Δημοσιεύθηκε στις : [ 16-11-2011 ]

Οδηγία 2011/16/EE Οδηγία 2011/16/EE του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ

(Οδηγία 2011/16/EE του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Οδηγία 2011/16/EE του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 113 και 115,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [1],

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [2],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η ανάγκη των κρατών μελών για αμοιβαία συνδρομή στον τομέα της φορολογίας αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς. Παρατηρείται μια τεραστίων διαστάσεων εξέλιξη της κινητικότητας των φορολογουμένων, του αριθμού των διασυνοριακών συναλλαγών και της διεθνοποίησης των χρηματοοικονομικών μέσων, γεγονός το οποίο καθιστά δύσκολο για τα κράτη μέλη τον ορθό προσδιορισμό των οφειλόμενων φόρων. Η αυξανόμενη αυτή δυσκολία επηρεάζει τη λειτουργία των φορολογικών συστημάτων και συνεπάγεται διπλή φορολόγηση, γεγονός το οποίο αυτό καθαυτό εξωθεί σε φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή, ενώ οι εξουσίες διενέργειας ελέγχων παραμένουν σε εθνικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, υπονομεύεται η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(2) Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν είναι σε θέση να διαχειρίζεται το δικό του σύστημα εσωτερικής φορολογίας, ειδικότερα όσον αφορά στην άμεση φορολογία, χωρίς πληροφορίες από άλλα κράτη μέλη. Προκειμένου να ξεπεραστούν οι αρνητικές επιπτώσεις αυτού του φαινομένου, είναι απαραίτητο να αναπτυχθεί μια νέα διοικητική συνεργασία μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων των κρατών μελών. Είναι απαραίτητη η εκπόνηση μέσων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών, θεσπίζοντας τους ίδιους κανόνες, τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα για όλα τα κράτη μέλη.

(3) Επομένως, θα πρέπει να ακολουθηθεί μια νέα προσέγγιση, συντάσσοντας ένα εξ ολοκλήρου νέο κείμενο που θα δίνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να συνεργάζονται αποτελεσματικά σε διεθνές επίπεδο, προκειμένου να ξεπεράσουν τις αρνητικές επιπτώσεις της ολοένα αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης στην εσωτερική αγορά.

(4) Στο πλαίσιο αυτό, η ισχύουσα οδηγία 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, περί της αμοιβαίας συνδρομής των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων [3] δεν προβλέπει πλέον τα κατάλληλα μέτρα. Οι βαθιές της αδυναμίες αποτέλεσαν αντικείμενο διερεύνησης της ειδικής ομάδας εργασίας του Συμβουλίου για τη φορολογική απάτη με την έκθεση της 22ας Μαΐου 2000, και πιο πρόσφατα, στο πλαίσιο δύο ανακοινώσεων της Επιτροπής για την πρόληψη και καταπολέμηση της εταιρικής και χρηματοπιστωτικής απάτης, της 27ης Σεπτεμβρίου 2004, και για την ανάγκη να αναπτυχθεί μια συντονισμένη στρατηγική για να βελτιωθεί η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, της 31ης Μαΐου 2006.

(5) Η οδηγία 77/799/ΕΟΚ, ακόμη και με τις τελευταίες της τροποποιήσεις, εκπονήθηκε σε πλαίσιο που διαφέρει από τις τρέχουσες απαιτήσεις της εσωτερικής αγοράς και δεν μπορεί πλέον να καλύψει τις νέες απαιτήσεις διοικητικής συνεργασίας.

(6) Λόγω του αριθμού και της σπουδαιότητας των αναγκαίων προσαρμογών της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ, μια απλή τροποποίηση δεν θα αρκούσε για την εκπλήρωση των ανωτέρω στόχων. Επομένως, η οδηγία 77/799/ΕΟΚ θα πρέπει να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από μια νέα νομική πράξη. Η πράξη αυτή θα πρέπει να ισχύει για άμεσους και έμμεσους φόρους οι οποίοι δεν καλύπτονται ακόμη από άλλη ενωσιακή νομοθεσία. Για τον σκοπό αυτόν, κρίνεται ότι μια νέα οδηγία αποτελεί το κατάλληλο μέσο για αποτελεσματική διοικητική συνεργασία.

(7) Η παρούσα οδηγία αξιοποιεί τα επιτεύγματα της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ, προβλέπει όμως σαφέστερους και ακριβέστερους κανόνες που θα διέπουν τη διοικητική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών οσάκις παρίσταται ανάγκη προκειμένου να επιτευχθεί, ιδίως στην ανταλλαγή πληροφοριών, ευρύτερο πεδίο διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών. Οι σαφέστεροι κανόνες θα πρέπει επίσης να καθιστούν δυνατή την κάλυψη όλων των φυσικών και νομικών προσώπων της Ένωσης, λαμβανομένου υπόψη του συνεχώς διευρυνόμενου φάσματος νομικών μορφωμάτων στα οποία δεν συγκαταλέγονται μόνο τα παραδοσιακά μορφώματα όπως τα καταπιστεύματα, τα ιδρύματα και τα αμοιβαία κεφάλαια, αλλά και κάθε νέο μέσο που ενδέχεται να συστήσουν οι φορολογούμενοι στα κράτη μέλη.

(8) Οι άμεσες επαφές μεταξύ των τοπικών ή εθνικών υπηρεσιών των κρατών μελών, αρμοδίων για τη διοικητική συνεργασία, θα πρέπει να είναι περισσότερες και η επικοινωνία μεταξύ των κεντρικών υπηρεσιών διασύνδεσης να αποτελεί τον κανόνα. Η έλλειψη άμεσων επαφών οδηγεί σε μη αποτελεσματική και ανεπαρκή χρησιμοποίηση των ρυθμίσεων για τη διοικητική συνεργασία και καθυστερήσεις στην επικοινωνία. Επομένως, θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για την επίτευξη περισσότερων άμεσων επαφών μεταξύ των υπηρεσιών για να γίνει η συνεργασία αποτελεσματικότερη και ταχύτερη. Η ανάθεση αρμοδιοτήτων στα τμήματα διασύνδεσης θα πρέπει να παραπεμφθεί στις εθνικές διατάξεις εκάστου κράτους μέλους.

(9) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένες υποθέσεις όταν το ζητά άλλο κράτος-μέλος και οφείλουν να διεξάγουν τις αναγκαίες έρευνες για να λάβουν τις πληροφορίες αυτές. Το πρότυπο της "προβλέψιμης συνάφειας" προορίζεται να προβλέπει ανταλλαγές πληροφοριών σε φορολογικά θέματα στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό και ταυτόχρονα να διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη δεν είναι ελεύθερα να πραγματοποιούν "αλίευση πληροφοριών" ή να ζητούν πληροφορίες που είναι απίθανο να αφορούν φορολογικές υποθέσεις ενός φορολογουμένου. Παρότι το άρθρο 20 της παρούσας οδηγίας περιέχει διαδικαστικά στοιχεία, η ερμηνεία των διατάξεων αυτών θα πρέπει να είναι ελεύθερη, ώστε να μην παρεμποδίζει την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών.

(10) Αναγνωρίζεται ότι η άνευ όρων υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών συνιστά το πλέον αποτελεσματικό μέσο για την ενίσχυση του ορθού προσδιορισμού των φόρων σε διασυνοριακές υποθέσεις και για την καταπολέμηση της φορολογικής απάτης. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να ακολουθηθεί μια βήμα προς βήμα προσέγγιση, η οποία θα ξεκινήσει με την αυτόματη ανταλλαγή διαθέσιμων πληροφοριών σε πέντε κατηγορίες και θα συνεχιστεί με την επανεξέταση των σχετικών διατάξεων μετά από έκθεση της Επιτροπής.

(11) Η αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει επίσης να ενισχυθεί και να ενθαρρυνθεί.

(12) Θα πρέπει να καθοριστούν οι προθεσμίες για την παροχή πληροφοριών βάσει της παρούσας οδηγίας ώστε η ανταλλαγή πληροφοριών να είναι έγκαιρη και άρα αποτελεσματική.

(13) Είναι σκόπιμο να επιτρέπεται η παρουσία εφοριακών υπαλλήλων ενός κράτους μέλους στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους.

(14) Επειδή η φορολογική κατάσταση ενός ή περισσότερων υποκείμενων σε φορολογία προσώπων, εγκατεστημένων σε διάφορα κράτη μέλη, είναι συχνά κοινού ή συμπληρωματικού ενδιαφέροντος, θα πρέπει να είναι δυνατή η διενέργεια ταυτόχρονων ελέγχων στα πρόσωπα αυτά από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας και σε εθελοντική βάση.

(15) Δεδομένου ότι η νομοθεσία ορισμένων κρατών μελών απαιτεί την κοινοποίηση στο φορολογούμενο των αποφάσεων και των πράξεων που αφορούν στη φορολογική του οφειλή, πράγμα που ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα στις φορολογικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που ο φορολογούμενος έχει μετεγκατασταθεί σε άλλο κράτος-μέλος, είναι σκόπιμο, στις περιπτώσεις αυτές, οι φορολογικές αρχές να μπορούν να ζητήσουν τη συνεργασία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους όπου έχει μετεγκατασταθεί ο φορολογούμενος.

(16) Η ανατροφοδότηση στις πληροφορίες που διαβιβάζονται θα ενθαρρύνει τη διοικητική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών.

(17) Η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής είναι αναγκαία για τη διαρκή μελέτη των διαδικασιών συνεργασίας και την ανταλλαγή εμπειριών και βέλτιστων πρακτικών στους σχετικούς τομείς.

(18) Για να είναι αποτελεσματική η διοικητική συνεργασία, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που συγκεντρώνονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας είναι σκόπιμο να μπορούν, με την επιφύλαξη των περιορισμών που θέτει η παρούσα οδηγία, να χρησιμοποιούνται και για άλλους σκοπούς στο κράτος-μέλος που τις παραλαμβάνει. Είναι επίσης σκόπιμο να μπορούν τα κράτη μέλη να διαβιβάζουν τις πληροφορίες αυτές σε τρίτη χώρα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

(19) Οι περιπτώσεις που ένα κράτος-μέλος μπορεί να αρνηθεί να παράσχει τις πληροφορίες που του ζητούνται θα πρέπει να προσδιορισθούν και να οριοθετηθούν με σαφήνεια, με συνεκτίμηση ορισμένων συμφερόντων ιδιωτικής φύσεως που θα πρέπει να προστατευθούν, επίσης δε και του δημοσίου συμφέροντος.

(20) Ωστόσο, ένα κράτος δεν θα πρέπει να απορρίπτει αίτημα για παροχή πληροφοριών επειδή δεν εξυπηρετεί το εγχώριο συμφέρον του ή επειδή ο κάτοχος των πληροφοριών είναι τράπεζα ή άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του πράκτορα ή του διαχειριστή ή επειδή οι πληροφορίες αφορούν ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου.

(21) Η παρούσα οδηγία περιλαμβάνει ελάχιστους κανόνες και ως εκ τούτου δεν θα θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να προβαίνουν σε ευρύτερη συνεργασία με άλλα Κράτη μέλη βάσει της εθνικής τους νομοθεσίας ή στο πλαίσιο διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που συνάπτουν με άλλα κράτη μέλη.

(22) Θα πρέπει επίσης να καταστεί σαφές ότι, όταν η συνεργασία την οποία παρέχει ένα κράτος-μέλος προς τρίτη χώρα είναι ευρύτερη από ό,τι προβλέπει η παρούσα οδηγία, δεν θα πρέπει να απορρίπτει την παροχή της ευρύτερης συνεργασίας σε άλλα κράτη μέλη που επιθυμούν να συμμετάσχουν σε αυτή την αμοιβαία ευρύτερη συνεργασία.

(23) Οι ανταλλαγές πληροφοριών θα πρέπει να γίνονται μέσω τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και διαύλων επικοινωνίας.

(24) Θα πρέπει να εκπονείται αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής συνεργασίας, ιδίως βάσει στατιστικών.

(25) Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να εγκρίνονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [4].

(26) Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας, τα κράτη μέλη παροτρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της 'Ενωσης, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία της παρούσας οδηγίας με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν.

(27) Όλες οι ανταλλαγές πληροφοριών που αναφέρει η παρούσα οδηγία υπόκεινται στις εκτελεστικές διατάξεις της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών [5] και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών [6]. Ωστόσο, είναι σκόπιμο να εξετασθεί το ενδεχόμενο περιορισμών ορισμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που έχουν θεσπισθεί με την οδηγία 95/46/ΕΚ, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της εν λόγω οδηγίας. Τέτοιοι περιορισμοί είναι αναγκαίοι και ανάλογοι ενόψει της ενδεχόμενης απώλειας εισοδημάτων για τα Κράτη μέλη και της καίριας σημασίας των πληροφοριών που καλύπτονται από αυτή την οδηγία για την αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της απάτης.

(28) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ειδικότερα από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(29) Δεδομένου ότι οι στόχοι της προς υλοποίηση δράσης, δηλαδή της αποτελεσματικής διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών για την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων της αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης στην εσωτερική αγορά, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, λόγω της απαιτούμενης ομοιομορφίας και αποτελεσματικότητας, μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να θεσπίζει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως ορίζει το άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1. Η παρούσα οδηγία ορίζει τους κανόνες και τις διαδικασίες βάσει των οποίων τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών που, κατά πάσα πιθανότητα, έχουν σημασία για τη διοίκηση και την επιβολή της εγχώριας νομοθεσίας των κρατών μελών όσον αφορά στους φόρους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 2.

2. Η παρούσα οδηγία ορίζει επίσης διατάξεις για την ηλεκτρονική ανταλλαγή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθώς και κανόνες και διαδικασίες δυνάμει των οποίων τα κράτη μέλη και η Επιτροπή συνεργάζονται σε θέματα που αφορούν το συντονισμό και την αξιολόγηση.

3. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή των κανόνων αμοιβαίας συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων στα κράτη μέλη. Επίσης, δεν θίγει την τήρηση τυχόν υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη σε σχέση με την ευρύτερη διοικητική συνεργασία βάσει άλλων νομικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των διμερών ή πολυμερών συμφωνιών.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1. Η παρούσα οδηγία ισχύει για όλους τους φόρους παντός τύπου που εισπράττονται από κράτος-μέλος ή εξ ονόματός του ή από εδαφικές ή διοικητικές υποδιαιρέσεις του κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών αρχών.

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στον φόρο προστιθέμενης αξίας και στα τελωνειακά τέλη, ούτε στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που καλύπτονται από άλλη ενωσιακή νομοθεσία περί διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών. Η οδηγία δεν εφαρμόζεται επίσης όσον αφορά στις υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης πληρωτέες προς το κράτος-μέλος ή προς μια διοικητική υποδιαίρεση του κράτους μέλους, ή προς τα ιδρύματα κοινωνικών ασφαλίσεων δημοσίου δικαίου.

3. Σε καμία περίπτωση οι φόροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνουν τα εξής:

α) τέλη, όπως για πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που εκδίδονται από τις δημόσιες αρχές·

β) οφειλές συμβατικού χαρακτήρα, όπως αμοιβές επιχειρήσεων κοινής ωφελείας.

4. Η παρούσα οδηγία ισχύει για φόρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι οποίοι εισπράττονται σε έδαφος όπου εφαρμόζονται οι συνθήκες δυνάμει του άρθρου 52 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι εξής ορισμοί:

1. "αρμόδια αρχή" κράτους μέλους : η αρχή η οποία έχει ορισθεί για τον λόγο αυτόν από το κράτος-μέλος. Όταν ενεργούν σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, ένα τμήμα διασύνδεσης ή ένας αρμόδιος υπάλληλος θεωρούνται επίσης ως αρμόδιες αρχές κατ’ ανάθεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4·

2. "κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης" : η υπηρεσία η οποία έχει ορισθεί για τον λόγο αυτόν, με κύρια αρμοδιότητα τις επαφές με άλλα κράτη μέλη στον τομέα της διοικητικής συνεργασίας·

3. "τμήμα διασύνδεσης" : οιαδήποτε υπηρεσία, πλην της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης, που έχει ορισθεί για την απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών με βάση την παρούσα οδηγία·

4. "αρμόδιος υπάλληλος" : οιοσδήποτε υπάλληλος που μπορεί να προβαίνει σε απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών με βάση την παρούσα οδηγία, για την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί·

5. "αιτούσα αρχή" : η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους μέλους που υποβάλλει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής·

6. "λαμβάνουσα αρχή" : η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους μέλους που λαμβάνει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής·

7. "διοικητική έρευνα" : όλοι οι έλεγχοι, εξακριβώσεις και ενέργειες που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας·

8. "ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος" : η ανταλλαγή πληροφοριών βάσει αιτήματος το οποίο απευθύνει το αιτούν κράτος-μέλος προς το λαμβάνον κράτος-μέλος, για μια συγκεκριμένη υπόθεση·

9. "αυτόματη ανταλλαγή" : η συστηματική κοινοποίηση σε άλλο κράτος-μέλος χωρίς προηγούμενο αίτημα, προκαθορισμένων πληροφοριών ανά τακτά εκ των προτέρων καθορισμένα διαστήματα. Στο πλαίσιο του άρθρου 8, ως διαθέσιμες νοούνται οι πληροφορίες των φορολογικών αρχείων του κράτους μέλους που κοινοποιεί την πληροφορία, η οποία μπορεί να ανακτηθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες του κράτους μέλους για τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών·

10. "αυθόρμητη ανταλλαγή" : η μη συστηματική κοινοποίηση πληροφοριών, ανά πάσα στιγμή και χωρίς προηγούμενο αίτημα, σε άλλο κράτος-μέλος·

11. "πρόσωπο" :

α) φυσικό πρόσωπο·

β) νομικό πρόσωπο, ή

γ) εφόσον προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, ένωση προσώπων στην οποία αναγνωρίζεται δικαιοπρακτική ικανότητα, χωρίς όμως να έχει το καθεστώς νομικού προσώπου·

δ) κάθε άλλο νομικό μόρφωμα οιουδήποτε χαρακτήρα και μορφής, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, που έχει την κυριότητα ή τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων τα οποία, συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος που απορρέει από αυτά, υπόκεινται σε φόρους που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία·

12. "με ηλεκτρονικά μέσα" ή "ηλεκτρονικά" : η χρήση ηλεκτρονικού εξοπλισμού για την επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης, και αποθήκευσης δεδομένων και η χρησιμοποίηση καλωδιακής ή ασύρματης σύνδεσης, οπτικών τεχνολογιών ή άλλων ηλεκτρομαγνητικών μέσων·

13. "δίκτυο CCN" : η κοινή πλατφόρμα που βασίζεται στο Κοινό δίκτυο Επικοινωνιών (CCN), το οποίο έχει αναπτυχθεί από την Ένωση για την εξασφάλιση όλων των διαβιβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα μεταξύ των αρμόδιων τελωνειακών και φορολογικών αρχών.

Άρθρο 4

Οργάνωση

1. Το αργότερο ένα μήνα μετά την 11η Μαρτίου 2011, κάθε κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή για την αρμόδια αρχή του για τους σκοπούς της οδηγίας και ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή για κάθε σχετική μεταβολή.

Η Επιτροπή κοινοποιεί τις διαθέσιμες πληροφορίες στα άλλα κράτη μέλη και δημοσιεύει κατάλογο των αρχών των Κρατών μελών στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Η αρμόδια αρχή ορίζει μια μοναδική κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης. Η αρμόδια αρχή είναι υπεύθυνη για τη σχετική ενημέρωση της Επιτροπής και των άλλων κρατών μελών.

Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης μπορεί επίσης να ορίζεται ως αρμόδια για τις επαφές με την Επιτροπή. Η αρμόδια αρχή είναι υπεύθυνη για τη σχετική ενημέρωση της Επιτροπής.

3. Η αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους δύναται να ορίζει τμήματα διασύνδεσης, με τις αρμοδιότητες που χορηγούνται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πολιτική κάθε κράτους μέλους. Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης είναι υπεύθυνη για την ενημέρωση του καταλόγου των τμημάτων διασύνδεσης και για τη διάθεσή του στις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών και στην Επιτροπή.

4. Η αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους δύναται να ορίζει αρμόδιους υπαλλήλους. Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης είναι υπεύθυνη για την ενημέρωση του καταλόγου των αρμόδιων υπαλλήλων και για και τη διάθεσή του στις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών και στην Επιτροπή.

5. Εν πάση περιπτώσει, οι υπάλληλοι οι οποίοι συμμετέχουν στη διοικητική συνεργασία βάσει της παρούσας οδηγίας θεωρούνται αρμόδιοι υπάλληλοι για τον σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις τις οποίες θεσπίζουν οι αρμόδιες αρχές.

6. Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης ή ένας αρμόδιος υπάλληλος αποστέλλει ή παραλαμβάνει αίτημα ή απάντηση σε αίτημα συνεργασίας, ενημερώνει την κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του οικείου κράτους μέλους βάσει των διαδικασιών τις οποίες ορίζει το εν λόγω κράτος-μέλος.

7. Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης ή ένας αρμόδιος υπάλληλος παραλαμβάνει αίτημα συνεργασίας που συνεπάγεται δράση εκτός της αρμοδιότητας που του έχει χορηγηθεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πολιτική του οικείου κράτους μέλους, διαβιβάζει αμελλητί το αίτημα αυτό στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του οικείου κράτους μέλους και ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρχή. Στην περίπτωση αυτή, το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στο άρθρο 7 αρχίζει από την επόμενη ημέρα της διαβίβασης του αιτήματος συνεργασίας στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

ΤΜΗΜΑ I

Ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματοσ

Άρθρο 5

Διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών κατόπιν αιτήματος

Κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής, η λαμβάνουσα αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή οιαδήποτε πληροφορία που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 που διαθέτει ή που περιέρχεται σε αυτήν ως αποτέλεσμα διοικητικών ερευνών.

Άρθρο 6

Διοικητικές έρευνες

1. Η λαμβάνουσα αρχή μεριμνά για τη διεξαγωγή των τυχόν διοικητικών ερευνών οι οποίες απαιτούνται για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 5.

2. Το αίτημα το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 5 μπορεί να περιλαμβάνει αιτιολογημένο αίτημα για τη διενέργεια συγκεκριμένης διοικητικής έρευνας. Εάν η λαμβάνουσα αρχή θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια διοικητικής έρευνας, αιτιολογεί αμέσως την άποψη αυτή στην αιτούσα αρχή.

3. Προκειμένου να συγκεντρώσει τις αιτούμενες πληροφορίες ή να διεξαγάγει την αιτούμενη διοικητική έρευνα, η αρχή-αποδέκτης ακολουθεί τις ίδιες διαδικασίες όπως όταν ενεργεί με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος άλλης αρχής η οποία έχει την έδρα της στο οικείο κράτος-μέλος.

4. Σε περίπτωση συγκεκριμένου αιτήματος από την αιτούσα αρχή, η λαμβάνουσα αρχή κοινοποιεί τα πρωτότυπα έγγραφα εφόσον αυτό δεν είναι αντίθετο προς τις διατάξεις οι οποίες ισχύουν στο κράτος μέλος της λαμβάνουσας αρχής.

Άρθρο 7

Προθεσμίες

1. Η λαμβάνουσα αρχή παρέχει τις πληροφορίες οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 5 το ταχύτερο δυνατόν, και το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος.

Ωστόσο, όταν η λαμβάνουσα αρχή διαθέτει ήδη τις πληροφορίες αυτές, οι πληροφορίες διαβιβάζονται εντός δύο μηνών από την ημερομηνία αυτήν.

2. Σε συγκεκριμένες ειδικές περιπτώσεις, η λαμβάνουσα αρχή και η αιτούσα αρχή μπορούν να συμφωνούν προθεσμίες διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

3. Η λαμβάνουσα αρχή επιβεβαιώνει στην αιτούσα αρχή την παραλαβή του αιτήματος αμέσως και εν πάση περιπτώσει το αργότερο εντός επτά εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή, ει δυνατόν με ηλεκτρονικά μέσα.

4. Η λαμβάνουσα αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή τυχόν ελλείψεις του αιτήματος και την ανάγκη συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Στην περίπτωση αυτήν, οι προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αρχίζουν την επομένη της παραλαβής των απαιτούμενων συμπληρωματικών πληροφοριών από τη λαμβάνουσα αρχή.

5. Όταν η λαμβάνουσα αρχή δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα εμπροθέσμως, ενημερώνει την αιτούσα αρχή αμέσως και εν πάση περιπτώσει εντός τριών μηνών από την παραλαβή του αιτήματος για τους λόγους της καθυστερημένης απάντησης και για την ημερομηνία έως την οποία θεωρεί ότι ενδεχομένως θα είναι σε θέση να απαντήσει.

6. Όταν η λαμβάνουσα αρχή δεν διαθέτει τις ζητούμενες πληροφορίες και δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα παροχής πληροφοριών ή αρνείται να απαντήσει για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 17, ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή για τους λόγους, και εν πάση περιπτώσει εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος.

ΤΜΗΜΑ II

Υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών

Άρθρο 8

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών

1. Η αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή κάθε τυχόν άλλου κράτους μέλους, με αυτόματη ανταλλαγή, διαθέσιμες πληροφορίες που αφορούν φορολογικές περιόδους από την 1η Ιανουαρίου 2014 και εξής σχετικά με άτομα που κατοικούν σε αυτό το άλλο κράτος-μέλος, όσον αφορά τις ακόλουθες συγκεκριμένες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου όπως αυτές ορίζονται στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους που κοινοποιεί τις πληροφορίες:

α) εισόδημα από απασχόληση·

β) αμοιβές διοικητικών στελεχών·

γ) προϊόντα ασφάλειας ζωής που δεν καλύπτονται από άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις για την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλα παρόμοια μέτρα·

δ) συντάξεις·

ε) κυριότητα ακίνητης περιουσίας και εισόδημα από αυτήν.

2. Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις κατηγορίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 και ως προς τις οποίες διαθέτουν πληροφορίες. Γνωστοποιούν στην Επιτροπή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες μεταβολές.

3. Η αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους μπορεί να δηλώνει στην αρμόδια αρχή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους ότι δεν επιθυμεί να λάβει πληροφορίες για τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ή ότι δεν επιθυμεί να λάβει πληροφορίες για εισόδημα ή κεφάλαιο που δεν υπερβαίνει ένα οριακό ποσό, ενημερώνει δε σχετικά και την Επιτροπή. Ένα κράτος μέλος μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 εάν δεν ενημερώνει την Επιτροπή για οιαδήποτε μεμονωμένη κατηγορία για την οποία διαθέτει πληροφορίες.

4. Πριν από την 1η Ιουλίου 2016, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή ετήσια στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον όγκο των αυτόματων ανταλλαγών και, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές και άλλες συναφείς δαπάνες και οφέλη που συνδέονται με τις πραγματοποιηθείσες ανταλλαγές καθώς και οποιεσδήποτε μεταβολές, τόσο για τις φορολογικές αρχές όσο και για τους τρίτους.

5. Πριν από την 1η Ιουλίου 2017, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση που περιλαμβάνει ανασκόπηση και αξιολόγηση των στατιστικών στοιχείων και πληροφοριών που έχουν ληφθεί, για θέματα όπως οι διοικητικές και λοιπές σχετικές δαπάνες για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών και τα οφέλη από αυτήν καθώς και οι σχετικές πρακτικές πτυχές. Εάν κριθεί αναγκαίο η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση προς το Συμβούλιο όσον αφορά στις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου και/ή στις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένης της προϋπόθεσης ότι πρέπει να είναι διαθέσιμες πληροφορίες που αφορούν άτομα τα οποία κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη.

Το Συμβούλιο, όταν εξετάζει πρόταση της Επιτροπής, εκτιμά την περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της λειτουργίας της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών και την καθιέρωση υψηλότερων σχετικών προτύπων, ώστε να προβλέπεται ότι:

α) η αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή κάθε τυχόν άλλου Κράτους μέλους, με αυτόματη ανταλλαγή, πληροφορίες που αφορούν φορολογικές περιόδους από την 1η Ιανουαρίου 2017 και εξής σχετικά με άτομα που κατοικούν σε αυτό το άλλο κράτος-μέλος, όσον αφορά τουλάχιστον τρεις από τις συγκεκριμένες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου της παραγράφου 1, όπως αυτές ορίζονται στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους που κοινοποιεί τις πληροφορίες, και

β) η απαρίθμηση των κατηγοριών στην παράγραφο 1 επεκτείνεται στα μερίσματα, το κεφαλαιακό κέρδος και τις αμοιβές για δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

6. Οι πληροφορίες κοινοποιούνται τουλάχιστον άπαξ του έτους, εντός έξι μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους του κράτους μέλους κατά τη διάρκεια του οποίου κατέστησαν διαθέσιμες.

7. Η Επιτροπή θεσπίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών, με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2, πριν από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 1.

8. Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη συμφωνήσουν για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με πρόσθετες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που συνάπτουν με άλλα κράτη μέλη, κοινοποιούν τις συμφωνίες αυτές στην Επιτροπή η οποία τις θέτει στη διάθεση όλων των άλλων κρατών μελών.

ΤΜΗΜΑ III

Αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών

Άρθρο 9

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της αυθόρμητης ανταλλαγής πληροφοριών

1. Η αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους κοινοποιεί τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 παράγραφος 1 πληροφορίες στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, σε οποιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:

α) η αρμοδία αρχή ενός κράτους μέλους έχει λόγους να υποθέτει ότι στο άλλο κράτος μέλος υφίσταται διαφυγή φόρων·

β) ένας φορολογούμενος επιτυγχάνει σε ένα κράτος-μέλος μείωση ή απαλλαγή φόρου, η οποία συνεπάγεται γι’ αυτόν αύξηση φόρου ή υπαγωγή του σε φόρο στο άλλο κράτος μέλος·

γ) επιχειρηματικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται, μεταξύ ενός προσώπου υποκείμενου στον φόρο ενός κράτους μέλους και ενός προσώπου υποκείμενου στον φόρο ενός άλλου κράτους μέλους, σε μία ή περισσότερες άλλες χώρες, κατά τέτοιον τρόπο που ενδέχεται να συνεπάγονται μείωση φόρου στο ένα ή στο άλλο κράτος μέλος ή και στα δύο·

δ) η αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους έχει λόγους να υποθέτει ότι υφίσταται μείωση φόρου, η οποία προκύπτει από εικονικές μεταφορές κερδών εντός ομάδων επιχειρήσεων·

ε) από πληροφορίες που διαβίβασε σε ένα κράτος μέλος η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους συνάγονται πληροφορίες που ενδέχεται να έχουν σημασία για την αξιολόγηση της επιβολής φόρου στο δεύτερο κράτος μέλος.

2. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να κοινοποιούν αυθορμήτως στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών κάθε πληροφορία την οποία γνωρίζουν και η οποία ενδέχεται να είναι χρήσιμη για τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.

Άρθρο 10

Προθεσμίες

1. Η αρμόδια αρχή στην οποία καθίστανται διαθέσιμες οι αναφερόμενες στο άρθρο 9 παράγραφος 1 πληροφορίες, διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερομένου κράτους μέλους το ταχύτερο δυνατόν, και το αργότερο εντός ενός μηνός από τη στιγμή που τις απέκτησε.

2. Η αρμόδια αρχή στην οποία κοινοποιούνται πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 9 επιβεβαιώνει, ει δυνατόν με ηλεκτρονικά μέσα, αμέσως, και οπωσδήποτε το αργότερο εντός επτά εργάσιμων ημερών, την παραλαβή των πληροφοριών στην αρμόδια αρχή που τις παρέσχε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ I

Παρουσία σε διοικητικές υπηρεσίες και συμμετοχή σε διοικητικές έρευνες

Άρθρο 11

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις

1. Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της αιτούσας αρχής και της λαμβάνουσας αρχής και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που θεσπίζει η τελευταία, υπάλληλοι εξουσιοδοτημένοι από την αιτούσα αρχή δύνανται, για τους σκοπούς της ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρεται από το άρθρο 1 παράγραφος 1:

α) να είναι παρόντες στα γραφεία στα οποία εκτελούν τα καθήκοντά τους οι διοικητικές αρχές του Κράτους μέλους της λαμβάνουσας αρχής·

β) να είναι παρόντες κατά τις διοικητικές έρευνες οι οποίες διεξάγονται στο έδαφος του Κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.

Αν οι ζητούμενες πληροφορίες περιέχονται σε έγγραφα στα οποία έχουν πρόσβαση οι υπάλληλοι της λαμβάνουσας αρχής, αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων παρέχονται στους υπαλλήλους της αιτούσας αρχής.

2. Εφόσον αυτό επιτρέπεται δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους της λαμβάνουσας αρχής, η συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να προβλέπει ότι, στην περίπτωση που υπάλληλοι της αιτούσας αρχής είναι παρόντες κατά τις διοικητικές έρευνες, δύνανται να διεξάγουν συνέντευξη με άτομα και να εξετάζουν τους φακέλους.

Η άρνηση του προσώπου που αποτελεί αντικείμενο έρευνας να συμμορφωθεί προς τα μέτρα ελέγχου των υπαλλήλων της αιτούσας αρχής αντιμετωπίζεται από τη λαμβάνουσα αρχή ως άρνηση κατά των δικών της υπαλλήλων.

3. Οι υπάλληλοι που έχουν εξουσιοδοτηθεί από το αιτούν κράτος-μέλος να είναι παρόντες σε ένα άλλο κράτος-μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 1, πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να επιδείξουν γραπτή εξουσιοδότηση, στην οποία να αναφέρονται η ταυτότητά τους και τα επίσημα καθήκοντά τους.

ΤΜΗΜΑ II

Ταυτόχρονοι έλεγχοι

Άρθρο 12

Ταυτόχρονοι έλεγχοι

1. Όταν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη συμφωνούν να διενεργήσουν ταυτόχρονους ελέγχους στο έδαφός τους, με αντικείμενο ένα ή περισσότερα πρόσωπα κοινού ή συμπληρωματικού ενδιαφέροντος για τα εν λόγω κράτη μέλη, με σκοπό την ανταλλαγή των πληροφοριών που συγκεντρώνουν από τους ελέγχους αυτούς, ισχύουν οι παράγραφοι 2, 3 και 4.

2. Η αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους προσδιορίζει ανεξάρτητα τα πρόσωπα τα οποία προτίθεται να προτείνει για ταυτόχρονο έλεγχο. Ειδοποιεί την αρμόδια αρχή του άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους για τυχόν περιπτώσεις για τις οποίες προτείνει τη διενέργεια ταυτόχρονου ελέγχου, παραθέτοντας τους λόγους της επιλογής της.

Καθορίζει το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα διεξαχθούν οι εν λόγω έλεγχοι.

3. Η αρμόδια αρχή κάθε ενδιαφερόμενου κράτους μέλους αποφασίζει αν επιθυμεί να λάβει μέρος σε ταυτόχρονους ελέγχους. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους επιβεβαιώνει στην αρχή η οποία πρότεινε τη διεξαγωγή ταυτόχρονου ελέγχου τη συμφωνία της ή της ανακοινώνει την αιτιολογημένη άρνησή της.

4. Η αρμόδια αρχή κάθε ενδιαφερομένου κράτους μέλους ορίζει αντιπρόσωπο υπεύθυνο για την επίβλεψη και το συντονισμό του ελέγχου.

ΤΜΗΜΑ III

Διοικητική κοινοποίηση

Άρθρο 13

Αίτημα κοινοποίησης

1. Κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής ενός κράτους μέλους, η αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους κοινοποιεί στον παραλήπτη, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων στο κράτος-μέλος προς το οποίο υποβάλλεται το αίτημα, όλες τις πράξεις και αποφάσεις που προέρχονται από τις διοικητικές αρχές του αιτούντος κράτους μέλους και αφορούν στην εφαρμογή στο έδαφός του της νομοθεσίας περί φορολογίας που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία.

2. Τα αιτήματα κοινοποίησης περιλαμβάνουν το αντικείμενο της προς κοινοποίηση πράξης ή απόφασης και διευκρινίζουν το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτη, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία χρήσιμη για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του.

3. Η λαμβάνουσα αρχή ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή για τη συνέχεια που δίδει στο αίτημα κοινοποίησης και, ειδικότερα, για την ημερομηνία κατά την οποία η πράξη ή η απόφαση κοινοποιήθηκε στον παραλήπτη.

4. Η αιτούσα αρχή υποβάλλει αίτημα κοινοποίησης δυνάμει του παρόντος άρθρου μόνον όταν δεν είναι σε θέση να κοινοποιήσει σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων στο αιτούν κράτος-μέλος, ή όταν η κοινοποίηση θα δημιουργούσε δυσανάλογες δυσκολίες. Η αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους μπορεί να κοινοποιεί κάθε έγγραφο με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά απευθείας σε ένα πρόσωπο εντός της επικράτειας άλλου κράτους μέλους.

ΤΜΗΜΑ IV

Ανατροφοδότηση

Άρθρο 14

Προϋποθέσεις

1. Όταν μια αρμόδια αρχή παρέχει πληροφορίες δυνάμει των άρθρων 5 ή 9, μπορεί να ζητεί από την αρμόδια αρχή που τις παρέλαβε να της αποστείλει σχετική ανατροφοδότηση. Σε περίπτωση που ζητείται ανατροφοδότηση η αρμόδια αρχή που παρέλαβε τις σχετικές πληροφορίες αποστέλλει, με την επιφύλαξη των κανόνων φορολογικού απορρήτου και προστασίας δεδομένων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, την ανατροφοδότηση προς την αρμόδια αρχή που παρέσχε τις πληροφορίες, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριών μηνών από τη γνωστοποίηση της έκβασης της χρησιμοποίησης των ζητούμενων πληροφοριών. Η Επιτροπή καθορίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2.

2. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προβαίνουν σε αναπληροφόρηση μία φορά κατ’ έτος σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών προς άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, σύμφωνα με πρακτικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί διμερώς.

ΤΜΗΜΑ V

Ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και εμπειριών

Άρθρο 15

Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις

1. Τα κράτη μέλη, μαζί με την Επιτροπή, εξετάζουν και αξιολογούν τη διοικητική συνεργασία σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και ανταλλάσσουν τις εμπειρίες τους με στόχο τη βελτίωση της εν λόγω συνεργασίας και, κατά περίπτωση, την κατάρτιση κανόνων στα οικεία πεδία.

2. Τα κράτη μέλη, μαζί με την Επιτροπή, δύνανται να εκπονούν κατευθυντήριες γραμμές για κάθε θέμα που κρίνεται αναγκαίο για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και εμπειριών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΟΡΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 16

Κοινολόγηση πληροφοριών και εγγράφων

1. Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται μεταξύ κρατών μελών υπό οιαδήποτε μορφή δυνάμει της παρούσας οδηγίας καλύπτονται από την υποχρέωση τήρησης του υπηρεσιακού απορρήτου και χαίρουν της προστασίας που παρέχεται σε παρόμοιες πληροφορίες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους που τις έλαβε. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή και την επιβολή της εγχώριας νομοθεσίας των κρατών μελών όσον αφορά στη φορολογία, που αναφέρεται στο άρθρο 2.

Οι πληροφορίες αυτές μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση και την επιβολή άλλων φόρων και δασμών που καλύπτονται από το άρθρο 2 της οδηγίας 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2010, περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα [7], ή για την εκτίμηση και επιβολή υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.

Επιπλέον, οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιούνται σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες που ενδέχεται να συνεπάγονται κυρώσεις, οι οποίες κινούνται κατόπιν παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, χωρίς να θίγονται οι γενικοί κανόνες και διατάξεις που διέπουν τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και των μαρτύρων σε τέτοιες διαδικασίες.

2. Με την άδεια της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους που κοινοποιεί πληροφορίες σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και μόνον στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους της αρμόδιας αρχής που παραλαμβάνει τις πληροφορίες, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στο κράτος μέλος της αρμόδιας αρχής που κοινοποιεί τις πληροφορίες.

3. Όταν η αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους θεωρεί ότι οι πληροφορίες τις οποίες έλαβε από την αρμόδια αρχή ενός άλλου κράτους μέλους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στην αρμόδια αρχή τρίτου κράτους μέλους, επιτρέπεται να τις διαβιβάζει σε αυτή την τελευταία, υπό την προϋπόθεση ότι η διαβίβαση αυτή συνάδει προς τους κανόνες και τις διαδικασίες της παρούσας οδηγίας. Ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης των πληροφοριών για την πρόθεσή της να διαβιβάσει τις πληροφορίες σε τρίτο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος προέλευσης των πληροφοριών δύναται να αντιταχθεί στη διαβίβαση εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε τη σχετική κοινοποίηση από το κράτος-μέλος που επιθυμεί να διαβιβάσει τις πληροφορίες.

4. Η άδεια για τη χρησιμοποίηση κατά την παράγραφο 2 πληροφοριών οι οποίες διαβιβάσθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 3 μπορεί να χορηγείται μόνον από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται οι πληροφορίες.

5. Οι αρμόδιοι φορείς του αιτούντος κράτους μέλους δύνανται να επικαλούνται πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο, ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματά τους που έχουν περιέλθει στη λαμβάνουσα αρχή και κοινολογούνται στην αιτούσα αρχή σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ως αποδεικτικά στοιχεία στην ίδια βάση με παρόμοιες πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και οιαδήποτε άλλα έγγραφα παρέχονται από μια άλλη αρχή του εν λόγω κράτους μέλους.

Άρθρο 17

Όρια

1. Η λαμβάνουσα αρχή σε ένα κράτος-μέλος παρέχει στην αιτούσα αρχή άλλου κράτους μέλους τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 5 με την προϋπόθεση ότι η αιτούσα αρχή έχει εξαντλήσει τις συνήθεις πηγές πληροφόρησης τις οποίες θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τη συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών χωρίς να υπάρχει κίνδυνος διακύβευσης της επίτευξης του στόχου της.

2. Η παρούσα οδηγία δεν επιβάλλει στο κράτος-μέλος από το οποίο ζητούνται πληροφορίες την υποχρέωση διεξαγωγής ερευνών ή κοινοποίησης πληροφοριών, εάν η διεξαγωγή των ερευνών αυτών ή η συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών για ίδιους σκοπούς αντίκειται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους.

3. Η αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται ένα αίτημα δύναται να αρνείται τη διαβίβαση πληροφοριών, όταν το αιτούν κράτος-μέλος αδυνατεί, για νομικούς λόγους, να παράσχει παρόμοιες πληροφορίες.

4. Η άρνηση διαβίβασης πληροφοριών επιτρέπεται σε περίπτωση που θα οδηγούσε στην κοινολόγηση ενός εμπορικού, βιομηχανικού ή επαγγελματικού απορρήτου ή μιας εμπορικής μεθόδου ή μιας πληροφορίας της οποίας η κοινολόγηση θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη.

5. Η λαμβάνουσα αρχή πληροφορεί την αιτούσα αρχή για τους λόγους που είναι αντίθετη στην ικανοποίηση του αιτήματος παροχής πληροφοριών.

Άρθρο 18

Υποχρεώσεις

1. Εάν ζητούνται πληροφορίες από ένα κράτος-μέλος σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, το κράτος μέλος-αποδέκτης εφαρμόζει τα μέτρα τα οποία διαθέτει για τη συγκέντρωση πληροφοριών, προκειμένου να λάβει τις ζητούμενες πληροφορίες, ακόμη και αν αυτό το κράτος-μέλος δεν χρειάζεται τις πληροφορίες αυτές για δικούς του φορολογικούς σκοπούς. Η υποχρέωση αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 17, η επίκληση των οποίων δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ότι επιτρέπει σε ένα κράτος-μέλος να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή το εν λόγω κράτος-μέλος δεν έχει εγχώριο συμφέρον στις πληροφορίες αυτές.

2. Σε καμία περίπτωση το άρθρο 17 παράγραφοι 2 και 4 δεν θεωρείται ότι επιτρέπει στη λαμβάνουσα αρχή ενός κράτους μέλους να αρνείται την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή κάτοχος των πληροφοριών αυτών είναι τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του πράκτορα ή του διαχειριστή ή επειδή οι πληροφορίες αφορούν ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου.

3. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 2, ένα κράτος-μέλος δύναται να αρνηθεί τη διαβίβαση της ζητούμενης πληροφορίας όταν η εν λόγω πληροφορία αφορά φορολογικές περιόδους προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 2011 και όταν η διαβίβαση τέτοιας πληροφορίας θα μπορούσε να έχει απορριφθεί βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 1 της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ εάν είχε ζητηθεί πριν από την 11η Μαρτίου 2011.

Άρθρο 19

Επέκταση της ευρύτερης συνεργασίας που παρέχεται σε τρίτη χώρα

Όταν ένα κράτος μέλος παρέχει προς τρίτη χώρα συνεργασία ευρύτερη από αυτήν που προβλέπει η παρούσα οδηγία, δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή εξίσου ευρείας συνεργασίας προς οιοδήποτε άλλο κράτος μέλος που επιθυμεί να συμμετάσχει στην ευρύτερη αυτή αμοιβαία συνεργασία με το εν λόγω κράτος μέλος.

Άρθρο 20

Τυποποιημένα έντυπα και ηλεκτρονικοί μορφότυποι

1. Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών και διεξαγωγής διοικητικών ερευνών σύμφωνα με το άρθρο 5 και οι απαντήσεις τους, η αποδοχή τους, το αίτημα συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, η αδυναμία ή η άρνηση ικανοποίησης του αιτήματος σύμφωνα με το άρθρο 7, αποστέλλονται, ει δυνατόν, με χρήση τυποποιημένου εντύπου το οποίο εγκρίνει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2.

Τα τυποποιημένα έντυπα μπορούν να συνοδεύονται από εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματα αυτών.

2. Το τυποποιημένο έντυπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες, τις οποίες πρέπει να παρέχει η αιτούσα αρχή:

α) τα στοιχεία ταυτότητος του προσώπου που αποτελεί αντικείμενο εξέτασης ή έρευνας·

β) τους φορολογικούς λόγους για τους οποίους ζητούνται οι πληροφορίες.

Η αιτούσα αρχή δύναται, στο βαθμό που γνωρίζει και σύμφωνα με τις διεθνείς εξελίξεις, να παρέχει το όνομα και τη διεύθυνση κάθε προσώπου που εικάζεται ότι έχει στην κατοχή του τις αιτούμενες πληροφορίες, καθώς και κάθε στοιχείο που μπορεί να διευκολύνει τη συλλογή των πληροφοριών από τη λαμβάνουσα αρχή.

3. Οι αυθόρμητα παρεχόμενες πληροφορίες και η αποδοχή τους σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, αντίστοιχα, τα αιτήματα διοικητικών κοινοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 13 και οι πληροφορίες ανατροφοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 14 αποστέλλονται με χρήση του τυποποιημένου εντύπου που εγκρίνει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2.

4. Οι αυτόματες ανταλλαγές πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 8 αποστέλλονται χρησιμοποιώντας τυποποιημένο ηλεκτρονικό μορφότυπο με στόχο τη διευκόλυνση της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών και με βάση τον ισχύοντα ηλεκτρονικό μορφότυπο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9 της οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις [8], ο οποίος πρέπει να χρησιμοποιείται για όλους τους τύπους αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών και ο οποίος εγκρίνεται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2.

Άρθρο 21

Πρακτικές ρυθμίσεις

1. Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία πρέπει να παρέχονται, στο μέτρο του δυνατού, με ηλεκτρονικά μέσα χρησιμοποιώντας το δίκτυο CCN.

Εφόσον απαιτείται, η Επιτροπή εγκρίνει τις πρακτικές ρυθμίσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2.

2. Η Επιτροπή θα είναι υπεύθυνη για οιαδήποτε εξέλιξη του δικτύου CCN, η οποία απαιτείται για την ανταλλαγή των πληροφοριών αυτών μεταξύ των κρατών μελών.

Τα κράτη μέλη θα είναι υπεύθυνα για οιαδήποτε εξέλιξη των συστημάτων τους, η οποία απαιτείται για τη δυνατότητα ανταλλαγής των πληροφοριών αυτών με χρήση του δικτύου CCN.

Τα κράτη μέλη παραιτούνται από κάθε αξίωση επιστροφής των δαπανών οι οποίες προκύπτουν κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας εκτός, κατά περίπτωση, αν πρόκειται για αμοιβές εμπειρογνωμόνων.

3. Τα πρόσωπα που είναι δεόντως διαπιστευμένα από την Αρχή Διαπίστευσης Ασφαλείας της Επιτροπής επιτρέπεται να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, μόνον εφόσον είναι αναγκαίο για σκοπούς διατήρησης, συντήρησης και ανάπτυξης του δικτύου CCN.

4. Τα αιτήματα συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων κοινοποίησης, και τα συνημμένα έγγραφα είναι δυνατόν να συντάσσονται σε οιαδήποτε γλώσσα συμφωνούν μεταξύ τους η λαμβάνουσα αρχή και η αιτούσα αρχή.

Τα αιτήματα αυτά συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους της λαμβάνουσας αρχής μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όταν η λαμβάνουσα αρχή δηλώνει τον λόγο για τον οποίο ζητά μετάφραση.

Άρθρο 22

Ειδικές υποχρεώσεις

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου:

α) να διασφαλίζουν τον αποτελεσματικό εσωτερικό συντονισμό εντός της οργάνωσης που αναφέρεται στο άρθρο 4·

β) να εξασφαλίζουν άμεση συνεργασία με τις αρχές των άλλων κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 4·

γ) να διασφαλίζουν την ομαλή εκτέλεση των διαδικασιών διοικητικής συνεργασίας τις οποίες προβλέπει η παρούσα οδηγία.

2. Η Επιτροπή κοινοποιεί σε κάθε κράτος-μέλος κάθε γενική πληροφορία που λαμβάνει και είναι σε θέση να παράσχει σχετικά με την υλοποίηση και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 23

Αξιολόγηση

1. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή εξετάζουν και αξιολογούν τη λειτουργία της διοικητικής συνεργασίας την οποία προβλέπει η παρούσα οδηγία.

2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε σχετική πληροφορία, αναγκαία για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής συνεργασίας σύμφωνα με την παρούσα οδηγία όσον αφορά τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή.

3. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή μια ετήσια αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 8, καθώς και των πρακτικών αποτελεσμάτων τα οποία επετεύχθησαν. Η μορφή και οι όροι κοινοποίησης αυτής της ετήσιας αξιολόγησης εγκρίνονται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2.

4. Η Επιτροπή, με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2, συντάσσει κατάλογο στατιστικών στοιχείων τα οποία θα πρέπει να παρέχουν τα κράτη μέλη για τους σκοπούς της αξιολόγησης της παρούσας οδηγίας.

5. Η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως εμπιστευτικές τις πληροφορίες που της κοινοποιούνται δυνάμει των παραγράφων 2,3 και 4 σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στις αρχές της Ένωσης.

6. Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται από ένα κράτος-μέλος στην Επιτροπή δυνάμει των παραγράφων 2,3 και 4, καθώς και οιαδήποτε έκθεση ή έγγραφο που συντάσσεται από την Επιτροπή με βάση τις πληροφορίες αυτές, μπορούν να διαβιβάζονται σε άλλα κράτη μέλη. Αυτές οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες καλύπτονται από την υποχρέωση υπηρεσιακού απορρήτου και χαίρουν της προστασίας που παρέχεται σε παρόμοιες πληροφορίες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους που τις έλαβε.

Οι εκθέσεις και τα έγγραφα που καταρτίζει η Επιτροπή και που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη μόνον για λόγους ανάλυσης αλλά δεν δημοσιοποιούνται ούτε καθίστανται διαθέσιμες σε οιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα χωρίς τη ρητή συμφωνία της Επιτροπής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Άρθρο 24

Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες

1. Όταν η αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους παραλαμβάνει από τρίτη χώρα πληροφορίες οι οποίες κατά πάσα πιθανότητα έχουν σημασία για την εφαρμογή και την επιβολή της εγχώριας νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους σχετικά με τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 2, η εν λόγω αρχή δύναται, εφόσον αυτό επιτρέπεται σύμφωνα με συμφωνία με τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, να παρέχει τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες αρχές κρατών μελών για τις οποίες ενδέχεται να είναι χρήσιμες και σε όλες τις αιτούσες αρχές που το ζητούν.

2. Οι αρμόδιες αρχές επιτρέπεται να κοινοποιούν σε τρίτες χώρες, σύμφωνα με τις εγχώριες διατάξεις τους για την κοινοποίηση προσωπικών δεδομένων, πληροφορίες τις οποίες αποκτούν σε τρίτη χώρα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, εφόσον τηρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α) η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται οι πληροφορίες έχει συναινέσει για την κοινοποίησή τους·

β) η οικεία τρίτη χώρα έχει δεσμευθεί να παράσχει την απαιτούμενη συνεργασία για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την παράτυπη ή παράνομη φύση των συναλλαγών οι οποίες φαίνεται ότι συνιστούν παραβίαση ή κατάχρηση της φορολογικής νομοθεσίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 25

Προστασία δεδομένων

Κάθε ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει της παρούσας οδηγίας υπόκειται στις εκτελεστικές διατάξεις της οδηγίας 95/46/ΕΚ. Ωστόσο, τα κράτη μέλη, για τον σκοπό της ορθής εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, περιορίζουν την εμβέλεια των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 10, του άρθρου 11 παράγραφος 1, των άρθρων 12 και 21 της οδηγίας 95/46/ΕΚ στο βαθμό που απαιτείται προκειμένου να διασφαλισθούν τα συμφέροντα που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της εν λόγω οδηγίας.

Άρθρο 26

Επιτροπή

1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή αποκαλούμενη "Επιτροπή Διοικητικής Συνεργασίας για τη Φορολογία".

2. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

Η περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε τρεις μήνες.

Άρθρο 27

Υποβολή εκθέσεων

Ανά πενταετία από την 1η Ιανουαρίου 2013 η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 28

Κατάργηση της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ

Η οδηγία 77/799/ΕΚ καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2013.

Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία θεωρείται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 29

Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία από την 1η Ιανουαρίου 2013.

Ωστόσο, θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς το άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας από την 1η Ιανουαρίου 2015.

Ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις, πρέπει να γίνεται παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή πρέπει οι διατάξεις αυτές να συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Οι τρόποι της παραπομπής αποφασίζονται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία.

Άρθρο 30

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 31

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 15 Φεβρουαρίου 2011.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Matolcsy Gy.

[1] Γνώμη της 10.2.2010 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

[2] Γνώμη της 16.7.2009 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

[3] ΕΕ L 336 της 27.12.1977, σ. 15.

[4] ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

[5] ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

[6] ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

[7] ΕΕ L 84 της 31.3.2010, σ. 1.

[8] ΕΕ L 157 της 26.6.2003, σ. 38.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο