομοσπονδία προσωπικού αυτοκινήτων. Στο νομό Πέλλας, υφίσταται και λειτουργεί το σωματείο µε την επωνυµία ".....................................", µε έδρα τα Γιαννιτσά, που αναγνωρίστηκε µε τη 1083/1963 απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και καταχωρίστηκε νόµιµα στο βιβλίο σωµατείων του ίδιου Πρωτοδικείου, το οποίο αποτελεί πρωτοβάθµια συνδικαλιστική κλαδική οργάνωση προσωπικού αυτοκινήτων του νοµού Πέλλας, όπου και η έδρα της πρώτης εναγομένης, αφού, σύµφωνα µε το άρθρο 5 του καταστατικού του, µέλη του "δύνανται να εγγραφούν άπαντες οι εργαζόμενοι επί µηνιαίω µισθώ ή ηµεροµισθίω ως οδηγοί, εισπράκτορες και υπό οιανδήποτε ειδικότητα σε αυτοκίνητα και τις µεταφορές γενικά του Ν. Πέλλης". Το σωματείο αυτό όρισε, στις 13.11.2007, ως εκπρόσωπο εργαζομένων για το Συμβούλιο Εφέσεων, ως τακτικό µέλος τον Α. Κ. και ως αναπληρωματικό µέλος τον Κ. Ε..
Συνεπώς, ως εκπρόσωπος των εργαζοµένων στο Συμβούλιο Εφέσεων έπρεπε να οριστεί και να µετάσχει στη σύνθεσή του εκπρόσωπος της παραπάνω πρωτοβάθµιας κλαδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης, δηλαδή του σωματείου με την επωνυμία "..............................." ή αλλιώς, ο εκπρόσωπος των εργαζομένων έπρεπε να οριστεί από την αντιπροσωπευτικότερη κλαδική Ομοσπονδία και δη την "Ομοσπονδία Συνδικάτων Μεταφοράς Ελλάδος" (Ο.Σ.Μ.Ε.), "Πανελλαδική Ομοσπονδία Συνδικάτων Εργατοϋπαλλήλων Μεταφοράς" (Π.Ο.Σ.Ε.Μ.) και "Ομοσπονδία Υπαλληλικού Προσωπικού Αυτοκινήτων" (Π.Ο.Υ.Π.Α.). Αντ' αυτών όμως, µε την ιδιότητα του εκπροσώπου των εργαζοµένων, ορίστηκε και συμμετείχε στη σύνθεση και τη συνεδρίαση του παραπάνω πειθαρχικού οργάνου, ο Σ. Π., Πρόεδρος του Δ.Σ. του σωµατείου µε την επωνυµία "Σωματείο Εργαζομένων στην Επιχείρηση Κ.Τ.Ε.Λ. Νομού Πέλλας", που αποτελεί πρωτοβάθµια επιχειρησιακή (και όχι κλαδική) συνδικαλιστική οργάνωση προσωπικού αυτοκινήτων του νοµού Πέλλας, δεδομένου ότι, σύµφωνα µε το άρθρο 5 του ισχύοντος καταστατικού του "Μέλη του σωµατείου γίνονται οι εργαζόμενοι (υπάλληλοι και εργάτες) µε σχέση εξαρτημένης εργασίας, που έχουν συμπληρώσει µέσα στον τελευταίο χρόνο δύο µήνες απασχόλησης στην επιχείρηση του Κ.Τ.Ε.Λ. νοµού Πέλλας και αποδέχονται το καταστατικό του σωματείου, μετά από γραπτή αίτηση τους, την οποία εγκρίνει το Διοικητικό Συμβούλιο στην πρώτη συνεδρίασή του μετά την υποβολή της". Επομένως, μη νομίμως συγκροτήθηκε το άνω πειθαρχικό συμβούλιο, με τη συμμετοχή σ' αυτό στη θέση του εκπροσώπου των εργαζομένων του Σ. Π., με αποτέλεσμα και η πειθαρχική απόφαση του Συμβουλίου αυτού και η πειθαρχική ποινή που επιβλήθηκε με αυτή στον ενάγοντα να είναι άκυρη και περαιτέρω άκυρη και η ως άνω από 13.10.2008 καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας του.
Έτσι, καταλήγει το Εφετείο, στον ενάγοντα, την εργασία του οποίου η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται από την 13.10.2008, οφείλονται μισθοί υπερημερίας, επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2008, και επίδοµα Πάσχα, έτους 2009 και με βάση τα παραπάνω, δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή. Με την κρίση του αυτή παραβίασε, εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2, 25 του ΠΔ/τος 246/2006, αφού, προκειμένου να καθορίσει την έννοια του άνω όρου "πλέον αντιπροσωπευτική πρωτοβάθμια κλαδική οργάνωση προσωπικού αυτοκινήτων του νομού της έδρας του Κ.Τ.Ε.Λ.", αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος και ειδικότερα στην ιδιότητα του σωματείου με την επωνυμία ......................., ως πρωτοβάθµιας κλαδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης προσωπικού αυτοκινήτων του νοµού Πέλλας, µέλη της οποίας "δύνανται να εγγραφούν άπαντες οι εργαζόμενοι επί µηνιαίω µισθώ ή ηµεροµισθίω ως οδηγοί, εισπράκτορες και υπό οιανδήποτε ειδικότητα σε αυτοκίνητα και τις µεταφορές γενικά του Ν. Πέλλης", δίχως να διαλάβει, όπως έπρεπε, την παραδοχή, ότι το Σωματείο αυτό ήταν πράγματι αντιπροσωπευτικότερο, με βάση τη δύναμη και τη σύνθεση των μελών του και ότι ο εκπρόσωπος του απασχολείτο κατά το χρόνο εκείνο ως τακτικό προσωπικό στην αναιρεσείουσα. Ακόμη διέλαβε στην απόφασή του, ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής του άρθρου 25 Π.Δ. 246/2006, αφού δέχτηκε, ως πλέον αντιπροσωπευτικό σωματείο το παραπάνω, δίχως να αιτιολογήσει, όπως έπρεπε, για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που θεώρησε αποδεδειγμένα, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, για ποιό λόγο το Σωματείο αυτό ήταν αντιπροσωπευτικότερο, παραθέτοντας στην απόφασή του, τη δύναμη και τη σύνθεση των μελών του και αν ο εκπρόσωπός του απασχολείτο κατά το χρόνο εκείνο ως τακτικό προσωπικό στην αναιρεσείουσα. Επομένως, πρέπει, να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μετά την παραδοχή του οποίου παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της. Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1698/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο