Δημοσιεύθηκε στις : [ 18-06-2013 ]

ΣτΕ 506/2013 Προσδιορισμός της αξίας μετοχών μεταλλείου - λατομείου για την την υπαγωγή σε φόρο κληρονομιάς. Οι παρακρατούμενοι φόροι που δεν έχουν αποδοθεί και η αποτίμηση του δικαιώματος προσδοκίας επί των καρπών του μεταλλείου ή λατομείου που αυτή απέκτησε από την σύναψη της μισθώσεως, να περιληφθεί στο ενεργητικό της, με παράλληλη αύξηση του παθητικού της κατά το ποσό του σχετικού μισθώματος

(Προσδιορισμός της αξίας μετοχών μεταλλείου - λατομείου για την την υπαγωγή σε φόρο κληρονομιάς. Οι παρακρατούμενοι φόροι που δεν έχουν αποδοθεί και η αποτίμηση του δικαιώματος προσδοκίας επί των καρπών του μεταλλείου ή λατομείου που αυτή απέκτησε από την σύναψη της μισθώσεως, να περιληφθεί στο ενεργητικό της, με παράλληλη αύξηση του παθητικού της κατά το ποσό του σχετικού μισθώματος)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος


Περίληψη
Προσδιορισμός της αξίας μετοχών μεταλλείου - λατομείου για την την υπαγωγή σε φόρο κληρονομιάς. Οι παρακρατούμενοι φόροι που δεν έχουν αποδοθεί και η αποτίμηση του δικαιώματος προσδοκίας επί των καρπών του μεταλλείου ή λατομείου που αυτή απέκτησε από την σύναψη της μισθώσεως, να περιληφθεί στο ενεργητικό της, με παράλληλη αύξηση του παθητικού της κατά το ποσό του σχετικού μισθώματος.

ΣτΕ   506/2013

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2012 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Β. Καλαντζή, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Ι. Σύμπλης, Ευστ. Σκούρα, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 12 Νοεμβρίου 2004 αίτηση:
του Προϊσταμένου ........... , ο οποίος παρέστη με τον Παναγιώτη Πανάγο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του .......... , κατοίκου ............................................., ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 3072/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ι. Σύμπλη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου
κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση τής κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή τελών και παραβόλου.

2. Επειδή με την αίτηση αυτή ζητείται εμπροθέσμως (εν όψει των άρθρων 11 του κ.δ. από 26.6- 10.7.1944 [Α΄ 139], 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989 [Α΄ 230],και 11 παρ. 2 του ν. 1756/1988, και καθώς η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στον Δημόσιο στις 20.7.2004, η δε κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε την Δευτέρα, 15.11.2004) η αναίρεση τής 3072/2003 αποφάσεως τού Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτήν απορρίφθηκε έφεση τού αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 4620/1996 αποφάσεως τού Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά μερική αποδοχή τής προσφυγής τού αναιρεσίβλητου, α) κατά τροποποίηση της 204/19.11.1992 πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς του Προϊσταμένου της .............. , προσδιορίσθηκε η αξία κληρονομικής μερίδας που είχε περιέλθει στον αναιρεσίβλητο στις 10.3.1982 σε 155.998.400 δραχμές έναντι προσδιορισθείσης σε 413.691.042 δραχμές, περιορίσθηκε ο πρόσθετος φόρος, λόγω ανακριβείας τής δήλωσης, σε 40% τού φόρου την πληρωμή τού οποίου θα διέφευγε έναντι προσδιορισθέντος 60%, ο δε πρόσθετος φόρος λόγω μη δήλωσης κληρονομιαίων στοιχείων σε 100% τού αναλογούντος στην αξία τους φόρου έναντι προσδιορισθέντος 150% και β) κατά τροποποίηση τής 103/1992 πράξεως επιβολής προστίμου τού άρθρου 31 παρ. 2 τού ν. 820/1978 τού αυτού Προϊσταμένου ΔΟΥ, περιορίσθηκε το επιβληθέν πρόστιμο σε 500.000 δραχμές έναντι προσδιορισθέντος προστίμου 800.000 δραχμών.

3. Επειδή, η αίτηση αυτή νομίμως ανασυζητείται, κατόπιν της οικ. 667/12.12.2011 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και της από 21.12.2011 πράξης του Προέδρου Β΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, λόγω αδυναμίας ολοκλήρωσης της διάσκεψης σε εύλογο χρόνο από την αρχική συζήτηση (24.2.2010), συνεπεία σοβαρής ασθένειας του Συμβούλου της Επικρατείας Δ. Κωστόπουλου που είχε προεδρεύσει σε αυτήν.

4. Επειδή, νομίμως χωρεί η συζήτηση τής υποθέσεως, παρά την μη παράσταση τού αναιρεσιβλήτου, εφ’ όσον, όπως προκύπτει από την από 22.11.2011 έκθεση επιδόσεως τής δικαστικής επιμελητρίας τού Συμβουλίου τής Επικρατείας Ειρήνης Γιαννούτσου, που βρίσκεται στην δικογραφία, αντίγραφο τής πιό πάνω από 21.12.2011 πράξης του Προέδρου Β΄ Τμήματος του Δικαστηρίου έχει κοινοποιηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως προς αυτόν.

5. Επειδή, στις παραγράφους 2 και 3 τού άρθ. 12 τού νδ 118/1973 ( Α 202) ορίζεται ότι “2. Επί μη εισηγημένων εις το χρηματιστήριον μετοχών διά τον προσδιορισμόν της αξίας αυτών λαμβάνονται υπ` όψιν και συνεκτιμώνται [...] η εσωτερική αξία αυτών εξευρισκομένη διά της διαιρέσεως της καθαράς θέσεως της επιχειρήσεως διά του αριθμού των μετοχών. Η εσωτερική αύτη αξία δύναται να αυξομειούται υπό του οικονομικού εφόρου, λαμβάνοντος υπ` όψιν ιδία: τα διανεμηθέντα ενός της τελευταίας πενταετίας κέρδη, την φήμην και πελατείαν της επιχειρήσεως και παν έτερον πρόσφορον στοιχείον το οποίον ασκεί ουσιώδη επίδρασιν επί της διαμορφώσεως της αγοραίας αξίας αυτών. [...]. 3. Επί [...] συμμετοχών εις εταιρείας [...] ο προσδιορισμός της αξίας αυτών γίνεται επί τη βάσει παντός αποδεικτικού στοιχείου, εφαρμοζομένων αναλόγως των εν τη παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου οριζομένων”.
Εν προκειμένω, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση σε συνδυασμό με την πρωτόδικη, στην κληρονομιαία περιουσία περιαλαμβάνονταν και μετοχές των μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο ανωνύμων εταιρειών ............(η οποία συμμετέχει και στην ..................) και........................., με την δε προσφυγή του ο αναιρεσίβλητος αμφισβήτησε, μεταξύ άλλων, την ορθότητα τού προσδιορισμού από την φορολογική αρχή τής εσωτερικής αξίας των και τής αγοραίας αξίας τών πιό πάνω εταιρειών, και ειδικότερα την ορθότητα τού προσδιορισμού τόσο τής καθαρής τους θέσης, όσο και των ιδανικών κεφαλαίων τους (δηλαδή τής υπεραξίας τους, ως επιχειρήσεων εν λειτουργία, εν όψει τού κύκλου εργασιών, τής κερδοφορίας, τής φήμης, τής πελατείας και τών επιχειρηματικών προοπτικών τους).

6. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά τον προσδιορισμό της αξίας των μετοχών και των εταιρικών μεριδίων των πιο πάνω εταιριών ο φορολογικός έλεγχος αμφισβήτησε ορισμένους από τους λογαριασμούς των ισολογισμών τους, μεταξύ των οποίων και τους παρακάτω:
Α) Λογαριασμός "Φόροι Δημοσίου" της εταιρίας .............................. συνολικού ποσού 22.657.289 δρχ., από το οποίο ο έλεγχος δεν αναγνώρισε τους παρακρατούμενους φόρους 17.710.145 δραχμών, με την αιτιολογία ότι οι φόροι αυτοί ως παρακρατούμενοι δεν αποτελούν πραγματικό παθητικό της εταιρείας και Β) Λογαριασμός "Φόροι πληρωτέοι" των εταιριών ................................ συνολικών ποσών 232.810.284 και 22.502.721 δρχ., αντίστοιχα, από τα οποία ο έλεγχος δεν αναγνώρισε ποσά 215.666.666 και 14.315.219 δραχμών, αντίστοιχα, που αφορούσαν φόρο μερισμάτων, με την αιτιολογία ότι ο φόρος αυτός έχει παρακρατηθεί από τα προς διανομή καθαρά κέρδη των μετόχων γι΄ αυτό και δεν αποτελεί βάρος της επιχείρησης και υποχρέωση αυτής.

Ο αναιρεσίβλητος με την προσφυγή του προέβαλε ότι έσφαλε η φορολογική αρχή, γιατί "το ποσό αυτό έχει εισπραχθεί και έχει αυξήσει το ενεργητικό.
Πρόκειται συνεπώς περί υποχρεώσεως της εταιρείας και δεν έπρεπε να αφαιρεθεί", με την έννοια, προφανώς, ότι μετά την εξόφληση των τρίτων και την παρακράτηση των σχετικών φόρων, το ενεργητικό των εταιρειών εμφανίζεται πλεονασματικό κατά ποσό ίσο προς τους παρακρατηθέντες φόρους, το ποσό όμως αυτό δεν αποτελεί περιουσία τους, παρά οφείλεται προς το Δημόσιο και, γιά τον λόγο αυτό, μέχρι να αποδοθεί, πρέπει να εμφανισθεί, ως οφειλή, στο παθητικό τους.
Ο ισχυρισμός αυτός έγινε πρωτοδίκως δεκτός, με την σκέψη ότι "από την σχετική εγγραφή στον ισολογισμό προκύπτει ότι ο εν λόγω φόρος έχει ήδη παρακρατηθεί και πρέπει να αποδοθεί νόμιμα στο Δημόσιο, υπό την έννοια ότι η εταιρία έχει νόμιμη υποχρέωση προς τούτο, ενώ εξάλλου η φορολογική αρχή δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύει ότι το οικείο ποσό έχει αφαιρεθεί και από το ενεργητικό της επιχείρησης".
Με την έφεσή του, το Δημόσιο προέβαλε ότι οι παρακρατούμενοι φόροι δεν αποτελούν παθητικό τής επιχείρησης και δεν αποτελούν κονδύλιο που αναφέρεται στο ενεργητικό της, αμφισβητώντας έτσι και το κατά πόσο αποτυπώθηκε στο ενεργητικό των εταιρειών η εκ της παρακράτησης φαινομενική επαύξηση της περιουσίας τους.
Ο ανωτέρω λόγος εφέσεως απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι, όπως "προκύπτει από τις σχετικές εγγραφές στους ισολογισμούς των εταιριών αυτών, οι εν λόγω φόροι είχαν ήδη παρακρατηθεί και έπρεπε να αποδοθούν νόμιμα στο Δημόσιο, [...] Αλυσιτελώς, δε προβάλλει με την έφεσή του το Δημόσιο ότι οι εν λόγω φόροι δεν αποτελούν κονδύλιο που αναφέρεται στο ενεργητικό των εταιριών, διότι η υποχρέωση προς τρίτους από φόρους που έχουν παρακρατηθεί αποτελούν λογαριασμούς του παθητικού και όχι του ενεργητικού του ισολογισμού".

7. Επειδή, οι παρακρατούμενοι φόροι αποτελούν φορολογική υποχρέωση τού τρίτου και όχι ιδία υποχρέωση της επιχείρησης που υποχρεούται να τους παρακρατήσει και να τους αποδώσει στο Δημόσιο, η δε εκ μέρους της απόδοσή των στο δημόσιο ταμείο δεν αποτελεί εξόφληση χρέους προς το Δημόσιο αυτής ως υπόχρεου σε παρακράτηση, αλλά τού τρίτου (πρβλ. ΣτΕ 3431/1999, ΣτΕ 1841/2000). Αν, όμως, μετά την παρακράτηση των φόρων, τα σχετικά ποσά εμφανίζονται να έχουν επαυξήσει την περιουσία της, πρέπει να εμφανίζονται και στο παθητικό της, ως οφειλή της τελευταίας προς το Δημόσιο. Επομένως, κατά το μέρος που το αναιρεσείον περιορίζεται να προβάλλει ότι έσφαλε το εφετείο γιατί οι παρακρατηθέντες φόροι "αποτελούν πλασματικό και όχι πραγματικό παθητικό τών εταιρειών αυτών", ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το μέρος, όμως, που προβάλλει, κατ` αντιστοιχία με όσα είχε προβάλει με την έφεσή του περί μη αποτύπωσης στο ενεργητικό των εν λόγω εταιρειών της εκ της παρακράτησης φαινομενικής επαύξησης των περιουσιών τους, ότι αυτό δεν βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, παρίσταται βάσιμος. Και τούτο, γιατί η σχετική κρίση του διοικητικού εφετείου είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, εφόσον αυτό απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως με την αντίληψη ότι η οφειλή προς το δημόσιο από παρακρατηθέντες φόρους αποτελεί εν πάση περιπτώσει αντικείμενο του παθητικού της επιχείρησης, ανεξαρτήτως του αν έχει ή όχι αποτυπωθεί στο ενεργητικό της η εκ της παρακράτησης φαινομενική επαύξηση της περιουσίας της. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως τού Δημοσίου, κατά το μέρος αυτό, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σχετικό κεφάλαιο.

8. Επειδή, περαιτέρω, γιά τον προσδιορισμό της αξίας των μετοχών των εταιριών ....................... ο φορολογικός έλεγχος πρόσθεσε στο ενεργητικό τών εταιρειών λογαριασμό με τον τίτλο "Δικαιώματα εκμεταλλεύσεως λατομείων", συνολικού ποσού 2.713.600.000 και 868.456.000 δραχμών, αντίστοιχα, ως δικαιώματα από την εκμετάλλευση διαφόρων μεταλλείων και λατομείων. Πιο συγκεκριμένα, καθ’ όσον αφορά την πρώτη εταιρία πρόκειται για δικαιώματα που προέρχονται από την εκμετάλλευση των μεταλλείων: α) .......... β) ........., γ) νομού .., δ) νομού ......... , ε) νομού .. και στ) νομού .. , για 44 έτη από το θάνατο του κληρονομουμένου, η μεταλλευτική αξία των οποίων, όπως αυτή προσδιορίστηκε από την Υπηρεσία Μεταλλείων και Φυσικών Πόρων του Υπουργείου Βιομηχανίας, ανερχόταν συνολικά σε 3.392.000.000 δραχμές, και, καθ’ όσον αφορά τη δεύτερη εταιρεία, πρόκειται για δικαιώματα που προέρχονται από την εκμετάλλευση διαφόρων μεταλλείων και λατομείων στη νήσο .. και στη νήσο .. , συνολικής μεταλλευτικής αξίας 1.085.570.000 δραχμών. Από αυτά το μεταλλείο βαρυτίνης το έχει μισθώσει η εν λόγω εταιρία από το Ελληνικό Δημόσιο , στην κυριότητα του οποίου ανήκει από το έτος 1934 για μία 50ετία, μίσθωση που παρατάθηκε μέχρι το 2009, με μίσθωμα που έχει ρητά συμφωνηθεί, ενώ τα λατομεία ....................... , τα μισθώνει κατά το μεγαλύτερο μέρος από ιδιώτες, Δήμους ή Κοινότητες. Γιά τις μισθώσεις αυτές υπάρχει πληθώρα μισθωτηρίων συμβολαίων με ισάριθμους ιδιοκτήτες αγροκτημάτων, όπου ρητά συμφωνείται το μίσθωμα και η διάρκεια, η οποία κατά κανόνα είναι εικοσαετής. Η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι η αξία τών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης τών λατομείων αυτών προσδιορίστηκε από την φορολογική αρχή στα 8/10 τής μεταλλευτικής τους αξίας, δηλαδή σε 2.713.600.000 δραχμές και 868.456.000 δραχμές αντιστοίχως γιά τον λόγο ότι η εκμετάλλευση αυτή, που “συνίσταται στη χρήση των μεταλλείων, [που] λογίζεται ως επικαρπία, η οποία, κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν.δ. 118/1973, πρέπει να φορολογηθεί”. Ο αναιρεσίβλητος, με την προσφυγή του, όπως παραδεκτώς αναπτύχθηκε με το υπόμνημα, χωρίς να αμφισβητήσει, καθ’ εαυτή την επιλεγείσα από την φορολογική αρχή μεθοδολογία αποτίμησης τής αξίας τού δικαιώματος απόληψης τών καρπών τών πιό πάνω μεταλλείων και λατομείων, προέβαλε ότι αφού γιά την χρήση αυτή καταβάλλεται μίσθωμα, αυτή συνιστά “καθαρή μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος, περί τής οποίας το άρθρο 638 ΑΚ”. Ο ισχυρισμός αυτός έγινε πρωτοδίκως δεκτός. Το Δημόσιο, με την έφεσή του, προέβαλε ότι το δικαίωμα αυτό, πάντως “αποτελεί στοιχείο τής κληρονομιάς και το γεγονός ότι έχουν συναφθεί συμβάσεις μίσθωσης με αντάλλαγμα δεν αίρει το πραγματικό στοιχείο ότι αποτελεί κληρονομιαίο δικαίωμα”, το οποίο, πρέπει, συνεπώς, να φορολογηθεί. Το διοικητικό εφετείο απέρριψε τον λόγο αυτό, με αιτιολογία όμοια με αυτή τής πρωτοδίκου αποφάσεως, που είχε δεχθεί, ως νόμο βάσιμο, τον λόγο τής προσφυγής, ότι το δικαίωμα απόληψης τών προϊόντων λατομείου ή μεταλλείου, δεν αποτελεί στοιχείο τού ενεργητικού επιχειρήσεως αν στηρίζεται, όπως εν προκειμένω, σε αμφοτεροβαρή ενοχική σύμβαση και όχι σε εμπράγματο δικαίωμα. Η κρίση αυτή τής προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αιτιολογείται νομίμως, διότι, προκειμένου να υπολογισθεί κατά το άρθρο 12 τού νδ 118/1973 η καθαρή θέση ανώνυμης εταιρείας μισθώτριας μεταλλείου ή λατομείου, πρέπει, εν όψει και των διατάξεων του Μεταλλευτικού Κώδικα (περί κυριότητας των ορυκτών, περί διοικητικής εγκρίσεως των σχετικών μισθώσεων κλπ.), η αποτίμηση του δικαιώματος προσδοκίας επί των καρπών του μεταλλείου ή λατομείου που αυτή απέκτησε από την σύναψη της μισθώσεως, να περιληφθεί στο ενεργητικό της, με παράλληλη αύξηση του παθητικού της κατά το ποσό του σχετικού μισθώματος. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως του Δημοσίου, κατά το μέρος αυτό, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και κατά το σχετικό κεφάλαιο.

9. Επειδή, τέλος, ο αναιρεσίβλητος, με την προσφυγή του, είχε προβάλει ότι, με βάση τον μέσο όρο των κερδών των επίμαχων επιχειρήσεων, κατά την τελευταία πενταετία πριν τον θάνατο τού κληρονομουμένου, την καθαρή τους θέση, όπως προσδιορίσθηκε από την φορολογική αρχή και θεωρητική απόδοση 15% επί τών ιδίων κεφαλαίων, δεν ήταν ορθή η εκ μέρους της προσθήκη ιδανικών κεφαλαίων. Το διοικητικό πρωτοδικείο, παραθέτοντας στην απόφασή του διάφορα στοιχεία σε σχέση με τις εταιρείες .........................................................δέχθηκε και κατά το μέρος αυτό την προσφυγή, κρίνοντας ότι τα ιδανικά κεφάλαια των τριών εταιριών πρέπει να προσδιορισθούν σε 70.000.000, 300.000.000 και 30.000.000 δραχμές, αντίστοιχα, αντί των 160.000.000, 760.000.000 και 70.000.000 δραχμών, που είχαν προσδιορισθεί από την φορολογική αρχή. Το Δημόσιο με την έφεσή του αμφισβήτησε την ουσιαστική ορθότητα τής κρίσης αυτής, επισημαίνοντας ότι "τα ιδανικά κεφάλαια όλων των εταιριών μειώθηκαν υπερβολικά χωρίς πουθενά να αμφισβητείται η ιδιαίτερα ανοδική πορεία στον κύκλο των εργασιών τους και στα καθαρά κέρδη τους, δεδομένου ότι οι εν λόγω εταιρείες κατέχουν πρωτεύουσα θέση μεταξύ των ομοειδών επιχειρήσεων με ιδιαίτερα καλή φήμη που έχουν εξελιχθεί σε οικονομικό παράγοντα στην ελληνική επικράτεια και χωρίς να θεμελιώνεται η υπερβολική αυτή μείωση". Το διοικητικό εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού παρέθεσε την αιτιολογία τής πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε τον ανωτέρω λόγο εφέσεως, με την αιτιολογία ότι "δεν αποδίδει καμιά σαφή και συγκεκριμένη πλημμέλεια στις κρίσεις της εκκαλούμενης". Ομως, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, ο πιό πάνω λόγος εφέσεως του Δημοσίου, με το περιεχόμενο που εκτέθηκε, περιέχει επαρκώς ορισμένη αμφισβήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσιαστικής εκτίμησης του διοικητικού πρωτοδικείου. Συνεπώς, πρέπει και κατά το μέρος αυτό να αναιρεθεί η προσβαλλομένη.

10. Επειδή, μετά την αναίρεση τής προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τα πλησσόμενα με την κρινόμενη αίτηση κεφάλαια, η υπόθεση, η οποία δεν είναι εκκαθαρισμένη ως προς το πραγματικό της μέρος, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο γιά νέα κρίση
Διά ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί εν μέρει την 3072/2003 απόφαση τού Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά το αιτιολογικό

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη τού Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχεται σε εννεακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2012 και στις 7 και 15 Ιανουαρίου 2013

Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Ο Γραμματέας του Β΄ Τμήματος
Φ. Αρναούτογλου Ι. Μητροτάσιος
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 6ης Φεβρουαρίου 2013.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο