Δημοσιεύθηκε στις : [ 11-06-2013 ]

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ - ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, ρύθμιση θεμάτων της Ε.Λ.Τ.Ε., αναμόρφωση οργανισμού του Ν.Σ.Κ. και άλλες διατάξεις φορολογίας εισοδήματος

(Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, ρύθμιση θεμάτων της Ε.Λ.Τ.Ε., αναμόρφωση οργανισμού του Ν.Σ.Κ. και άλλες διατάξεις φορολογίας εισοδήματος)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ - ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/16/ΕΕ, ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ Ε.Λ.Τ.Ε., ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ Ν.Σ.Κ.  ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Α. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Η χώρα μας αντιμετωπίζει τα αποτελέσματα της μεγαλύτερης κρίσης της πρόσφατης ιστορίας της. Η προσπάθεια που καταβάλλεται από το σύνολο του ελληνικού λαού  στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης χρόνιων στρεβλώσεων και αδυναμιών της οικονομίας, αλλά και του τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας μας, είναι εντατική και αποδίδει με αργά αλλά σταθερά βήματα τους πρώτους καρπούς. Για το Υπουργείο Οικονομικών αποτελεί προτεραιότητα η  εμπέδωση ενός κλίματος διαφάνειας και εμπιστοσύνης με τους φορολογούμενους πολίτες και τις επιχειρήσεις και παράλληλα η διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Στα πλαίσια αυτού του ενιαίου σχεδιασμού που στηρίζεται στη διαφάνεια, τον έλεγχο και την ενίσχυση των υπηρεσιών και των εργαλείων που διαθέτει η χώρα μας προτείνεται το παρόν νομοσχέδιο.

Με το παρόν νομοσχέδιο προωθούνται ρυθμίσεις, η εφαρμογή των οποίων θα συμβάλει στην υιοθέτηση ενός ευρύτερου πλαισίου διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, που θα διασφαλίσει την αποτελεσματική αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων της διαρκώς αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης της εσωτερικής αγοράς και ιδίως αυτών της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής δια της ανταλλαγής πληροφοριών και άλλων προβλεπόμενων μέσων (Μέρος Πρώτο), στην ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της Ε.Λ.Τ.Ε. και τη βελτιστοποίηση των διαδικασιών ελέγχου που αυτή διενεργεί επί των νομίμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων προκειμένου να λειτουργεί ομαλότερα η αγορά, (Μέρος Δεύτερο) καθώς και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία των υπηρεσιών και ιδίως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτος προκειμένου αυτό να ανταποκρίνεται στις αυξημένες απαιτήσεις, που η παρούσα συγκυρία δημιουργεί για την εξασφάλιση των συμφερόντων του δημοσίου αλλά και των ιδιωτών δια της εξωδικαστικής οδού (Μέρος Τρίτο).

Με το Μέρος Τέταρτο εισάγονται ειδικές ρυθμίσεις του Υπουργείου Οικονομικών με στόχο ενδεικτικά τον εκσυγχρονισμό, τη βελτίωση και την αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης, την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων, τη διόρθωση παραδρομών σε υφιστάμενες νομοθετικές ρυθμίσεις και επιμέρους ρυθμίσεις. Επίσης, εισάγονται ρυθμίσεις των Υπουργείων Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Επικρατείας.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/16/ΕΕ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 15ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 77/799/ΕΟΚ

Με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 25, που αποτελούν το Μέρος Πρώτο του παρόντος νόμου, ενσωματώνεται στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας (ΕΕ L 64 της 11.3.2011). Με την Οδηγία 2011/16/ΕΕ αντικαθίσταται η Οδηγία 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977 περί της αμοιβαίας συνδρομής των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων (ΕΕ L 336 της 27.12.1977), όπως ισχύει, η οποία ενσωματώθηκε στην εσωτερική νομοθεσία με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β’ «ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» του ν. 1914/1990 (Α’ 178), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από τις διατάξεις του Πρώτου Κεφαλαίου του ν. 3312/2005 (Α’ 35) και του Κεφαλαίου Β’ του ν. 3453/2006 (Α’ 74).

Με τις διατάξεις της νέας Οδηγίας θεσπίζεται ένα ευρύτερο πλαίσιο διοικητικής συνεργασίας, που θα διασφαλίσει την αποτελεσματική αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων της διαρκώς αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης της εσωτερικής αγοράς. Η αύξηση των διασυνοριακών συναλλαγών των φορολογουμένων στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) δυσχεραίνει τον ορθό προσδιορισμό των οφειλόμενων φόρων εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, γεγονός που συνεπάγεται τη διπλή φορολόγηση και επιτείνει τα φαινόμενα της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής.

Η Οδηγία 77/799/ΕΟΚ, όπως ισχύει κατόπιν των διαδοχικών τροποποιήσεών της , δεν προσφέρει πλέον ικανά εργαλεία αντιμετώπισης των προκλήσεων του νέου διεθνοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος και ως εκ τούτου, κρίνεται αναγκαία η αντικατάστασή της από μία εμπλουτισμένη νομική πράξη, που θα θέτει σαφέστερους και ακριβέστερους κανόνες διοικητικής συνεργασίας, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα της διαφάνειας και της ανταλλαγής πληροφοριών για φορολογικούς σκοπούς που έχουν γίνει αποδεκτά από τα κράτη μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και συνιστούν το σύγχρονο πρότυπο διοικητικής συνδρομής σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο. Σημειώνεται ότι, ενδεικτική της βούλησης της ελληνικής πλευράς για ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής συνεργασίας είναι η πρόσφατη κύρωση με το ν. 4153/2013 (Α’ 116) της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης και του ΟΟΣΑ σχετικά με την αμοιβαία διοικητική συνδρομή σε φορολογικά θέματα και του Πρωτοκόλλου τροποποίησης αυτής. Στην εν λόγω Σύμβαση, η οποία καταλαμβάνει ένα ευρύτατο πεδίο εφαρμογής, προσχωρούν κράτη μέλη του ΟΟΣΑ ή/και του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και τρίτα κράτη, γεγονός που σηματοδοτεί την έναρξη συμβατικής σχέσης της Ελλάδας με χώρες με τις οποίες αδυνατούσε έως σήμερα να αναπτύξει διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας.

Η νέα Οδηγία 2011/16/ΕΕ, η οποία αξιοποιεί τα επιτεύγματα της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ (όπως ισχύει) και εκσυγχρονίζει το υφιστάμενο πλαίσιο διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, διαλαμβάνει ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής αφού ισχύει για όλους τους φόρους παντός τύπου και για όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου όλου του φάσματος νομικών μορφωμάτων που υπόκεινται στους φόρους που καλύπτονται από την εν λόγω Οδηγία. Από το πεδίο εφαρμογής της νέας Οδηγίας ρητώς εξαιρούνται ο φόρος προστιθέμενης αξίας, οι δασμοί, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης που καλύπτονται από άλλη νομοθεσία της ΕΕ περί διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών, οι υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης πληρωτέες προς το κράτος μέλος ή μια διοικητική υποδιαίρεσή του ή προς τα ιδρύματα κοινωνικών ασφαλίσεων δημοσίου δικαίου.
 
Με στόχο αφενός, την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών κατά το μέγιστο δυνατό βαθμό και ταυτόχρονα, τη μη κατάχρηση των δυνατοτήτων που παρέχει η διοικητική συνεργασία, στη νέα Οδηγία ρητώς αποτυπώνεται το κριτήριο της «εύλογης συνάφειας» των πληροφοριών που ανταλλάσσονται με την εφαρμογή και επιβολή της εγχώριας νομοθεσίας του κράτους μέλους ως προσδιοριστικός παράγοντας αυτών των πληροφοριών, προκειμένου τα κράτη μέλη να μην προβαίνουν σε «αλίευση πληροφοριών» που δεν σχετίζονται με τις φορολογικές υποθέσεις ενός φορολογούμενου.

Αποβλέποντας στην έγκαιρη και συνεπώς, αποτελεσματική διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, οι διατάξεις της νέας Οδηγίας θεσπίζουν ειδικότερους κανόνες ανταλλαγής πληροφοριών, προβλέποντας προθεσμίες εντός των οποίων οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών οφείλουν να ενεργήσουν κατά την εφαρμογή της Οδηγίας. Επιπλέον, εισάγεται για πρώτη φορά σε νομική πράξη του παράγωγου κοινοτικού δικαίου ρητή διάταξη σύμφωνα με την οποία αίρεται το τραπεζικό απόρρητο. Ειδικότερα, η λαμβάνουσα αρχή ενός κράτους μέλους δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνο επειδή κάτοχος των πληροφοριών αυτών είναι τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του πράκτορα ή του διαχειριστή ή επειδή οι πληροφορίες αφορούν ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου.

Επιπροσθέτως, με τις διατάξεις της νέας Οδηγίας καθίσταται σαφέστερη η διαδικασία της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, η οποία θεσπίζεται για ορισμένες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου, ενώ ταυτόχρονα εισάγεται η δυνατότητα ενός κράτους μέλους να δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει κατ’ αυτόματο τρόπο πληροφορίες για τις προβλεπόμενες στην Οδηγία κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου. Παράλληλα, η μη επιθυμία ενός κράτους μέλους τεκμαίρεται σε περίπτωση μη ενημέρωσης της Επιτροπής για οιαδήποτε μεμονωμένη κατηγορία για την οποία διαθέτει πληροφορίες, γεγονός που υποδεικνύει την τήρηση της αρχής της αμοιβαιότητας στη διοικητική συνεργασία.

Κατά τη διαδικασία της ανταλλαγής πληροφοριών κατόπιν αιτήματος η λαμβάνουσα αρχή κοινοποιεί τις αιτούμενες πληροφορίες στην αιτούσα αρχή υπό την προϋπόθεση της εξάντλησης των συνήθων πηγών πληροφόρησης στις οποίες οφείλει να προσφύγει το αιτούν κράτος μέλος πριν προβεί σε αίτημα διοικητικής συνεργασίας. Η λαμβάνουσα αρχή δύναται, επίσης, να αρνηθεί τη διαβίβαση των αιτούμενων πληροφοριών σε ορισμένες ρητώς οριζόμενες στις διατάξεις της Οδηγίας περιπτώσεις, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να γίνει επίκληση εκ μέρους της λαμβάνουσας αρχής της απουσίας εγχώριου φορολογικού ενδιαφέροντος.

Υπό το πνεύμα της απλούστευσης και της οριοθέτησης των διαδικασιών ανταλλαγής πληροφοριών, οι διατάξεις της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ προβλέπουν τη χρήση τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και διαύλων επικοινωνίας, ενώ για πρώτη φορά εισάγεται η διαδικασία της επικουρίας της Επιτροπής από επιτροπή που λειτουργεί κατά τα οριζόμενα στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 184 της 17.7.1999) για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή θεσπίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις που σχετίζονται με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών, τη διαδικασία της ανατροφοδότησης, τα τυποποιημένα έντυπα και τους μορφοτύπους της ανταλλαγής πληροφοριών, το δίαυλο μέσω του οποίου ανταλλάσσονται οι πληροφορίες, καθώς και με τη διαδικασία αξιολόγησης της λειτουργίας της διοικητικής συνεργασίας.

Πλέον των προηγουμένων, τα κράτη μέλη δύνανται να προβούν σε ταυτόχρονους ελέγχους - έκαστο στο έδαφός του - για πρόσωπα κοινού ενδιαφέροντος, διαδικασία η οποία ήδη προβλεπόταν από την Οδηγία 77/799/ΕΟΚ μετά την τροποποίησή της από την Οδηγία 2004/56/ΕΚ (ΕΕ L 127 της 29.4.2004), η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το Κεφάλαιο Β’ του ν. 3453/2006. Η νέα Οδηγία 2011/16/ΕΕ εισάγει τη δυνατότητα παρουσίας εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της αιτούσας αρχής στις διοικητικές υπηρεσίες του κράτους μέλους της λαμβάνουσας αρχής, καθώς και στις διοικητικές έρευνες που διεξάγονται στο έδαφος του κράτους μέλους της λαμβάνουσας αρχής.

Στο πλαίσιο της εν λόγω Οδηγίας η διοικητική συνεργασία ενθαρρύνεται επιπλέον αφενός, από το μέσο της διοικητικής κοινοποίησης, η οποία προβλεπόταν ήδη από την Οδηγία 77/799/ΕΟΚ όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2004/56/ΕΕ και αφορά την κοινοποίηση από ένα κράτος μέλος στον φορολογούμενο πράξεων ή αποφάσεων άλλου κράτους μέλους σχετικά με την εφαρμογή στο έδαφος του τελευταίου της φορολογικής νομοθεσίας που καλύπτεται από την Οδηγία 2011/16/ΕΕ  και αφετέρου, από τη διαδικασία της ανατροφοδότησης που οφείλει να παρέχει το αιτούν κράτος μέλος στο λαμβάνον κράτος μέλος, σχετικά με τις πληροφορίες που διαβίβασε το τελευταίο και κατόπιν σχετικού αιτήματός του προς το αιτούν κράτος μέλος.

Κατόπιν των προαναφερόμενων επιβάλλεται η έκδοση νόμου για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 2011/16/ΕΕ και προτείνεται η κατάργηση των άρθρων 19 έως 24α του ν. 1914/1990, ως ισχύει.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΩΝ

Ο ρόλος της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.) ως αρμόδιας διοικητικής αρχής για την εποπτεία των νομίμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3148/2003, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και του ν. 3693/2008,  αναδεικνύεται ως ιδιαιτέρως σημαντικός στο πλαίσιο της παρούσας οικονομικής και κοινωνικής συγκυρίας και στο πλαίσιο αυτό εισάγονται οι ρυθμίσεις των άρθρων 26 - 38. Η αποτελεσματική άσκηση εποπτείας επί των νομίμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, των δανειστών και λοιπών εμπλεκόμενων στην αγορά προσώπων και φορέων στις ατομικές και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που συντάσσουν τα υπόχρεα προς τούτο νομικά πρόσωπα, με αποτέλεσμα την ομαλότερη λειτουργία της αγοράς. Επιπροσθέτως, η θεσμοθέτηση του φορολογικού πιστοποιητικού συνεπάγεται αυξημένες αρμοδιότητες για την Ε.Λ.Τ.Ε. μέσω της εποπτείας και της διενέργειας ποιοτικών ελέγχων επί των εργασιών των νομίμων ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων και κατά τούτο η διασφάλιση της αποτελεσματικής της λειτουργίας είναι ιδιαιτέρως σημαντική για την επιτυχή άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων.

Εντούτοις, παρά τον ανωτέρω σημαντικό ρόλο που της έχει ανατεθεί, το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της Ε.Λ.Τ.Ε. εξακολουθεί να διαλαμβάνει ορισμένες απαρχαιωμένες ρυθμίσεις, οι οποίες δημιουργούν σημαντικά προσκόμματα και πρακτικές δυσλειτουργίες στην άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων. Ιδίως, όσον αφορά στην πειθαρχική διαδικασία το γεγονός ότι αυτή είχε εισαχθεί στο πλαίσιο λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών και όχι στο πλαίσιο λειτουργίας της Ε.Λ.Τ.Ε., ως αρμόδιας εποπτικής αρχής επί των εργασιών των νομίμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων, αποτελεί τροχοπέδη για την έγκαιρη και αποτελεσματική κίνηση της διαδικασίας και  επιβολής κυρώσεων.

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις επιχειρείται η αναμόρφωση της πειθαρχικής διαδικασίας κατά το πρότυπο του «κατηγορητικού συστήματος» της ποινικής δικονομίας, με την εγκαθίδρυση ενός συστήματος ετεροπροσωπίας  των οργάνων στα οποία ανατίθεται η διακρίβωση και αξιολόγηση των παραβάσεων της κείμενης νομοθεσίας αφενός και η απόφαση επί της προσαπτόμενης παράβασης και την επιβολή ποινής αφετέρου. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, δύο αυτοτελή όργανα της Ε.Λ.Τ.Ε. επιλαμβάνονται της πειθαρχικής διαδικασίας, το Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου επιφορτίζεται με την αρμοδιότητα διερεύνησης των υποθέσεων για τη διαπίστωση της συνδρομής ή μη παράβασης της νομοθεσίας και το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Λ.Τ.Ε., αναβαθμιζόμενο σε δικαιοδοτικό όργανο, αποφασίζει επί της προσαπτόμενης παράβασης και την επιβολή κυρώσεων.

Επιπλέον, με την τροποποίηση των διατάξεων που διέπουν τη σύνθεση, τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες των οργάνων της Ε.Λ.Τ.Ε. και ιδίως του Συμβουλίου Ποιοτικού Ελέγχου, οργάνου επιφορτισμένου κατά την ισχύουσα σήμερα νομοθεσία με τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων επί του έργου των νομίμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων, επιχειρείται η ενίσχυση της λειτουργικής αυτονομίας και ανεξαρτησίας της Ε.Λ.Τ.Ε., προκειμένου να διασφαλιστεί η έγκαιρη και αδιακώλυτη εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της.
Τέλος, σημειώνεται ότι οι προτεινόμενες διατάξεις αποτέλεσαν αντικείμενο ευρείας διαβούλευσης με τους αρμόδιους φορείς.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, του διαδικτύου και της ραγδαίας και διαρκώς εξελισσόμενης τεχνολογίας, το Κράτος και οι μηχανισμοί του πρέπει να εξελίσσονται, να εκσυγχρονίζονται και να προσαρμόζονται διαρκώς, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες. Συνεπώς, και το  Ν.Σ.Κ. για να μπορέσει να ανταποκριθεί στην όλο και πιο αποτελεσματική εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, πρέπει να εκσυγχρονίσει τη λειτουργία του και να δημιουργήσει τις θεσμικές δομές για την ανάπτυξη ενός διαρκούς συστήματος ενημέρωσης και μετεκπαίδευσης, που θα εμπλουτίζει διαρκώς τα μέλη του με νέες γνώσεις σε επίκαιρα θέματα και αντικείμενα της νομικής επιστήμης, σκέψης και πρακτικής, όπως  συμβάσεις με διεθνή όργανα και Διεθνείς Αρχές, χρηματοοικονομικές διευθετήσεις, ιδιωτικοποιήσεις, παραχωρήσεις, μνημόνια, συμβάσεις για μεγάλα αναπτυξιακά έργα, συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, ηλεκτρονικά εγκλήματα και άλλες σύγχρονες μορφές οικονομικών εγκλημάτων κλπ., αντικείμενο των άρθρων 39-61 του νόμου αυτού.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Με το Μέρος Τέταρτο (άρθρα 62-79) εισάγονται επιμέρους ρυθμίσεις των Υπουργείων Οικονομικών, Εσωτερικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Επικρατείας.
Ενδεικτικά, στο πλαίσιο βελτίωσης και αποτελεσματικότητας της φορολογικής διοίκησης, θεσμοθετείται το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών (Σ.Μ.Τ.Λ.&Λ.Π.), το οποίο προσφέρεται σε φορείς του δημόσιου τομέα που ασκούν ελεγκτικό και διωκτικό έργο, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα αυτοματοποιημένης πρόσβασης σε ορισμένα στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών, λογαριασμών πληρωμών και δανείων (άρθρο 62), ενώ παράλληλα λαμβάνεται μέριμνα, με τη συμπερίληψη ποινικών διατάξεων στην ενίσχυση των εγγυήσεων προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 63). Βελτιώνονται διατάξεις του Κ.Φ.Ε. (άρθρο 64), τροποποιείται ο Κ.Ε.Δ.Ε. με τη διεύρυνση και τον εκσυγχρονισμό των δυνατοτήτων του Δημοσίου, ώστε να επιβάλλει κατασχέσεις χρηματικών καταθέσεων στα χέρια των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως τρίτων, με χρήση σύγχρονων τεχνολογιών, διασφαλίζοντας, συγχρόνως, την ασφαλή διακίνηση των σχετικών δεδομένων (άρθρο 66). Αναθεωρείται το θεσμικό πλαίσιο για τους Ελεγκτές Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης των Εσόδων του Κράτους (άρθρο 68).

Ακόμη, τίθενται ρυθμίσεις με στόχο την καλύτερη αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας (άρθρο 69) και την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων (άρθρα 70 και 71), συμπληρώνονται διατάξεις της χρηματοπιστωτικής νομοθεσίας (άρθρο 72), προσαρμόζονται οι διατάξεις αναφορικά με τις πραγματικές συνθήκες υλοποίησης των προβλέψεων για το Ενιαίο Σύστημα Πληρωμών (ΕΣΥΠ – άρθρο 75), διορθώνονται διαδικασίες, παραδρομές και συμπληρώνονται ισχύοντα νομοθετήματα (άρθρα 65, 67, 73, 74, 76, 79).
Επίσης, εισάγονται ρυθμίσεις ώστε να δοθεί οριστικό τέλος στις εκκρεμότητες που προκαλούν στους ΟΤΑ τα φορολογικά χρέη των επιχειρήσεων που είχαν συστήσει με την αποσαφήνιση της αναγκαίας διαδικασίας (άρθρο 77), για λόγους εξοικονόμησης κρατικών πόρων, ρυθμίζονται τα θέματα των κέντρων μεταλυκειακής εκπαίδευσης και των περιοδικών σχολών προπονητών που δύναται να λειτουργούν σε κάθε αθλητική ομοσπονδία (άρθρο 78).

Β. ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/16/ΕΕ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 15ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 77/799/ΕΟΚ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Με το άρθρο 1 ορίζεται ο σκοπός του Μέρους Πρώτου του παρόντος νόμου, με τον οποίο ενσωματώνεται η 2011/16/ΕΕ Οδηγία του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 (ΕΕ L 64/11.3.2011), σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ (ΕΕ L 336 της 27.12.1977) σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων, η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β’ «ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» του ν. 1914/1990 (Α’ 178), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από τις διατάξεις του Πρώτου Κεφαλαίου του ν.3312/2005 (Α’ 35) και του Κεφαλαίου Β’ του ν. 3453/2006 (Α’ 74).

Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 [άρθρο 1 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] ορίζει ως αντικείμενο του Μέρους Πρώτου του παρόντος νόμου τη συνεργασία των ελληνικών αρχών με  τις αρχές των κρατών μελών με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών, υπό την προϋπόθεση της εύλογης συνάφειας των πληροφοριών αυτών με την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας ή της εγχώριας νομοθεσίας των κρατών μελών. Επιπλέον, οι πληροφορίες που προκύπτουν από την εν λόγω διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση και επιβολή άλλων φόρων και δασμών που καλύπτονται από το άρθρο 296 του ν. 4072/2012 (Α’ 86), ο οποίος ενσωματώνει το άρθρο 2 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα (ΕΕ L 84 της 31.3.2010), ή για την εκτίμηση και επιβολή υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης,

Με την παράγραφο 2 καθίσταται σαφές ότι οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 25 του παρόντος νόμου δεν θίγουν την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ Ελλάδας και κρατών μελών που λαμβάνει χώρα σε ποινικές υποθέσεις, καθώς ούτε και τις υποχρεώσεις της Ελλάδας έναντι  των κρατών μελών που απορρέουν από ευρύτερη διοικητική συνεργασία βάσει άλλων νομικών εργαλείων σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο.

Το άρθρο 3 αφορά στο Πεδίο εφαρμογής του Μέρους Πρώτου [άρθρο 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]. Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 25 του παρόντος νόμου διαλαμβάνουν τους φόρους παντός τύπου που εισπράττονται από την Ελλάδα ή από κράτος μέλος ή από εδαφικές ή διοικητικές υποδιαιρέσεις του, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών αρχών του. Από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου ρητώς εξαιρούνται:
-    ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ),
-    οι δασμοί,
-    οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης που καλύπτονται από άλλη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
-    οι υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης πληρωτέες προς την Ελλάδα ή κράτος μέλος ή μια διοικητική υποδιαίρεσή του ή προς ιδρύματα κοινωνικών ασφαλίσεων δημοσίου δικαίου,
-    τέλη, όπως για πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που εκδίδονται από τις δημόσιες αρχές και
-    οφειλές συμβατικού χαρακτήρα.

Στο άρθρο 4 [άρθρο 3 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] διατυπώνονται οι απαραίτητοι ορισμοί για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 έως και 25 του παρόντος νόμου.

Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 5 [άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] ορίζουν ως «αρμόδια αρχή» της Ελλάδας για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 1 έως και 25 του  παρόντος νόμου, τη Διεύθυνση Διεθνών  Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών και ως «κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης» της Ελλάδας το Τμήμα Γ’ Διεθνούς Διοικητικής Συνεργασίας στον τομέα της άμεσης φορολογίας της Διεύθυνσης Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών.

Στις παραγράφους 2 και 3 καθορίζονται οι αρμοδιότητες της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης, ήτοι οι αρμοδιότητες  οι οποίες απορρέουν εκ του γεγονότος ότι αυτή ενεργεί ως «αιτούσα» και ως «λαμβάνουσα» αρχή εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής, καθώς και η συνεργασία της με κάθε αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή για τους σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 έως και 25 του παρόντος νόμου.

Με την παράγραφο 4 ορίζονται δύο τμήματα διασύνδεσης (Διεύθυνση Ελέγχων  και Διεύθυνση Ελέγχου Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών), αποκλειστικά για τους σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 12 (παρουσία σε διοικητικές υπηρεσίες και συμμετοχή σε διοικητικές έρευνες σε ένα κράτος μέλος υπαλλήλων αρμόδιων αρχών άλλων κρατών μελών) και 13 (ταυτόχρονοι έλεγχοι). Η αρμόδια αρχή της Ελλάδας δύναται, ωστόσο, να ορίσει τμήματα διασύνδεσης, πλέον των ως άνω αναφερόμενων, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. Σημειώνεται ότι, η αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Ελέγχου Τελωνείων διαλαμβάνει τις περιπτώσεις ελέγχου επί Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης που δεν καλύπτονται από άλλη νομοθεσία της ΕΕ περί διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών.

Οι επόμενες παράγραφοι 6 και 7 αφορούν τις υποχρεώσεις των τμημάτων διασύνδεσης έναντι της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης.
Με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 5, η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης και τα τμήματα διασύνδεσης ορίζονται ως αρμόδιες αρχές κατ’ ανάθεση, όπως ορίζει η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

ΤΜΗΜΑ Α’
Ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος

Το άρθρο 6 [άρθρο 5 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] αποσαφηνίζει τη διαδικασία της ανταλλαγής πληροφοριών κατόπιν αιτήματος μεταξύ της αιτούσας αρχής άλλου κράτους μέλους και της λαμβάνουσας ελληνικής αρχής. Κατά τα οριζόμενα σε αυτή τη διάταξη, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή άλλου κράτους μέλους οιαδήποτε πληροφορία αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου. Αντίστοιχη διαδικασία ακολουθείται μεταξύ της αιτούσας ελληνικής αρχής και της λαμβάνουσας αρχής άλλου κράτους μέλους.

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 [άρθρο 6 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] θεσπίζεται η υποχρέωση της λαμβάνουσας ελληνικής αρχής να προβαίνει σε τυχόν διοικητικές ενέργειες που απαιτούνται για τη συγκέντρωση των αιτούμενων πληροφοριών στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληροφοριών κατόπιν αιτήματος.

Το αίτημα ανταλλαγής πληροφοριών μπορεί να περιλαμβάνει αιτιολογημένο αίτημα για τη διενέργεια ελέγχου ή άλλων συγκεκριμένων διοικητικών ενεργειών, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2. Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δύναται να μην προβεί στον αιτούμενο έλεγχο ή στην άλλη διοικητική ενέργεια που αιτείται η αιτούσα αρχή άλλου κράτους μέλους, κατόπιν αιτιολόγησης της θέσης της στην αιτούσα αρχή.

Εν συνεχεία, οι διαδικασίες στις οποίες προβαίνει η λαμβάνουσα ελληνική αρχή προς ικανοποίηση του αιτήματος ανταλλαγής πληροφοριών εξομοιώνονται ρητώς με τις διαδικασίες στις οποίες προβαίνει όταν ενεργεί με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος άλλης αρχής που έχει την έδρα της στην Ελλάδα.

Κατά τα οριζόμενα στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 7, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή  υποχρεούται στην κοινοποίηση πρωτότυπων εγγράφων προς την αιτούσα αρχή κράτους μέλους, κατόπιν συγκεκριμένου αιτήματος της τελευταίας και υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν είναι αντίθετο προς τις διατάξεις της κείμενης   νομοθεσίας.

Σκοπός του άρθρου 8 [άρθρο 7 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] είναι η θέσπιση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος εντός του οποίου οφείλουν να ενεργήσουν οι ελληνικές αρχές, για τους σκοπούς εφαρμογής της ανταλλαγής πληροφοριών κατόπιν αιτήματος και ως εκ τούτου, η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών.

Ειδικότερα, η παράγραφος 1 του άρθρου 8 θεσπίζει την υποχρέωση της λαμβάνουσας ελληνικής αρχής να παράσχει τις αιτούμενες σύμφωνα με το άρθρο 6 πληροφορίες το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος ανταλλαγής πληροφοριών. Στην περίπτωση, ωστόσο, όπου οι πληροφορίες αυτές είναι ήδη διαθέσιμες, η υποχρέωση διαβίβασης από τη λαμβάνουσα ελληνική αρχή ορίζεται σε διάστημα δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος ανταλλαγής πληροφοριών.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 παρέχει την ευχέρεια στο αιτούν και το λαμβάνον κράτος μέλος να συμφωνήσουν προθεσμίες διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1.

Η παράγραφος 3 ορίζει πως η λαμβάνουσα ελληνική αρχή υποχρεούται να επιβεβαιώσει - ει δυνατόν με ηλεκτρονικά μέσα - την παραλαβή του αιτήματος ανταλλαγής πληροφοριών στην αιτούσα αρχή άλλου κράτους μέλους άμεσα και σε κάθε περίπτωση εντός επτά εργασίμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής αυτού του αιτήματος.

Σε περίπτωση ελλείψεων του αιτήματος ανταλλαγής πληροφοριών, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή οφείλει, κατά την παράγραφο 4, να κοινοποιήσει το γεγονός αυτό στην αιτούσα αρχή και να αιτηθεί συμπληρωματικές βασικές πληροφορίες, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής αυτού του αιτήματος. Οι προβλεπόμενες στην  παράγραφο 1 προθεσμίες εκκινούν σε αυτήν την περίπτωση την επομένη της παραλαβής των συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών που ζήτησε η λαμβάνουσα ελληνική αρχή από την αιτούσα αρχή.

Με την παράγραφο 5 δίδεται η δυνατότητα μη τήρησης των προβλεπόμενων στην παράγραφο 1 προθεσμιών, σε περίπτωση αδυναμίας της λαμβάνουσας ελληνικής αρχής να απαντήσει στο αίτημα εμπροθέσμως. Σε αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή και το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος αιτιολογώντας την καθυστέρηση της απάντησής της και αναφέροντας την ημερομηνία έως την οποία θεωρεί ότι ενδεχομένως θα είναι σε θέση να απαντήσει.

Παρά τα ως άνω αναφερόμενα, εάν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν διαθέτει τις αιτούμενες πληροφορίες και δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα ανταλλαγής πληροφοριών ή αρνείται να απαντήσει για τους λόγους αδυναμίας ή άρνησης παροχής αυτών των πληροφοριών, που ρητώς προβλέπονται στο άρθρο 17 του παρόντος νόμου, υποχρεούται να ενημερώσει αμέσως την αιτούσα αρχή άλλου κράτους μέλους και το αργότερο εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος, σύμφωνα με τη τελευταία παράγραφο αυτού του άρθρου.

Οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 7 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, οι οποίες ενσωματώνονται με τις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου, εμπνέονται από  το πρότυπο Συμφωνίας για την Ανταλλαγή Πληροφοριών σε Φορολογικά Ζητήματα του 2002, που έχει καταρτίσει ο ΟΟΣΑ.

ΤΜΗΜΑ Β’
Αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 9 [άρθρο 8 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] καθορίζεται το πεδίο της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών που λαμβάνει χώρα μεταξύ της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών και των αρμόδιων αρχών των  κρατών μελών, η οποία θα αφορά φορολογικές περιόδους από την 1η Ιανουαρίου 2014 και εφεξής και διαλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου:
α) εισόδημα από απασχόληση
β) αμοιβές διευθυντών
γ) προϊόντα ασφάλειας ζωής που δεν καλύπτονται από άλλες νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλα παρόμοια μέτρα 
δ) συντάξεις
ε) ακίνητη περιουσία και εισόδημα από αυτήν.

Οι πληροφορίες αυτές αφορούν φορολογικούς κατοίκους του κράτους μέλους στο οποίο αυτές κοινοποιούνται και η κοινοποίησή τους διενεργείται τουλάχιστον άπαξ ανά έτος, εντός έξι μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου κατέστησαν διαθέσιμες, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2.

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 9, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών οφείλει να ενημερώσει την Επιτροπή πριν την 1η Ιανουαρίου 2014 σχετικά με τις κατηγορίες εισοδήματος ή κεφαλαίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και για τις οποίες διαθέτει πληροφορίες, γνωστοποιεί δε στην Επιτροπή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες μεταβολές.

Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών δύναται να δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει πληροφορίες που δεν υπερβαίνουν ένα οριακό ποσό και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4.

Εν συνεχεία, η παράγραφος 5 ορίζει τις υποχρεώσεις της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών προς την Επιτροπή, τις οποίες πρέπει να εκπληρώσει έως την 1η Ιουλίου 2016.

Επιπλέον, με σκοπό τη μελλοντική επέκταση της ανταλλαγής πληροφοριών σε κατηγορίες πέραν των προβλεπόμενων στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στην παράγραφο 6 εισάγεται διάταξη η οποία παρέχει τη δυνατότητα στην Ελλάδα να προβεί σε διμερή ή πολυμερή συμφωνία με κράτη μέλη για εκτεταμένη αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών.

Η παράγραφος 7 του άρθρου 9 εξουσιοδοτεί τον Υπουργό Οικονομικών να καθορίσει τα πληροφοριακά μέσα, την παροχή στατιστικών στοιχείων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου, για τις οποίες θα διενεργείται αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών από την Ελλάδα προς τα κράτη μέλη και από τα κράτη μέλη προς την Ελλάδα. Η εν λόγω παράγραφος παραπέμπει στο άρθρο 26 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, με το οποίο εισάγεται για πρώτη φορά στον τομέα της άμεσης φορολογίας η διαδικασία της «Επιτροπολογίας». Σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία (η οποία κατά το χρόνο υπογραφής της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ προβλεπόταν από την Απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή, ΕΕ L 184 της 17.7.1999) η Επιτροπή, κατά την άσκηση των εκτελεστικών της αρμοδιοτήτων,  επικουρείται από επιτροπή, η οποία λαμβάνει αποφάσεις με τον κανόνα της ειδικής πλειοψηφίας. Στην περίπτωση της επιτροπής που λειτουργεί για τους σκοπούς της εφαρμογής της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, η επιτροπή αυτή ονομάζεται «Επιτροπή Διοικητικής Συνεργασίας για τη Φορολογία» (Committee on the Administrative Cooperation for Taxation).   

Στην τελευταία παράγραφο 8 του άρθρου 9 ορίζεται ειδική ημερομηνία έναρξης ισχύος αυτού του άρθρου την 1.1.2015, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στο τελευταίο άρθρο του παρόντος νόμου. Η ειδική αυτή πρόβλεψη λαμβάνει υπόψη το διοικητικό χρόνο που απαιτεί η προσαρμογή του συνόλου των κρατών μελών στις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου, καθώς επίσης και το γεγονός ότι επί του παρόντος υφίσταται διαφοροποίηση μεταξύ των κρατών μελών ως προς την εφαρμογή της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών.

ΤΜΗΜΑ Γ’
Αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 10 [άρθρο 9 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ], παρέχεται η δυνατότητα, στην αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών να κοινοποιεί αυθορμήτως στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών πληροφορίες, οι οποίες ενδέχεται να είναι χρήσιμες στις αρμόδιες αρχές αυτών των άλλων κρατών. Γίνεται αντιληπτό ότι σε αυτήν την περίπτωση δεν εξετάζεται η ύπαρξη των υπό α) – ε) στοιχεία περιπτώσεων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, ορίζεται η υποχρέωση της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών να κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, κατ’ αυθόρμητο τρόπο, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στις περιπτώσεις α) έως και ε).

Στην τελευταία παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου προβλέπεται ότι η αρμόδια αρχή  του Υπουργείου Οικονομικών υποδέχεται, αντιστοίχως, πληροφορίες που τις κοινοποιούνται κατ΄ αυθόρμητο τρόπο από άλλο κράτος μέλος.

Κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 11 [άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ], ισχύουν προθεσμίες εντός των οποίων η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών οφείλει να ενεργήσει για τους σκοπούς εφαρμογής της αυθόρμητης ανταλλαγής πληροφοριών (άρθρο 10). Ειδικότερα, η παράγραφος 1 ορίζει μέγιστο διάστημα κοινοποίησης των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 10 στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους έναν μήνα από τη στιγμή που αυτές κατέστησαν διαθέσιμες στην αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών. Εν συνεχεία, η παράγραφος 2 ορίζει μέγιστο διάστημα επτά εργάσιμων ημερών για την παροχή επιβεβαίωσης της παραλαβής των πληροφοριών εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών στην οποία αυτές κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 10 από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α’
Παρουσία σε διοικητικές υπηρεσίες και συμμετοχή σε διοικητικές έρευνες

Το άρθρο 12 [άρθρο 11 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] εισάγει ένα νέο εργαλείο διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, ήτοι την παρουσία εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της αλλοδαπής αρχής σε διοικητικές υπηρεσίες της Ελλάδας  και τη συμμετοχή τους σε διοικητικές έρευνες που διενεργούνται στις ημεδαπές αρμόδιες αρχές.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 1, μπορεί να συμφωνηθεί η παρουσία εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της αιτούσας αρχής άλλου κράτους μέλους στα γραφεία της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, μετά από αίτημα της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους μέλους προς το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών, ήτοι τη Διεύθυνση Ελέγχων ή τη Διεύθυνση Ελέγχου Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών και σχετική εισήγηση της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής.

Όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2, η παρουσία των αλλοδαπών εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων περιορίζεται α) στην ανταλλαγή πληροφοριών με υπαλλήλους της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής και β) στην παρουσία τους κατά τις διοικητικές έρευνες που διεξάγονται από τα γραφεία της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής. Κατά τα οριζόμενα σε αυτήν την παράγραφο, δεν παρέχεται η δυνατότητα στους αλλοδαπούς εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους να διεξαγάγουν συνέντευξη με υπόχρεους φορολογούμενους ή τρίτους, ενώ παρέχεται η δυνατότητα παροχής αντιγράφων των εγγράφων που περιέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Επιπλέον, η ανταλλαγή πληροφοριών και οι διοικητικές έρευνες στις οποίες εμπλέκονται οι εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι του αιτούντος κράτους πρέπει να αφορούν αποκλειστικά συναλλαγές μεταξύ υπόχρεων της αιτούσας αρχής και υπόχρεων της ημεδαπής.

Αντιστοίχως, οι ημεδαπές ελεγκτικές υπηρεσίες δύνανται αιτιολογημένα να αιτούνται, μέσω του αρμόδιου τμήματος διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών, την παρουσία ημεδαπών εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων στα γραφεία των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών μελών, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 12.

Σε κάθε περίπτωση, οι εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι του αιτούντος κράτους πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να επιδείξουν γραπτή εξουσιοδότηση, στην οποία θα αναφέρονται η ταυτότητά τους και τα επίσημα καθήκοντά τους, όπως προβλέπεται από την τελευταία παράγραφο του άρθρου 12.

ΤΜΗΜΑ Β’
Ταυτόχρονοι έλεγχοι

Άρθρο 13 [άρθρο 12 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]. Η δυνατότητα διενέργειας ταυτόχρονων ελέγχων ήδη προβλέπεται από το άρθρο 24α του ν. 1914/1990 (όπως ισχύει), το οποίο ενσωματώνει στην εσωτερική νομοθεσία το άρθρο 8β της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ (όπως ισχύει).

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 13 ορίζεται ότι δύο η περισσότερα κράτη μέλη μπορούν να συμφωνήσουν τη διενέργεια ταυτόχρονων ελέγχων για έναν ή περισσότερους φορολογούμενους, κοινού ή συμπληρωματικού ενδιαφέροντος για τα εν λόγω κράτη, με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών. Οι εν λόγω έλεγχοι διεξάγονται στο έδαφος καθενός από τα κράτη μέλη που έχουν συμφωνήσει στη διενέργειά τους.

Κατά την παράγραφο 2, το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης, ήτοι η Διεύθυνση Ελέγχων ή η Διεύθυνση Ελέγχου Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών, λαμβάνει, αποδέχεται ή απορρίπτει και αποστέλλει αιτήματα διενέργειας ταυτόχρονου ελέγχου από ή προς τις λαμβάνουσες αρχές των άλλων κρατών μελών, αντίστοιχα.

Εν συνεχεία,  η παράγραφος 3 του άρθρου 13 ορίζει τη διαδικασία που ακολουθείται από το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών, ανάλογα με την περίπτωση,  προκειμένου να διενεργηθεί ο ταυτόχρονος  έλεγχος.

Στις παραγράφους 4, 5,και 6 τους άρθρου 13 αποτυπώνονται οι διαδικασίες στις οποίες προβαίνει το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών, ανάλογα με την περίπτωση, κατά τις προηγούμενες ενέργειες, πάντοτε σε συνεργασία με την αρμόδια ημεδαπή ελεγκτική αρχή.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13.

ΤΜΗΜΑ Γ’
Διοικητική κοινοποίηση

Άρθρο 14 [άρθρο 13 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]. Η διαδικασία της διοικητικής κοινοποίησης μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ για τους σκοπούς της διοικητικής συνεργασίας στον τομέα της άμεσης φορολογίας προβλέπεται ήδη από το άρθρο 24 του ν. 1914/1990 (όπως ισχύει), με το οποίο ενσωματώθηκε στην εσωτερική νομοθεσία το άρθρο 8α της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ (όπως ισχύει).

Κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή  μεριμνά, κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής άλλου κράτους μέλους, για την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο παραλήπτη πράξεων και αποφάσεων που προέρχονται από τις διοικητικές αρχές του αιτούντος κράτους και αφορούν στην εφαρμογή στο έδαφος του τελευταίου της νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους που αποτελούν το αντικείμενο των άρθρων 1 έως και 25 του παρόντος νόμου.

Όπως προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 14, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή διαβιβάζει μέσω της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, τις σχετικές πράξεις και αποφάσεις στην αρμόδια φορολογική αρχή. Η τελευταία τις κοινοποιεί στον παραλήπτη, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων ή αποφάσεων και αποστέλλει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ενημερώνει την αιτούσα αρχή αφενός, για τη συνέχεια που δίνει στο αίτημα κοινοποίησης και αφετέρου, για την ημερομηνία κοινοποίησης στον ενδιαφερόμενο παραλήπτη.

Η διαδικασία της διοικητικής κοινοποίησης λαμβάνει χώρα, σύμφωνα με την παράγραφο 4, μόνον όταν η αιτούσα ελληνική αρχή δεν είναι σε θέση να κοινοποιήσει τις σχετικές πράξεις και αποφάσεις σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων στην Ελλάδα ή όταν αυτή η κοινοποίηση θα δημιουργούσε δυσανάλογες δυσκολίες.

Επιπλέον, κατά τα οριζόμενα στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 14, παρέχεται η δυνατότητα στις ελληνικές αρχές  να κοινοποιούν κάθε έγγραφο με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά απευθείας σε ένα πρόσωπο εντός της επικράτειας άλλου κράτους μέλους.

ΤΜΗΜΑ Δ’
Πληροφόρηση σχετικά με τη χρησιμότητα των ζητούμενων πληροφοριών

Η παράγραφος 1 του άρθρου 15 [άρθρο 14 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] εισάγει τη δυνατότητα της λαμβάνουσας ελληνικής αρχής ή της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών να ζητεί από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, στην οποία παρέχει πληροφορίες κατόπιν αιτήματος ανταλλαγής πληροφοριών (άρθρο 6) ή αυθορμήτως (άρθρο 10), σχετική πληροφόρηση ως προς τη χρησιμότητα αυτών των πληροφοριών.

Αντιστοίχως, η αιτούσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών αποστέλλει σχετική πληροφόρηση ως προς τη χρησιμότητα πληροφοριών που έλαβε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 ή του άρθρου 10 του παρόντος νόμου, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους που κοινοποίησε αυτές τις πληροφορίες στην Ελλάδα, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση που ζητείται τέτοια πληροφόρηση, η αιτούσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών αποστέλλει την πληροφόρηση αυτή, με την επιφύλαξη των περί φορολογικού απορρήτου και προστασίας δεδομένων κανόνων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, το αργότερο εντός τριών μηνών από τη γνωστοποίηση της έκβασης της χρησιμοποίησης των ζητούμενων πληροφοριών.

Η τελευταία παράγραφος του άρθρου 15 θεσπίζει, επίσης, την υποχρέωση της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών να παρέχει πληροφόρηση (μία φορά κατ’ έτος) σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών προς άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, βάσει πρακτικών διευθετήσεων που έχουν συμφωνηθεί σε διμερή βάση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΟΡΟΙ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Το άρθρο 16 [άρθρο 16 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] ορίζει τη χρήση των πληροφοριών και των εγγράφων που γνωστοποιούνται στην αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών ή την αιτούσα ελληνική αρχή για τους σκοπούς της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 έως και 25 του παρόντος νόμου.

Ειδικότερα, στην παράγραφο 1 αυτού, ρητώς αποτυπώνεται ότι οι πληροφορίες που λαμβάνουν οι ανωτέρω ελληνικές αρχές, δυνάμει των σχετικών διατάξεων, καλύπτονται από το υπηρεσιακό απόρρητο και προστατεύονται από το φορολογικό απόρρητο που προβλέπεται από την ελληνική φορολογική νομοθεσία.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 16 ορίζει ότι οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν, πέραν των προβλεπόμενων στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του νόμου, σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες που ενδέχεται να συνεπάγονται κυρώσεις, κατόπιν παράβασης της φορολογικής νομοθεσίας.

Εν συνεχεία, η παράγραφος 3 εισάγει παρέκκλιση από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, θεσπίζοντας δυνατότητα χρήσης των εν λόγω πληροφοριών που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών ή την αιτούσα ελληνική αρχή πέραν των περιπτώσεων του άρθρου 2, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Η διαφορετική χρήση αυτών των πληροφοριών προϋποθέτει την άδεια της αρμόδιας αρχής που κοινοποιεί τις πληροφορίες και τη δυνατότητα τέτοιας χρήσης δυνάμει της νομοθεσίας του λαμβάνοντος κράτους μέλους. Περαιτέρω, η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στο κράτος μέλος της αρμόδιας αρχής που κοινοποιεί αυτές τις πληροφορίες.

Με την άδεια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 2, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4. Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στην Ελλάδα.

Η διαβίβαση πληροφοριών από την αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών ή την αιτούσα ελληνική αρχή στην αρμόδια αρχή τρίτου κράτους μέλους ρυθμίζεται από την παράγραφο 5 του άρθρου 16. Οι ανωτέρω ελληνικές αρχές δύνανται να προβούν στη διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτο κράτος μέλος, όταν οι εν λόγω πληροφορίες ενδέχεται να είναι χρήσιμες σε αυτό το τρίτο κράτος μέλος για τους αναφερόμενους στο άρθρο 2 σκοπούς, υπό την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος προέλευσης αυτών των πληροφοριών δεν έχει αντιταχθεί σε αυτή τη διαβίβαση.

Αντιστοίχως, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών δύναται να αντιταχθεί στη διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτο κράτος μέλος από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο παρείχε πληροφορίες, σύμφωνα με την παράγραφο 6.

Η τελευταία παράγραφος 7 του άρθρου 16 εξομοιώνει, ενώπιον των διοικητικών ή δικαστικών αρχών της Ελλάδας, τις πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο, ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματά τους, που έχει λάβει η αιτούσα ελληνική αρχή από τη λαμβάνουσα αρχή άλλου κράτους μέλους, με παρόμοιες πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και οιαδήποτε άλλα έγγραφα παρέχονται από μια άλλη αρχή της Ελλάδας.

Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 17 [άρθρο 17 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ], η κατόπιν αιτήματος ανταλλαγή πληροφοριών, δυνάμει του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, λαμβάνει χώρα υπό την προϋπόθεση ότι η αιτούσα αρχή άλλου κράτους μέλους έχει εξαντλήσει τις συνήθεις (εσωτερικές) πηγές πληροφόρησης στις οποίες θα μπορούσε να προσφύγει για τη συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος διακύβευσης της επίτευξης του στόχου της.

Επιπλέον, στις παραγράφους 2, 3 και 4, αποτυπώνονται οι λοιπές περιπτώσεις μη παροχής πληροφοριών από τη λαμβάνουσα ελληνική αρχή, ήτοι: 
- εάν η διεξαγωγή αυτών των ερευνών ή η συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών για ίδιους σκοπούς αντίκειται στην κείμενη νομοθεσία.
- εάν το αιτούν κράτος μέλος αδυνατεί για νομικούς λόγους να παράσχει παρόμοιες πληροφορίες.
- εάν η διαβίβαση των πληροφοριών θα οδηγούσε στην αποκάλυψη ενός εμπορικού, βιομηχανικού ή επαγγελματικού απορρήτου ή μιας εμπορικής μεθόδου ή μιας πληροφορίας της οποίας η αποκάλυψη θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη.

Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή υποχρεούται να αιτιολογήσει στην αιτούσα αρχή άλλου κράτους μέλους την άρνηση παροχής των ζητούμενων πληροφοριών.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ακολουθούν τη διατύπωση του αναθεωρημένου άρθρου 26 του Προτύπου Σύμβασης για την Αποφυγή Διπλής Φορολογίας Εισοδήματος και Κεφαλαίου του ΟΟΣΑ (έκδοση 2010).

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 [άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] εισάγεται η υποχρέωση της λαμβάνουσας ελληνικής αρχής να εφαρμόζει, όταν ζητούνται πληροφορίες από ένα κράτος μέλος, τα μέτρα που διαθέτει για τη συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών, ακόμη κι αν δεν χρειάζεται αυτές τις πληροφορίες για δικούς της φορολογικούς σκοπούς (μη εφαρμογή της αρχής του εγχώριου φορολογικού συμφέροντος). Η υποχρέωση αυτή κάμπτεται στις περιπτώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 17. Σε καμία, ωστόσο, περίπτωση η λαμβάνουσα ελληνική αρχή  δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά λόγω της μη ύπαρξης δικού της συμφέροντος στις προς κοινοποίηση πληροφορίες.

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 18, κάμπτονται οι δυνατότητες παρέκκλισης από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών που εισάγουν οι παράγραφοι 2 και 4 του άρθρου 17, εάν ο λόγος άρνησης της παροχής πληροφοριών έγκειται αποκλειστικά στο γεγονός ότι κάτοχος των πληροφοριών αυτών είναι τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του πράκτορα ή του διαχειριστή ή επειδή οι πληροφορίες αφορούν ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 18 απεικονίζουν τα διαλαμβανόμενα στο αναθεωρημένο άρθρο 26 του Προτύπου Σύμβασης για την Αποφυγή Διπλής Φορολογίας Εισοδήματος και Κεφαλαίου του ΟΟΣΑ (έκδοση 2010) και ειδικότερα, στις παραγράφους 4 και 5 αυτού.

Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 2, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δύναται να αρνηθεί τη διαβίβαση της ζητούμενης πληροφορίας, όταν η εν λόγω πληροφορία αφορά περιόδους προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 2011 και όταν η διαβίβασή της θα είχε απορριφθεί δυνάμει του στοιχείου γ) του άρθρου 21 του ν. 1914/1990 - όπως ισχύει (παράγραφος 1 του άρθρου 8 της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ), εάν η πληροφορία αυτή είχε ζητηθεί πριν την 11η Μαρτίου 2011. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά. Σημειώνεται ότι, δυνάμει του στοιχείου γ) του άρθρου 21 του ν. 1914/1990 (όπως ισχύει) ο Υπουργός Οικονομικών ή ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός του μπορεί να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 20 του εν λόγω νόμου, ο οποίος ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία την οδηγία 77/799/ΕΟΚ, αν βάσει της ελληνικής νομοθεσίας απαγορεύεται η συλλογή ή η διεξαγωγή ερευνών για τη συλλογή ή τη χρησιμοποίηση των αιτούμενων πληροφοριών για φορολογικούς σκοπούς.

Το άρθρο 19 [άρθρο 19 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] εισάγει την αρχή του πλέον ευνομούμενου κράτους, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα δύναται να αιτηθεί ευρύτερη αμοιβαία συνεργασία με ένα κράτος μέλος από αυτήν που προβλέπουν τα άρθρα 1 έως και 25 του νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το κράτος μέλος παρέχει τέτοια συνεργασία σε τρίτη χώρα. Αντιστοίχως, τέτοια υποχρέωση έχει και η Ελλάδα έναντι άλλου κράτους μέλους, όταν παρέχει ευρύτερη από την προβλεπόμενη στα άρθρα 1 έως και 25 του παρόντος νόμου αμοιβαία διοικητική συνεργασία σε τρίτη χώρα, εάν αυτό το άλλο κράτος μέλος επιθυμεί να συμμετάσχει σε τέτοια ευρύτερη αμοιβαία συνεργασία με την Ελλάδα.

Με τις διατάξεις του άρθρου 20 [άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] καθορίζονται τα κοινά τυποποιημένα έντυπα και οι ηλεκτρονικοί μορφότυποι που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 1-25 του νόμου.

Ο μορφότυπος της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, που διενεργείται δυνάμει του άρθρου 9 του παρόντος νόμου, θα βασίζεται στον ηλεκτρονικό μορφότυπο που ήδη χρησιμοποιείται για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών που λαμβάνει χώρα για τους σκοπούς της εφαρμογής του ν. 3312/2005 για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις.
Σημειώνεται ότι, τα τυποποιημένα έντυπα και οι ηλεκτρονικοί μορφότυποι του παρόντος άρθρου εγκρίνονται από την Επιτροπή με τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 26 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ (διαδικασία της «Επιτροπολογίας»).

Οι πρακτικές ρυθμίσεις, που αποτυπώνονται στο άρθρο 21 [άρθρο 21 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ], αφορούν σε ζητήματα σχετικά με το ηλεκτρονικό Κοινό Δίκτυο Επικοινωνιών – γνωστό με το λατινικό ακρωνύμιο CCN, καθώς και με τη γλώσσα στην οποία συντάσσονται τα αιτήματα συνεργασίας (συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων κοινοποίησης) και τα συνημμένα έγγραφα αυτών και τις δαπάνες οι οποίες προκύπτουν στην Ελλάδα κατά την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 25 του νόμου.

Σημειώνεται ότι, το Κοινό Δίκτυο Επικοινωνιών (CCN) αποτελεί ένα διασφαλισμένο ηλεκτρονικό δίκτυο που έχει αναπτύξει η Ευρωπαϊκή Ένωση και μέσω του οποίου επιτυγχάνονται οι διαβιβάσεις μεταξύ των αρμόδιων τελωνειακών και φορολογικών αρχών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 22 [άρθρο 23 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] περιγράφονται οι υποχρεώσεις της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών έναντι της Επιτροπής, για το σκοπό της αξιολόγησης της διοικητικής συνεργασίας που επιτυγχάνεται με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 25 του νόμου. Για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 22 γίνεται ευθεία παραπομπή στη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 26 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ (διαδικασία της «Επιτροπολογίας»).

Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται από την αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών στην Επιτροπή, δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, θεωρούνται εμπιστευτικές, σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στις αρχές της ΕΕ, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4. Περαιτέρω, οι πληροφορίες αυτές, καθώς και οιαδήποτε έκθεση ή έγγραφο που συντάσσεται από την Επιτροπή βάσει αυτών μπορούν να διαβιβάζονται σε άλλα κράτη μέλη, καλύπτονται δε από το υπηρεσιακό απόρρητο και χαίρουν της προστασίας που παρέχεται σε παρόμοιες πληροφορίες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο έχουν διαβιβαστεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Με τις διατάξεις του άρθρου 23 [άρθρο 24 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ] ορίζεται το πλαίσιο της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων ελληνικών αρχών και των τρίτων χωρών.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών ή η αιτούσα ελληνική αρχή που λαμβάνει πληροφορίες από μία τρίτη – εκτός ΕΕ – χώρα, οι οποίες είναι εύλογα συναφείς με την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας, έχει τη δυνατότητα να παράσχει αυτές τις πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές κρατών μελών για τις οποίες αυτές ενδέχεται να είναι χρήσιμες, καθώς και σε οποιαδήποτε αιτούσα αρχή. Η παροχή αυτών των πληροφοριών διενεργείται εφόσον αυτό επιτρέπεται δυνάμει διεθνούς συμφωνίας με την τρίτη χώρα από την οποία προέρχονται αυτές οι πληροφορίες.     

Στην παράγραφο 2 προβλέπεται η κοινοποίηση σε τρίτη χώρα πληροφοριών που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών ή η αιτούσα ελληνική αρχή από άλλο κράτος μέλος υπό την προϋπόθεση αφενός, ότι συναινεί για αυτή την κοινοποίηση το κράτος μέλος από το οποίο προέρχονται οι πληροφορίες και αφετέρου, ότι η τρίτη χώρα προς την οποία κοινοποιούνται αυτές οι πληροφορίες έχει δεσμευθεί να παράσχει τη δέουσα συνεργασία για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την παράτυπη ή παράνομη φύση των συναλλαγών, οι οποίες φαίνεται ότι συνιστούν παραβίαση ή κατάχρηση της φορολογικής νομοθεσίας.

Οι ανωτέρω προϋποθέσεις πρέπει να τηρούνται αθροιστικά προκειμένου να λάβει χώρα η διαβίβαση των πληροφοριών προς την τρίτη χώρα. Η κοινοποίηση αυτών των πληροφοριών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την κοινοποίηση προσωπικών δεδομένων σε τρίτες χώρες. Η μέριμνα του κοινοτικού νομοθέτη για το επίπεδο προστασίας προσωπικών δεδομένων στα κράτη μέλη της ΕΕ κατά τη διαδικασία της διοικητικής συνεργασίας αποτυπώνεται και στο άρθρο 25 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, το οποίο ενσωματώνεται στην εθνική έννομη τάξη με το επόμενο άρθρο 24 του νόμου.

Η τελευταία παράγραφος 4 του άρθρου 23, ορίζει τη δυνατότητα της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών να αντιταχθεί στη διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτη χώρα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’
ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 24 [άρθρο 25 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ], η λαμβάνουσα ή η αιτούσα ελληνική αρχή εξετάζει την αιτιολογία για τη διενέργεια της ανταλλαγής πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών ερευνών, ως προς την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα των δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2472/1997 (Α’ 50), λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 15 παράγραφος 1, 16 παράγραφος 1 και 17 του παρόντος νόμου.

Επιπλέον, το άρθρο 24 ορίζει ότι η ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του παρόντος νόμου, γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 2472/1997.

Παρέχεται, τέλος, η δυνατότητα να αποφασίζεται εξαίρεση της άσκησης των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12 του ν. 2472/1997, για τους σκοπούς των διατάξεων των άρθρων 1 έως και 25 του παρόντος νόμου και ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη πράξη της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών.

Στο άρθρο 25 απαριθμούνται οι διατάξεις των νόμων, που καταργούνται με τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΩΝ

Με το άρθρο 26 διευκρινίζεται ότι η Ε.Λ.Τ.Ε. απολαύει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και λειτουργικής ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της και ότι το εύρος της ασκούμενης από τον Υπουργό Οικονομικών εποπτείας καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 26-38 του νόμου. 

Επιπροσθέτως, διαλαμβάνεται ειδική πρόβλεψη σχετικά με τη νόμιμη λειτουργία  του Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. σε περίπτωση λήξης της θητείας των μελών του με την αυτοδίκαιη παράταση της θητείας των υφιστάμενων μελών μέχρι το διορισμό νέων μελών. Η εν λόγω παράταση εκτείνεται σε χρονικό διάστημα μέχρι ενός έτους, και όχι τριών μηνών βάσει του γενικού κανόνα που θέτει ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας, προκειμένου, εν όψει αφενός των αυξημένων αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στο Δ.Σ ως δικαιοδοτικό όργανο και αφετέρου του χρονοβόρου χαρακτήρα της διαδικασίας διορισμού νέων μελών, να διασφαλιστεί η συνέχεια και το αδιακώλυτο της λειτουργίας του.

Με το άρθρο 27 τροποποιείται το άρθρο 4 του ν. 3148/2003, προς την κατεύθυνση του εξορθολογισμού των απαιτούμενων προσόντων των μελών που συγκροτούν το Συμβούλιο Λογιστικής Τυποποίησης (ΣΛΟΤ), καθώς και της επικαιροποίησης του τρόπου άσκησης των ανατεθειμένων σε αυτό γνωμοδοτικών αρμοδιοτήτων.

Στο προτεινόμενο άρθρο 28 προβλέπεται η τροποποίηση του άρθρου 5 του ν. 3148/2003, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ώστε ως μέλη του Συμβουλίου Ποιοτικού Ελέγχου (ΣΠΕ) της Ε.Λ.Τ.Ε. να διορίζονται πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και με ειδικές γνώσεις και εμπειρία σε θέματα ελεγκτικής, λογιστικής και της φορολογικής νομοθεσίας, προς ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας του εν λόγω συλλογικού οργάνου και, περαιτέρω, προς εξάλειψη καθυστερήσεων και δυσλειτουργιών που είχαν προκύψει κατά το παρελθόν ιδίως στο πλαίσιο της αντικατάστασης μελών του ΣΠΕ με αποφάσεις διαφόρων διοικητικών οργάνων. Περαιτέρω, καθορίζονται οι αρμοδιότητες του ΣΠΕ, μεταφέρεται η αρμοδιότητα διατύπωσης υποδείξεων ως αποτέλεσμα διενεργηθέντος ποιοτικού ελέγχου από το Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. στο ΣΠΕ και μειώνεται ο αριθμός μελών του ΣΠΕ.

Με τα προτεινόμενα άρθρα 29 και 30 επιτυγχάνεται η αναμόρφωση της αρμοδιότητας και της διαδικασίας επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων επί των εποπτευόμενων από την Ε.Λ.Τ.Ε. προσώπων. Ειδικότερα:

Ως αρμόδιο όργανο επιβολής κυρώσεων ορίζεται το Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. και, κατά συνέπεια, το Πειθαρχικό Συμβούλιο ως αυτοτελές συλλογικό όργανο της Ε.Λ.Τ.Ε. καταργείται.

Εμπλουτίζονται οι επιβαλλόμενες πειθαρχικές κυρώσεις, ώστε να καταστούν περισσότερο αποτελεσματικές και αποτρεπτικές για την τέλεση ή την επανάληψη πειθαρχικών παραπτωμάτων, σύμφωνα και με τις σχετικές επιταγές της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ. Για το σκοπό αυτό εισάγεται ειδικό περιεχόμενο στη σύσταση που απευθύνει το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. ως πειθαρχική κύρωση, αυξάνεται το ανώτατο όριο του επιβαλλόμενου από το Δ.Σ. προστίμου, ενώ προβλέπεται το διπλάσιο αυτού σε περίπτωση υποτροπής, προβλέπεται η δυνατότητα απαγόρευσης από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. της διενέργειας υποχρεωτικών ελέγχων ειδικώς επί οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος, εισάγεται δε η δυνατότητα προσωρινής αφαίρεσης της επαγγελματικής άδειας έως δύο έτη, καθώς και η αναστολή της ισχύος της μέχρι τη συμμόρφωση των εποπτευόμενων προσώπων προς τις υποχρεώσεις τους, με σχετικές αποφάσεις του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε.
Θεσπίζονται ενδεικτικά κριτήρια για την επιμέτρηση των επιβαλλόμενων από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. προστίμων.

Προβλέπεται ειδικώς η δυνατότητα του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. να δημοσιοποιεί τις αποφάσεις του που αφορούν την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων, σύμφωνα και με το άρθρο 30 της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ.

Προβλέπεται γενική αρμοδιότητα και εποπτεία του ΣΠΕ επί της διενέργειας ερευνών για τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικών παραπτωμάτων, καθώς και συγκεκριμένη Διεύθυνση της Ε.Λ.Τ.Ε., στην οποία ανατίθεται η διεξαγωγή των ερευνών.
Προβλέπονται ειδικές και σαφείς εξουσίες της αρμόδιας Διεύθυνσης της Ε.Λ.Τ.Ε. κατά τη διεξαγωγή των ερευνών, καθώς και η κατ’ ιδίαν διαδικασία διεξαγωγής τους.

Με βάση τα παραπάνω, εκτιμάται πως με τις νέες ρυθμίσεις θα επιταχυνθεί η διαδικασία επιβολής κυρώσεων, ιδίως με τη θέσπιση αρμόδιας διεύθυνσης της Ε.Λ.Τ.Ε. για τη διεξαγωγή των ερευνών με καθορισμένες και σαφείς αρμοδιότητες, ώστε οι εκάστοτε υποθέσεις να καταλήγουν «ώριμες» στο αρμόδιο για την επιβολή κυρώσεων όργανο. Τέλος, με την προτεινόμενη αναμόρφωση των επιβαλλόμενων κυρώσεων εκτιμάται πως θα αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της δημόσιας εποπτείας επί του έργου των νομίμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων.

Με το άρθρο 31 τροποποιείται το άρθρο 8 του ν. 3148/2003 κατά τρόπο, ώστε να αρθούν οι ερμηνευτικές δυσχέρειες που είχαν δημιουργηθεί αναφορικά με την έννοια και το εύρος των ‘τιμολογούμενων αμοιβών’ ως βάσης υπολογισμού του καταβαλλόμενου υπέρ της Ε.Λ.Τ.Ε. πόρου και πλέον ως βάση για την επιβολή της εν λόγω εισφοράς νοείται το σύνολο των ακαθάριστων εσόδων των ελεγκτικών εταιρειών.

Στο άρθρο 32 προβλέπεται η δημοσίευση των κανονιστικού περιεχομένου αποφάσεων του Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως λόγω έλλειψης σχετικής πρόβλεψης στον οικείο νόμο περί Εφημερίδος της Κυβερνήσεως .

άρθρο 33: Προς το σκοπό της ομογενοποίησης της ισχύουσας σήμερα νομοθεσίας προς τις προτεινόμενες νέες ρυθμίσεις, τροποποιείται μία σειρά διατάξεων ιδίως του ν. 3693/2008 (Α’ 174), ώστε να αποφευχθούν ερμηνευτικά προβλήματα και προβλήματα συνάρθρωσης των μέχρι σήμερα ισχυουσών ρυθμίσεων με τις νέες.

άρθρο 34: Εν όψει της αναμόρφωσης της διαδικασίας επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων, εισάγεται ρύθμιση, στο πρότυπο αντίστοιχων ρυθμίσεων, οι οποίες ισχύουν για τα μέλη συλλογικών οργάνων και το προσωπικό άλλων εποπτικών αρχών, για την απαλλαγή των μελών όλων των συλλογικών οργάνων της Ε.Λ.Τ.Ε. (Δ.Σ, ΣΠΕ, ΣΛΟΤ), καθώς και του εν γένει προσωπικού της Ε.Λ.Τ.Ε. και των «εντεταλμένων ελεγκτών» αυτής από την αστική ευθύνη κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων τους, με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης τους έναντι της Ε.Λ.Τ.Ε..

Με το άρθρο 35 ρυθμίζεται και ρητώς  η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να χορηγούν βεβαιώσεις υπολοίπου λογαριασμών πελατών τους απευθείας στους νόμιμους ελεγκτές / ελεγκτικά γραφεία, χωρίς να είναι επιτρεπτή η επίκληση έναντι αυτών του τραπεζικού απορρήτου, εφόσον το σχετικό αίτημα του νόμιμου ελεγκτή / ελεγκτικού γραφείου υποβάλλεται προς το πιστωτικό ίδρυμα προσηκόντως, δίδονται δε οι προϋποθέσεις της προσήκουσας υποβολής του σχετικού αιτήματος.

Με το προτεινόμενο άρθρο 36 εισάγεται μεταβατική ρύθμιση ως προς τις εκκρεμείς σήμερα ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Ε.Λ.Τ.Ε. υποθέσεις, λαμβάνοντας υπόψη και τη νομολογία των δικαστηρίων επί συναφών ζητημάτων.

Με το άρθρο 37 καταργούνται ρυθμίσεις της μέχρι σήμερα ισχύουσας νομοθεσίας, οι οποίες δημιουργούσαν σειρά τόσο ερμηνευτικών προβλημάτων όσο και πρακτικών δυσλειτουργιών και καθυστερήσεων στην άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων της Ε.Λ.Τ.Ε.. Περαιτέρω, προβλέπεται η ρητή κατάργηση του απαρχαιωμένου, όπως ήδη εκτέθηκε, Παραρτήματος 2 του Π.Δ. 226/1992.

Στο άρθρο 38 τίθενται οι αναγκαίες μεταβατικές ρυθμίσεις για την κάλυψη των εκκρεμών πειθαρχικών υποθέσεων (παρ. 1) και των παραβάσεων της νομοθεσίας περί ελεγκτών (παρ. 2).

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Η προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 39 ρυθμίζει τη συγκρότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) σε Πλήρη, Διοικητική, Τακτική (Α΄ και Β΄) Ολομέλεια, Τμήματα και Τριμελείς Επιτροπές. Περαιτέρω, αντικαθίσταται ο τρόπος συγκρότησης της Τακτικής Ολομέλειας, ούτως ώστε να μπορεί να επιτευχθεί ορθολογική λειτουργία της. Με την υφιστάμενη ρύθμιση η Τακτική Ολομέλεια συγκροτούνταν με βάση το μονό ή ζυγό αριθμό των μελών του Ν.Σ.Κ. Η ρύθμιση αυτή προκαλούσε δυσλειτουργίες, αφενός μεν λόγω των υπηρεσιακών μεταβολών που προκαλούσαν διαρκώς διαφοροποίηση της σύνθεσής της, αφετέρου δε λόγω της αδυναμίας συμμετοχής σ’ αυτή όλων των μελών του Τμήματος που παρέπεμπε μια υπόθεση στην Ολομέλεια.

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 40 ρυθμίζονται οι αρμοδιότητες της Πλήρους, Διοικητικής και Τακτικής Ολομέλειας, των Τμημάτων, και των Τριμελών Επιτροπών του Ν.Σ.Κ. Στην αρμοδιότητα της Τριμελούς Επιτροπής υπάγεται πλέον και η μη άσκηση ενδίκων μέσων κατά δικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί, καθώς και η παραίτηση απ’ αυτά, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό της καθ’ ύλη αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Περαιτέρω, παρέχεται στην Ολομέλεια η ευχέρεια να παραπέμπει, εκδίδοντας σχετική γνωμοδότηση, στην Τριμελή Επιτροπή κατηγορία υποθέσεων, ανεξαρτήτως ποσού, εφόσον τα ζητήματα που τίθενται στις υποθέσεις αυτές έχουν αντιμετωπισθεί ήδη από την Ολομέλεια και επιπροσθέτως έχει κριθεί ότι παρέλκει η περαιτέρω εισαγωγή τους σ’ αυτή ή στα Τμήματα. Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι να αποσυμφορηθούν η Ολομέλεια και τα Τμήματα από ομοειδείς υποθέσεις, των οποίων τα σχετικά ζητήματα έχουν αντιμετωπισθεί κατά τρόπο πάγιο με αποφάσεις Ανωτάτων Δικαστηρίων ή γνωμοδοτήσεις του Ν.Σ.Κ.

Με το άρθρο 41 ορίζεται αναλυτικά η διαδικασία ενώπιον της Ολομέλειας, των Τμημάτων και των Τριμελών Επιτροπών. Περαιτέρω, η αρμοδιότητα του Προέδρου για έγκριση των πρακτικών του Ν.Σ.Κ. σε δικαστικές και εξώδικες διαφορές αυξάνεται μέχρι ποσού 20.000 ευρώ, έναντι του ισχύοντος μέχρι σήμερα 6000 ευρώ, εκτός εκείνων που αφορούν υποθέσεις μείζονος σημασίας ή έχουν ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις. Επίσης, με τα πρακτικά γνωμοδοτήσεων του Ν.Σ.Κ., σε δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις, επιλύεται οριστικά η οικεία διαφορά και τα αποτελέσματά τους είναι ισοδύναμα με εκείνα των δικαστικών αποφάσεων. Γι αυτό προβλέπεται στο άρθρο αυτό ότι η εκτέλεσή τους είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση. Προς αποφυγή, όμως, ανεπίτρεπτων εμπλοκών κατά την εκτέλεσή τους επιβάλλεται να ενταχθούν στην κατηγορία των εκτελεστών τίτλων.

Στην προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 42 αναφέρονται αναλυτικά οι επί μέρους αρμοδιότητες του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. Ειδικότερα, οι διαλαμβανόμενες στο άρθρο αυτό αρμοδιότητες του εκπροσώπου της Ελληνικής Δημοκρατίας (Agent) βρίσκουν νόμιμο έρεισμα στο άρθρο 46 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), έτσι όπως αυτό έχει εφαρμοστεί στην πράξη και σε σειρά Συστάσεων και Ψηφισμάτων της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων (Ε.Μ.Α.) που αφορούν την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, έχουν δε καταγραφεί ως κοινές θέσεις με βάση τη μέχρι σήμερα εμπειρία από τη λειτουργία του θεσμού του Agent στα περισσότερα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και  έχουν διατυπωθεί ως συμπεράσματα στα συνέδρια των Agents στην Πράγα, στο Βίλνιους, στη Χάγη και στη Μπρατισλάβα, τα έτη 1995, 1999, 2003 και 2008 αντίστοιχα.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 43 αναβαθμίζεται η Γραμματεία του Ν.Σ.Κ., ενόψει των σημαντικών αρμοδιοτήτων που έχει, ιδίως σε ό,τι αφορά τους λειτουργούς του Ν.Σ.Κ. και διευθύνεται από Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο.

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 44 συγκροτείται Σχηματισμός με την ονομασία «Σχηματισμός Επιστημονικών Δραστηριοτήτων και Δημοσίων Σχέσεων» και αναφέρονται οι αρμοδιότητες του τελευταίου.

Με το άρθρο 45  αναδιοργανώνεται η Διεύθυνση Διοικητικού και Διοικητικής Μέριμνας και συγκεκριμένα το Γραφείο Ανατύπωσης και Τηλεομοιοτυπίας υπάγεται στο τμήμα του ευρετηρίου και δημιουργείται Τμήμα Πληροφορικής και Υποστήριξης Συστημάτων, λόγω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. και της επικείμενης επέκτασης αυτού σε όλες τις υπηρεσιακές μονάδες του Ν.Σ.Κ. Περαιτέρω, μετονομάζεται σε Διεύθυνση Διοικητικού και Λειτουργικής Υποστήριξης, ώστε η ονομασία της να ανταποκρίνεται στο αντικείμενο όλων των Τμημάτων που υπάγονται σ’  αυτήν.

Επί του άρθρου 46: Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί μείζονα Οργανισμό, του οποίου η λειτουργία θεωρείται ιδιαιτέρως κρίσιμη για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Για τη διασφάλιση στο μέγιστο βαθμό αρτιότερης και αποτελεσματικότερης παροχής νομικών υπηρεσιών κρίνεται σκόπιμη η σύσταση Γραφείου Νομικού Συμβούλου, κατ΄ αντιστοιχία προς τα ομότιμα Γραφεία που λειτουργούν στο ΙΚΑ και στον ΟΓΑ .

Με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 47 προβλέπεται η δυνατότητα με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού και  μετά από σύμφωνη γνωμοδότηση της Διοικητικής Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. να επεκτείνεται η ρύθμιση της παραγράφου 5 και σε άλλες ανάλογες διαφορές και να καθορίζονται οι λεπτομέρειες της εφαρμογής της.

άρθρο 48: Με σειρά διατάξεων προβλέπεται η συνέχιση των εκκρεμών δικών καταργούμενων νομικών προσώπων από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και μεταφέρονται οι αρμοδιότητες που ασκούσαν τα καταργούμενα νομικά πρόσωπα κατά κανόνα στα αρμόδια Υπουργεία, τα οποία και αναλαμβάνουν τον περαιτέρω διοικητικό χειρισμό των συναφών υποθέσεων. Εν τούτοις, δεν λαμβάνεται μέριμνα για τη διαδικασία που απαιτείται για να υπάρξει ομαλή μετάβαση ως προς τον διοικητικό και δικαστικό χειρισμό των εκκρεμών υποθέσεων. Όπως είναι προφανές, η ρύθμιση αυτή έχει ως αποτέλεσμα το Ν.Σ.Κ., να καλείται αιφνιδίως να αναλάβει άγνωστο αριθμό εκκρεμών δικών στην Αθήνα και την περιφέρεια, χωρίς τον απαιτούμενο χρόνο ελέγχου, παραλαβής και προετοιμασίας των υποθέσεων αυτών, με συνέπεια το Ελληνικό Δημόσιο να κινδυνεύει να βρεθεί στη δεινή δικονομική θέση του διαδίκου που καταδικάζεται ερήμην ή και να αντιμετωπίσει τετελεσμένες καταστάσεις και μη αναστρέψιμα δεδικασμένα, που ενδέχεται να έχουν βαρύτατες οικονομικές συνέπειες, ενώ ταυτοχρόνως δημιουργείται δυσμενής εικόνα για το κύρος του Δημοσίου. Προς αποφυγή των ανωτέρω προβλημάτων προτείνεται η ανωτέρω ρύθμιση.

Η προτεινόμενη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 49 με την οποία προστίθεται παρ. 1 στο άρθρο 23Α του ν. 3086/2002, κρίνεται επιβεβλημένη διότι οι εν λόγω δαπάνες, λόγω της φύσεώς τους και του κατεπείγοντος χαρακτήρα τους, είναι απρόβλεπτες και δεν είναι δυνατόν να προηγηθεί δέσμευση των αναγκαίων τακτικών ή επιτροπικών πιστώσεων πριν τη δημιουργία της δαπάνης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 9 του π.δ. 113/2010 (Α’ 194). Δοθέντος ότι η αμοιβή και τα έξοδα καταβάλλονται πάντοτε απολογιστικά, μετά παρέλευση ικανού χρόνου, έως και πενταετίας από τη χορήγηση της εντολής για την πραγματοποίηση της ενέργειας που συνεπάγεται τη δαπάνη, η γνωστοποίηση των δαπανών αυτών στην αρμόδια υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. γίνεται μετά την πραγματοποίησή τους και το πραγματικό ύψος της δαπάνης προκύπτει μόνο από την εκκαθάριση των υποβληθέντων στην υπηρεσία δικαιολογητικών. Ενδεικτικά, κατά τη χορήγηση εντολής σε δικηγορική εταιρεία της αλλοδαπής για τη δικαστική εκπροσώπηση της Ελληνικής Δημοκρατίας ενώπιον αλλοδαπού δικαστηρίου ή για τη δικαστική εκπροσώπηση του Δημοσίου ενώπιον ημεδαπού δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου δεν λειτουργεί υπηρεσιακή μονάδα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δεν μπορεί να προβλεφθεί η πορεία και η έκβαση της δίκης (συζήτηση, αναβολές, άσκηση ενδίκων μέσων), ώστε να προσδιοριστούν εκ των προτέρων η αμοιβή και τα έξοδα του νομικού παραστάτη.

Η προτεινόμενη ρύθμιση με την οποία προστίθεται παρ. 2 στο άρθρο 23Α του ν. 3086/2002,  κρίνεται επιβεβλημένη διότι έχει παρατηρηθεί ότι στα πλαίσια χειρισμού πολύ σοβαρών δικαστικών υποθέσεων, όπως PSI, υποθέσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κ.α., οι οποίες εκκρεμούν ιδίως ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), καθώς και σε άλλα αλλοδαπά δικαστήρια, ανακύπτει ανάγκη για την κατεπείγουσα μετάφραση δικογράφων και άλλων στοιχείων της δικογραφίας, προς την οποία η μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών δεν μπορεί να ανταποκριθεί, ενόψει του φόρτου εργασίας της, σε συνδυασμό με τον όγκο των προς μετάφραση εγγράφων. Εξάλλου, στις εν λόγω περιπτώσεις δεν απαιτείται, κατά κανόνα, να υφίσταται επίσημη μετάφραση από το Υπουργείο Εξωτερικών, η τιμολόγηση δε του τελευταίου είναι σημαντικά υψηλότερη από εκείνη που επικρατεί στα μεταφραστικά γραφεία και στους ιδιώτες μεταφραστές.

Τέλος, με την παρ. 2 ρυθμίζεται ο τρόπος εκκαθάρισης εκκρεμών δαπανών του Ν.Σ.Κ.

Με σειρά αποφάσεων του Αρείου Πάγου (1376/2009, 797/2007) δόθηκε αντίθετη προς το κείμενο της διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 24 του ν. 3086/2002 νομολογιακή λύση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απρόοπτη και υπέρμετρη επιβάρυνση του Δημοσίου στο θέμα της καταβολής των αμοιβών των δικηγόρων του Δημοσίου. Η νομολογιακή αυτή λύση είχε δοθεί, σύμφωνα με την αιτιολογία των εν λόγω αποφάσεων, ενόψει και της καταστάσεως που είχε ανακύψει με τη διάταξη του άρθρου 51 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994) και των κατ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών αποφάσεων των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, με τις οποίες καθορίστηκαν οι βάσεις φορολόγησης των δικηγόρων, οι οποίες δημιούργησαν τον κίνδυνο οι δικηγόροι του Δημοσίου για τις υπηρεσίες που προσέφεραν σε αυτό να φορολογηθούν για εισόδημα μεγαλύτερο του πράγματι ληφθέντος. Προς αποκατάσταση της ισορροπίας, που ανετράπη με τις ανωτέρω νομολογιακές παραδοχές, προτείνεται η ακόλουθη διάταξη του άρθρου 50.

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 51 ρυθμίζεται ο τρόπος ορισμού Δικηγορικών Εταιρειών ή Δικηγόρων στην Αλλοδαπή για παροχή νομικών υπηρεσιών ή για δικαστική εκπροσώπηση του Κράτους ή λοιπών φορέων του Δημοσίου ενώπιον δικαστηρίων ή αρχών στην αλλοδαπή, καθώς και τα θέματα της αμοιβής αυτών.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 52 αντικαθίσταται  η ονομασία των Δικαστικών Αντιπροσώπων και μετονομάζονται «Δικαστικοί Πληρεξούσιοι».

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 53 προσαρμόζονται οι διατάξεις περί όρκου με τα νομολογιακά δεδομένα του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (υποθέσεις Αλεξανδρίδη και Δημητρά).

άρθρο 54: Δεδομένου ότι προβλέπεται η δυνατότητα τροποποίησης της ηλικίας και με διοικητικές πράξεις, συμπληρώθηκε η νομοθετική ρύθμιση ώστε να καταλαμβάνει πλέον και τις περιπτώσεις αυτές.

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 55 εισάγεται τροποποίηση του άρθρου 36 του ν. 3086/2002, με την οποία σκοπείται η πληρέστερη και σαφέστερη ρύθμιση των προϋποθέσεων αναδιορισμού των λειτουργών του ΝΣΚ και ο περιορισμός του σχετικού δικαιώματος μόνο στους παραιτούμενους ή απολυόμενους λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας λειτουργούς του ΝΣΚ, για λόγους ανθρωπιστικούς, μετά την αποκατάσταση της υγείας του παραιτούμενου ή απολυθέντος.

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 55 προκειμένου να αποτραπεί η αναδρομική και αιφνίδια μεταβολή της νομικής αντιμετώπισης  εκείνων, που κατ΄ εφαρμογή του υφισταμένου πλαισίου έχουν παραιτηθεί ή απολυθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, διευκρινίζεται ότι αυτοί εξακολουθούν να καταλαμβάνονται από τη διάταξη του άρθρου 36 του ν. 3086/2002 όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση της με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ενώ η νέα ρύθμιση καταλαμβάνει μόνο τις σχετικές παραιτήσεις ή απολύσεις που θα γίνουν εφεξής.

άρθρο 56: Με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του ν. 3094/2003 και 10 παρ. 6 του ν. 3207/2003 (Α’ 302) προβλέπεται ότι ο Συνήγορος του Πολίτη και οι Βοηθοί του, καθώς και ο Πρόεδρος και τα μέλη των γνωμοδοτικών οργάνων των άρθρων 49, 50 και 51 του ν. 3028/2002 δεν ευθύνονται, δεν διώκονται και δεν εξετάζονται για γνώμη που διατύπωσαν ή πράξη που διενήργησαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου θα πρέπει οι ανωτέρω διατάξεις να εφαρμόζονται και στα μέλη του Ν.Σ.Κ., για τον περιορισμό των προαναφερόμενων κινδύνων και για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης άσκησης των καθηκόντων τους.

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 57 τα μέλη του Ν.Σ.Κ. επιτρέπεται, εκτός των κύριων καθηκόντων τους, να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας και να μετέχουν σε συμβούλια, επιτροπές ή ομάδες εργασίας.

Προκειμένου να διευκολυνθεί η λειτουργία του Υπηρεσιακού Συμβουλίου των διοικητικών υπαλλήλων του Ν.Σ.Κ., έτσι ώστε πάντοτε να συμμετέχει σ’ αυτό αιρετό μέλος, προβλέπεται ότι το τακτικό και το αναπληρωματικό μέλος θα πρέπει να ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες υπαλλήλων (άρθρο 58).

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 59 θεσπίζονται αναγκαίες μεταβατικές ρυθμίσεις, μετά τις τροποποιήσεις των άρθρων 27 παρ. 1 και 38 παρ. 2 του ν. 3086/2002.

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 60 συνιστάται ιδιαίτερη Υπηρεσία Επιθεώρησης (παρ. 1), η οποία στελεχώνεται με υψηλόβαθμα μέλη του Ν.Σ.Κ. (Αντιπρόεδρο του Ν.Σ.Κ. ως Προϊστάμενο και από δύο Νομικούς Συμβούλους) με αποκλειστικά καθήκοντα την επιθεώρηση των υπηρεσιακών μονάδων, καθώς και των μελών του. Επισημαίνεται ότι η ως άνω Υπηρεσία δεν έχει σκοπό μόνο την επιθεώρηση των μελών του Ν.Σ.Κ., αλλά επιπροσθέτως να ελέγχει τις μονάδες του Ν.Σ.Κ, να διενεργεί ποιοτικό και ποσοτικό έλεγχο του έργου τους, να καθορίζει στόχους και να διατυπώνει προτάσεις λειτουργίας του Ν.Σ.Κ. (παρ. 2).

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 61 καταργείται η δυνατότητα υπογραφής της συμβάσεως απευθείας εξαγοράς απαλλοτριωτέου ακινήτου από πάρεδρο ή δικαστικό αντιπρόσωπο του Ν.Σ.Κ., κατόπιν εξουσιοδοτήσεως από το όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο, επειδή πρόκειται για αρμοδιότητα αποκλειστικώς διοικητικής φύσεως που δε συμπλέκεται και είναι ξένη προς τη δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου και τις λοιπές αρμοδιότητες του Ν.Σ.Κ., όπως αυτές διαγράφονται από το άρθρο 100Α του Συντάγματος και τον Οργανισμό του (ν. 3086/2002, Α΄ 324), αλλά και προς την εν γένει νομοθεσία, από την οποία προκύπτει ότι οι συμβάσεις της Διοικήσεως δεν υπογράφονται από το προσωπικό του Ν.Σ.Κ.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A’ 
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΚΩΔΙΚΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ    

Με το  άρθρο 62 παρ. 1 θεσμοθετείται το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών (Σ.Μ.Τ.Λ.&Λ.Π.), το οποίο προσφέρεται σε φορείς του Δημοσίου που ασκούν ελεγκτικό και διωκτικό έργο, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα αυτοματοποιημένης πρόσβασης σε ορισμένα στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών, λογαριασμών πληρωμών και δανείων. Η έννοια της αυτοματοποιημένης πρόσβασης παραπέμπει στη διαδικασία αυτόματης αναζήτησης και ανάκτησης των αιτούμενων στοιχείων και πληροφοριών μέσω του προαναφερόμενου Συστήματος, με τη χρήση του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου ως κωδικού, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, και χωρίς τη μεσολάβηση και τον οπτικό έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος ή του ιδρύματος πληρωμών. Επί της ουσίας εξασφαλίζεται η άμεση συνεργασία και η απευθείας διασύνδεση των ελεγκτικών μηχανισμών του Δημοσίου με τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών, χωρίς παράλληλα να επηρεάζεται στο ελάχιστο το σύνολο των νομοθετικών διατάξεων που ρυθμίζουν το τραπεζικό και το επαγγελματικό απόρρητο. Κομβικά σημεία στη διαδικασία αυτή διατηρούν από πλευράς των φορέων του Δημοσίου η Γενική Γραμματεία Πληροφορικών Συστημάτων και από πλευράς των πιστωτικών ιδρυμάτων η διατραπεζική εταιρεία «Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών – Τειρεσίας Α.Ε.» (παρ. 2).

Ο σκοπός του άρθρου 62 προδιαγράφεται από την ίδια την αποστολή του Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών και έγκειται στον έλεγχο, την εποπτεία, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, την πρόληψη και την καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες αλλά και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και τη διερεύνηση άλλων έκνομων και αξιόποινων συμπεριφορών. Η ταχεία λήψη και επεξεργασία στοιχείων που αφορούν σε τραπεζικούς λογαριασμούς, λογαριασμούς πληρωμών και δανειακές συμβάσεις των εκάστοτε υπό έλεγχο φυσικών ή νομικών προσώπων δεν καθιστά απλά πιο αποτελεσματικούς και πιο αποδοτικούς τους ελεγκτικούς μηχανισμούς σε επίπεδο επίτευξης ποσοτικών στόχων∙ εξίσου, αν όχι και περισσότερο σημαντική, είναι και η ποιοτική παράμετρος που σχετίζεται με την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος και συνακόλουθα με την ενίσχυση του κράτους δικαίου. Έτσι, η είσπραξη και η διασφάλιση των δημοσίων εσόδων, η διαφάνεια των τραπεζικών συναλλαγών και η τήρηση της νομιμότητας αποτελούν τους προφανείς στόχους του εν λόγω Συστήματος, οι οποίοι γίνονται επιπλέον αντιληπτοί ως προαπαιτούμενα για την ορθολογική λειτουργία των εποπτικών θεσμών και κατ’ επέκταση ως αναγκαίοι όροι για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης του κοινωνικού συνόλου στην ελεγκτική λειτουργία του κράτους. Υπό αυτά τα δεδομένα, το άρθρο 62 προβλέπει τη δημιουργία του Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών, τους σκοπούς που εξυπηρετεί και τους γενικούς όρους λειτουργίας του, οι οποίοι θα εξειδικευτούν περαιτέρω με την έκδοση σχετικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (παρ. 5).

άρθρο 63: Αυτή ακριβώς την αντίληψη ακολουθεί και η αναγκαιότητα πρόβλεψης ποινικής ευθύνης όχι μόνο ως προς τους άμεσα εμπλεκόμενους στη λειτουργία του Συστήματος  Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών, αλλά και ως προς τους τρίτους, σε περιπτώσεις παραβίασης των γενικών και ειδικών διατάξεων που ισχύουν για το τραπεζικό απόρρητο. Πιο συγκεκριμένα, η συμπερίληψη ποινικών διατάξεων συμβάλει στην ενίσχυση των εγγυήσεων προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς έρχεται να συμπληρώσει τις προϋποθέσεις άρσης του τραπεζικού απορρήτου που προβλέπονται για τους ελεγκτικούς φορείς (περ. α’ της παρ. 1).

Για λόγους μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου προβλέπονται παράλληλα και μια σειρά από διοικητικές κυρώσεις, οι οποίες αποσκοπούν αφενός σε ένα ενιαίο και άρα πιο αποτελεσματικό αποτρεπτικό σύστημα και αφετέρου στην προστασία της αξιοπιστίας της έννομης τάξης (περ. β’ της παρ. 1).

Κατά συνέπεια, η αυτοματοποιημένη πρόσβαση σε ορισμένα στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών και δανείων που υλοποιείται μέσω του Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών δεν επιφέρει καμία αλλαγή αναφορικά με τον προσωπικό τους χαρακτήρα, ενώ παράλληλα διατηρείται τόσο ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής όσο και η επιχειρηματική ελευθερία. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρ. 2 του άρθρου 63 εισάγει την ποινική ευθύνη των υπαλλήλων και λειτουργών των Φορέων του Δημοσίου, των υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Πληροφορικών Συστημάτων και της διατραπεζικής εταιρείας «Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών – Τειρεσίας Α.Ε.», καθώς και κάθε τρίτου που κατά παράβαση των διατάξεων τραπεζικού και επαγγελματικού απορρήτου λαμβάνει γνώση ή χρησιμοποιεί πληροφορίες που καλύπτονται από αυτό, ώστε να διασφαλιστεί και να θωρακιστεί η ορθή και νόμιμη λειτουργία του εν λόγω Συστήματος.

Στην παράγραφο 4 του άρθρου 63 οι προβλεπόμενες διατάξεις αφορούν στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον εύρυθμο και υγιή χαρακτήρα του δημοσίου τομέα.

Άρθρο 64, Τροποποίηση διατάξεων του Κ.Φ.Ε. :

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 2 γίνεται νομοτεχνική τακτοποίηση αναφορικά με την αρμόδια υπηρεσία για τον έλεγχο και την πιστοποίηση των δαπανών επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, καθώς και τον καθορισμό των κριτηρίων χαρακτηρισμού αυτών, προκειμένου για την έκπτωσή τους από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης ια’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε

Με τις διατάξεις της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 3 αντικαθίστανται οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 17 του άρθρου 11 του ν. 4110/2013 (Α’ 17), δίδεται μεγαλύτερη προθεσμία για την κατάρτιση από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις του φακέλου τεκμηρίωσης των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών τους για τη χρήση 2012 και υποβολής του συνοδευτικού συνοπτικού πίνακα πληροφοριών, προκειμένου, λόγω πρώτης εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, να δοθεί χρόνος τόσο στη Διοίκηση για την έκδοση των σχετικών Υπουργικών Αποφάσεων και τη δημιουργία εφαρμογής στην οποία θα υποβάλλεται ο συνοπτικός πίνακας πληροφοριών, όσο και στις επιχειρήσεις για να προετοιμαστούν.

Παράγραφος 4 : Η αντικατάσταση της λέξης «της κλίμακας (α)» με τη φράση «των κλιμάκων, όπως ισχύουν κάθε φορά» κρίνεται αναγκαία κατόπιν της ψήφισης του ν. 4110/2013, σύμφωνα με τον οποίο και συγκεκριμένα με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 θεσπίστηκαν τρεις φορολογικές κλίμακες  για τον υπολογισμό και την καταβολή του φόρου, ανάλογα με την κατηγορία εισοδήματος, αντί για μία φορολογική κλίμακα που είχε θεσπιστεί με την παράγραφο 9 του άρθρου 1 του ν. 3842/2010 η οποία ισχύει μέχρι και τη χρήση 2012 του οικονομικού έτους 2013.

Με τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 5 επέρχεται αλλαγή στο χρόνο απόδοσης του φόρου που παρακρατείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 του ΚΦΕ (ΦΜΥ).

Όλοι οι υπόχρεοι παρακράτησης ΦΜΥ (συμπεριλαμβανομένου και των ασφαλιστικών ταμείων τόσο για την καταβολή των συντάξεων όσο και για τους εργαζόμενους που απασχολούνται στα ταμεία αυτά και για τους οποίου ο ΦΜΥ δεν αποδίδεται συμψηφιστικά) οφείλουν πλέον να αποδίδουν αυτόν με εφάπαξ καταβολή στη δημόσια οικονομική υπηρεσία της έδρας τους, μέχρι την 20ή ημέρα του επόμενου από την παρακράτηση μήνα. Η απόδοση γίνεται με την υποβολή προσωρινής δήλωσης η οποία πραγματοποιείται ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του αριθμού φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ) του υπόχρεου, με αρχή για το ψηφίο 1 την εικοστή (20ή) ημέρα των μηνών αυτών και ολοκληρώνεται μέσα σε έντεκα (11) εργάσιμες ημέρες.

Η δήλωσης αυτή πέραν των ακαθαρίστων ποσών που έχουν καταβληθεί στον προηγούμενο ημερολογιακό μήνα, του φόρου και του ποσού της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 που παρακρατήθηκαν, περιλαμβάνει και τις οφειλόμενες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.

Περίπτωση β’ της παραγράφου 5: Ειδικά για τις περιπτώσεις του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ και των Ο.Τ.Α πρώτου και δεύτερου βαθμού όπου ο ΦΜΥ δεν αποδίδεται συμψηφιστικά, η απόδοση των ποσών που παρακρατήθηκαν γίνεται σύμφωνα με τα ανωτέρω με την υποβολή προσωρινής δήλωσης η οποία όμως πραγματοποιείται μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του μεθεπόμενου από την παρακράτηση μήνα.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται για αποδοχές που καταβάλλονται από 1.9.2013 και μετά.
Με τις ρυθμίσεις αυτές επιδιώκεται η υποβολή Ενιαίας Προσωρινής Δήλωσης ΦΜΥ και ασφαλιστικών εισφορών καθώς και η ενοποίηση της είσπραξης οφειλών φόρου και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, διευκολύνοντας έτσι του σχετικού έλεγχους.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 6 ρυθμίζεται η φορολογική μεταχείριση, αναφορικά με την επιβολή φόρου δύο τοις χιλίοις (2‰) της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 2579/1998 και της παρ. 2 του άρθρου 27 του ν. 2703/1999, κατά την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών ή σε αλλοδαπό χρηματιστήριο οι οποίες έχουν αποκτηθεί από 1 Ιανουαρίου μέχρι και τις 30 Ιουνίου 2013, δεδομένης της πρόσφατης τροποποίησης των εν λόγω διατάξεων με τον ν. 4110/2013.

Με τη διάταξη της παρ. 7 τίθεται εξαίρεση από την υποχρέωση δήλωσης συγκεκριμένων εισοδημάτων από κινητές αξίες, εφόσον αυτά δεν υπερβαίνουν το καθαρό ποσό των 250 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2013.

Άρθρο 65, Συμπλήρωση της υποπαραγράφου ΙΑ.2 του ν.4093/2012 και του άρθρου 40 ν. 4141/2013 :

Η συγκριμένη ρύθμιση αποσκοπεί στην αποσαφήνιση της έννοιας του οικογενειακού εισοδήματος με βάση το οποίο υπολογίζεται το ειδικό επίδομα πολυτέκνων του άρθρου 40 του ν. 4141/2013 (Α’ 81) και το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων της Υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ του ν. 4093/2012 (Α’ 222). Συγκεκριμένα, στην έννοια του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος περιλαμβάνονται όλα τα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και ανεξαρτήτως τρόπου φορολόγησης (αυτοτελώς φορολογούμενα ή φορολογούμενα με ειδικό τρόπο κόκ). Η προσθήκη αυτή είναι αναγκαία  προκειμένου η δημοσιονομική δαπάνη να ανταποκριθεί στον εγκεκριμένο προϋπολογισμό.

Άρθρο 66, Τροποποίηση του Κ.Ε.Δ.Ε :

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 1 του προτεινόμενου άρθρου 30Β του Κ.Ε.Δ.Ε., εισάγονται, για πρώτη φορά, ρυθμίσεις, με τις οποίες διευρύνονται και εκσυγχρονίζονται οι δυνατότητες του Δημοσίου, ώστε, πέραν της διαδικασίας της παραγράφου 1, να επιβάλλει κατασχέσεις χρηματικών καταθέσεων στα χέρια των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως τρίτων, με χρήση σύγχρονων τεχνολογιών, διασφαλίζοντας, συγχρόνως, την ασφαλή διακίνηση των σχετικών δεδομένων. Ομοίως, προβλέπεται, ότι, με τη χρήση των αυτών τεχνικών μέσων, υποβάλλεται και η δήλωση του άρθρου 32 του Κ.Ε.Δ.Ε. εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Με την παράγραφο 2 του προτεινόμενου άρθρου 30Β του Κ.Ε.Δ.Ε. παρέχεται στον Υπουργό των Οικονομικών η δυνατότητα να ορίσει τους όρους απόδοσης των κατασχεθέντων ποσών στο Ελληνικό Δημόσιο επίσης με ηλεκτρονική εντολή πίστωσης του λογαριασμού του Δημοσίου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Αυτονόητη συνέπεια εκ της εφαρμογής των εισαγόμενων διατάξεων θα είναι ασφαλώς η εξοικονόμηση δαπανών, χρόνου και ανθρώπινου δυναμικού, τόσο από πλευράς του Ελληνικού Δημοσίου, όσο και από πλευράς των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Για τους ως άνω αναφερόμενους λόγους με την παράγραφο 4 του προτεινόμενου άρθρου 30Β του Κ.Ε.Δ.Ε., ορίζεται ότι μετά την πάροδο εύλογου χρονικού διαστήματος εξήντα (60) ημερών από την δημοσίευση του νόμου, εντός του οποίου τόσο οι φορείς του Δημοσίου, όσο και τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να έχουν προσαρμόσει τα συστήματα και τις διαδικασίες τους, η μέσω της ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας κατάσχεση στα χέρια πιστωτικών  ιδρυμάτων είναι υποχρεωτική. Παρέκκλιση από αυτής και εφαρμογή της ισχύουσας διαδικασίας επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που για λόγους ανωτέρας βίας η ηλεκτρονική επικοινωνία είναι αδύνατη.

Άρθρο 67, Τροποποίηση διατάξεων π.δ. 284/1998:

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 67, δίνεται η αποκλειστική αρμοδιότητα για την παρακολούθηση και υπογραφή από το Γ’ Τμήμα της Διεύθυνσης Φορολογίας Εισοδήματος (Δ12) των εγκριτικών πράξεων νηολόγησης πλοίων με Ελληνική σημαία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν.Δ. 2687/53 (Α’ 317) «περί επενδύσεως και προστασίας κεφαλαίων εξωτερικού». Επίσης, προβλέπεται με την περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 69 η εξουσιοδοτική διάταξη για την έκδοση Απόφασης από τον Υπουργό Οικονομικών, που θα καθορίζει τις λεπτομέρειες για την εφαρμογή των ανωτέρω. Οι παραπάνω διατάξεις θεσπίζονται για λόγους επίσπευσης της διαδικασίας νηολόγησης πλοίων με ελληνική σημαία, με σκοπό την προσέλκυση πλοίων στην ελληνική σημαία και γενικά την διευκόλυνση του σημαντικού για την οικονομία της χώρας μας τομέα της ναυτιλίας.

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 67 αντικαθίστανται οι διατάξεις της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 169 του ν. 4099/2012 (Α’ 250), όσον αφορά τις δαπάνες που θα λαμβάνονται υπόψη για να κριθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3220/2004 (Α’ 15). Η αντικατάσταση γίνεται προκειμένου, να προστεθούν δύο ακόμη περιπτώσεις συμβατών δαπανών που αφορούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις στον τομέα της γεωργίας και αλιείας και να διευκρινιστεί το καθεστώς για τον τομέα της γεωργίας στις μεγάλες επιχειρήσεις.

Άρθρο 68, Ελεγκτές Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης των Εσόδων του Κράτους

Με τις διατάξεις της παρ. 1 προτείνεται η αντικατάσταση από 1ης Ιουλίου 2013 ολόκληρου του άρθρου 4 ν. 3943/2011 (Α’ 66) με το οποίο συστήνονται θέσεις ελεγκτών βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του κράτους.

Η αντικατάσταση γίνεται για λόγους απλούστευσης της όλης διαδικασίας αλλά και κυρίως για βελτίωση αυτής. Οι κυριότερες μεταβολές που επέρχονται με την προτεινόμενη διαδικασία είναι οι ακόλουθες:

α) Με την παράγραφο 1 του τροποποιούμενου άρθρου 4 του ν. 3943/2011 δίδεται η αρμοδιότητα στο Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να καθορίζει με αποφάσεις του τον αριθμό των θέσεων ελεγκτών βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης και να κατανέμει αυτές στις υπηρεσιακές μονάδες που συγκροτούν τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων.

β) Με την παράγραφο 2 του τροποποιούμενου άρθρου 4 του ν. 3943/2011 καθορίζεται η προτεραιότητα κατά κλάδο των υπαλλήλων που καλύπτουν τις συγκεκριμένες θέσεις και συγκεκριμένα καθορίζεται ότι οι θέσεις καλύπτονται κατά προτεραιότητα από εφοριακούς και τελωνειακούς υπαλλήλους, ακολουθούν οι υπάλληλοι των λοιπών κλάδων του Υπουργείου Οικονομικών και μόνο στη περίπτωση που οι θέσεις δεν καλύπτονται από τους παραπάνω, η προκήρυξη για την κάλυψη αυτών μπορεί να επεκταθεί και στους υπαλλήλους των εποπτευόμενων από το Υπουργείο Οικονομικών Οργανισμών και Νομικών Προσώπων.

γ) Με την παράγραφο 3 του τροποποιούμενου άρθρου 4 του ν. 3943/2011 καθορίζεται ότι ο πίνακας των επιτυχόντων καταρτίζεται μετά από επιτυχή εκπαίδευση των υποψηφίων σε θέματα φορολογίας, φορολογικού ελέγχου και αναγκαστικής είσπραξης εσόδων σε συνδυασμό με τα τυπικά τους προσόντα, παρέχεται δε εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών ή στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων να καθορίζουν με αποφάσεις τους τις λεπτομέρειες ως προς τα τυπικά προσόντα, την εκπαίδευση και τους συντελεστές βαρύτητας αυτών.

δ) Με την παράγραφο 4 του τροποποιούμενου άρθρου 4 του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι οι ελεγκτές βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης θεωρούνται για περίοδο δύο ετών από την αρχική τοποθέτησή τους ότι καταλαμβάνουν θέση βοηθού ελεγκτή και με τη πρώτη επιτυχή αξιολόγησή τους μετά την πάροδο της διετίας θεωρείται ότι καταλαμβάνουν θέση ελεγκτή βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης. Στην ίδια παράγραφο ορίζεται ότι η θητεία των ελεγκτών βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης είναι διετής, μπορεί να ανανεωθεί μέχρι τρεις φορές στην ίδια οργανική μονάδα μετά από επιτυχή αξιολόγηση, στην συνέχεια όμως ο υπάλληλος μετακινείται υποχρεωτικά σε αντίστοιχη θέση άλλης οργανικής μονάδος.

ε) Με την παράγραφο 5 του τροποποιούμενου άρθρου 4 του ν. 3943/2011 καθορίζεται σε ποιες περιπτώσεις οι ελεγκτές βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης μετακινούνται υποχρεωτικά στην Υπηρεσία ή στην θέση από την οποία προήλθαν και χάνουν τη θέση του ελεγκτή βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης.

στ) Με την παράγραφο 6 του τροποποιούμενου άρθρου 4 του ν. 3943/2011 καθορίζεται ότι οι υπάλληλοι που τοποθετούνται σε θέσεις ελεγκτών βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν υποψηφιότητα για να επιλεγούν ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδος οποιουδήποτε επιπέδου.

ζ) Με την παράγραφο 7 του τροποποιούμενου άρθρου 4 του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι η αποδοχή των ποιοτικών και ποσοτικών στόχων που προσδιορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων γίνεται ταυτόχρονα με την τοποθέτησή τους χωρίς να απαιτείται η υπογραφή ιδιαίτερου συμβολαίου αποδοτικότητας που όριζαν οι προγενέστερες διατάξεις. Στην ίδια παράγραφο ορίζεται ότι η ανάληψη καθηκόντων ελεγκτή βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης σημαίνει  την αυτοδίκαιη αποδοχή και των στόχων αυτών όπως κατανέμονται από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας.

η) Με την παράγραφο 8 του τροποποιούμενου άρθρου 4 του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι από την 1η Ιανουαρίου 2015 η διετής τουλάχιστον επιτυχής άσκηση καθηκόντων ελεγκτή βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης αποτελεί προϋπόθεση για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων οποιουδήποτε επιπέδου που στελεχώνονται από ελεγκτές βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης. Επίσης ορίζεται ότι, από το έτος 2011 και μετά, η επιτυχής άσκηση καθηκόντων σε θέση προϊσταμένου τέτοιας οργανικής μονάδος θεωρείται αντίστοιχα ως επιτυχής άσκηση καθηκόντων ελεγκτή βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης.

θ) Με τις παραγράφους 9 και 10 του τροποποιούμενου άρθρου 4 του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι οι τοποθετήσεις, μετακινήσεις ή αποσπάσεις γίνονται με αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ή του αρμοδίου κατά περίπτωση οργάνου και ορίζεται επίσης το πειθαρχικό συμβούλιο που εξετάζει τα πειθαρχικά τους παραπτώματα.

ι) Με την παράγραφο 11 του τροποποιούμενου άρθρου 4 του ν. 3943/2011 δημιουργείται μητρώο ελεγκτών βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του κράτους στο οποίο καταχωρούνται όλοι οι ελεγκτές που πιστοποιήθηκαν ή πιστοποιούνται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

Με την παρ. 2 του άρθρου 68 και με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση της αξιοπιστίας και της αποδοτικότητας σε ιδιαίτερα ευαίσθητους τομείς που διαχειρίζεται το Υπουργείο Οικονομικών, επεκτείνεται η εφαρμογή της παρ. 21 του άρθρου 55 του ν. 4002/2011 (Α’ 180), ως προς την επιλογή και τοποθέτηση των προϊσταμένων όλων των οργανικών μονάδων αυτού.

Με την παρ. 3 του άρθρου 68 προτείνεται η παράταση ισχύος, έως την 30η Ιουνίου 2013, της εξαιρετικής διαδικασίας που προβλέπεται στο  εδ. στ’ της Υποπαραγράφου Ε1 του άρθρου 1 του ν. 4093/2012, βάσει του οποίου οι θέσεις Ελεγκτών Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης των Εσόδων του Κράτους προκηρύσσονται και οι υποψήφιοι επιλέγονται από πίνακα που καταρτίζει η Ειδική Επιτροπή που προβλέπεται στην παράγραφο 16 του άρθρου 4 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) μετά από συνέντευξη, προκειμένου η Επιτροπή να διαμορφώσει γνώμη για την προσωπικότητα και την ουσιαστική ικανότητα άσκησης των ειδικών καθηκόντων της θέσης. Επιπλέον, έως την ανωτέρω καταληκτική ημερομηνία, δεν απαιτείται η διενέργεια της προβλεπόμενης συνέντευξης στην περίπτωση της επιλογής υπαλλήλων με τουλάχιστον διετή προηγούμενη εμπειρία σε ελεγκτικά καθήκοντα.

Με την προτεινόμενη τροποποίηση, ενόψει της ανάγκης για άμεση ενίσχυση του ελεγκτικού μηχανισμού, επιδιώκεται η ομαλή ολοκλήρωση, σε εύλογο χρονικό διάστημα, της διαδικασίας επιλογής των Ελεγκτών  Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης των Εσόδων του Κράτους, όπως αυτή έχει δρομολογηθεί με την σχετική υπ’ αριθμ. Δ2Α 1042539 ΕΞ 2013/07.03.2013 Προκήρυξη – Πρόσκληση του Υπουργού Οικονομικών.

Με τις διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 68, καταργούνται δύο (2) θέσεις της  παραγράφου 4 του άρθρου 2, του π.δ. 61/1997 (Α’ 53) της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και συνιστώνται δύο (2) αντίστοιχες θέσεις στην Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών,  δεδομένου ότι σύμφωνα με  τις διατάξεις της υποπαραγράφου Β.1. της παραγράφου Β΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107) μεταφέρονται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων οι αρμοδιότητες, το προσωπικό και οι διαθέσιμοι πόροι: α) της Δ/νσης Εφαρμογών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Δ.30) με την εξαίρεση των Τμημάτων Προϋπολογισμού και Δημοσίων Δαπανών, Μισθοδοσίας και Συντάξεων και β) της Δ/νσης Εισαγωγής και Ελέγχου Στοιχείων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (Δ.32).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ B’ 
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Με τις διατάξεις του άρθρου 69 επιδιώκεται η αξιοποίηση των ρυθμίσεων του Κεφαλαίου Β΄ του ν. 3986/2011 και για τα ακίνητα που περιλαμβάνονται στην εκκλησιαστική περιουσία. Γεγονός είναι ότι η εκκλησιαστική ακίνητη περιουσία παραμένει επί έτη αναξιοποίητη ή στην καλύτερη περίπτωση έχουν υλοποιηθεί περιορισμένης έκτασης και αποσπασματικές σχετικές δράσεις. Η προτεινόμενη ρύθμιση αφορά σε ιδιόκτητα ακίνητα, καθώς και σε ακίνητα επί των οποίων τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα έχουν δικαίωμα διακατοχής ή τη διοίκηση και διαχείρισή τους, τα οποία ασκούν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και τη διαμορφωθείσα μέχρι σήμερα πρακτική. Η αξιοποίηση του "εργαλείου" των ΕΣΧΑΔΑ και για τα ακίνητα αυτά, κρίνεται ως αναγκαία για την βέλτιστη, ολοκληρωμένη και ταχύτερη σε σχέση με το παρελθόν ανάπτυξη της παραπάνω ακίνητης περιουσίας, πάντοτε σύμφωνα με τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις.

Για την επίτευξη του ως άνω επιδιωκόμενου αποτελέσματος και στο πλαίσιο απλοποίησης της διαδικασίας και παροχής ευελιξίας στα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα στα οποία αφορά η προτεινόμενη ρύθμιση, προβλέπεται ότι την αίτηση και τις συνοδεύουσες αυτήν μελέτες του άρθρου 12 παράγραφος 2 θα δύναται να υποβάλει είτε το ίδιο το νομικό πρόσωπο είτε ο ασκών δικαιώματα διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης της εκκλησιαστικής, κινητής και ακίνητης, περιουσίας, κατά τις κείμενες διατάξεις ή ο έλκων εκ του νομικού προσώπου δικαιώματα. Περαιτέρω, προβλέπεται ότι όλες οι πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 12-15 του Κεφαλαίου Β΄ του ν. 3986/2011 αναφορικά με τα ακίνητα της παραγράφου 1 του προτεινόμενου άρθρου 17Β αναρτώνται υποχρεωτικά στο δικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται τα άρθρα 11-16 του Κεφαλαίου Β΄ του ν. 3986/2011. Η αξιοποίηση των εν λόγω ακινήτων θα γίνει σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία. Τέλος, προβλέπεται ρητώς ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν θίγουν τυχόν εμπράγματα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου της παραγράφου 1 του νέου άρθρου 17Β επί των ακινήτων της ίδιας παραγράφου της προτεινόμενης ρύθμισης (παρ. 1).

Το προϊόν της αξιοποίησης θα διατεθεί αποκλειστικά για την ενίσχυση και ανάπτυξη των εκκλησιαστικών καθιδρυμάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος, τα οποία προσφέρουν σημαντικότατο κοινωνικό και κοινωφελές έργο, παρέχοντας σε εκατοντάδες οικογένειες, τρόφιμα, είδη ένδυσης και υπόδησης, είδη πρώτης ανάγκης, φάρμακα κ.λ.π. Σημειωτέον ότι, τα κοινωφελή και προνοιακά ως άνω ιδρύματα αντιμετωπίζουν εξαιρετικές δυσχέρειες, οικονομικής φύσης, με συνέπεια να απειλείται η συνέχιση του έργου τους αλλά και η ίδια η ύπαρξή τους. Η συνέχιση και εντατικοποίηση της προσφοράς του έργου αυτού κρίνεται ως επιτακτική κοινωνική ανάγκη, ιδίως με δεδομένες τις παρούσες οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στην χώρα. Η αξιοποίηση των ακινήτων που καταλαμβάνονται από τις διατάξεις αυτές, θα συντελέσει στην επίτευξη του άνω σκοπού κατά μέγιστο βαθμό (παρ. 2).

Άρθρο 70: Με το Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων 2013-2016 που περιλαμβάνεται ως Κεφάλαιο ΙΙ του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Πολιτικής 2013-2016 που κυρώθηκε με την παρ. Α του άρθρου πρώτου του νόμου 4093/2012 (Α’ 222), προβλέφθηκε η αποκρατικοποίηση, εντός του έτους 2013, του Αστέρα Βουλιαγμένης.

Ο Αστέρας Βουλιαγμένης αποτελείται από δύο ακίνητα. Το πρώτο ακίνητο, έκτασης περίπου 190 στρεμμάτων (Ακίνητο ΑΣΤΗΡ), ανήκει κατά κυριότητα στην εταιρία ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ Α.Ε. (ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ). Συγκεκριμένα, το ακίνητο μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα, δυνάμει του με αριθμό 2560/1972 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Πουσκούρη- Κουρεμένου από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ) στην εταιρία ΑΣΤΗΡ Α.Ξ.Ε. Στη συνέχεια, η ΑΣΤΗΡ Α.Ξ.Ε. εισέφερε την κυριότητα του Ακινήτου ΑΣΤΗΡ στην εταιρία ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ Α.Ε. (ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ). Τέλος, η ΑΣΤΗΡ Α.Ξ.Ε. απορροφήθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (ΕΤΕ).

Το δεύτερο ακίνητο, έκτασης περίπου 115 στρεμμάτων (Ακίνητο ΤΑΙΠΕΔ), ανήκε κατά κυριότητα στον ΕΟΤ, έχει όμως πλέον μεταβιβαστεί στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας Δημοσίου Α.Ε. (ΤΑΙΠΕΔ) με την υπ’αριθμ. 231/02.04.2013 απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (Α’ 754), η δε επικαρπία του είχε παραχωρηθεί στην εταιρία ΑΣΤΗΡ Α.Ξ.Ε. (η οποία εν συνεχεία απορροφήθηκε από την ΕΤΕ), δυνάμει της από 20 Δεκεμβρίου 1975 σύμβασης, που κυρώθηκε με το ν. 377/1976 (Α’177).

Η πλήρωση της πρόβλεψης του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων προϋποθέτει την από κοινού αξιοποίηση των δύο ακινήτων με σκοπό τη μεγιστοποίηση του οφέλους της συναλλαγής και την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος. Συγκεκριμένα, η αξιοποίηση αυτή θα γίνει με την εκποίηση πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ, μέσω διεθνούς διαγωνισμού, που έχει ήδη προκηρυχθεί. Προς το σκοπό αυτό, η ΕΤΕ θα παραιτηθεί από την επικαρπία επί του Ακινήτου ΤΑΙΠΕΔ και το ΤΑΙΠΕΔ θα μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο στην ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ με εισφορά σε είδος. Στη συνέχεια, η ΕΤΕ και το ΤΑΙΠΕΔ θα πωλήσουν το σύνολο των μετοχών που θα κατέχουν στην ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ σε όποιο νομικό ή φυσικό  πρόσωπο ανακηρυχθεί πλειοδότης στο σχετικό διεθνή διαγωνισμό.
Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται επιβεβλημένη η εκτενής τροποποίηση των όρων των προαναφερθέντων συμβάσεων ώστε να δημιουργηθεί το νομικό περιβάλλον που θα επιτρέψει την αποδέσμευση των μερών από τον Αστέρα Βουλιαγμένης και την αξιοποίησή του από ιδιώτη επενδυτή. Ειδικότερα, ως προς το υπ’ αριθμ. 2560/1972 συμβόλαιο που αφορά την έκταση κυριότητας της ΕΤΕ, κρίνεται σκόπιμο να επιτραπεί στην ΕΤΕ, στο πλαίσιο υλοποίησης της διαδικασίας αποκρατικοποίησης, η μεταβίβαση έως και του συνόλου των μετοχών που κατέχει στην ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ (τροποποίηση του άρθρου 8, παρ. 3), να παύσουν οι υποχρεώσεις της ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ που προβλέπονται από το άρθρο 4 της σύμβασης και να επέλθει οποιαδήποτε άλλη τροποποίηση της σύμβασης κριθεί απαραίτητη ώστε να διευκολυνθεί η κοινή αξιοποίηση των δύο ακινήτων.

Εν τέλει, θα πρέπει να λυθεί αζημίως η από 20 Δεκεμβρίου 1975 σύμβαση για την έκταση των 115 στρεμμάτων, της οποίας η επικαρπία έχει μεταβιβαστεί στην ΕΤΕ. Προς το σκοπό μεταβίβασης του ακινήτου σε ιδιώτη επενδυτή θα πρέπει η ΕΤΕ να παραιτηθεί από την επικαρπία επί της έκτασης. Τέτοια παραίτηση θα την περιαγάγει αυτόματα σε φυσική και νομική αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της που απορρέουν από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να κρίνεται αναγκαία και η απαλλαγή της από τις συμβατικές της υποχρεώσεις ώστε να μην εγερθεί θέμα ευθύνης της. Ουσιαστικά, παρόμοια τροποποίηση της σύμβασης ισοδυναμεί με αναίρεση του περιεχομένου της, ώστε να παρίσταται απλούστερο να δοθεί η δυνατότητα αζήμιας λύσης της.

Για λόγους απλοποίησης αλλά και επίσπευσης των ανωτέρω αναφερόμενων διαδικασιών, προτείνεται να δοθεί εξουσιοδότηση στους αρμόδιους Υπουργούς Οικονομικών και Τουρισμού να προβούν στις τροποποιήσεις των συμβάσεων, μετά από γνώμη της Εταιρίας Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) Α.Ε. και του ΤΑΙΠΕΔ. Οι τροποποιηθείσες συμβάσεις θα δημοσιευθούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αλλά παρέλκει η κύρωση της τροποποίησης της από 20 Δεκεμβρίου 1975 σύμβασης, δεδομένου ότι με την παρούσα διάταξη παρέχεται εξουσιοδότηση στους αρμόδιους Υπουργούς από τη Βουλή να προχωρήσουν στη λύση αυτής.

Τέλος, εισάγεται η δυνατότητα εκπόνησης κοινού ΕΣΧΑΔΑ για τα Ακίνητα ΕΤΕ και ΤΑΙΠΕΔ, δεδομένου ότι αυτά θα τύχουν κοινής αξιοποίησης μέσω της πώλησης των μετοχών της εταιρίας ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ. Με την εκπόνηση ενιαίου ΕΣΧΑΔΑ στην προκειμένη περίπτωση διασφαλίζεται ενιαία διαδικασία και κοινά κριτήρια καθορισμού επενδυτικής ταυτότητας των προς αξιοποίηση ακινήτων.

Ταυτόχρονα επιτυγχάνεται η συνολική αξιοποίηση της προς πώληση ακίνητης περιουσίας της εταιρίας, με συνέπεια τη μεγιστοποίηση της αξίας των μετοχών της που θα λάβει το ΤΑΙΠΕΔ. Επιπλέον, με την παρεχόμενη στο ΤΑΙΠΕΔ δυνατότητα να υποβάλει αίτηση για την έκδοση του ΕΣΧΑΔΑ και πριν από την εισφορά του ακινήτου του στην ανώνυμη εταιρία, αφενός επιταχύνεται η σχετική διαδικασία και αφετέρου δίνεται η ευκαιρία στους υποψήφιους επενδυτές να λάβουν υπόψη τους κατά τη σύνταξη της προσφοράς τους τις δυνατότητες αξιοποίησης που θα προσφέρει το υπό έγκριση ΕΣΧΑΔΑ και, συνεπώς, να προσφέρουν υψηλότερο τίμημα. Σημειώνεται άλλωστε ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 3986/2011, το ΤΑΙΠΕΔ έχει τη δυνατότητα να υποβάλει αίτημα για έκδοση ΕΣΧΑΔΑ εφόσον έχει επί του ακινήτου κάποιο από τα δικαιώματα που απαριθμούνται στην παρ. 2 του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Τέλος, με την πρόβλεψη της έκδοσης του Προεδρικού Διατάγματος με το οποίο θα εγκρίνεται το ΕΣΧΑΔΑ μόνο μετά την ολοκλήρωση της εισφοράς του ακινήτου στην ανώνυμη εταιρία, εξασφαλίζεται ότι η εταιρία δεν θα ωφεληθεί από την έκδοση ΕΣΧΑΔΑ, αν για οποιοδήποτε λόγο ματαιωθεί η εισφορά σ’ αυτή του ακινήτου του Ταμείου.

Άρθρο 71, Ρύθμιση θεμάτων περί ΟΔΙΕ Α.Ε:

Η ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 71 είναι απαραίτητη για τις ανάγκες της αποκρατικοποίησης του δικαιώματος διοργάνωσης και διεξαγωγής στοιχήματος επί ιπποδρομιών (εφεξής το Δικαίωμα) σύμφωνα με το ν. 4111/2013 και την ΔΕΑΑ 229/26.2.2013. Η προτεινόμενη ρύθμιση σκοπό έχει να διασφαλίσει την εκμίσθωση του Ιπποδρομίου στον παραχωρησιούχο από την ΟΔΙΕ Α.Ε. απευθείας και υπό τους όρους του διαγωνισμού για το Δικαίωμα. Ειδικότερα, με τη ρύθμιση αυτή διασφαλίζεται ότι ο μισθωτής δεν θα υπάγεται στο προστατευτικό καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων ούτως ώστε οι ειδικότεροι όροι της σύμβασης και ιδίως αυτοί που αφορούν στη διάρκεια να είναι δεσμευτικοί για τα μέρη, και ότι η συγκεκριμένη διαδικασία είναι επαρκής και ότι δεν χρειάζεται να τηρηθούν άλλες ειδικότερες διαδικασίες που δεν προσιδιάζουν στην συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά μπορεί να καθυστερήσουν το διαγωνισμό για το Δικαίωμα.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 71 καθορίζει την τύχη των αδιαθέτων ποσών των κερδών από το αμοιβαίο ιπποδρομιακό στοίχημα όπως ακριβώς ισχύει τόσο για τα λαχεία όσο και για τα παιχνίδια της ΟΠΑΠ Α.Ε.

Άρθρο 72, Τροποποίηση διατάξεων των ν. 3867/2010 και ν. 3965/2011:

Με την παρ. 1 του άρθρου 72 προστίθενται στην σύνθεση του υφισταμένου Συμβουλίου Συστημικής Ευστάθειας, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών, ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, δεδομένου ότι η παρουσία τους είναι απαραίτητη λαμβανομένων υπόψη των θεμάτων που δύναται να τεθούν προς συζήτηση στο πλαίσιο του ως άνω Συμβουλίου.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η επαρκής ρευστότητα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, είναι αναγκαίο να διατηρηθεί το παρόν καθεστώς που επιτρέπει στο Ταμείο να κάνει χρήση των διαθέσιμων πόρων από τις παρακαταθήκες (παρ. 2). Για τον σκοπό αυτό η καταληκτική προθεσμία των δύο ετών της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3965/2011 πρέπει να επεκταθεί μέχρι την απόσχιση του κλάδου εμπορικών δραστηριοτήτων (παρ. 3).

Άρθρο 73: Με το ν. 4152/2013 θεσπίζονται Επείγοντα μέτρα εφαρμογής των νόμων 4046/2012, 4093/2012 και 4127/2013. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ψήφισης διαπιστώθηκε ότι ορισμένες διατάξεις είναι ελλιπείς. Με τις παρ. 1 έως και 4 του άρθρου αυτού συμπληρώνονται και διορθώνονται οι σχετικές διατάξεις.

Με τις διατάξεις της παρ. 5 τροποποιούνται εν μέρει οι όμοιες της υποπαραγράφου ΙΔ.3. της παραγράφου ΙΔ. του ν. 4152/2013 (Α΄ 107), προκειμένου να οριστεί ρητώς ότι ο ορισμός της ημερομηνίας δημοσίευσης των οριστικών πινάκων του ΑΣΕΠ για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΠΕ του Πίνακα Διοριστέων, ο οποίος κυρώθηκε με την αριθμ. 259/11-2-2010 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. (ΦΕΚ 146 Γ΄) ως ημερομηνία διορισμού, αφορά αποκλειστικά  τον τρόπο υπολογισμού των μισθολογικών τους αποδοχών και δεν αφορά τις νομίμως καταβληθείσες μισθολογικές παροχές μετά την ανάληψη υπηρεσίας τους μέχρι την 31η Μαΐου 2013, και συνακόλουθα τον τρόπο καθορισμού του βαθμολογικού τους καθεστώτος. Οι διορισθέντες κατηγορίας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3833/2010, λόγω της εξαιρετικά δυσμενούς δημοσιονομικής συγκυρίας στην οποία περιήλθε η χώρα  διορίσθηκαν το Μάρτιο του 2012, ενώ οι υπάλληλοι των κατηγοριών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.) και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.) διορίσθηκαν πριν από την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3833/2010.

Τέλος, ορίζεται ρητώς ως ημερομηνία εφαρμογής της διάταξης αυτής η 1η Ιουνίου 2013.

Για τον αποδοτικότερο έλεγχο του πλαισίου των τυχερών παιγνίων, τίθεται η παρ. 1 του άρθρου 74, με την οποία δίνεται η δυνατότητα αυτεπάγγελτης άσκησης από την ΕΕΕΠ, της αρμοδιότητας που μέχρι τώρα εξαρτιόταν από αίτηση των ενδιαφερομένων. Με τις παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 74 επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις στις διατάξεις των ν. 4002/2011 (Α’ 180) και 4141/2013 (Α’ 81) σχετικά με το θεσμικό πλαίσιο αυτού.

Με την τροποποίηση της παρ. 5 του άρθρου 74 εξασφαλίζεται η θεσμική συμβατότητα με τη διεθνή έννοια των «πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων» και ικανοποιούνται οι έντονες διεθνείς συστάσεις προς τη χώρα μας, αφού πλέον παύουν να υφίστανται οι εξαιρέσεις που καθιερώνονταν με το προηγούμενο νομικό καθεστώς. Ως εκ τούτου  η έννοια των πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων διευρύνεται ώστε στο περιεχόμενο της να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εγκατεστημένα εν λόγω πρόσωπα στην αλλοδαπή αλλά ομοίως και στην ημεδαπή.

παρ. 6 του άρθρου 74: Η ρύθμιση καταργείται επειδή παρέλκει πλέον η θέσπιση των θέσεων αυτών.

Άρθρο 75: τροποποίηση διατάξεων για το ΕΣΥΠ:

Με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 38 του ν. 3979/2011 (Α’ 138) όπως ισχύει, προσαρμόζονται οι διατάξεις αναφορικά με τις πραγματικές συνθήκες υλοποίησης των προβλέψεων για το Ενιαίο Σύστημα Πληρωμών (ΕΣΥΠ) λόγω της διαφορετικότητας των κανονιστικών πλαισίων που διέπουν τους φορείς της Κεντρικής Διοίκησης και τους λοιπούς φορείς της Γενικής Κυβέρνησης καθώς και της ανάγκης σύστασης δύο νέων τμημάτων για την υλοποίηση της λειτουργίας του, προκειμένου να εξοφλούνται οι δαπάνες που αφορούν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

Ειδικότερα, προβλέπεται ότι η διενέργεια όλων των πληρωμών που αφορούν υποχρεώσεις όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και απορρέουν από τη λήψη υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και από την προμήθεια των σχετικών πληροφοριακών και επικοινωνιακών συστημάτων, πλην αυτών που λόγω της ειδικής φύσεως ή αποστολής τους καλύπτονται από το απόρρητο και εξαιρούνται από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, θα πραγματοποιείται από το Ενιαίο Σύστημα Πληρωμών, το οποίο θα λειτουργεί στη Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής με σκοπό την πληρωμή όλων των προαναφερθέντων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης.

Επίσης, οι ανωτέρω πληρωμές θα διενεργούνται κατά παρέκκλιση των δημοσιολογιστικών διατάξεων.
Εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη λειτουργίας του ΕΣΥΠ, θα καταχωρηθεί, μέσω πληροφοριακού συστήματος διαχείρισης, από τους παρόχους, κάθε στοιχείο που αφορά υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών των προαναφερθέντων φορέων (παρ. 3 του τροποποιούμενου άρθρου 38 του ν. 3979/2011).

Δημιουργείται το Μητρώο Φορέων του ΕΣΥΠ, στο οποίο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη της λειτουργίας του, θα καταγραφούν με δική τους μέριμνα υποχρεωτικά όλοι οι εντασσόμενοι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.

Με τον τρόπο αυτό αναμένεται να υπάρξει η πλήρης καταγραφή τόσο των δαπανών όσο και των αναγκών των φορέων σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ενώ μετά το πέρας της ανωτέρω προθεσμίας, τα σχετικά τέλη θα εξοφλούνται αποκλειστικά μέσω του ΕΣΥΠ και παραστατικά που έχουν εκδώσει οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και δεν είναι καταχωρισμένα στο σύστημα δεν θα μπορούν να εξοφληθούν.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαδικασία πληρωμών των εν λόγω δαπανών μέσω του ΕΣΥΠ.

Για τη λειτουργία του ΕΣΥΠ συνιστώνται στη Δ53 – Πληροφοριακών Συστημάτων δύο Τμήματα και για τη στελέχωση αυτών συνιστώνται δώδεκα (12) οργανικές θέσεις του κλάδου ΠΕ Πληροφορικής, δύο (2) οργανικές θέσεις του κλάδου ΔΕ Πληροφορικής και των δύο τμημάτων προΐστανται υπάλληλοι του κλάδου ΠΕ Πληροφορικής (παρ. 6 του τροποποιούμενου άρθρου 38 του ν. 3979/2011).

Άρθρο 76, Τροποποίηση διατάξεων ν. 2731/1999:

Για λόγους περιορισμού του όγκου των δικαιολογητικών – αποφάσεων και αποφυγής καθυστερήσεων  ως προς των χρόνο έγκαιρης χρηματοδότησης των φορέων, προτείνεται η τροποποίηση της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του ν. 4110/2013, έτσι ώστε η έγκριση των επιχορηγήσεων προς μη κυβερνητικές οργανώσεις σωματεία, αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες, Ν.Π.Ι.Δ. ή φυσικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως ποσού επιχορήγησης να δίνεται από τον αρμόδιο Υπουργό και όχι από τον Υπουργό Οικονομικών (παρ. 1).
Με τις διατάξεις της παρ. 2 συμπληρώνονται οι διατάξεις του ν. 2628/1998, προκειμένου ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) να μπορεί να ανταποκριθεί στο κρίσιμο έργο που του έχει ανατεθεί από την Πολιτεία με τον αρχικό νόμο συστάσεώς του (ν. 2628/1998) και με το ν. 3965/2011 ο οποίος εξειδίκευσε και επαναπροσδιόρισε τις αρμοδιότητες του Οργανισμού ενόψει και των συνθηκών, ως προς τη διαχείριση του Δημοσίου Χρέους, που εν τω μεταξύ έχουν δημιουργηθεί. Πρέπει να τονιστεί ότι ο Οργανισμός περίπου 13 μήνες μετά την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους κάτοχοι του οποίου ήταν ιδιώτες επενδυτές -την μεγαλύτερη που έχει επιχειρηθεί ποτέ σε παγκόσμιο επίπεδο, και μάλιστα με επιτυχία- και πέντε μήνες ύστερα από την άκρως επιτυχή επαναγορά χρέους, είναι σήμερα υποστελεχωμένος σε τέτοιο βαθμό ώστε να αδυνατεί να ασκήσει το σύνολο των αρμοδιοτήτων που η πολιτεία του έχει αναθέσει. Επιπλέον, ενόψει της προετοιμασίας επιστροφής της Ελληνικής Δημοκρατίας στις αγορές κεφαλαίου αλλά και της επικείμενης αναδιοργάνωσης των Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών στα πλαίσια της οποίας προβλέπεται η ενδυνάμωση του Οργανισμού και η ανάδειξή του ως αποκλειστικού και μόνου φορέα αρμοδιοτήτων που άπτονται του δημοσίου χρέους, καθίσταται άκρως επιτακτική και απαραίτητη η κατ’ ελάχιστον διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, αναφορικά με τη στελέχωσή του.
Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις συμπληρωματικές προς τις ήδη ισχύουσες και προς την ίδια δικαιοπολιτική κατεύθυνση με αυτές, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη και τον αναβαθμισμένο και ταυτόχρονα κρίσιμο ρόλο του συγκεκριμένου Οργανισμού και επιδιώκεται η άρση παραγόντων δυσλειτουργίας του με σκοπό την επιτυχή επίτευξη του σκοπού του.  

Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 76 ορίζεται ότι το προσωπικό που αποσπάται στο Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (Σ.Ο.Ε.) μπορεί να επιλέγει είτε τις αποδοχές της οργανικής του θέσης, είτε αυτές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού του ΣΟΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ 
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ, ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Άρθρο 77, Τροποποίηση του άρθρου 10 του ν. 4071/2012:

Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 10 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85), παρά την σαφή βούληση να δοθεί οριστικό τέλος στις εκκρεμότητες που προκαλούν στους ΟΤΑ τα φορολογικά χρέη των επιχειρήσεων που είχαν συστήσει, ανέκυψαν προβλήματα διότι, στις διατάξεις αυτές δεν αποσαφηνίζεται η αναγκαία διαδικασία.

Για την υπέρβαση των προβλημάτων αυτών και την αποτελεσματική εφαρμογή της θεσμοθετηθείσας ρύθμισης προτείνεται η ακόλουθη συμπλήρωση των διατάξεων του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 4071/2012, κύρια σημεία της οποίας είναι τα εξής:

Ορίζεται ότι η αρμόδια Δ.Ο.Υ. διαγράφει τις διενεργηθείσες ταμειακές βεβαιώσεις χρεών που ανάγονται σε χρόνο έως και τις 31.12.2010 σε βάρος των επιχειρήσεων των ΟΤΑ της παρ. 1 του άρθ. 10 του ν. 4071/2012 και ταυτοχρόνως προβαίνει σε ταμειακή βεβαίωση της βασικής οφειλής (δίχως πρόσθετους φόρους, πρόστιμα και προσαυξήσεις) σε βάρος του οικείου ΟΤΑ, με βάση τους ίδιους τίτλους εν ευρεία εννοία που είχαν εκδοθεί σε βάρος τους.  

Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο εξασφαλίζεται κατά τρόπο ακριβή και σύμφωνο με τα ισχύοντα στον Κ.Ε.Δ.Ε. η εγγραφή του βασικού χρέους σε βάρος των ΟΤΑ αλλά και επιταχύνεται η διαδικασία ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης των επιχειρήσεων αυτών.

Επίσης, ρυθμίζεται για λόγους πληρότητας η τύχη των ήδη καταβληθέντων τα οποία θεωρούνται ότι αποσβένουν κατά προτεραιότητα αντίστοιχο μέρος των επιβληθέντων προσθέτων φόρων και προστίμων.

Ρυθμίζονται οι διαδικασίες κατά περίπτωση ακόμα και όταν δεν έχουν διενεργηθεί ταμειακές βεβαιώσεις ή και δεν έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες ελέγχου  με σκοπό να εκδίδονται νόμιμοι τίτλοι αποκλειστικά και μόνο για την κύρια οφειλή, προκειμένου να γίνει στην συνέχεια η ταμειακή βεβαίωση σε βάρος του οικείου ΟΤΑ.

Καλύπτεται επίσης η περίπτωση που κάποιος ΟΤΑ αμφισβητήσει το ύψος ή την αιτία του χρέους που σύμφωνα με τα ανωτέρω θα κληθεί να καταβάλει, οριζομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει η απαλλαγή από τα πρόστιμα, τους πρόσθετους φόρους και τις προσαυξήσεις. Στις περιπτώσεις αυτές είναι  σαφές ότι δεν μπορεί  να αποστερηθεί το Δημόσιο από τα έσοδα αυτά και μάλιστα όταν ο ΟΤΑ ασκεί το δικαίωμά του και προσφεύγει στην παροχή  έννομης  προστασίας.

Ορίζεται προθεσμία καταβολής των οφειλών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης ώστε να εκκαθαρισθεί η σχετική εκκρεμότητα χάριν της βεβαιότητας των δημοσίων εσόδων,  καθώς και οι πηγές χρηματοδότησης για την εξόφληση των οφειλών αυτών, παρεχομένης της δυνατότητας, σε όσους ΟΤΑ εκδηλώσουν σχετική βούληση, οι οφειλές τους  αυτές να υπαχθούν σε καθεστώς τμηματικής καταβολής, οι όροι της οποίας θα κρίνονται κατά περίπτωση.

Εισάγεται μεταβατικής φύσεως ρύθμιση, με την οποία καταργούνται οι εκκρεμείς δίκες επί σχετικών υποθέσεων κατά καταλογιστικών πράξεων ή πράξεων ταμειακής βεβαίωσης, προκειμένου να επιτευχθεί η αποσυμφόρηση των δικαστηρίων από την αντίστοιχη ύλη.

Άρθρο 78 παρ. 1: Κατόπιν   της  τροποποίησης   του   θεσμικού  πλαισίου  χορήγησης  άδειας   Κολλεγίου   με  την   υποπαράγραφο Θ.3. της  παραγράφου  Θ.  του άρθρου  πρώτου  του  ν. 4093/2012 «Έγκριση  Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 –Επείγοντα  Μέτρα Εφαρμογής του  ν. 4046/2012 και  του  Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016»  (Α’ 222) και  το  άρθρο  30  του ν. 4111/2013 (Α’ 18)  δεν  απαιτείται  πλέον  εγγυητική  επιστολή  για τη  χορήγηση  άδειας  Κέντρων  Μεταλυκειακής  Εκπαίδευσης (Κολλέγια, όπως μετονομάστηκαν με  το  ν. 4093/2012 - ΚΕΜΕ). Σημειώνεται  ότι  σύμφωνα   με  την   περίπτωση  2  της  υποπαραγράφου Θ.18.  του ν. 4093/2012,   τα   ΚΕΜΕ   των οποίων  η   άδεια  λειτουργίας  ή  η  ισχύς  των δικαιολογητικών  που  έχουν  υποβάλει  για την  έκδοση  των  αδειών  έχει  λήξει,  θεωρούνται  ότι  λειτουργούν  νομίμως  έως  την 31η  Αυγούστου  τ.ε. Το  σύνολο  των  δικαιολογητικών  που  έχουν κατατεθεί για   τη  χορήγηση  των  αδειών  λειτουργίας  ΚΕΜΕ,    σύμφωνα    με    την  παράγραφο  3  του  άρθρου  6  του   ν. 3696/2008,    μεταξύ   αυτών    και  οι  εγγυητικές  επιστολές,   δέον  όπως παραμείνουν  στο  αρχείο  των αρμοδίων υπηρεσιών   μέχρι  την  31η  Αυγούστου  τ.ε.,  ημερομηνία   κατά    την   οποία   λήγει  η  ισχύς  των  αδειών  αυτών  σύμφωνα  με την  περίπτωση  1  της  υποπαραγράφου  Θ.18.  του ν. 4093/2012,  παρότι  στο πλαίσιο  της,  ίσης σύμφωνα  με το  Σύνταγμα,   αντιμετώπισης    των   πολιτών  είναι  δυνατόν  με  νέα  διάταξη  νόμου να  επιστραφούν οι  εγγυητικές   επιστολές.

Με την προτεινόμενη παρ. 2 του άρθρου 78 και για λόγους εξοικονόμησης κρατικών πόρων, ρυθμίζονται τα θέματα των περιοδικών σχολών προπονητών που δύναται να λειτουργούν σε κάθε αθλητική ομοσπονδία με απόφαση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού. Εφεξής η δαπάνη λειτουργίας των σχολών αυτών βαρύνει την οικεία αθλητική ομοσπονδία, η οποία δικαιούται να εισπράττει  ανταποδοτικά από κάθε υποψήφιο προπονητή που επιθυμεί να παρακολουθήσει εκάστη σχολή, δίδακτρα, το ύψος των οποίων καθορίζεται με την απόφαση ίδρυσης της σχολής, τα οποία δεν μπορούν να υπερβούν κατ’ ανώτατο όριο τα χρηματικό ποσό των 250,00 ευρώ. Περαιτέρω με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι συνολικές ώρες υποχρεωτικής παρακολούθησης των μαθημάτων της σχολής που για κάθε υποψήφιο δεν μπορούν  σε καμία περίπτωση να είναι λιγότερες του 95% των συνολικών ωρών διδασκαλίας για κάθε περίοδο. Με την απόφαση αυτή ρυθμίζονται επίσης όλα τα θέματα λειτουργίας της σχολής, τα προσόντα των υποψηφίων και του εκπαιδευτικού προσωπικού και κάθε άλλο συναφές θέμα. Η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού  ελέγχει την νομιμότητα των διπλωμάτων των σχολών αυτών, δύναται δε να ορίζει ομάδα εργασίας, αδαπάνως για το Δημόσιο, η οποία θα έχει ως έργο την παρακολούθηση των όρων λειτουργίας κάθε σχολής, όπως οι όροι αυτοί εξειδικεύονται στην απόφαση ίδρυσής της.  

Άρθρο 79

Με την παράγραφο 1 τροποποιείται το άρθρο 22 του ν. 4109/2013 (Α’ 16). Μετά την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών δημοσιονομικού ελέγχου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους [2/92859/0004/28-12-2012 (Β΄ 3478)] και τον ανακαθορισμό των αρμοδιοτήτων των Υπηρεσιών Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου [ΦΓ8/15507/13-3-2013 (Β΄ 804)], καθίσταται αναγκαία η αναδιατύπωση των οριζομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 22 του νόμου 4109/2013 προς το σκοπό προσαρμογής τους στην νέα δομή των Ελεγκτικών Υπηρεσιών.

Η διάταξη της παραγράφου 2 προτείνεται προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα της πλήρωσης των θέσεων προϊσταμένων για τις Γενικές Διευθύνσεις Οικονομικών Υπηρεσιών με την χρήση της διαδικασίας που ήδη είναι εν ισχύ με την παράγραφο 1 του άρθρο ένατου του ν. 4057/2013 (Α’ 54).

Άρθρο 80 - Έναρξη ισχύος

Τέλος, με το άρθρο 80 ορίζεται η έναρξη ισχύος του νόμου αυτού από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα,     Ιουνίου 2013

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
  
ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ   
ΕΥΡΥΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ
ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
  
ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ   
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
  
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ     ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ

ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ   
ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΓΑ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗ   
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/16/ΕΕ, ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛ.Τ.Ε., ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ Ν.Σ.Κ. ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/16/ΕΕ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 15ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ  77/799/ΕΟΚ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1
Σκοπός 

Με τα άρθρα 1 έως και 25 εναρμονίζεται η ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις της υπ’ αρίθμ. 2011/16/ΕΕ Οδηγίας του Συμβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2011 (ΕΕ L 64 της 11.3.2011), σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και με την κατάργηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977, σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων (ΕΕ L 336 της 27.12.1977), η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β’ «ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» του ν. 1914/1990 (A’ 178 ), όπως ισχύει.

Άρθρο 2
Αντικείμενο [άρθρο 1 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Με τα άρθρα 1 έως και 25 ορίζονται οι κανόνες και οι διαδικασίες βάσει των οποίων οι ελληνικές αρχές συνεργάζονται με τις αρχές των κρατών μελών με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών που είναι εύλογα συναφείς με την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας ή της εθνικής νομοθεσίας των κρατών μελών, όσον αφορά στους φόρους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 3. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση και την επιβολή άλλων φόρων και δασμών που καλύπτονται από το άρθρο 296 του ν. 4072/2012 (Α’ 86) (άρθρο 2 της Οδηγίας 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2010, περί αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με φόρους, δασμούς και άλλα μέτρα, ΕΕ L 84 της 31.3.2010), ή για την εκτίμηση και επιβολή υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.

2.    Τα άρθρα 2 έως και 24 δεν θίγουν την εφαρμογή των διατάξεων αμοιβαίας συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των  ελληνικών αρχών και των αρχών των κρατών μελών. Επίσης, δεν θίγουν την τήρηση τυχόν υποχρεώσεων που υπέχουν οι ελληνικές αρχές σε σχέση με την ευρύτερη διοικητική συνεργασία βάσει άλλων νομικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των διμερών ή πολυμερών συμφωνιών.

Άρθρο 3
Πεδίο εφαρμογής [άρθρο 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Τα άρθρα 1 έως και 25 ισχύουν σε όλους τους φόρους κάθε τύπου που εισπράττονται από την Ελλάδα ή από κράτος μέλος εξ ονόματός του ή από εδαφικές ή διοικητικές υποδιαιρέσεις του, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών αρχών του.

2.    Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, τα άρθρα 1 έως και 25 δεν εφαρμόζονται στο φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και στους δασμούς, ούτε στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που καλύπτονται από άλλη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών. Τα άρθρα 1 έως και 25 δεν εφαρμόζονται, επίσης, όσον αφορά στις υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης πληρωτέες προς την Ελλάδα ή προς άλλο κράτος μέλος ή προς μια διοικητική υποδιαίρεσή του ή προς τα ιδρύματα κοινωνικών ασφαλίσεων δημοσίου δικαίου.   

3.    Σε καμία περίπτωση οι φόροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνουν τα εξής:
α)    τέλη, όπως για πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που εκδίδονται από τις δημόσιες αρχές•
β)    οφειλές συμβατικού χαρακτήρα, όπως αμοιβές επιχειρήσεων κοινής ωφελείας.

4.    Τα άρθρα 1 έως και 25 ισχύουν για φόρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι οποίοι εισπράττονται σε έδαφος όπου εφαρμόζονται οι συνθήκες δυνάμει του άρθρου 52 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρθρο 4
Ορισμοί [άρθρο 3 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

Για την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 25 νοούνται ως:

1.    «αρμόδια αρχή» κράτους μέλους: η αρχή η οποία έχει ορισθεί για τον λόγο αυτόν από το κράτος μέλος. Όταν ενεργούν σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως και 24:
- η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης,
- ένα τμήμα διασύνδεσης ή
- ένας αρμόδιος υπάλληλος,
όπως ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, θεωρούνται επίσης ως αρμόδιες αρχές κατ’ ανάθεση σύμφωνα με το άρθρο 5.

2.    «κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης»: η υπηρεσία η οποία έχει ορισθεί για τον λόγο αυτόν, με κύρια αρμοδιότητα τις επαφές με άλλα κράτη μέλη στον τομέα της διοικητικής συνεργασίας.
 
3.    «τμήμα διασύνδεσης»: οιαδήποτε υπηρεσία, πλην της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης, που έχει ορισθεί για την απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών.
 
4.    «αρμόδιος υπάλληλος»: οιοσδήποτε υπάλληλος που μπορεί να προβαίνει σε απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών, για την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί.

5.    «αιτούσα αρχή»: η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους μέλους που υποβάλλει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής.

6.    «λαμβάνουσα αρχή»: η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, τμήμα διασύνδεσης ή οιοσδήποτε αρμόδιος υπάλληλος κράτους μέλους που λαμβάνει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής.

7.    «διοικητική έρευνα»: κάθε έλεγχος, εξακρίβωση και ενέργεια που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας.

8.    «ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος»: η ανταλλαγή πληροφοριών βάσει αιτήματος το οποίο απευθύνει το αιτούν κράτος μέλος προς το λαμβάνον κράτος μέλος, για μια συγκεκριμένη υπόθεση.

9.    «αυτόματη ανταλλαγή»: η συστηματική κοινοποίηση προς άλλο κράτος μέλος χωρίς προηγούμενο αίτημα, προκαθορισμένων πληροφοριών ανά τακτά εκ των προτέρων καθορισμένα διαστήματα. Στο πλαίσιο του άρθρου 9 ως  διαθέσιμες νοούνται οι πληροφορίες των φορολογικών αρχείων του κράτους μέλους που κοινοποιεί την πληροφορία, η οποία μπορεί να ανακτηθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες αυτού του κράτους μέλους για τη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών.

10.    «αυθόρμητη ανταλλαγή»: η μη συστηματική κοινοποίηση πληροφοριών, ανά πάσα στιγμή και χωρίς προηγούμενο αίτημα, σε άλλο κράτος μέλος.

11.    «πρόσωπο»:
α) φυσικό πρόσωπο•
β) νομικό πρόσωπο, ή
γ) εφόσον προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, ένωση προσώπων στην οποία αναγνωρίζεται δικαιοπρακτική ικανότητα, χωρίς όμως να έχει το καθεστώς νομικού προσώπου•
δ) κάθε άλλο νομικό μόρφωμα οιουδήποτε χαρακτήρα και μορφής, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, που έχει την κυριότητα ή διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία τα οποία, συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος που απορρέει από αυτά, υπόκεινται σε φόρους που καλύπτονται από τα άρθρα 1 έως και 25.

12.    «με ηλεκτρονικά μέσα» ή «ηλεκτρονικά»: η χρήση ηλεκτρονικού εξοπλισμού για την επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης και αποθήκευσης δεδομένων και η χρησιμοποίηση καλωδιακής ή ασύρματης σύνδεσης, οπτικών τεχνολογιών ή άλλων ηλεκτρομαγνητικών μέσων.

13.    «δίκτυο CCN»: η κοινή πλατφόρμα που βασίζεται στο Κοινό Δίκτυο Επικοινωνιών (CCN), το οποίο έχει αναπτυχθεί από την Ένωση για την εξασφάλιση όλων των διαβιβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα μεταξύ των αρμόδιων τελωνειακών και φορολογικών αρχών.

Άρθρο 5
Οργάνωση [άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.     Ως «αρμόδια αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 ορίζεται η Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών. Η Επιτροπή ενημερώνεται αμελλητί για κάθε σχετική μεταβολή.

2.    Ως «κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 2 ορίζεται το Τμήμα Γ’ Διεθνούς Διοικητικής Συνεργασίας στον τομέα της άμεσης φορολογίας της Διεύθυνσης Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών.
Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών ενεργεί:
α)    ως «αιτούσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 5, που υποβάλλει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής, και
β)    ως «λαμβάνουσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 6, που λαμβάνει αίτημα συνδρομής εξ ονόματος της αρμόδιας αρχής.

 Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών είναι υπεύθυνη για την ενημέρωση της Επιτροπής και των άλλων κρατών μελών σχετικά με τον ορισμό της κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης.

3.    Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών συνεργάζεται με κάθε αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, ανάλογα με την περίπτωση, για τους σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 1 έως και 25.

4.    Ως «τμήματα διασύνδεσης» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 3 ορίζονται:
α)    η Διεύθυνση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, και
β)    η Διεύθυνση Ελέγχου Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών.

Τα τμήματα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών ενεργούν ως «αιτούσα αρχή» και «λαμβάνουσα αρχή» κατά το άρθρο 4 παράγραφος 5 και 6, ανάλογα με την περίπτωση, για το σκοπό της εφαρμογής της διοικητικής συνεργασίας που προβλέπεται στα άρθρα 12 και 13.

5.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών δύναται να ορίζει τμήμα ή τμήματα διασύνδεσης, εκτός των αναφερόμενων στην παράγραφο 4. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών συνιστάται το τμήμα ή τα τμήματα αυτά και καθορίζονται οι αρμοδιότητές τους, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία τους. Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών με ευθύνη της ενημερώνει τον κατάλογο των τμημάτων διασύνδεσης και τον διαθέτει στις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης των άλλων κρατών μελών και στην Επιτροπή.

6.    Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης αποστέλλει ή λαμβάνει αίτημα ή απάντηση σε αίτημα συνεργασίας, ενημερώνει την κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών δια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών.

7.    Όταν ένα τμήμα διασύνδεσης λαμβάνει αίτημα συνεργασίας που συνεπάγεται διοικητικές ενέργειες εκτός του πεδίου των αρμοδιοτήτων του, διαβιβάζει αμελλητί το αίτημα αυτό στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών δια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών και ενημερώνει σχετικά την αιτούσα αρχή του άλλου κράτους μέλους. Σε αυτήν την περίπτωση, οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 8 αρχίζουν από την επόμενη ημέρα της διαβίβασης του αιτήματος συνεργασίας στην κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης. 

8.    Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης και τα τμήματα διασύνδεσης, όπως ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ενεργούν ως αρμόδιες αρχές κατ’ ανάθεση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

ΤΜΗΜΑ Α’
Ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος

Άρθρο 6
Ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος [άρθρο 5 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]
 
1.    Κατόπιν αιτήματος της αιτούσας αρχής κράτους μέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή οιαδήποτε πληροφορία αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, που διαθέτει ή αποκτά κατόπιν ελέγχων ή άλλων διοικητικών ενεργειών.

2.    Η αιτούσα ελληνική αρχή δύναται να αποστείλει αίτημα ανταλλαγής πληροφοριών στη λαμβάνουσα αρχή κράτους μέλους, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1.

Άρθρο 7
Διοικητικές έρευνες [άρθρο 6 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή προβαίνει σε διοικητικές ενέργειες οι οποίες απαιτούνται για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 6.

2.    Το αίτημα το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 6 μπορεί να περιλαμβάνει αιτιολογημένο αίτημα για τη διενέργεια ελέγχου ή άλλων συγκεκριμένων διοικητικών ενεργειών. Εάν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαία η διενέργεια ελέγχου ή άλλων διοικητικών ενεργειών, αιτιολογεί αμέσως τη θέση αυτή στην αιτούσα αρχή κράτους μέλους.

3.    Προκειμένου να συγκεντρώσει τις αιτούμενες πληροφορίες ή να διεξαγάγει τον αιτούμενο έλεγχο ή τις άλλες διοικητικές ενέργειες, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ακολουθεί τις ίδιες διαδικασίες όπως όταν ενεργεί με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος άλλης αρχής η οποία έχει την έδρα της στην Ελλάδα.

4.    Σε περίπτωση αιτιολογημένου ρητού αιτήματος από την αιτούσα αρχή κράτους μέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί πρωτότυπα έγγραφα, εφόσον τούτο δεν αντιβαίνει στην κείμενη νομοθεσία .

Άρθρο 8
Προθεσμίες [άρθρο 7 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή παρέχει τις πληροφορίες οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 6 το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος.
Ωστόσο, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι ήδη διαθέσιμες, τότε η λαμβάνουσα ελληνική αρχή τις διαβιβάζει εντός δύο μηνών από την ημερομηνία αυτήν.

2.    Σε συγκεκριμένες ειδικές περιπτώσεις, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή και η αιτούσα αρχή κράτους μέλους δύνανται να συμφωνούν προθεσμίες διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

3.    Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή επιβεβαιώνει στην αιτούσα αρχή κράτους μέλους την παραλαβή του αιτήματος αμέσως και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός επτά εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή. Η επιβεβαίωση αυτή λαμβάνει χώρα, ει δυνατόν, με ηλεκτρονικά μέσα.

4.    Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή κοινοποιεί στην αιτούσα αρχή κράτους μέλους τυχόν ελλείψεις του αιτήματος και την ανάγκη συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Στην περίπτωση αυτήν, οι προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αρχίζουν την επομένη της παραλαβής των συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, τις οποίες ζήτησε η λαμβάνουσα ελληνική αρχή.

5.    Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα εμπροθέσμως, ενημερώνει την αιτούσα αρχή κράτους μέλους αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός τριών μηνών από την παραλαβή του αιτήματος σχετικά με τους λόγους καθυστέρησης της απάντησης και την ημερομηνία έως την οποία θεωρεί ότι ενδεχομένως θα είναι σε θέση να απαντήσει.

6.    Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν διαθέτει τις ζητούμενες πληροφορίες και δεν είναι σε θέση να απαντήσει στο αίτημα παροχής πληροφοριών ή αρνείται να απαντήσει για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 17, ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή κράτους μέλους για τους λόγους αδυναμίας ή άρνησης παροχής αυτών των πληροφοριών και σε κάθε περίπτωση εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος.

ΤΜΗΜΑ Β’
Αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών

Άρθρο 9
Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών [άρθρο 8 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, με αυτόματη ανταλλαγή, διαθέσιμες πληροφορίες που αφορούν φορολογικές περιόδους από την 1η Ιανουαρίου 2014 και εξής σχετικά με φορολογικούς κατοίκους του κράτους μέλους που λαμβάνει αυτές τις πληροφορίες, όσον αφορά τις ακόλουθες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου, όπως αυτές ορίζονται στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους που κοινοποιεί την πληροφορία:

α) εισόδημα από απασχόληση
β) αμοιβές διευθυντών
γ) προϊόντα ασφάλειας ζωής που δεν καλύπτονται από άλλες νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανταλλαγή πληροφοριών και άλλα παρόμοια μέτρα
δ) συντάξεις
ε) ακίνητη περιουσία και εισόδημα από ακίνητη περιουσία.

2.    Οι πληροφορίες κοινοποιούνται τουλάχιστον άπαξ του έτους, εντός έξι μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου κατέστησαν διαθέσιμες.

3.    Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει όσον αφορά τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1. Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 γνωστοποιεί στην Επιτροπή οποιεσδήποτε μεταγενέστερες μεταβολές σχετικά με τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει όσον αφορά τις κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1.

4.    Η αρμόδια αρχή  του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 δύναται να δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να λάβει πληροφορίες για εισόδημα ή κεφάλαιο που δεν υπερβαίνει ένα οριακό ποσό, για κατηγορίες εισοδήματος ή κεφαλαίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

5.    Πριν από την 1η Ιουλίου 2016, η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 παρέχει στην Επιτροπή ετήσια στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον όγκο των αυτόματων ανταλλαγών και, στο μέτρο του δυνατού, πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές δαπάνες και οφέλη που συνδέονται με τις πραγματοποιηθείσες ανταλλαγές.

6.    Σε περίπτωση που η Ελλάδα συμφωνήσει για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με πρόσθετες κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που συνάπτει με άλλα κράτη μέλη, κοινοποιεί τις συμφωνίες αυτές στην Επιτροπή.

7.    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα πληροφοριακά μέσα, η παροχή στατιστικών στοιχείων και κάθε άλλη ειδικότερη λεπτομέρεια σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά κατηγορίες εισοδήματος και κεφαλαίου που απαριθμούνται στην παράγραφο 1, η οποία λαμβάνει χώρα μεταξύ Ελλάδας και κρατών μελών, σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών που θεσπίζει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, πριν από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.

8.    Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2015.

ΤΜΗΜΑ Γ’
Αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών

Άρθρο 10
Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της αυθόρμητης ανταλλαγής πληροφοριών [άρθρο 9 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 μπορεί να κοινοποιεί αυθορμήτως στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών κάθε πληροφορία που περιέρχεται σε αυτήν και η οποία ενδέχεται να είναι χρήσιμη για τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.

2.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 κοινοποιεί οπωσδήποτε τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 παράγραφος 1 πληροφορίες, τις οποίες λαμβάνει από τις ημεδαπές αρχές, στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους σε οποιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:
α)    οι ημεδαπές αρχές έχουν βάσιμους λόγους να υποθέτουν ότι στο άλλο κράτος μέλος υφίσταται διαφυγή φόρων•
β)    ένας φορολογούμενος επιτυγχάνει στην Ελλάδα μείωση ή απαλλαγή φόρου, η οποία συνεπάγεται γι’ αυτόν αύξηση φόρου ή υπαγωγή σε φόρο στο άλλο κράτος μέλος•
γ)    επιχειρηματικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται, μεταξύ ενός προσώπου υποκείμενου σε φόρο στην Ελλάδα και ενός προσώπου υποκείμενου σε φόρο σε άλλο κράτος μέλος, σε μία ή περισσότερες άλλες χώρες, κατά τέτοιον τρόπο που να ενδέχεται να συνεπάγονται μείωση φόρου στην Ελλάδα ή στο άλλο κράτος μέλος ή και στα δύο•
δ)    οι ημεδαπές αρχές έχουν βάσιμους λόγους να υποθέτουν ότι υφίσταται μείωση φόρου, η οποία προκύπτει από εικονικές μεταφορές κερδών εντός ομάδων επιχειρήσεων•
ε)    από πληροφορίες που διαβίβασε στην Ελλάδα η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους συνάγονται πληροφορίες που ενδέχεται να έχουν σημασία για την αξιολόγηση της επιβολής φόρου σε αυτό το άλλο κράτος μέλος.  

3.    Στην αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 κοινοποιούνται οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 παράγραφος 1 πληροφορίες από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 11
Προθεσμίες [άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Η αρμόδια αρχή  του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 στην οποία καθίστανται διαθέσιμες οι αναφερόμενες στο άρθρο 10 παράγραφος 2 πληροφορίες, διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός ενός μηνός από τη στιγμή που κατέστησαν διαθέσιμες σε αυτήν.

2.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 στην οποία κοινοποιούνται πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 10 επιβεβαιώνει, ει δυνατόν με ηλεκτρονικά μέσα, αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός επτά εργάσιμων ημερών, την παραλαβή των πληροφοριών στην αρμόδια αρχή που τις παρέσχε. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α’
Παρουσία σε διοικητικές υπηρεσίες και συμμετοχή σε διοικητικές έρευνες

Άρθρο 12
Παρουσία σε διοικητικές υπηρεσίες και συμμετοχή σε διοικητικές έρευνες υπαλλήλων αρμόδιων αρχών των κρατών μελών [άρθρο 11 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Μετά από αίτημα της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους μέλους στο αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση και σχετική εισήγηση της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, μπορεί να συμφωνηθεί, στο πλαίσιο διοικητικής συνεργασίας και με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών, η παρουσία εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της αιτούσας αρχής στα γραφεία της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής.

2.    Η παρουσία των αλλοδαπών εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων περιορίζεται:

α)     στην ανταλλαγή πληροφοριών με υπαλλήλους της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, και
β)     στην παρουσία τους κατά τις διοικητικές έρευνες που διεξάγονται από τα γραφεία της αρμόδιας ημεδαπής ελεγκτικής αρχής, χωρίς το δικαίωμα  διεξαγωγής συνέντευξης με υπόχρεους ή τρίτους.

Η ανταλλαγή πληροφοριών και οι διοικητικές έρευνες πρέπει να αφορούν αποκλειστικά συναλλαγές μεταξύ υπόχρεων της αιτούσας αρχής άλλου κράτους μέλους και ημεδαπών υπόχρεων. Σε περίπτωση που οι ζητούμενες πληροφορίες περιέχονται σε έγγραφα, οι αλλοδαποί εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι μπορούν να λαμβάνουν αντίγραφα των εγγράφων αυτών.

3.    Οι ημεδαπές ελεγκτικές υπηρεσίες μπορούν αιτιολογημένα να ζητούν, μέσω του αρμόδιου τμήματος διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, την παρουσία δικών τους εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων στα γραφεία των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών  μελών.

4.    Οι υπάλληλοι που έχουν εξουσιοδοτηθεί από το αιτούν κράτος μέλος να είναι παρόντες σε ένα άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το παρόν άρθρο, πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να επιδείξουν γραπτή εξουσιοδότηση, στην οποία να αναφέρονται η ταυτότητά τους και  τα επίσημα καθήκοντά τους.

ΤΜΗΜΑ Β’
Ταυτόχρονοι έλεγχοι

Άρθρο 13
Ταυτόχρονοι έλεγχοι [άρθρο 12 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν να συμφωνήσουν για τη διενέργεια ταυτόχρονων ελέγχων, το καθένα από το έδαφός του, σε έναν ή περισσότερους υπόχρεους σε φορολογίες που προβλέπονται στο άρθρο 3, κοινού ή συμπληρωματικού ενδιαφέροντος για τα εν λόγω κράτη μέλη, με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών που συγκεντρώνονται από τους ελέγχους αυτούς.

2.    Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβάνει, αποδέχεται ή απορρίπτει και αποστέλλει προτάσεις για τη διενέργεια ταυτόχρονων ελέγχων, από τις αιτούσες και προς τις λαμβάνουσες αρχές των άλλων κρατών μελών, αντίστοιχα.

3.    Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, επιλέγει ανεξάρτητα τους υπόχρεους που προτίθεται να προτείνει για ταυτόχρονο έλεγχο, τόσο αυτούς που φορολογούνται στην Ελλάδα  όσο και αυτούς που φορολογούνται σε άλλα κράτη - μέλη. Υποβάλλει αίτημα στη λαμβάνουσα αρχή του άλλου κράτους μέλους, υπόχρεοι του οποίου ζητά να είναι υποκείμενοι στον έλεγχο, στο οποίο παραθέτει τους λόγους της επιλογής και καθορίζει το χρονικό διάστημα εντός του οποίου προτείνει να διενεργηθούν οι έλεγχοι αυτοί.

4.    Το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, ορίζει υπάλληλο ως αντιπρόσωπο έναντι των λοιπών κρατών μελών που συμμετέχουν στον ταυτόχρονο έλεγχο για να κατευθύνει και να συντονίζει τον έλεγχο.

5.    Στις περιπτώσεις υποθέσεων, στις οποίες η αρμόδια ημεδαπή ελεγκτική αρχή κρίνει αναγκαία τη διενέργεια ταυτόχρονου ελέγχου, ενημερώνει αιτιολογημένα το αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση και, περαιτέρω, το τμήμα αυτό, εφόσον συμφωνεί, μεριμνά για την αποστολή της σχετικής πρότασης στη λαμβάνουσα αρχή του άλλου κράτους μέλους ή των άλλων κρατών μελών, με πλήρη αιτιολόγηση και παροχή όλων των απαραίτητων πληροφοριών και με καθορισμό της χρονικής περιόδου εντός της οποίας θα διενεργηθούν οι ταυτόχρονοι έλεγχοι.

6.    Για τις προτάσεις που υποβάλλονται, αντίστοιχα, στο αρμόδιο τμήμα διασύνδεσης του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 4, ανάλογα με την περίπτωση, από τις αιτούσες αρχές των άλλων κρατών μελών για συμμετοχή της λαμβάνουσας ελληνικής αρχής σε ταυτόχρονους ελέγχους, αποφαίνεται το ίδιο τμήμα διασύνδεσης, κατόπιν σχετικής εισήγησης και παροχής των απαραίτητων πληροφοριών από την αρμόδια ημεδαπή ελεγκτική αρχή. Το παραπάνω τμήμα διασύνδεσης γνωστοποιεί στην αιτούσα αρχή του άλλου κράτους μέλους τη συμφωνία του ως προς τη διενέργεια των ταυτόχρονων ελέγχων ή την αιτιολογημένη άρνησή του.

7.    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

ΤΜΗΜΑ Γ’
Διοικητική κοινοποίηση

Άρθρο 14
Αίτημα κοινοποίησης [άρθρο 13 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Ύστερα από αίτημα της αιτούσας αρχής κράτους μέλους, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή μεριμνά για την κοινοποίηση στον παραλήπτη πράξεων και αποφάσεων που προέρχονται από τις διοικητικές αρχές του αιτούντος κράτους μέλους και αφορούν την εφαρμογή στο έδαφος του τελευταίου της νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους που αποτελούν το αντικείμενο των άρθρων 1 έως και 25. Το αίτημα κοινοποίησης περιλαμβάνει το αντικείμενο της πράξης ή της απόφασης προς κοινοποίηση και διευκρινίζει το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτη, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που είναι χρήσιμη για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του.

2.    Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή κράτους μέλους για τη συνέχεια που δίδει στο αίτημα κοινοποίησης και για την ημερομηνία, κατά την οποία η πράξη ή η απόφαση κοινοποιήθηκε στον παραλήπτη.
   
3.    Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή διαβιβάζει, δια της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, τις παραπάνω πράξεις ή αποφάσεις στην αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία τις κοινοποιεί στον παραλήπτη, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων ή αποφάσεων και στη συνέχεια αποστέλλει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.

4.    Η αιτούσα ελληνική αρχή υποβάλλει αίτημα κοινοποίησης δυνάμει του παρόντος άρθρου μόνον όταν δεν είναι σε θέση να κοινοποιήσει τις πράξεις και αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την κοινοποίηση παρόμοιων πράξεων στην Ελλάδα, ή όταν η κοινοποίηση θα δημιουργούσε δυσανάλογες δυσκολίες.

5.    Οι ελληνικές αρχές δύνανται να κοινοποιούν κάθε έγγραφο με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά απευθείας σε ένα πρόσωπο εντός της επικράτειας άλλου κράτους μέλους.

ΤΜΗΜΑ Δ’
Πληροφόρηση σχετικά με τη χρησιμότητα των ζητούμενων πληροφοριών

Άρθρο 15
Προϋποθέσεις [άρθρο 14 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]
 
1.    Όταν η λαμβάνουσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 παρέχει πληροφορίες δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, δύναται να ζητεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που τις έλαβε να της αποστείλει σχετική πληροφόρηση ως προς τη χρησιμότητα των ζητούμενων πληροφοριών.

2.    Η αιτούσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 αποστέλλει τέτοια πληροφόρηση για πληροφορίες που έλαβε δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, όταν αυτό ζητείται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που παρέσχε αυτές τις πληροφορίες. Σε περίπτωση που ζητείται τέτοια πληροφόρηση, η αιτούσα ελληνική αρχή ή η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, που έλαβε τις σχετικές πληροφορίες δυνάμει των άρθρων 6 ή 10, αντίστοιχα, αποστέλλει, με την επιφύλαξη των κανόνων φορολογικού απορρήτου και προστασίας δεδομένων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, την πληροφόρηση αυτή προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που παρέσχε αυτές τις πληροφορίες, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τριών μηνών από τη γνωστοποίηση της έκβασης της χρησιμοποίησης των ζητούμενων πληροφοριών.

3.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 προβαίνει σε πληροφόρηση μία φορά κατ’ έτος σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών προς άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, σύμφωνα με πρακτικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί διμερώς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΟΡΟΙ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 16
Γνωστοποίηση πληροφοριών και εγγράφων [άρθρο 16 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Οι πληροφορίες που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 ή η αιτούσα ελληνική αρχή υπό οιαδήποτε μορφή δυνάμει των άρθρων 1 έως και 25 καλύπτονται από το υπηρεσιακό απόρρητο και προστατεύονται από το φορολογικό απόρρητο δυνάμει της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας.

2.    Οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιούνται σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες που ενδέχεται να συνεπάγονται κυρώσεις, οι οποίες κινούνται κατόπιν παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, χωρίς να θίγονται οι γενικοί κανόνες και διατάξεις που διέπουν τα δικαιώματα των κατηγορούμενων και των μαρτύρων σε τέτοιες διαδικασίες.

3.    Με την άδεια της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους που κοινοποιεί πληροφορίες και μόνον στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται δυνάμει της ελληνικής νομοθεσίας, οι πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 ή την αιτούσα ελληνική αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25 μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 2. Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στο κράτος μέλος της αρμόδιας αρχής που κοινοποιεί τις πληροφορίες.

4.    Με την άδεια της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1, οι  πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 2. Η άδεια αυτή χορηγείται εάν οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για παρόμοιους σκοπούς στην Ελλάδα.  

5.    Όταν η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 ή η αιτούσα ελληνική αρχή θεωρεί ότι οι πληροφορίες τις οποίες έλαβε από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους ενδέχεται να είναι χρήσιμες για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 2 στην αρμόδια αρχή τρίτου κράτους μέλους, δύναται να τις διαβιβάζει σε αυτήν την τελευταία. Ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης των πληροφοριών για την πρόθεσή της να διαβιβάσει τις πληροφορίες σε τρίτο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος προέλευσης των πληροφοριών δύναται να αντιταχθεί στη διαβίβαση εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε τη σχετική κοινοποίηση από την αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 ή την αιτούσα ελληνική αρχή που έλαβε τις πληροφορίες.

6.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 δύναται να αντιταχθεί στη διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτο κράτος μέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 5.  


7.    Οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές της Ελλάδας δύνανται να επικαλούνται πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο, ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματά τους που έχει λάβει η αιτούσα ελληνική αρχή από τη λαμβάνουσα αρχή άλλου κράτους μέλους, ως αποδεικτικά στοιχεία στην ίδια βάση με παρόμοιες πληροφορίες, εκθέσεις, δηλώσεις και οιαδήποτε άλλα έγγραφα παρέχονται από μια άλλη αρχή της Ελλάδας.

Άρθρο 17
Όρια [άρθρο 17 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή παρέχει στην αιτούσα αρχή άλλου κράτους μέλους τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 με την προϋπόθεση ότι η αιτούσα αρχή έχει εξαντλήσει τις συνήθεις πηγές πληροφόρησης τις οποίες θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τη συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών χωρίς να υπάρχει κίνδυνος διακύβευσης της επίτευξης του στόχου της.

2.    Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δεν διεξάγει έρευνες ούτε κοινοποιεί πληροφορίες εάν η διεξαγωγή αυτών των ερευνών ή η συγκέντρωση των ζητούμενων πληροφοριών για ίδιους σκοπούς αντίκειται στην κείμενη νομοθεσία .

3.    Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δύναται να αρνηθεί τη διαβίβαση πληροφοριών, όταν το αιτούν κράτος μέλος αδυνατεί, για νομικούς λόγους, να παράσχει παρόμοιες πληροφορίες.

4.    Η άρνηση διαβίβασης πληροφοριών επιτρέπεται σε περίπτωση που θα οδηγούσε στην αποκάλυψη ενός εμπορικού, βιομηχανικού ή επαγγελματικού απορρήτου ή μιας εμπορικής μεθόδου ή μιας πληροφορίας της οποίας η αποκάλυψη θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη.

5.    Η λαμβάνουσα ελληνική αρχή πληροφορεί την αιτούσα αρχή άλλου κράτους μέλους για τους λόγους που είναι αντίθετη στην ικανοποίηση του αιτήματος παροχής πληροφοριών.

Άρθρο 18
Υποχρεώσεις [άρθρο 18 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Εάν ζητούνται πληροφορίες από ένα κράτος μέλος, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή εφαρμόζει τα μέτρα τα οποία διαθέτει για τη συγκέντρωση πληροφοριών, προκειμένου να λάβει τις ζητούμενες πληροφορίες, ακόμη και αν δεν χρειάζεται τις πληροφορίες αυτές για δικούς της φορολογικούς σκοπούς. Η υποχρέωση αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 17, η επίκληση των οποίων δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ότι επιτρέπει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή δεν έχει δικό της συμφέρον στις πληροφορίες αυτές.

2.    Σε καμία περίπτωση το άρθρο 17 παράγραφοι 2 και 4 δεν θεωρείται ότι επιτρέπει στη λαμβάνουσα ελληνική αρχή να αρνείται την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή κάτοχος των πληροφοριών αυτών είναι τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του πράκτορα ή του διαχειριστή ή επειδή οι πληροφορίες αφορούν ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου. 
    
3.    Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 2, η λαμβάνουσα ελληνική αρχή δύναται να αρνηθεί τη διαβίβαση της ζητούμενης πληροφορίας όταν η εν λόγω πληροφορία αφορά φορολογικές περιόδους προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 2011 και όταν η διαβίβαση τέτοιας πληροφορίας θα μπορούσε να έχει απορριφθεί βάσει του στοιχείου γ) του άρθρου 21 του ν. 1914/1990 (άρθρο 8 παράγραφος 1 της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ) εάν είχε ζητηθεί πριν από την 11η Μαρτίου 2011.

Άρθρο 19
Επέκταση της ευρύτερης συνεργασίας που παρέχεται σε τρίτη χώρα [άρθρο 19 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

Η Ελλάδα δύναται να αιτηθεί ευρύτερη αμοιβαία συνεργασία με ένα κράτος μέλος από αυτήν που προβλέπουν τα άρθρα 1 έως και 25, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το κράτος μέλος παρέχει τέτοια ευρύτερη αμοιβαία συνεργασία προς τρίτη χώρα. Σε περίπτωση που η Ελλάδα παρέχει προς τρίτη χώρα συνεργασία ευρύτερη από αυτήν που προβλέπουν τα άρθρα 1 έως και 25, τότε δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή εξίσου ευρείας συνεργασίας προς οιοδήποτε άλλο κράτος μέλος το οποίο επιθυμεί να συμμετάσχει στην ευρύτερη αυτή αμοιβαία συνεργασία με την Ελλάδα. 
  
Άρθρο 20
Τυποποιημένα έντυπα και ηλεκτρονικοί μορφότυποι [άρθρο 20 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών και διεξαγωγής διοικητικών ερευνών σύμφωνα με το άρθρο 6 και οι απαντήσεις τους, η αποδοχή τους, το αίτημα συμπληρωματικών βασικών πληροφοριών, η αδυναμία ή η άρνηση ικανοποίησης του αιτήματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αποστέλλονται, στο μέτρο του δυνατού, με χρήση τυποποιημένου εντύπου το οποίο εγκρίνει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.
Τα τυποποιημένα έντυπα μπορούν να συνοδεύονται από εκθέσεις, δηλώσεις και κάθε άλλο έγγραφο ή επικυρωμένα γνήσια αντίγραφα ή αποσπάσματα αυτών.

2.    Το τυποποιημένο έντυπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες, τις οποίες πρέπει να παρέχει η αιτούσα ελληνική αρχή:

α) τα στοιχεία ταυτότητας του προσώπου που αποτελεί αντικείμενο εξέτασης ή έρευνας•
β) τους φορολογικούς λόγους για τους οποίους ζητούνται οι πληροφορίες.

Η αιτούσα ελληνική αρχή δύναται, στο βαθμό που γνωρίζει και σύμφωνα με τις διεθνείς εξελίξεις, να παρέχει το όνομα και τη διεύθυνση κάθε προσώπου που εικάζεται ότι έχει στην κατοχή του τις ζητούμενες πληροφορίες, καθώς και κάθε στοιχείο που μπορεί να διευκολύνει τη συλλογή των πληροφοριών από τη λαμβάνουσα αρχή άλλου κράτους μέλους.

3.    Οι αυθόρμητα παρεχόμενες πληροφορίες και η αποδοχή τους σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11, αντίστοιχα, τα αιτήματα διοικητικών κοινοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 14 και η πληροφόρηση σχετικά με τη χρησιμότητα των ζητούμενων πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 15 αποστέλλονται με χρήση του τυποποιημένου εντύπου που εγκρίνει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.

4.    Οι αυτόματες ανταλλαγές πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 9 αποστέλλονται με τη χρήση τυποποιημένου ηλεκτρονικού μορφότυπου με στόχο τη διευκόλυνση της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών και με βάση τον ισχύοντα ηλεκτρονικό μορφότυπο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 του ν. 3312/2005 (Α’ 35) (άρθρο 9 της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, ΕΕ L 157 της 26.3.2003).

5.    Ο τυποποιημένος ηλεκτρονικός μορφότυπος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4, πρέπει να χρησιμοποιείται για όλους τους τύπους αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών και εγκρίνεται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.

Άρθρο 21
Πρακτικές ρυθμίσεις [άρθρο 21 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25 πρέπει να παρέχονται, στο μέτρο του δυνατού, με ηλεκτρονικά μέσα χρησιμοποιώντας το δίκτυο CCN.

2.    Οι ελληνικές αρχές είναι υπεύθυνες για οιαδήποτε εξέλιξη των συστημάτων της, η οποία απαιτείται για τη δυνατότητα ανταλλαγής των πληροφοριών αυτών με χρήση του δικτύου CCN.

3.    Τα πρόσωπα που είναι δεόντως διαπιστευμένα από την Αρχή Διαπίστευσης Ασφαλείας της Επιτροπής επιτρέπεται να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, μόνον εφόσον είναι αναγκαίο για σκοπούς διατήρησης, συντήρησης και ανάπτυξης του δικτύου CCN.   

4.    Η Ελλάδα παραιτείται από κάθε αξίωση επιστροφής των δαπανών οι οποίες προκύπτουν κατά την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 25 εκτός, κατά περίπτωση, αν πρόκειται για αμοιβές εμπειρογνωμόνων.

5.    Τα αιτήματα συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων κοινοποίησης, και τα συνημμένα έγγραφα είναι δυνατόν να συντάσσονται σε οποιαδήποτε γλώσσα συμφωνούν μεταξύ τους η λαμβάνουσα αρχή και η αιτούσα αρχή.

Τα αιτήματα αυτά συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους της λαμβάνουσας αρχής μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όταν η λαμβάνουσα αρχή δηλώνει τον λόγο για τον οποίο ζητά μετάφραση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 22
Αξιολόγηση [άρθρο 23 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 κοινοποιεί στην Επιτροπή κάθε σχετική πληροφορία, αναγκαία για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της διοικητικής συνεργασίας σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως και 25 όσον αφορά τη φοροδιαφυγή και τη φοροαποφυγή.

2.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 κοινοποιεί στην Επιτροπή μια ετήσια αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 9, καθώς και των πρακτικών αποτελεσμάτων τα οποία επετεύχθησαν. Η μορφή και οι όροι κοινοποίησης αυτής της ετήσιας αξιολόγησης εγκρίνονται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ

3.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 παρέχει στην Επιτροπή για τους σκοπούς της αξιολόγησης των άρθρων 1 έως και 25 στατιστικά στοιχεία, που συντάσσει η Επιτροπή, με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ.

4.    Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται στην Επιτροπή δυνάμει των παραγράφων 1, 2 και 3 χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικές σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτές οι πληροφορίες, καθώς και οιαδήποτε έκθεση ή έγγραφο που συντάσσεται από την Επιτροπή βάσει αυτών, μπορούν να διαβιβάζονται σε άλλα κράτη μέλη. Αυτές οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες καλύπτονται από το υπηρεσιακό απόρρητο και χαίρουν της προστασίας που παρέχεται σε παρόμοιες πληροφορίες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους που τις έλαβε.

Οι εκθέσεις και τα έγγραφα που καταρτίζει η Επιτροπή και που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη μόνον για λόγους ανάλυσης αλλά δεν δημοσιοποιούνται ούτε καθίστανται διαθέσιμες σε οιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα χωρίς τη ρητή συμφωνία της Επιτροπής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Άρθρο 23
Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες [άρθρο 24 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ]

1.    Όταν η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 ή η αιτούσα ελληνική αρχή λαμβάνει από τρίτη χώρα πληροφορίες οι οποίες είναι εύλογα συναφείς με την εφαρμογή και την επιβολή της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους που αναφέρονται στο άρθρο 3, δύναται, εφόσον αυτό επιτρέπεται δυνάμει διεθνούς συμφωνίας με τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, να παρέχει τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες αρχές κρατών μελών για τις οποίες ενδέχεται να είναι χρήσιμες και σε οποιαδήποτε αιτούσα αρχή. 

2.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 ή η αιτούσα ελληνική αρχή επιτρέπεται να κοινοποιεί σε μία τρίτη χώρα, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την κοινοποίηση προσωπικών δεδομένων σε τρίτες χώρες, πληροφορίες τις οποίες αποκτά από κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι τηρούνται αθροιστικά οι ακόλουθοι όροι:

α)    η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους από την οποία προέρχονται οι πληροφορίες έχει συναινέσει για την κοινοποίησή τους στην τρίτη χώρα, και
β)    η εν λόγω τρίτη χώρα έχει δεσμευθεί να παράσχει την απαιτούμενη συνεργασία για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την παράτυπη ή παράνομη φύση των συναλλαγών οι οποίες φαίνεται ότι συνιστούν παραβίαση ή κατάχρηση της φορολογικής νομοθεσίας.

3.    Η αρμόδια αρχή του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρ. 5 παράγραφος 1 δύναται να αντιταχθεί στη διαβίβαση πληροφοριών σε τρίτη χώρα, σύμφωνα με την παράγραφος 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’
ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 24
Προστασία δεδομένων [άρθρο 25 της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ

Η ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών ερευνών, γίνεται κατόπιν ειδικά αιτιολογημένης απόφασης ως προς την αναγκαιότητα και αναλογικότητα των δεδομένων, τόσο από την αιτούσα αρχή, όσο και από την λαμβάνουσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2472/1997 (Α’ 50) λαμβανομένων υπόψη και όσων ορίζονται στα άρθρα 15 παράγραφος 1, 16 παράγραφος 1 και 17 του παρόντος νόμου. Την αιτιολογία εξετάζει η λαμβάνουσα ή η αιτούσα, αντίστοιχα, ελληνική αρχή.
Η ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23, γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 2472/1997.
Για τους σκοπούς των άρθρων 1 έως και 25 και ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη πράξη της αρμόδιας αρχής του Υπουργείου Οικονομικών κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1 μπορεί να αποφασίζεται εξαίρεση της άσκησης των δικαιωμάτων των άρθρων 11 και 12 του ν. 2472/1997.

Άρθρο 25
Καταργούμενες διατάξεις Πρώτου Μέρους

Με τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου καταργούνται:

α)    τα άρθρα 19 έως 24α του Κεφαλαίου Β «ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» του ν. 1914/1990, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977 σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στον τομέα των άμεσων φόρων και των φόρων επί των ασφαλίστρων,

β)    τα άρθρα 1 και 2 του Πρώτου Κεφαλαίου του ν. 3312/2005, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2003/93/ΕΚ του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2003 για την τροποποίηση της Οδηγίας  77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στον τομέα της άμεσης και της έμμεσης φορολογίας (ΕΕ L 264 της 15.10.2003) και

γ)    τα άρθρα 3 και 4 του Κεφαλαίου Β’ του ν. 3453/2006 (Α’ 74), με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2004/56/ΕΚ του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τροποποίηση της Οδηγίας 77/799/ΕΟΚ όσον αφορά την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στον τομέα των άμεσων φόρων, ορισμένων ειδικών φόρων κατανάλωσης και των φόρων επί των ασφαλίστρων (ΕΕ L 127 της 29.4.2004).

Οι παραπομπές στις καταργούμενες διατάξεις θεωρείται ότι γίνονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΩΝ

Άρθρο 26
Τροποποίηση άρθρου 1 του ν.3148/2003

1.    Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 (Α΄ 136) προστίθεται νέο εδάφιο που έχει ως εξής:
 «Η Ε.Λ.Τ.Ε. λειτουργεί αποκλειστικά χάριν του δημοσίου συμφέροντος, έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και απολαύει λειτουργικής ανεξαρτησίας.»

2.    Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η Ε.Λ.Τ.Ε. εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομικών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Η εν λόγω εποπτεία λαμβάνει τη μορφή της προηγούμενης έγκρισης μόνον για τις πράξεις του ετήσιου προϋπολογισμού και απολογισμού της Ε.Λ.Τ.Ε..»

3.    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ως γραμματέας του Δ.Σ ορίζεται, με απόφαση του Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε., υπάλληλος της Ε.Λ.Τ.Ε..»

4.    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι Αντιπρόεδροι επιλέγονται από πρόσωπα που διαθέτουν ευρεία επιστημονική κατάρτιση στη Λογιστική ή/και Ελεγκτική.»

5.    Στην παράγραφο 7 του άρθρου 1 του ν. 3148/2003 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Σε περίπτωση λήξης της θητείας των μελών του Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε., αυτή παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι το διορισμό νέων μελών σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3148/2003 για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους κατ’ ανώτατο όριο.».
 
Άρθρο 27
Τροποποίηση άρθρου 4 του ν. 3148/2003 σχετικά με το Συμβούλιο Λογιστικής Τυποποίησης 

1.    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
 «Το Σ.ΛΟ.Τ. είναι πενταμελές και αποτελείται από έναν Αντιπρόεδρο της Ε.Λ.Τ.Ε. ως Πρόεδρο και τέσσερις ειδικούς επιστήμονες οι οποίοι έχουν υψηλό επίπεδο θεωρητικής κατάρτισης στη Λογιστική και μακροχρόνια πείρα πρακτικής εφαρμογής της. Ένας, τουλάχιστον, εκ των ανωτέρω επιστημόνων απαιτείται να είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στο γνωστικό αντικείμενο της Λογιστικής.».

2.    Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του ν. 3148/2003 καταργείται.

Άρθρο 28
Τροποποίηση άρθρου 5  του ν. 3148/2003 σχετικά με το Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου  

Το άρθρο 5 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 5
Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου

«1. Το Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου (Σ.Π.Ε.) είναι πενταμελές συλλογικό όργανο και η θητεία του είναι τριετής. Τα μέλη του Σ.Π.Ε. και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του Δ.Σ της ΕΛΤΕ, και πρέπει να είναι πρόσωπα εγνωσμένου κύρους με ειδικές γνώσεις και εμπειρία σε θέματα ελεγκτικής, λογιστικής και φορολογικής νομοθεσίας. Ως Πρόεδρος του Σ.Π.Ε. ορίζεται ένας Αντιπρόεδρος του Δ.Σ της ΕΛΤΕ. Ένα από τα μέλη του Σ.Π.Ε. ορίζεται από το Δ.Σ της ΕΛΤΕ, μετά από πρόταση του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών που συστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 226/1992 (Α’ 120). Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισηγήσεως του Δ.Σ της ΕΛΤΕ καθορίζεται η αποζημίωση των μελών του ΣΠΕ.
2. Το Σ.Π.Ε. είναι αρμόδιο:
α) για τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων επί των προσώπων των παραγράφων 2 έως 8 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 (Α΄ 174),
β) για τη διατύπωση υποδείξεων προς τα πρόσωπα των παραγράφων 2 έως 8 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008, ως αποτέλεσμα ποιοτικών ελέγχων,
γ) για τη διεξαγωγή ερευνών προς διαπίστωση τυχόν παραβάσεων της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των ελεγκτών συμπεριλαμβανομένων των κανονιστικών αποφάσεων της Ε.Λ.Τ.Ε., του εκάστοτε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας, των ελεγκτικών προτύπων ή των προτύπων διασφάλισης της ποιότητας, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν καταγγελίας,
δ) για τη διατύπωση εισηγήσεων προς το Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε ως αποτέλεσμα της διεξαγωγής ερευνών κατά την περίπτωση γ΄ της παρούσας παραγράφου,
ε) για τη διεξαγωγή ερευνών που σχετίζονται με την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων και με την άσκηση εποπτείας επί της Διεύθυνσης Λογιστικών και Ελεγκτικών Θεμάτων, Μελετών και Υποστήριξης Ποιοτικών Ελέγχων της Ε.Λ.Τ.Ε κατά τη διεξαγωγή προαναφερθεισών ερευνών,
στ) για τη διατύπωση γενικών εισηγήσεων προς το Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. επί ελεγκτικών θεμάτων, θεμάτων άσκησης ποιοτικού ελέγχου και διερεύνησης πειθαρχικών παραβάσεων, και
ζ) επί οιουδήποτε άλλου θέματος προσιδιάζει στην άσκηση ποιοτικού ελέγχου επί της ελεγκτικής εργασίας, καθώς και στη διερεύνηση των υποθέσεων για τη διαπίστωση της τυχόν τέλεσης πειθαρχικών παραβάσεων.
3. Με απόφαση του Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. ρυθμίζεται το περιεχόμενο, ο τρόπος και η διαδικασία διενέργειας των ποιοτικών ελέγχων και κάθε άλλο σχετικό θέμα, ιδίως δε:
α) τα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, που θα διενεργούν τους ποιοτικούς ελέγχους,
β) τα κριτήρια επιλογής των φορέων που θα εντάσσονται κάθε φορά στον προγραμματισμό του Σ.Π.Ε. για τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων,
γ) οι υποχρεώσεις των ελεγχόμενων προσώπων κατά τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων,
δ) η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των ποιοτικών ελέγχων, και
ε) οι υποχρεώσεις των ελεγχόμενων προσώπων κατόπιν ολοκλήρωσης των ποιοτικών ελέγχων.
4. Τα πρόσωπα επί των οποίων διενεργήθηκε ποιοτικός έλεγχος υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις υποδείξεις που διατυπώνονται προς αυτά από το Σ.Π.Ε. ως αποτέλεσμα του διενεργηθέντος ποιοτικού ελέγχου. Κατά τη διατύπωση των υποδείξεών του, το Σ.Π.Ε. τάσσει στα ως άνω πρόσωπα εύλογη προθεσμία προς συμμόρφωση. Τυχόν μη συμμόρφωση με τις υποδείξεις του Σ.Π.Ε. εντός της ταχθείσης προθεσμίας συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.
5. Με απόφαση του Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. καθορίζεται η δαπάνη για τη διενέργεια του ποιοτικού ελέγχου, η οποία βαρύνει τον προϋπολογισμό της Ε.Λ.Τ.Ε..».

Άρθρο 29
Κυρώσεις και διαδικασία επιβολής τους

Το άρθρο 6 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 6
Κυρώσεις και διαδικασία επιβολής αυτών
1. Αποκλειστικά αρμόδιο όργανο για τη διαπίστωση παραβάσεων της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες  των ελεγκτών, συμπεριλαμβανομένων των κανονιστικών αποφάσεων της Ε.Λ.Τ.Ε., του εκάστοτε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας και των ελεγκτικών προτύπων ή των προτύπων διασφάλισης της ποιότητας, καθώς και περιπτώσεων μη συμμόρφωσης προς τις υποδείξεις που διατυπώνονται από το Συμβούλιο Ποιοτικού Ελέγχου (Σ.Π.Ε) της Ε.Λ.Τ.Ε. συνεπεία της διενέργειας ποιοτικού ελέγχου, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 5 του παρόντος, από τα πρόσωπα των παραγράφων 2 έως 8 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 («πειθαρχικά παραπτώματα»), και την επιβολή κυρώσεων σε βάρος τους, είναι το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) της Ε.Λ.Τ.Ε.. 
2. Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. επιβάλλει τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις:
α) Επίπληξη.
β) Προσωρινή απαγόρευση διενέργειας υποχρεωτικών ελέγχων επί των ατομικών ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων για χρονικό διάστημα από έναν (1) έως δώδεκα (12) μήνες.
γ) Πρόστιμο ύψους έως 1.000.000 ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής, το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται να επιβάλλει πρόστιμο ύψους έως 2.000.000 ευρώ. Στην περίπτωση επιβολής προστίμου σε νομικό πρόσωπο που έχει δικαίωμα διενέργειας υποχρεωτικών ελέγχων, το επιβαλλόμενο πρόστιμο δύναται να υπερβεί το όριο του πρώτου εδαφίου και να ανέλθει σε ποσό ίσο με το δεκαπλάσιο της αμοιβής που τιμολογήθηκε στην ελεγχόμενη οντότητα κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρήσης κατά την οποία τελέσθηκε η παράβαση και προέρχεται από κάθε είδους ελεγκτική εργασία. Τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο ισχύουν και σε περίπτωση υποτροπής του νομικού προσώπου.
δ) Προσωρινή αφαίρεση της επαγγελματικής άδειας για χρονικό διάστημα έως δύο (2) έτη.
ε) Οριστική αφαίρεση της επαγγελματικής άδειας και διαγραφή από το Μητρώο Ελεγκτών.
3. Για την επιμέτρηση της επιβαλλόμενης κύρωσης σε κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις της παραγράφου αυτής λαμβάνονται υπόψη, ενδεικτικώς, η σοβαρότητα της παράβασης, ο κίνδυνος για την αξιοπιστία και την ορθή λειτουργία του ελεγκτικο-λογιστικού θεσμού, ο τυχόν προσπορισμός οφέλους και η τυχόν συνδρομή στο πρόσωπο του παραβάτη της ιδιότητας του κυρίου εταίρου σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008.
Το Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. επιβάλλει τις κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου ύστερα από εισήγηση του Σ.Π.Ε. Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. για την έκδοση των αποφάσεων για την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων λαμβάνει μέρος και ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. που είναι Πρόεδρος του Σ.Π.Ε, χωρίς δικαίωμα ψήφου.
4. Σε περίπτωση διαπίστωσης της τέλεσης παράβασης από νόμιμο ελεγκτή, που διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους στο όνομα και για λογαριασμό ελεγκτικού γραφείου, η ευθύνη του νόμιμου ελεγκτή δεν αίρει την τυχόν σωρευτική πειθαρχική ευθύνη του ελεγκτικού γραφείου.
Σε κάθε περίπτωση, η δια πράξεως ή παραλείψεως πλημμελής άσκηση εποπτείας εκ μέρους εταίρου ή ιδιοκτήτη ή μέλους της διοίκησης ή μέλους εποπτικού οργάνου ελεγκτικού γραφείου επί των κυρίων εταίρων κατά την έννοια της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 και των νομίμων ελεγκτών, καθώς και κάθε άλλου προσώπου που συμμετέχει εν γένει στην ελεγκτική διαδικασία για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα καταλογιζόμενο αυτοτελώς στο ελεγκτικό γραφείο ή και στα μέλη των οργάνων διοίκησής του  που εμπλέκονται στην πλημμελή άσκηση εποπτείας. Ομοίως αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο καταλογίζεται  στο ελεγκτικό γραφείο ή και τα μέλη των οργάνων διοίκησης του ελεγκτικού γραφείου αυτοτελώς, και κάθε πράξη ή παράλειψη εταίρου ή ιδιοκτήτη ή μέλους της διοίκησης ή μέλους εποπτικού οργάνου ή κυρίου εταίρου ελεγκτικού γραφείου κατά την έννοια της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008, η οποία θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα νόμιμου ελεγκτή, όπως αυτή προσδιορίζεται στα Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα και τον ισχύοντα Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Λογιστών. Στην τελευταία περίπτωση, πέραν των λοιπών κυρώσεων, επιβάλλεται σε βάρος του ελεγκτικού γραφείου και στα μέλη των οργάνων διοίκησής του που εμπλέκονται στην παράβαση η κύρωση της αφαίρεσης της επαγγελματικής άδειας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών.
5. Ειδικώς, στην περίπτωση μη συμμόρφωσης των επιχειρήσεων νομίμων ελεγκτών με την υποχρέωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 του νόμου αυτού  πέραν των κυρώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, το Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται να αποφασίσει την αποβολή της μη συμμορφούμενης επιχείρησης και των νομίμων ελεγκτών αυτής από το πρόγραμμα ποιοτικών ελέγχων της Ε.Λ.Τ.Ε. με συνέπεια κάθε ελεγκτική εργασία που διενεργείται από αυτούς να μην παράγει έννομα αποτελέσματα. Οι αποφάσεις περί αποβολής δημοσιοποιούνται με απόφαση του Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε., που καθορίζει τη φύση, έκταση και τον τρόπο δημοσιοποίησης τους.
6. Πριν την έκδοση της απόφασης για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, το Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. υποχρεούται να καλέσει τον ελεγχόμενο νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγχόμενο ελεγκτικό γραφείο να εκθέσει τις απόψεις του. Η σχετική κλήση είναι έγγραφη και σε αυτή μνημονεύονται υποχρεωτικά η προσαπτόμενη παράβαση, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τη βάση αυτής και τάσσεται εύλογη προθεσμία στον ενδιαφερόμενο να εκθέσει τις απόψεις του εγγράφως. Το Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. μπορεί, εφόσον το κρίνει αναγκαίο κατά την απόλυτη διακριτική του ευχέρεια, να καλέσει τον ελεγχόμενο νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγχόμενο ελεγκτικό γραφείο και σε παροχή προφορικών επεξηγήσεων ενώπιόν του. Σε περίπτωση αναβολής, ή διακοπής της συζήτησης για άλλη μέρα και ώρα, η γνωστοποίηση της ημερομηνίας της μετά την αναβολή ή τη διακοπή συζήτησης, μπορεί να γίνεται με κάθε πρόσφορο τρόπο.
Το Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. δύναται για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος να δημοσιοποιεί με κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέσο τις αποφάσεις αυτού που αφορούν την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων.
7. Κατά των αποφάσεων του Δ.Σ της Ε.Λ.Τ.Ε. για την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων χωρεί προσφυγή ουσίας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μέσα σε προθεσμία 60 ημερών από την κοινοποίησή τους.
8. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 αποτελούν έσοδο του Δημοσίου και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974), από την εκάστοτε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), η οποία οφείλει να ενημερώσει άμεσα την ΕΛΤΕ για την  είσπραξη ή μη του προστίμου.

Άρθρο 30
Διερεύνηση υποθέσεων και εξουσίες των οργάνων της Ε.Λ.Τ.Ε.
 
Μετά το άρθρο 6 του ν. 3148/2003 προστίθενται άρθρα 6Α και 6Β ως εξής:
 
Άρθρο 6Α
Διερεύνηση υποθέσεων
1. Η διερεύνηση των υποθέσεων για τη διαπίστωση της συνδρομής ή μη παράβασης της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των ελεγκτών κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του παρόντος διενεργείται με τη διοικητική μέριμνα του Σ.Π.Ε. και με την υποστήριξη της Διεύθυνσης Λογιστικών και Ελεγκτικών Θεμάτων, Μελετών και Υποστήριξης Ποιοτικών Ελέγχων της Ε.Λ.Τ.Ε. και των «εντεταλμένων ελεγκτών» της Ε.Λ.Τ.Ε.
2. Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. ύστερα από εισήγηση του Σ.Π.Ε μπορεί να ορίζει ως «εντεταλμένους ελεγκτές», φυσικά πρόσωπα, ιδιώτες ή υπαλλήλους του Δημοσίου ή νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου, με κατάλληλη επαγγελματική κατάρτιση και εμπειρία που έχουν λάβει εξειδικευμένη εκπαίδευση ιδίως σε θέματα διενέργειας ποιοτικών ελέγχων. Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. μπορούν να εξειδικεύονται τα αναγκαία προσόντα και οι απαιτούμενες ειδικότητες των «εντεταλμένων ελεγκτών», καθώς και η διαδικασία επιλογής και αποζημίωσής τους. Οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. υποχρεούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 του ν. 3693/2008 και 11 του παρόντος νόμου. Για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας των ποιοτικών ελέγχων, οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. υπόκεινται στους ακόλουθους περιορισμούς:
(α) Δεν επιτρέπεται να ασκούν το επάγγελμα του νόμιμου ελεγκτή ή να εργάζονται για λογαριασμό νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου ή του δικτύου τους.
(β) Δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε έλεγχο νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου, στο οποίο κατά την προηγούμενη διετία εργάστηκαν ως εταίροι ή υπάλληλοι ή με το οποίο συνδέονταν κατά οποιοδήποτε τρόπο ή από το οποίο λαμβάνουν οποιασδήποτε φύσεως αμοιβή.
(γ) Δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αυτών και του ελεγχόμενου φορέα, επί του οποίου θα πραγματοποιήσουν έλεγχο.
Οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. υποχρεούνται να υποβάλλουν στο Σ.Π.Ε. πριν από την έναρξη έκαστου ελέγχου που τους ανατίθεται, «υπεύθυνη δήλωση» ότι συμμορφώνονται με τους παραπάνω περιορισμούς και απαιτήσεις.
3. Το Σ.Π.Ε. δύναται να δίδει εντολές ελέγχου – είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν σχετικής καταγγελίας –, οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές στην Διεύθυνση της παραγράφου 1 του παρόντος, καθώς και στους «εντεταλμένους ελεγκτές» ως προς θέματα ασκήσεως του ελέγχου και, γενικώς, εποπτεύει την εν λόγω ελεγκτική αρμοδιότητά τους. Η Διεύθυνση Λογιστικών και Ελεγκτικών Θεμάτων, Μελετών και Υποστήριξης Ποιοτικών Ελέγχων ή/και οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε.  («τα ελεγκτικά όργανα της Ε.Λ.Τ.Ε.») μετά το πέρας της διερεύνησης υποθέσεως υποβάλλουν το πόρισμά τους στο Σ.Π.Ε.
4. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια διενέργειας ποιοτικού ελέγχου πιθανολογείται σοβαρά η τέλεση πειθαρχικών παραπτωμάτων, το Σ.Π.Ε. μπορεί να εισηγείται προς το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. την επιβολή κυρώσεων, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση της υποθέσεως από τα ελεγκτικά όργανα της Ε.Λ.Τ.Ε.».

Άρθρο 6Β
Εξουσίες των οργάνων της Ε.Λ.Τ.Ε.
1.    Τα ελεγκτικά όργανα της Ε.Λ.Τ.Ε. στο πλαίσιο της διερεύνησης υποθέσεως για τη διαπίστωση της τυχόν τέλεσης παραβάσεων της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των ελεγκτών κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του παρόντος δύνανται:
α) Να έχουν πρόσβαση και να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματα από έγγραφα, βιβλία και άλλα στοιχεία που τηρούνται σε οποιαδήποτε μορφή (έγγραφη, ηλεκτρονική, μαγνητική ή άλλη) στην επαγγελματική εγκατάσταση που βρίσκεται μέσα ή έξω από τις κτιριακές εγκαταστάσεις των ελεγχόμενων προσώπων των παραγράφων 2 έως 8 του ν. 3693/2008, τα οποία δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο.
β) Να προβαίνουν σε κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων και άλλων στοιχείων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ηλεκτρονικά μέσα αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, που βρίσκονται μέσα ή έξω από τις κτιριακές εγκαταστάσεις των ελεγχόμενων προσώπων ή εταιρειών.
γ) Να λαμβάνουν κατά την κρίση τους ένορκες ή ανωμοτί μαρτυρικές καταθέσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 212 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και να ζητούν επεξηγήσεις για τα γεγονότα ή έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου και να καταγράφουν τις σχετικές απαντήσεις.

2.    Τα ελεγκτικά όργανα της Ε.Λ.Τ.Ε. ασκούν τις ως άνω αρμοδιότητές τους, εφόσον δοθεί σχετική έγγραφη και ειδική εντολή από τον Πρόεδρο της Ε.Λ.Τ.Ε. Η εντολή δίδεται είτε σε ορισμένο ελεγκτή είτε σε ομάδα ελεγκτών. Στην τελευταία περίπτωση, η εντολή πρέπει να ορίζει και τον ελεγκτή που είναι ο επικεφαλής του ελέγχου. Σε περίπτωση που η εντολή δίδεται προς «εντεταλμένο ελεγκτή» της Ε.Λ.Τ.Ε., υποχρεωτικά ορίζεται στην ομάδα ελέγχου και ένας τουλάχιστον υπάλληλος της Ε.Λ.Τ.Ε., ο οποίος υπογράφει κάθε έγγραφο σχετικό με τη διενέργεια της έρευνας.

3.    Οι έλεγχοι και η λήψη πληροφοριών και στοιχείων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1, καθώς και οι κατασχέσεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1, πραγματοποιούνται σε οποιαδήποτε για το ελεγχόμενο πρόσωπο εργάσιμη ώρα.

4.    Για την κατάσχεση που πραγματοποιείται σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος, συντάσσεται έκθεση κατάσχεσης. Η έκθεση υπογράφεται από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο που ενεργεί την κατάσχεση, το οποίο πρέπει να είναι υπάλληλος της Ε.Λ.Τ.Ε. και από το ελεγχόμενο πρόσωπο ή το νόμιμο εκπρόσωπό του. Η έκθεση κατάσχεσης συντάσσεται σε δύο αντίγραφα. Το ένα από τα αντίγραφα διατηρείται από το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο της Ε.Λ.Τ.Ε. και το άλλο παραδίδεται σε εκείνον που υπέγραψε για λογαριασμό του ελεγχόμενου προσώπου.
Σε περίπτωση άρνησης των παραπάνω να υπογράψουν, αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης επιδίδεται, με δικαστικό επιμελητή στο πρόσωπο, κατά του οποίου επεβλήθη η κατάσχεση, εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημέρα ολοκλήρωσης της κατάσχεσης, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των άρθρων 47 έως 57 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999). Το ελεγχόμενο πρόσωπο δικαιούται να λάβει αντίγραφα των κατασχεθέντων εγγράφων με δαπάνες του.

5.    Η έκθεση κατάσχεσης περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστο:
α) τον τίτλο «Έκθεση Κατάσχεσης της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων»,
β) το χρόνο διενέργειας της κατάσχεσης,
γ) τον τόπο διενέργειας της κατάσχεσης, δηλαδή τα στοιχεία της επαγγελματικής εγκατάστασης, καθώς και τη νομική μορφή, επωνυμία ή πλήρη στοιχεία ταυτότητας του ελεγχόμενου προσώπου,
δ) το ονοματεπώνυμο των διενεργούντων την κατάσχεση ελεγκτικών οργάνων της Ε.Λ.Τ.Ε.,
ε) τον αριθμό και τη χρονολογία εντολής ελέγχου του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Λογιστικών και Ελεγκτικών Θεμάτων, Μελετών και Υποστήριξης Ποιοτικών Ελέγχων της ΕΛΤΕ ή του αναπληρωτή του ή του Προέδρου του Σ.Π.Ε,
στ) την αιτιολογία για τη διενέργεια της κατάσχεσης,
ζ) την υπογραφή των ενεργούντων την κατάσχεση ελεγκτικών οργάνων της Ε.Λ.Τ.Ε., καθώς και την υπογραφή του προσώπου που υπέγραψε για λογαριασμό του ελεγχόμενου προσώπου,
η) σαφή περιγραφή των κατασχεθέντων αντικειμένων.

6.    Η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων, σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, πραγματοποιείται στην έδρα της Ε.Λ.Τ.Ε.. Το ελεγχόμενο πρόσωπο που πρόκειται να καταθέσει κλητεύεται εγγράφως σε ορισμένη ημέρα και ώρα. Η κλήση υπογράφεται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Λογιστικών και Ελεγκτικών Θεμάτων, Μελετών και Υποστήριξης Ποιοτικών Ελέγχων της Ε.Λ.Τ.Ε. ή τον αναπληρωτή του ή τον Πρόεδρο του Σ.Π.Ε. Η κλήση περιέχει συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης, για την οποία πρόκειται να εξεταστεί ο μάρτυρας και μνημονεύει την αρχή στην οποία αυτό καλείται. Η κλήση επιδίδεται στο εξεταζόμενο πρόσωπο με δικαστικό επιμελητή, εφαρμοζομένων αναλόγως των άρθρων 47 έως 57 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μία (1) τουλάχιστον εργάσιμη ημέρα πριν από την ημέρα για την οποία καλείται προς εξέταση. Η προθεσμία κλήσης μπορεί να παρατείνεται σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, εφόσον το εξεταζόμενο πρόσωπο έχει την κατοικία ή έδρα του εκτός του νομού Αττικής. Η προθεσμία κλήσης παρατείνεται σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, εφόσον το εξεταζόμενο πρόσωπο έχει την κατοικία ή έδρα του εκτός της ελληνικής επικράτειας.

7.    Η λήψη μαρτυρικών καταθέσεων πραγματοποιείται ενώπιον ελεγκτικού οργάνου της Ε.Λ.Τ.Ε. και ενός διοικητικού υπαλλήλου της Ε.Λ.Τ.Ε., ως γραμματέα. Ο μάρτυρας, πριν καταθέσει, καλείται να δηλώσει το όνομα και το επώνυμό του, τον τόπο της γέννησης και της κατοικίας του, καθώς και την ηλικία του.

8.    Για τη μαρτυρική κατάθεση συντάσσεται από τον γραμματέα έκθεση μαρτυρικής κατάθεσης. Η έκθεση πρέπει να αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία της κατάθεσης, την ώρα κατά την οποία άρχισε και τελείωσε η κατάθεση και το ονοματεπώνυμο του ελεγκτικού οργάνου της Ε.Λ.Τ.Ε. που έλαβε την κατάθεση, του γραμματέα και του μάρτυρα, καθώς και ακριβή καταγραφή όσων κατατέθηκαν από τον μάρτυρα. Η έκθεση διαβάζεται από όλα τα παρευρισκόμενα κατά την εξέταση πρόσωπα και υπογράφεται από αυτά. Αν κάποιο από τα πρόσωπα αυτά αρνείται να υπογράψει, αυτό αναφέρεται στην έκθεση. Η έκθεση αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα έχει καταθέσει ο μάρτυρας. Η έκθεση είναι άκυρη, εάν λείπουν η χρονολογία (εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή από άλλα έγγραφα που επαναλαμβάνονται σε αυτήν), η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων ή η υπογραφή των προσώπων που παρευρέθηκαν στην κατάθεση. Η έκθεση συντάσσεται σε δύο αντίγραφα, από τα οποία ένα αντίγραφο δίδεται στον μάρτυρα και το άλλο τίθεται με ευθύνη του ελεγκτικού οργάνου της Ε.Λ.Τ.Ε. που έλαβε την κατάθεση, στο φάκελο της υπόθεσης.

9.    Ψευδείς ή ανακριβείς μαρτυρικές καταθέσεις τιμωρούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 225 του Ποινικού Κώδικα.»

Άρθρο 31
Πόροι της ΕΛΤΕ

Η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του ν. 3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι πόροι της Ε.Λ.Τ.Ε. προέρχονται από εισφορά ποσοστού ένα τοις εκατό (1%) επί των συνολικών ακαθάριστων εσόδων των εταιρειών ή κοινοπραξιών ελεγκτικών εταιρειών. Αν από την οικονομική διαχείριση της EΛΤΕ στο τέλος  κάθε τριετίας προκύπτει οικονομικό αποτέλεσμα (έσοδα - έξοδα) που υπερβαίνει τις δαπάνες της προηγούμενης χρήσης, διατίθεται έως το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του οικονομικού αυτού αποτελέσματος με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ως έσοδο του  Κρατικού Προϋπολογισμού.

Άρθρο 32
Αποφάσεις Ε.Λ.Τ.Ε.

Το άρθρο 9 του ν.3148/2003 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι κανονιστικού περιεχομένου αποφάσεις του Δ.Σ της ΕΛΤΕ δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

Άρθρο 33
Τροποποιήσεις στον ν. 3693/2008

1.    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 (Α’ 174) αντικαθίσταται ως εξής:
 «Η Ε.Λ.Τ.Ε. είναι αρμόδια να αποφασίζει, με απόφαση του Δ.Σ, για την ύπαρξη ή μη δικτύου, είτε αυτεπάγγελτα, είτε μετά από αίτημα που της υποβάλλεται.»

2.    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
 «Η Ε.Λ.Τ.Ε. είναι αρμόδια να αποφασίζει, με απόφαση του Δ.Σ., για τη συνδρομή ή μη της ιδιότητας του συνδεδεμένου μέρους ελεγκτικού γραφείου, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα που της υποβάλλεται».

3.    Η παράγραφος 15 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008, αντικαθίσταται ως εξής:
 «Κανονιστική Πράξη της Ε.Λ.Τ.Ε.»: Απόφαση του Δ.Σ. της ΕΛΤΕ που έχει κανονιστικό περιεχόμενο

4.    Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«Η χορήγηση ή μη επαγγελματικής άδειας γίνεται με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. μετά από εισήγηση του Συμβουλίου Ποιοτικού Ελέγχου».

5.    Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του ν. 3693/2008,  αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η επαγγελματική άδεια του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου ανακαλείται προσωρινά ή οριστικά με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. μετά από εισήγηση του Συμβουλίου Ποιοτικού Ελέγχου».

6.    Η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η επαγγελματική άδεια του νόμιμου ελεγκτή και του ελεγκτικού γραφείου ανακαλείται οριστικά, εφόσον συντρέχει στο πρόσωπο του δικαιούχου μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) επιβολή πειθαρχικής ποινής οριστικής αφαίρεσης επαγγελματικής άδειας με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε..
β) θέση σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική).
γ) καταδίκη με τελεσίδικη απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία (κοινή και στην υπηρεσία), δωροδοκία, παράβαση καθήκοντος, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
δ) συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας ή συνταξιοδότηση από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, εφόσον γίνει σε πρότερο χρόνο
ε) σε κάθε περίπτωση σοβαρής αμφισβήτησης της εντιμότητάς του νομίμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου και εφόσον δεν υλοποιηθούν από αυτούς, μέσα σε χρονικό διάστημα που καθορίζεται από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. τυχόν μέτρα που θα τους υποδειχθούν από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., για να αποκατασταθεί η αμφισβήτηση αυτή.».

7.    Στο άρθρο 5 του ν. 3693/2008 προστίθεται νέα παράγραφος 4:
 «4. Σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος, η Ε.Λ.Τ.Ε. προβαίνει στη διαγραφή του νόμιμου ελεγκτή από το Μητρώο Ελεγκτών».

8.    Η περίπτωση 1 του άρθρου 6 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο υποψήφιος να είναι κάτοχος τίτλου σπουδών τριτοβάθμιας πανεπιστημιακής ή τεχνολογικής εκπαίδευσης (ΑΕΙ ή ΤΕΙ) της ημεδαπής ή αναγνωρισμένου ως ισότιμου τίτλου σπουδών της αλλοδαπής».

9.    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρο 10 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«Για να εξασφαλισθεί η ικανότητα πρακτικής εφαρμογής των απαιτούμενων θεωρητικών γνώσεων, οι ασκούμενοι πτυχιούχοι ΑΕΙ ή ΤΕΙ πραγματοποιούν Πρακτική άσκηση διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών».

10.    Η παράγραφος 2 του άρθρου 16 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η καθυστέρηση στην παροχή από τους νόμιμους ελεγκτές, τα ελεγκτικά γραφεία, τους ελεγκτές τρίτης χώρας και τις ελεγκτικές οντότητες τρίτης χώρας των πληροφοριών που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του παρόντος νόμου, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και συνεπάγεται, πέραν λοιπών πειθαρχικών κυρώσεων, και την επιβολή της κύρωσης της περ. ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3148/2003 από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε..».

11.    Η παράγραφος 4 του άρθρου 16 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
 «4. Η άρνηση υποβολής ή η ανακριβής ή παραπλανητική παροχή των υποβαλλόμενων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στοιχείων, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και συνεπάγεται, πέραν λοιπών πειθαρχικών κυρώσεων, και την επιβολή της κύρωσης του άρθρου 6 παρ. 2 περ. ε΄ του ν. 3148/2003 από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε.».

12.    Στο άρθρο 19 του ν. 3693/2008 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Η ΕΛΤΕ με απόφαση του Δ.Σ. μπορεί να θεσπίζει πιο λεπτομερείς κανόνες, εντός των ορίων του ως άνω Κώδικα Δεοντολογίας, στις περιπτώσεις που κρίνεται απαραίτητο, καθώς και να προβλέπει πρόσθετες ρυθμίσεις ως προς τη δεοντολογία και τη συμπεριφορά των νομίμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους. Για το σκοπό αυτό η Ε.Λ.Τ.Ε. διαβουλεύεται πριν από τη λήψη της απόφασής της με το ΣΟΕΛ ».

13.    Η παράγραφος 2 του άρθρου 23 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
 «2. Τα πειθαρχικά παραπτώματα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συνεπάγονται, πέραν των λοιπών κυρώσεων, και κυρώσεις των περ. γ’ και δ’ της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3148/2003 από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε..».

14.    Το άρθρο 28 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 28
Όργανο επιβολής διοικητικών κυρώσεων
Για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για κάθε παράβαση της νομοθεσίας και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει τις εργασίες των ελεγκτών, αποκλειστικά αρμόδιο όργανο ορίζεται το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε..».

15.    Η παράγραφος 7 του άρθρου 29 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
 «7. Με απόφαση του Δ.Σ. της ΕΛΤΕ αναπροσαρμόζονται οι κυρώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και τα ποσά της αποζημίωσης και της ασφαλιστικής κάλυψης που προβλέπονται από το άρθρο αυτό».

16.    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 34 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. κρίνεται, μετά από αίτημα οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, κατά περίπτωση η συνδρομή ή μη της γενικής αρχής που καθιερώνεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.».

17.    Η παράγραφος 3 του άρθρου 36 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η Ε.Λ.Τ.Ε. έχει δικαίωμα ελέγχου της πληρότητας και ακρίβειας του περιεχομένου της έκθεσης διαφάνειας. Η μη υποβολή, η εκπρόθεσμη υποβολή ή η υποβολή ανακριβούς ή μη πλήρους έκθεσης διαφάνειας συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα.».

18.    Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«Η Ε.Λ.Τ.Ε. με απόφαση του Δ.Σ., μπορεί να χορηγήσει επαγγελματική άδεια σε ελεγκτή τρίτης χώρας, αν κατά την κρίση της, πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 4 και 6 έως 11 του παρόντος νόμου.».

19.    Η παράγραφος 5 του άρθρου 41 του ν. 3693/2008 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Ελεγκτικές οντότητες τρίτων χωρών εγγράφονται στο Δημόσιο Μητρώο με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε., αν συντρέχουν σωρευτικά:
α) οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου,
β) για την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού οργάνου της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας συντρέχουν προϋποθέσεις ισοδύναμες, κατά την κρίση της Ε.Λ.Τ.Ε., με τα οριζόμενα στα άρθρα 4 έως 10 του παρόντος νόμου,
γ) για τον ελεγκτή τρίτης χώρας που διενεργεί τον έλεγχο για λογαριασμό ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας, συντρέχουν προϋποθέσεις ισοδύναμες, κατά την κρίση της Ε.Λ.Τ.Ε., με τα οριζόμενα στα άρθρα 4 έως 10 του παρόντος νόμου.
δ) οι έλεγχοι των ατομικών ή ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, διενεργούνται με βάση τα Ελεγκτικά Πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 του παρόντος νόμου ή ισοδύναμα, κατά την κρίση της Ε.Λ.Τ.Ε., Ελεγκτικά Πρότυπα και τα οριζόμενα στα άρθρα 20, 22 και 23 του παρόντος νόμου ή ισοδύναμο, κατά την κρίση της Ε.Λ.Τ.Ε., ρυθμιστικό πλαίσιο,
ε) υποβάλλεται στην Ε.Λ.Τ.Ε. και δημοσιοποιείται δια του διαδικτυακού τόπου του ελεγκτή ή της ελεγκτικής οντότητας τρίτης χώρας, Έκθεση διαφάνειας με περιεχόμενο αυτό που ορίζεται από το άρθρο 36 του παρόντος νόμου ή με ισοδύναμο, κατά την κρίση της ΕΛΤΕ, περιεχόμενο.».

20.    Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 43 του ν. 3693/2008  αντικαθίσταται ως εξής:
«Με απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. καθορίζονται για κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας νόμιμου ελεγκτή κατά τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο.».

21.    Στο άρθρο 44 προστίθεται παράγραφος 3 ως ακολούθως:
«3. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση της Ε.Λ.Τ.Ε., τροποποιείται το π.δ. 226/1992 (Α’ 120) «Περί συστάσεως, οργανώσεως και λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών, καθώς και περί των όρων εγγραφής σε Ειδικό Μητρώο και ασκήσεως του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή».».

Άρθρο 34
Απαλλαγή των μελών των συλλογικών οργάνων και του προσωπικού της Ε.Λ.Τ.Ε. από την αστική ευθύνη

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, του Συμβουλίου Ποιοτικού Ελέγχου και του Συμβουλίου Λογιστικής Τυποποίησης, καθώς και το εν γένει προσωπικό της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων και οι «εντεταλμένοι ελεγκτές» της Ε.Λ.Τ.Ε. δεν υπέχουν προσωπικώς αστική ευθύνη έναντι οποιουδήποτε για πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την άσκηση των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους, εκτός  εάν ενήργησαν με δόλο. Η διάταξη αυτή δεν απαλλάσσει τους ανωτέρω από τυχόν ευθύνη τους έναντι της Ε.Λ.Τ.Ε. για παράβαση καθήκοντος και, εν γένει, για πράξεις ή παραλείψεις από βαρεία αμέλεια.

Άρθρο 35
Παροχή πληροφοριών από πιστωτικά ιδρύματα στους νομίμους ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία

Για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας και της ποιότητας των υποχρεωτικών ελέγχων, τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται, όταν τους ζητείται κατά τον προσήκοντα τρόπο από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία η επιβεβαίωση υπολοίπου λογαριασμών πελατών τους, να παρέχουν εγγράφως τις σχετικές πληροφορίες απευθείας στους νόμιμους ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία, χωρίς να είναι επιτρεπτή η επίκληση του τραπεζικού απορρήτου. Το αίτημα νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου θεωρείται ότι έχει υποβληθεί προσηκόντως προς το πιστωτικό ίδρυμα, εφόσον υποβάλλεται εγγράφως και εφόσον σε αυτό επισυνάπτεται δήλωση της ελεγχόμενης από τον νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο οντότητας, από την οποία προκύπτει η απόφαση του οργάνου διοίκησης της ελεγχόμενης οντότητας περί διορισμού του οικείου ελεγκτή / ελεγκτικού γραφείου για τη διενέργεια υποχρεωτικού ελέγχου.

Άρθρο 36

Στην περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α’ 106) προστίθεται μετά την Επιτροπή Εποπτείας της Ιδιωτικής Ασφάλισης και «η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων». 

Άρθρο 37
Καταργούμενες διατάξεις

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται:
1.    Το Παράρτημα 2 του Π.Δ. 226/1992.
2.    Η περίπτωση στ΄ του άρθρου 2 του ν. 3148/2003

Άρθρο 38
Μεταβατικές διατάξεις

1.    Υποθέσεις που είχαν παραπεμφθεί από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. στο Πειθαρχικό Συμβούλιο προς εξέταση για την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων και επί των οποίων δεν έχουν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού εκδοθεί σχετικές αποφάσεις, εξετάζονται και κρίνονται από το Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. κατά τη διαδικασία των διατάξεων του ν. 3148/2003, όπως αυτές αντικαθίστανται από τον νόμο αυτόν.

2.    Για παραβάσεις των διατάξεων που ρυθμίζουν τις εργασίες των ελεγκτών, συμπεριλαμβανομένων των κανονιστικών αποφάσεων της Ε.Λ.Τ.Ε., του εκάστοτε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας και των ελεγκτικών προτύπων ή των προτύπων διασφάλισης της ποιότητας, που έχουν τελεσθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του παρόντος νόμου, επιβάλλονται οι κυρώσεις της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3148/2003 ως ίσχυε μέχρι την τροποποίησή του με τον παρόντα νόμο

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 

Άρθρο 39
Θέματα λειτουργίας Ν.Σ.Κ.

Οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 5 του ν. 3086/2002  (Α’  324) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το Ν.Σ.Κ., ως συλλογικό όργανο, λειτουργεί σε Ολομέλεια, πλήρη και  τακτική, Τμήματα και Τριμελείς Επιτροπές.
 2. Η Πλήρης Ολομέλεια αποτελείται από τον Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους και τους Νομικούς Συμβούλους του Κράτους και συνεδριάζει νομίμως όταν  παρίστανται περισσότερα από τα μισά μέλη της, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Εισηγητής ορίζεται ένα από τα μέλη της. Συνεισηγητής ορίζεται ο αρχικός εισηγητής της υπόθεσης στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν αποτελεί μέλος της.
Η Τακτική Ολομέλεια αποτελείται από τις συνθέσεις Α΄ και Β΄. Με απόφαση του Προέδρου, καθορίζονται, κατά την έναρξη κάθε δικαστικού έτους, τα Τμήματα που συμμετέχουν σε καθεμία από τις συνθέσεις της Τακτικής Ολομέλειας. Οι υποθέσεις εισάγονται προς συζήτηση στη σύνθεση της Τακτικής Ολομέλειας στην οποία συμμετέχουν τα μέλη του Τμήματος που ζήτησε την παραπομπή. Σε κάθε άλλη περίπτωση η υπόθεση εισάγεται στη σύνθεση εκείνη στην οποία συμμετέχει το Γραφείο Νομικού Συμβούλου στο οποίο υπεβλήθη το ερώτημα. Εισηγητής ορίζεται μέλος της ή Πάρεδρος.
Η Τακτική Ολομέλεια συνεδριάζει νομίμως με παρουσία των δύο τρίτων τουλάχιστον των μελών της.
Στην Ολομέλεια, πλήρη ή τακτική, προεδρεύει ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. και αν δεν υπάρχει, είναι απών ή κωλύεται, ο αρχαιότερος από τους Αντιπροέδρους που παρίστανται.
3. Ο αριθμός και η συγκρότηση των Τμημάτων ορίζεται για κάθε δικαστικό έτος με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. Τα Τμήματα συνεδριάζουν νομίμως αν παρίσταται το μισό πλέον ενός των μελών του, που συμμετέχουν σε αυτά. Στα Τμήματα προεδρεύει Αντιπρόεδρος και αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται ο αρχαιότερος Νομικός Σύμβουλος από αυτούς που παρίστανται. Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. μπορεί να προεδρεύει σε οποιοδήποτε Τμήμα. Εισηγητής ορίζεται μέλος του ή Πάρεδρος.
4. Στην Ολομέλεια, πλήρη και τακτική, και τα Τμήματα του Ν.Σ.Κ. επιτρέπεται να συμμετέχουν έως τρεις Πάρεδροι με γνώμη χωρίς ψήφο. Με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. ορίζεται για το σκοπό αυτό, ανά τρίμηνο, υπηρεσία Παρέδρων, τριών ως τακτικών και τριών ως αναπληρωματικών. Στις συνεδριάσεις μπορεί, επίσης, να παρίστανται λειτουργοί του Ν.Σ.Κ., οι οποίοι έχουν συμμετάσχει στον χειρισμό των υποθέσεων που συζητούνται.
Στην Ολομέλεια και τα Τμήματα χρέη γραμματέα, όταν τούτο είναι αναγκαίο, ασκεί Δικαστικός Πληρεξούσιος Α΄, που ορίζεται από τον Πρόεδρο».

Άρθρο 40
Γνωμοδοτήσεις Ν.Σ.Κ.

1.    Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται, ως εξής:
«1. Οι Τριμελείς Επιτροπές γνωμοδοτούν:
 Για τη συμβιβαστική επίλυση διαφορών ή αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, τη μη άσκηση αγωγών ή άλλων ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων από το Δημόσιο, την παραίτηση από αγωγές ή άλλα ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα που ασκήθηκαν από αυτό, την αποδοχή αγωγών ή άλλων ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων που ασκήθηκαν κατά του Δημοσίου, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς  δεν υπερβαίνει το ποσό της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Εξαιρούνται οι υποθέσεις που αφορούν περιοδικές παροχές ή υποθέσεις που μπορεί να έχουν ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις.
Ειδικά επί δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες είναι καταρχήν ανέκκλητες και συγχρόνως δεν υπόκεινται παραδεκτά σε αίτηση αναιρέσεως, αν δεν συντρέχουν λόγοι για την κατ’ εξαίρεση άσκηση ενδίκου μέσου, οι Τριμελείς Επιτροπές αποφαίνονται με σχετική πράξη, που υπογράφεται από τα μέλη που τις συγκροτούν, χωρίς να ακολουθείται η διαδικασία εισηγήσεως και πρακτικού.
 Με πρακτικό γνωμοδότησης της Ολομέλειας μπορεί να παραπέμπεται στις  Τριμελείς Επιτροπές κατηγορία υποθέσεων, μολονότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπάγεται στην αρμοδιότητά τους, εφόσον οι υποθέσεις αυτές είναι όμοιες κατά το πραγματικό και νομικό μέρος και τα ανακύπτοντα ζητήματα έχουν ήδη αντιμετωπισθεί από την Ολομέλεια και έχει κριθεί ότι παρέλκει η εισαγωγή τους  στο Τμήμα ή στην Ολομέλεια.
Η Τριμελής Επιτροπή της Κεντρικής Υπηρεσίας αποφαίνεται σε θέματα αρμοδιότητάς της για υποθέσεις επαρχιών στις οποίες δεν λειτουργούν Δικαστικά Γραφεία ή αν στα Δικαστικά Γραφεία που λειτουργούν δεν είναι δυνατή η συγκρότηση Επιτροπής ή σε υποθέσεις Γραφείων Νομικών Συμβούλων ή Ειδικών Γραφείων Νομικών Συμβούλων στα οποία δεν είναι δυνατή η συγκρότηση Επιτροπής λόγω του αριθμού των μελών του Ν.Σ.Κ. που υπηρετούν σ’ αυτά. Με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ. καθορίζεται ο τρόπος, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία άσκησης των παραπάνω αρμοδιοτήτων.

2.    Η παράγραφος 3 του άρθρου 6 του ν. 3086/2002, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η Πλήρης Ολομέλεια γνωμοδοτεί:
α) Για την υποβολή διαφορών του Δημοσίου σε διαιτησία και την άσκηση ή μη ενδίκων βοηθημάτων κατά των διαιτητικών αποφάσεων.
β) Για υποθέσεις, οι οποίες παραπέμπονται σε αυτήν από τον Πρόεδρο, την Τακτική Ολομέλεια και την Ολομέλεια Διακοπών.
Η πλήρης Ολομέλεια, ως Διοικητική, εξετάζει νομικά ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος ή μείζονος σημασίας, καθώς και ζητήματα σχετικά με τη δομή, την οργάνωση και τη λειτουργία του Ν.Σ.Κ. και την υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών του. Συνέρχεται ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της ή όταν ζητηθεί  εγγράφως  από το  ένα  τρίτο των μελών της. Σε περίπτωση που δεν συγκληθεί μέσα σε δέκα  ημέρες από τον Πρόεδρο, εκείνοι που  ζήτησαν  τη  σύγκλησή  της  μπορούν να  συγκαλέσουν  την Ολομέλεια, με πρόσκλησή τους, που γνωστοποιείται σε όλα τα μέλη της.
 Η Τακτική Ολομέλεια, Α΄ και Β΄ Σύνθεση, γνωμοδοτεί:
α) Για υποθέσεις, οι οποίες παραπέμπονται σε αυτήν από τον Πρόεδρο ή το Τμήμα,
β) Σε ερωτήματα για τα οποία προηγήθηκε γνωμοδότηση Τμήματος, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το αρμόδιο για την αποδοχή όργανο και ζητείται από αυτό η παραπομπή στην Ολομέλεια,
γ) Για τον ορισμό διαιτητών του Δημοσίου και
δ) Για κάθε υπόθεση, για την οποία στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται αρμοδιότητα της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ.».

3.    Η παράγραφος 4 του άρθρου 6 του ν.3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι Γενικοί Γραμματείς Αποκεντρωμένης Διοίκησης μπορούν να απευθύνουν, για θέματα της αρμοδιότητάς τους τοπικού μόνο ενδιαφέροντος, ερωτήματα στις υπηρεσιακές μονάδες του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους της έδρας τους. Ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος τίθενται υπόψη του αρμόδιου Υπουργείου, το οποίο αν κρίνει τούτο αναγκαίο διατυπώνει σχετικό ερώτημα».

Άρθρο 41
Πρακτικά Ν.Σ.Κ.

1.    Η παράγραφος 2 του  άρθρου 7 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Για τις συνεδριάσεις της Ολομέλειας, των Τμημάτων και των Τριμελών Επιτροπών συντάσσονται πρακτικά. Εξαιρούνται από την τήρηση πρακτικών τα γνωμοδοτικά θέματα, εκτός αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από μέλος της Ολομέλειας ή του Τμήματος. Τα πρακτικά γνωμοδοτήσεων σε δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις, των μεν Τριμελών Επιτροπών υπογράφονται από αυτούς που μετέχουν, της δε Ολομέλειας και των Τμημάτων από εκείνον που προεδρεύει και τον Εισηγητή της υπόθεσης. Οι γνωμοδοτήσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων ομοίως υπογράφονται από εκείνον που προεδρεύει και τον Εισηγητή της υπόθεσης.».

2.    Η παράγραφος 5 του άρθρου 7 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Τα πρακτικά γνωμοδοτήσεων σε δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις, καθώς και όσα αναφέρονται σε περιοδικές παροχές, ανεξαρτήτως ποσού, εγκρίνονται από τον Υπουργό Οικονομικών. Πρακτικά γνωμοδοτήσεων σε δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις με χρηματικό αντικείμενο μέχρι ποσού 20.000 ευρώ εγκρίνονται από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., εκτός εκείνων που αφορούν υποθέσεις μείζονος σημασίας ή έχουν ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., το ανωτέρω ποσό μπορεί να αναπροσαρμόζεται. Με όμοια απόφαση μπορεί να ανατίθεται στον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. η έγκριση πρακτικών συγκεκριμένης κατηγορίας υποθέσεων ανεξαρτήτως ποσού. Με την εγκριτική απόφαση επιτρέπεται η τροποποίηση των πρακτικών μόνο προς όφελος του Δημοσίου. Τα πρακτικά σε υποθέσεις ακυρωτικής διαδικασίας εγκρίνονται από τον αρμόδιο κατά περίπτωση Υπουργό.».

3.    Στο άρθρο 7 του ν. 3086/2002 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Τα πρακτικά, πριν από την έγκρισή τους, δεν δημιουργούν δικαίωμα υπέρ οποιουδήποτε τρίτου, ούτε χορηγείται αντίγραφο αυτών. Μετά από την έγκρισή τους δεν υπόκεινται σε έλεγχο και αναρτώνται στο διαδίκτυο όσα αφορούν υποθέσεις χρηματικού αντικειμένου άνω των 150.000 ευρώ, καθώς και όσα αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων και δεν προκύπτει ότι η οικονομική τους αξία είναι μικρότερη των 150.000 ευρώ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης το ανωτέρω ποσό μπορεί να αναπροσαρμόζεται.
Η Διοίκηση συμμορφώνεται υποχρεωτικά προς το περιεχόμενο των πρακτικών που έχουν εγκριθεί. Τα πρακτικά γνωμοδοτήσεων σε δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις αποτελούν, μετά την πάροδο εξήντα (60) ημερών από την έγκρισή τους, εκτελεστούς τίτλους. Για τη συμμόρφωση προς αυτά και την εκτέλεσή τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 1, 4 και 5 του ν. 3068/2002 (Α΄ 274 ).
Οι διατάξεις των προηγουμένων εδαφίων εφαρμόζονται και για τις πράξεις των Τριμελών Επιτροπών επί δικαστικών αποφάσεων που είναι κατά νόμο ανέκκλητες και συγχρόνως αμετάκλητες, οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 6.».

Άρθρο 42
Καθήκοντα εκπροσώπου  της Ελληνικής Δημοκρατίας

Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 3086/2002 προστίθενται εδάφια ως εξής:  «Τα καθήκοντα του εκπροσώπου της Ελληνικής Δημοκρατίας (Agent) είναι τα εξής: α) ορίζει τους εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας ενώπιον του Δικαστηρίου, β) αλληλογραφεί και συνεργάζεται με το Δικαστήριο για γενικότερα ζητήματα που ανακύπτουν ενώπιον αυτού και ιδίως ενημερώνει το Δικαστήριο για κάθε ζήτημα που αφορά την εθνική έννομη τάξη, εφόσον ερωτηθεί, γ) συνεργάζεται με τις αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες, καθώς και τις υπηρεσίες του Συμβουλίου της Ευρώπης, για τον προσδιορισμό των αναγκαίων μέτρων συμμόρφωσης (ατομικών και γενικών) προς τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) και παρακολουθεί την εξέλιξη των σχετικών εθνικών διαδικασιών, δ) ενημερώνει την Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων του Συμβουλίου της Ευρώπης, μέσω της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας, για την πορεία λήψης των γενικών και ειδικών μέτρων συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α., ε) ενημερώνει τις εθνικές Αρχές επί της σημαντικής νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α., για την καλύτερη εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) σε εθνικό επίπεδο, στ) επιμελείται για την ενημέρωση των εθνικών Αρχών επί των διαφόρων ψηφισμάτων (τελικών και προσωρινών) που υιοθετεί η Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων του Συμβουλίου της Ευρώπης, όταν παρακολουθεί τη συμμόρφωση των κρατών μελών στις αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α., ζ) ενημερώνει τις εθνικές Αρχές για έγγραφα και μνημόνια της Υπηρεσίας Εκτέλεσης Αποφάσεων του ΕΔΔΑ της Γραμματείας του Συμβουλίου της Ευρώπης, με τα οποία τίθενται γενικές αρχές ως προς την εκτέλεση των αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α., η) συμμετέχει σε τακτική βάση στις σχετικές με την εκτέλεση των αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α. συνόδους της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων δια μέλους του Ν.Σ.Κ. που έχει διατεθεί στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στο Συμβούλιο της Ευρώπης, θ) συμμετέχει είτε ο ίδιος είτε με άλλο μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που ορίζεται από αυτόν στην εθνική νομοπαρασκευαστική διαδικασία, προς εναρμόνιση του  εθνικού δικαίου με εκείνο της Ε.Σ.Δ.Α. και ι) συνεργάζεται με τους εκπροσώπους (Agents) των άλλων κρατών μελών για κοινή αντιμετώπιση ζητημάτων που αναφύονται είτε κατά τον χειρισμό των υποθέσεων ενώπιον του Ε.Δ.Δ.Α. είτε κατά το στάδιο της εκτελέσεως των αποφάσεων του δικαστηρίου αυτού».

Άρθρο 43
Γραμματεία

Το άρθρο 11 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 11
Γραμματεία
Η Γραμματεία του Ν.Σ.Κ. υπάγεται ως μονάδα απευθείας στον Πρόεδρο, διευθύνεται από Νομικό Σύμβουλο του Κράτους ή Πάρεδρο.
 
Άρθρο 44
Σχηματισμός Επιστημονικών Δραστηριοτήτων και Δημοσίων Σχέσεων

Το  άρθρο 13 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 13
Σχηματισμός Επιστημονικών Δραστηριοτήτων και Δημοσίων Σχέσεων
Ο Σχηματισμός Επιστημονικών Δραστηριοτήτων και Δημοσίων Σχέσεων, στο οποίο προΐσταται λειτουργός του Ν.Σ.Κ., είναι αρμόδιος για:
α) Την οργάνωση και λειτουργία της Βιβλιοθήκης του Ν.Σ.Κ.
β) Την οργάνωση επιστημονικών εκδηλώσεων με τη συμμετοχή λειτουργών του ΝΣΚ, δικαστικών λειτουργών, μελών ΔΕΠ, δικηγόρων και άλλων επιστημόνων, με αντικείμενο τη συζήτηση, διερεύνηση και ανάδειξη νομικών ζητημάτων που αφορούν ιδίως το Δημόσιο.
γ) Την ενημέρωση της επιστημονικής κοινότητας και του ευρύτερου κοινού για τις δραστηριότητες του ΝΣΚ.
δ) Την οργάνωση άλλων εκδηλώσεων που αφορούν τη λειτουργία του ΝΣΚ και των λειτουργών του.
ε) Την παρακολούθηση του επιστημονικού και ειδησεογραφικού τύπου σε σχέση με θέματα που αφορούν τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία του Ν.Σ.Κ. και την εισήγηση, όποτε κρίνεται αναγκαίο, των ενδεδειγμένων παρεμβάσεων».

Άρθρο 45
Διεύθυνση Διοικητικού και λειτουργικής υποστήριξης

Το άρθρο 15 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 15
Διεύθυνση Διοικητικού και λειτουργικής υποστήριξης
Στη Διεύθυνση Διοικητικού και λειτουργικής υποστήριξης υπάγονται: α) Τμήμα Διοικητικού Προσωπικού, β) Τμήμα Πρωτοκόλλου και παραλαβής δικογράφων, γ) Τμήμα Ευρετηρίου, Εικονοποίησης και καταχώρισης δεδομένων, δ) Τμήμα Αρχείου, ε) Τμήμα Διεκπεραίωσης και στ) Τμήμα Πληροφορικής και Υποστήριξης Συστημάτων».

Άρθρο 46
Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Ν.Σ.Κ. στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

Στο άρθρο 19 του ν. 3086/2002 προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής:
«2. α. Στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) συνιστάται Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.). Το Γραφείο στελεχώνεται με ένα Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και ένα Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ.
β. Στην αρμοδιότητα του Γραφείου Νομικού Συμβούλου Ν.Σ.Κ. ανήκει η γενική εποπτεία της Διεύθυνσης Νομικών Υποθέσεων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που προβλέπεται από το άρθρο 23 του ν. 3918/2011 (Α’ 31) όπως ισχύει, και η γνωμοδότηση,  κατά τη διαδικασία που διέπει το Ν.Σ.Κ., επί ερωτημάτων που υποβάλλονται από τον Πρόεδρο του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
γ. Ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ, με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., που δημοσιεύεται  με ανάρτηση επί δεκαήμερο στα Κεντρικά Καταστήματα του Ν.Σ.Κ. και του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ορίζονται η διαδικασία άσκησης της εποπτείας, όπως κατανομή της ύλης, διαδικασία αποδοχής αποφάσεων και γνωμοδοτήσεων, άσκησης ένδικων βοηθημάτων και μέσων, αναγνώρισης απαιτήσεων, δικαστικών και εξώδικων συμβιβασμών και κάθε άλλο σχετικό θέμα και λεπτομέρεια. Για την ανάρτηση συντάσσονται πρωτόκολλα από το Ν.Σ.Κ. και τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τα οποία τηρούνται στο Ν.Σ.Κ.
δ. Οι οργανικές θέσεις των Νομικών Συμβούλων του Κράτους αυξάνονται κατά μία και ανέρχονται συνολικά σε πενήντα επτά (57).».

Άρθρο 47

Στο άρθρο 20 του ν. 3086/2002, όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
«6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, ύστερα από σύμφωνη γνωμοδότηση της Διοικητικής Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ., η ρύθμιση της παραγράφου 5 μπορεί να επεκτείνεται και σε άλλες κατηγορίες υποθέσεων.».

Άρθρο 48
Ανάθεση εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων στο Ν.Σ.Κ.

1.    Στο άρθρο 22 του ν. 3086/2002 προστίθεται παράγραφος 3 Α, ως εξής:
«3Α. Αν με διάταξη νόμου προβλέπεται η διαδοχή  καταργούμενου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή φορέα από το Δημόσιο και η άσκηση των αρμοδιοτήτων του από δημόσια υπηρεσία, οι εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις ανατίθενται στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και η συνέχιση των δικών τελεί υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Οι δικαστικοί φάκελοι και, χωριστά, οι αντίστοιχοι υπηρεσιακοί μαζί με αναλυτικό σημείωμα στο οποίο θα αναφέρεται το περιεχόμενό τους και οι ενέργειες που έχουν γίνει, διαβιβάζονται από το καταργούμενο νομικό πρόσωπο στη δημόσια υπηρεσία, στην οποία μεταφέρεται η σχετική αρμοδιότητα. Ειδικά το σημείωμα που αφορά τους δικαστικούς φακέλους περιλαμβάνει περιγραφή της δικαστικής πορείας της υπόθεσης, τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν και τις υπάρχουσες προθεσμίες. β. Οι δικαστικοί φάκελοι διαβιβάζονται από τη διοικητική υπηρεσία στην αρμόδια μονάδα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

2.    Το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, ύστερα από σχετικό αίτημα του εκπροσώπου του Δημοσίου, αναβάλλει την εκδίκασή της για έξι (6) μήνες. Αν μέσα στο διάστημα αυτό δεν έχει περαιωθεί η διαδικασία παράδοσης του οικείου δικαστικού φακέλου, το δικαστήριο, ύστερα από αιτιολογημένο αίτημα του εκπροσώπου του Δημοσίου στο οποίο προσδιορίζονται οι λόγοι της καθυστέρησης, αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης για τρεις (3) μήνες ακόμη και μπορεί να επιβάλει στον υπαίτιο υπάλληλο την προβλεπόμενη στο άρθρο 205 του ΚΠολΔ  χρηματική ποινή.».

Άρθρο 49
Εκκαθάριση δαπανών Ν.Σ.Κ.

1.    Στον ν. 3086/2002 προστίθεται άρθρο 23 Α, ως εξής:
« Άρθρο 23 Α
1. Δαπάνες που εκκαθαρίζονται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και αφορούν αμοιβές και έξοδα φυσικών ή νομικών προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, όπως δικηγορικές εταιρείες, δικηγόροι, δικαστικοί επιμελητές, μεταφραστές, πραγματογνώμονες, συμβολαιογράφοι, καθώς και δαπάνες για δημοσιεύσεις στον τύπο και μετακινήσεις μελών του Ν.Σ.Κ. που σχετίζονται με δικαστικές ενέργειες, υπάγονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του π.δ. 113/2010 (Α’ 194) και βαρύνουν τους αντίστοιχους ΚΑΕ του προϋπολογισμού του Ν.Σ.Κ., του εκάστοτε τρέχοντος οικονομικού έτους, εντός του οποίου εκκαθαρίζονται.
2. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του και, ιδίως, στο πλαίσιο χορήγησης εντολών για τον χειρισμό υποθέσεων που εκκρεμούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) και στα άλλα δικαστήρια της αλλοδαπής επιτρέπεται να αναθέτει, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, τη μετάφραση δικογράφων ή στοιχείων δικογραφιών σε μεταφραστικά γραφεία ή σε ιδιώτες μεταφραστές. Οι αναγκαίες πιστώσεις και η εκκαθάριση των αμοιβών γίνεται από τον ειδικό φορέα του Υπουργείου Οικονομικών».

2.    Εκκρεμείς δαπάνες των ανωτέρω κατηγοριών που πραγματοποιήθηκαν καθ’ υπέρβαση των εγγεγραμμένων πιστώσεων ή χωρίς την τήρηση των διαδικασιών που προβλέπονται από τις κείμενες περί αναλήψεως υποχρεώσεων διατάξεις, δύνανται να πληρωθούν σε βάρος των πιστώσεων του προϋπολογισμού του Ν.Σ.Κ. τρέχοντος οικονομικού έτους, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις νομιμότητας και κανονικότητας αυτών.

Άρθρο 50
Δικηγόροι του Δημοσίου

Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 24 του ν.3086/2002  προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Οι δικηγόροι του Δημοσίου, για τις υπηρεσίες που παρέχουν προς αυτό, φορολογούνται με βάση τις αμοιβές που τους καταβάλλονται κατά τα ανωτέρω από το Δημόσιο επί τη βάσει των κατά παραπομπή διατάξεων του Κώδικα των Δικηγόρων ως ίσχυαν κατά το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο ν. 3086/2002. Διατάξεις που θεσπίζουν τεκμαρτό εισόδημα, ανώτερο των καταβληθέντων από το Δημόσιο ποσών, δεν εφαρμόζονται ως προς το εισόδημα που προκύπτει από τις συγκεκριμένες αμοιβές. Αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου, δεν εφαρμόζονται στις αμοιβές που καθορίζονται κατά την παρούσα παράγραφο».

Άρθρο 51
Δικηγορικές Εταιρείες και δικηγόροι της αλλοδαπής

Μετά το άρθρο 25 του ν.3086/2002 προστίθεται άρθρο 25Α, ως εξής:
«Άρθρο 25Α
Δικηγορικές Εταιρείες και Δικηγόροι της αλλοδαπής
1. Με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., που εκδίδεται είτε με δική του πρωτοβουλία, είτε ύστερα από αίτημα Υπουργείου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή Αρχής, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ., ορίζονται δικηγορικές εταιρείες ή δικηγόροι στην αλλοδαπή, είτε για την παροχή νομικών υπηρεσιών, είτε ειδικότερα για τη δικαστική εκπροσώπηση του Κράτους ή των λοιπών ανωτέρω φορέων ενώπιον δικαστηρίων ή αρχών στην αλλοδαπή.
2. Η δαπάνη για την αμοιβή των υπηρεσιών των ανωτέρω εταιρειών ή δικηγόρων και τα λοιπά έξοδα βαρύνουν τον προϋπολογισμό του φορέα που ζητεί την παροχή νομικών υπηρεσιών. Αν η απόφαση που προβλέπεται στην παρ. 1 έχει εκδοθεί ύστερα από αίτημα του Υπουργού Οικονομικών, η δαπάνη και τα έξοδα που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3. Οι δικηγορικές εταιρείες ή οι δικηγόροι υποχρεούνται να ενημερώνουν το Ν.Σ.Κ. για κάθε ενέργειά τους σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, καθώς και για το ύψος της οφειλομένης για το συγκεκριμένο στάδιο αμοιβής, η οποία καταβάλλεται μετά το πέρας της σχετικής διαδικασίας
4. Πριν από την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου, καθώς και για τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς απαιτείται σχετική άδεια του Ν.Σ.Κ., η οποία χορηγείται, ύστερα από πρόταση της δικηγορικής εταιρείας  ή του δικηγόρου, με πρακτικό γνωμοδότησης.
5. Με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, ύστερα από γνώμη του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., ορίζεται  η διαδικασία και κάθε σχετικό θέμα  για την εφαρμογή του άρθρου αυτού».

Άρθρο 52
Λειτουργοί του Ν.Σ.Κ.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 27 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Λειτουργοί του Ν.Σ.Κ. είναι: ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι, οι Νομικοί Σύμβουλοι, οι Πάρεδροι, οι Δικαστικοί Πληρεξούσιοι Α΄, οι Δικαστικοί Πληρεξούσιοι και οι Δόκιμοι Δικαστικοί Πληρεξούσιοι.».

Άρθρο 53
Όρκος

Η παράγραφος 6 του άρθρου 28 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Ο όρκος έχει ως εξής: «Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη στην πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου». Κατ’ επιλογή του διοριζόμενου αντί θρησκευτικού όρκου μπορεί να παρασχεθεί η ακόλουθη διαβεβαίωση: «Δηλώνω, επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου, ότι θα φυλάττω πίστη στην πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και ότι θα εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου». Στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 30 κατά την ορκοδοσία αντί της λέξης «πατρίδα» χρησιμοποιείται η λέξη «Ελλάδα». Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 19 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με τον ν. 3528/2007 (Α΄ 26).».

Άρθρο 54

Η παράγραφος 7 του άρθρου 30 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Δικαστικές αποφάσεις ή διοικητικές πράξεις που βεβαιώνουν την ηλικία ή διορθώνουν τις σχετικές εγγραφές δεν λαμβάνονται υπόψη.».

Άρθρο 55 
Αναδιορισμός

1.    Το άρθρο 36  του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
 «Άρθρο 36
Αναδιορισμός
1. Επιτρέπεται ο αναδιορισμός λειτουργού του Ν.Σ.Κ. μέχρι και το βαθμό του Παρέδρου, που παραιτήθηκε ή απολύθηκε λόγω σωματικής ή πνευματικής  ανικανότητας, σε κενή θέση, ομοιόβαθμη με εκείνη από την οποία είχε παραιτηθεί ή απολυθεί, εφόσον: α) είχε τριετή τουλάχιστον υπηρεσία, β) ζητήσει τον αναδιορισμό του μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών από την απόλυσή του, γ) έχει όλα τα τυπικά προσόντα, που απαιτούνται για το διορισμό, πλην της ηλικίας και δ) δεν έχει κώλυμα διορισμού.
2. Ο αναδιορισμός γίνεται ύστερα από γνωμοδότηση της δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, που προβλέπεται για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, με την οποία διαπιστώνεται ότι αποκαταστάθηκε η ικανότητά του, σε βαθμό που να του επιτρέπει την πλήρη άσκηση των καθηκόντων του βαθμού του.
3. Για τον αναδιορισμό αποφαίνεται το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο, το οποίο καθορίζει και την αρχαιότητα αυτού που αναδιορίζεται, χωρίς συνυπολογισμό του εκτός υπηρεσίας διανυθέντος χρόνου.
4. Κατά τα λοιπά, οι διατάξεις που αναφέρονται στο διορισμό ισχύουν και για τον αναδιορισμό.».

2.    Το άρθρο 36 του ν. 3086/2002, όπως τροποποιείται με τη διάταξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις παραίτησης ή απόλυσης λειτουργών του Ν.Σ.Κ. που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Οι  περιπτώσεις παραίτησης ή απόλυσης λειτουργών του Ν.Σ.Κ. πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εξακολουθούν να καταλαμβάνονται από τη διάταξη του άρθρου 36 του ν. 3086/2002 όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση της με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 56

Στο άρθρο 37 του ν. 3086/2002 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Οι διατάξεις του δεύτερου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3094/2003 (Α΄ 10) εφαρμόζονται και για τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κατά την εκτέλεση των πάσης φύσεως καθηκόντων τους.».

Άρθρο 57

Η παράγραφος 2 του άρθρου 38 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας ή μέλη Δ.Ε.Π. Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια, επιτροπές ή ομάδες εργασίας».

Άρθρο 58

Η περίπτωση δ) της παραγράφου 2 του άρθρου 54 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«δ) Έναν διοικητικό υπάλληλο με βαθμό Α' ή Β’, που εκλέγεται με αναπληρωτή βαθμού Α΄ ή Β’ από τη Γενική Συνέλευση του συνδικαλιστικού οργάνου των διοικητικών υπαλλήλων του Ν.Σ.Κ., σύμφωνα με τη διαδικασία εκλογής του Διοικητικού Συμβουλίου του συνδικαλιστικού οργάνου αυτού. Ο τακτικός και ο αναπληρωτής διοικητικός υπάλληλος θα πρέπει να ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία. Προς τούτο, πριν από τη συγκρότηση του Συμβουλίου, απευθύνεται πρόσκληση στο συνδικαλιστικό όργανο για να εκλέξει το παραπάνω μέλος του Συμβουλίου με τον αναπληρωτή του. Αν δεν το εκλέξει, μέσα σε είκοσι ημέρες, η συγκρότηση του Συμβουλίου γίνεται και χωρίς το μέλος αυτό».

Άρθρο 59

Το άρθρο 58 του ν. 3086/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α΄ τάξεως, Δικαστικός Αντιπρόσωπος και Δόκιμος Δικαστικός Αντιπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, νοούνται, αντίστοιχα, Δικαστικός Πληρεξούσιος Α΄, Δικαστικός Πληρεξούσιος και Δόκιμος Δικαστικός Πληρεξούσιος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
2. Λειτουργοί του Ν.Σ.Κ. που έχουν ορισθεί ως μέλη σε διοικητικά συμβούλια ή όργανα διοίκησης οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα των άρθρων 9 παρ. 1 του ν. 1232/1982 (Α΄ 22) και 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 (Α΄ 65) ή των επιχειρήσεων που υπάγονται στα κεφάλαια Α΄ και Β΄ του ν. 3429/2005 (Α΄ 314), με υπόδειξη του Ελληνικού Δημοσίου ή δυνάμει ειδικών διατάξεων που προβλέπουν την συμμετοχή τους, συνεχίζουν να μετέχουν σ’ αυτά μέχρι τη λήξη της θητείας τους».

Άρθρο 60
Υπηρεσία Επιθεώρησης

Το άρθρο 32 του π.δ. 238/2003 (Α’ 214) αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 32
Υπηρεσία Επιθεώρησης
1. Η Υπηρεσία Επιθεώρησης αποτελείται από έναν Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ως Προϊστάμενο και από δύο Νομικούς Συμβούλους, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση του Προέδρου, με διετή θητεία, και οι οποίοι απαλλάσσονται κατά τη διάρκεια της θητείας τους από κάθε άλλη υπηρεσία. Επιτρέπεται η συμμετοχή τους στα Τμήματα και την Ολομέλεια.
2. Η Υπηρεσία Επιθεώρησης: α) καθορίζει ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους και κριτήρια για την αξιολόγηση των υπηρεσιακών μονάδων του Ν.Σ.Κ. και την απόδοση των λειτουργών του, β) παρακολουθεί, ελέγχει και αξιολογεί το έργο των υπηρεσιακών μονάδων του Ν.Σ.Κ., των λειτουργών του και των εξωτερικών συνεργατών του Ν.Σ.Κ., γ) συγκεντρώνει στοιχεία για τον αριθμό, το είδος και τη σοβαρότητα των δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων, δ) υποβάλλει τον Ιανουάριο κάθε έτους αναλυτική έκθεση προς τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ., με την οποία αξιολογεί ποιοτικά και ποσοτικά το έργο των υπηρεσιακών μονάδων του ΝΣΚ και διατυπώνει προτάσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας και της οργάνωσής τους, οι οποίες ενσωματώνονται στην ετήσια έκθεση του άρθρου 3 και ε) διενεργεί την τακτική και έκτακτη επιθεώρηση των λειτουργών του Ν.Σ.Κ. και συντάσσει τις σχετικές εκθέσεις επιθεώρησης.
3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζονται ο τρόπος και οι λοιπές  προϋποθέσεις αξιολόγησης και επιθεώρησης.». 

Άρθρο 61

Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2882/2001 (Α΄ 17), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Κατά τη σύναψη της σχετικής σύμβασης το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ή κατά περίπτωση, από τον αρμόδιο Υπουργό ή από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, οι οποίοι δύνανται να εξουσιοδοτήσουν εγγράφως για την υπογραφή αυτής τον Προϊστάμενο της οικείας Κτηματικής Υπηρεσίας ή άλλης υπηρεσίας του νομού».

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A’ 
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΚΩΔΙΚΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Άρθρο 62
Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών 

1.    Συστήνεται «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών» (Σ.Μ.Τ.Λ.& Λ.Π.) των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ιδρυμάτων πληρωμών που λειτουργούν στην Ελλάδα με σκοπό  τη διευκόλυνση της διαβίβασης των αιτημάτων παροχής πληροφοριών από το σύνολο των υπηρεσιών της Φορολογικής Διοίκησης, φορολογικών και ελεγκτικών υπηρεσιών και του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών, την Οικονομική Αστυνομία, τον Οικονομικό Εισαγγελέα, τον Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, την Αρχή Καταπολέμησης της νομιμοποίησης των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, που αφορούν σε  κάθε στοιχείο και πληροφορία για φυσικό  ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα  που τηρούνται τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την άρση του τραπεζικού και επαγγελματικού απορρήτου καθώς και του απορρήτου των στοιχείων έναντι των παραπάνω αρχών και υπηρεσιών του Δημοσίου και της αυτοματοποιημένης πρόσβασής τους σε αυτό. Τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών ορίζονται για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης ως υπόχρεα πρόσωπα. Οι ως άνω αρχές και υπηρεσίες  του Δημοσίου  φέρουν την ευθύνη ελέγχου νομιμότητας και σκοπιμότητας των διαβιβαζόμενων  αιτημάτων παροχής πληροφοριών. Η πρόσβαση και των λοιπών αρχών, υπηρεσιών και φορέων του Δημοσίου  στο Σ.Μ.Τ.Λ. & Λ.Π.  επιτρέπεται μόνο αν προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία η άρση των απορρήτων του πρώτου εδαφίου της παρούσας. 

2.    Η πρόσβαση των αρχών και υπηρεσιών του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος  στο Σ.Μ.Τ.Λ. & Λ.Π. πραγματοποιείται ηλεκτρονικά μέσω της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) του Υπουργείου Οικονομικών,  η οποία λειτουργεί ως μοναδικός κόμβος διασύνδεσης και επικοινωνίας μεταξύ αυτών των αρχών και υπηρεσιών με τα υπόχρεα πρόσωπα. Αντίστοιχα, ως κόμβος ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας των υπόχρεων προσώπων με τη Γ.Γ.Π.Σ.  για τις ανάγκες του παρόντος, ορίζεται η διατραπεζική εταιρεία «Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών – Τειρεσίας Α.Ε.». Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων ορίζεται υπεύθυνος διαχείρισης του Σ.Μ.Τ.Λ. &Λ.Π. και χωρίς προηγούμενη άδεια από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων εκδίδεται Κανονισμός Διαχείρισης της Λειτουργίας του εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών στον οποίο ειδικότερα ορίζεται η διαδικασία διασύνδεσης και επικοινωνίας των αρχών, υπηρεσιών και φορέων του Δημοσίου με τα υπόχρεα πρόσωπα, ο τρόπος καταγραφής των πληροφοριών και στοιχείων που επιτρέπει την προσήκουσα αποτύπωση και διαβίβασή τους, οι μορφότυποι παροχής των πληροφοριών και στοιχείων  και κάθε άλλο σχετικό θέμα με τη διαχείριση της λειτουργίας του Σ.Μ.Τ.Λ. & Λ.Π.  

3.    Οι αρχές, υπηρεσίες και φορείς  του Δημοσίου που διαθέτουν πρόσβαση στο Σ.ΜΤ.Λ.& Λ.Π. υποχρεούνται να διαβιβάζουν τα αιτήματα παροχής πληροφοριών προς τα υπόχρεα πρόσωπα μέσω αυτού  και αντιστοίχως τα υπόχρεα πρόσωπα διαβιβάζουν τις απαντήσεις τους στα αιτήματα παροχής πληροφοριών μέσω αυτού.  Για τις περιπτώσεις όπου το ελεγχόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα δεν διαθέτει Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) ή για τις περιπτώσεις που δεν είναι τεχνικά δυνατόν, το αίτημα παροχής πληροφοριών από τις αρχές, υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου απευθύνεται στα υπόχρεα πρόσωπα η αντίστοιχη απάντηση δίδεται από αυτά εκτός Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών.

4.    Κάθε πελάτης πιστωτικού ιδρύματος  και ιδρύματος  πληρωμής  που δεν διαθέτει Α.Φ.Μ. κατά τη δημοσίευση του παρόντος οφείλει να τον γνωστοποιεί σε αυτά εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος. . Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την ανωτέρω υποχρέωση, τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών υποχρεούνται  στη λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου, συμπεριλαμβανομένης της μη κατάρτισης της συναλλαγής και της άρνησης παροχής υπηρεσιών ή άσκησης δραστηριοτήτων, όπως ορίζει το άρθρο 13 παρ. 1 περ. ε) του ν. 3691/2008 (Α’ 166) .  

5.    Στις περιπτώσεις που κατά τη διαδικασία της αυτοματοποιημένης πρόσβασης στο Σ.Μ.Τ.Λ.& Λ.Π., από τις αρχές, υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου  ανακτηθούν στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που περιλαμβάνονται στο αίτημά τους, αυτό δεν συνιστά παραβίαση του επαγγελματικού και τραπεζικού απορρήτου καθώς και του απορρήτου των στοιχείων σύμφωνα με τη νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Οι αρχές, υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου υποχρεούνται να καταστρέφουν αμελλητί τα στοιχεία αυτά.

6.    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο χρόνος έναρξης λειτουργίας του Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών, η λεπτομερής διαδικασία ένταξης των φορέων και πρόσβασής  τους στο Σύστημα, τα διαβιβαζόμενα και τηρούμενα στοιχεία από τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών, οι προθεσμίες και τα θέματα παροχής πληροφοριών από τα υπόχρεα πρόσωπα προς τις αρχές, υπηρεσίες και φορείς του Δημοσίου στις περιπτώσεις που η παροχή αυτών των πληροφοριών διενεργείται εκτός Σ.Μ.Τ.Λ. & Λ.Π. καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.

Άρθρο 63 
Ποινικές διατάξεις και διοικητικές κυρώσεις

1.    α. Οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν.δ. 1059/1971 (A’ 270) και του άρθρου 371 ΠΚ ισχύουν και για τους υπαλλήλους, το προσωπικό που υπηρετεί με οποιαδήποτε σχέση εργασίας καθώς και τους  λειτουργούς των αρχών, υπηρεσιών και φορέων του Δημοσίου. Η περαιτέρω διαβίβαση των πληροφοριών, που καλύπτονται από το τραπεζικό και επαγγελματικό απόρρητο και το απόρρητο των στοιχείων επιτρέπεται μόνον αν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου.
β. Η παραβίαση των απορρήτων της προηγούμενης περίπτωσης από οποιοδήποτε πρόσωπο υπαγόμενο στο άρθρο 2 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., και από οποιοδήποτε πρόσωπο που υπηρετεί με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συνιστά το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης καθήκοντος και δύναται να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή απόλυσης.
γ. Οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν.δ. 1059/1971 και του άρθρου 371 ΠΚ ισχύουν και για τους τρίτους, οι οποίοι κατά παράβαση των διατάξεων του ν.δ. 1059/1971, του άρθρου 371 ΠΚ και της προηγούμενης παραγράφου έλαβαν γνώση πληροφοριών και στοιχείων που καλύπτονται από το τραπεζικό και επαγγελματικό απόρρητο και το απόρρητο των στοιχείων.  

2.    Για τους σκοπούς του παρόντος δεν ισχύει το τραπεζικό και επαγγελματικό απόρρητο και το απόρρητο των στοιχείων για τον υπεύθυνο της διαχείρισης της Γ.Γ.Π.Σ. σύμφωνα με την παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου.  Με πράξη του Γενικού Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων ορίζεται αποκλειστικό δικαίωμα πρόσβασης μόνο για το προσωπικό που απασχολείται για το σκοπό αυτόν. Για τον υπεύθυνο της διαχείρισης του Σ.Μ.Τ.Λ.&Λ.Π. καθώς και για το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν  οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν.δ. 1059/1971 και του άρθρου 371 ΠΚ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1  του παρόντος άρθρου.

3.    Το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 2 του ν.δ. 1059/1971 αντικαθίσταται ως εξής:
«Το απόρρητο αυτό δεν ισχύει έναντι των αρμόδιων για την είσπραξη και τον έλεγχο στον τομέα των δημοσίων εσόδων υπηρεσιών της Φορολογικής Διοίκησης καθώς και των αρμοδίων υπηρεσιών και ασφαλιστικών ταμείων  για την είσπραξη των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών.»

4.    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σε περίπτωση παραβίασης του τραπεζικού και επαγγελματικού απορρήτου και απορρήτου των στοιχείων  εφαρμόζονται αναλογικά οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 8 του ν. 3832/2010.

Άρθρο 64
Τροποποίηση διατάξεων του Κ.Φ.Ε.

1.    Στον πίνακα 1 του έκτου εδαφίου της περίπτωσης στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε., οι λέξεις «Μηχανήματα, εξοπλισμός (εκτός Η/Υ και λογισμικού), μέσα μεταφοράς ατόμων, άυλα στοιχεία και δικαιώματα και λοιπά πάγια στοιχεία:10%» αντικαθίστανται με τις λέξεις «Μηχανήματα, εξοπλισμός (εκτός Η/Υ και λογισμικού), μέσα μεταφοράς ατόμων, άυλα στοιχεία, δικαιώματα, έξοδα πολυετούς απόσβεσης και λοιπά πάγια στοιχεία:10%».»

2.    Η περίπτωση ια’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε αντικαθίσταται ως εξής:
«ια) Οι δαπάνες επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας κατά το χρόνο της πραγματοποίησης τους, προσαυξημένες κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30). Ειδικά οι δαπάνες που αφορούν πάγιο εξοπλισμό, προκειμένου να προσαυξηθούν σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, κατανέμονται ισόποσα στα επόμενα τρία (3) έτη. Τα κριτήρια χαρακτηρισμού των πιο πάνω δαπανών καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 έχουν εφαρμογή για το υπόλοιπο ζημιών που προκύπτει μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσοστού.
Συγχρόνως με την υποβολή της φορολογικής της δήλωσης, η επιχείρηση υποβάλλει στην Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, πολιτισμού και Αθλητισμού τα απαραίτητα δικαιολογητικά για τις δαπάνες έρευνας και τεχνολογίας που πραγματοποίησε. Ο έλεγχος και η πιστοποίηση των δαπανών αυτών διενεργούνται εντός χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών. Μετά την άπρακτη παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας θεωρείται ότι οι σχετικές δαπάνες έχουν εγκριθεί. Σε κάθε περίπτωση, το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ενημερώνει σχετικά το Υπουργείο Οικονομικών σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο προεδρικό διάταγμα.»

3.    α. Στο  τέλος της παραγράφου  2 του άρθρου 39 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται εδάφιο ως εξής: 
«Ειδικότερα ως συνδεδεμένες νοούνται οι επιχειρήσεις οι οποίες:
α) συνδέονται λόγω της συμμετοχής της μιας στην άλλη επιχείρηση, κατέχοντας  άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια, ή συμμετοχή στο κεφάλαιο  τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού,  ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου.
β)     συνδέονται με κάθε άλλη επιχείρηση που κατέχει άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%, βάσει αξίας ή αριθμού,  ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου σε μία από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις.
γ)  συνδέονται με  κάθε άλλο πρόσωπο με το οποίο υπάρχει σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή το πρόσωπο αυτό ασκεί καθοριστική επιρροή ή έχει τη δυνατότητα καθοριστικής επιρροής  στη λήψη των αποφάσεων της επιχείρησης ή σε περίπτωση που και τα δύο πρόσωπα έχουν σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή δυνατότητα καθοριστικής  επιρροής από τρίτο πρόσωπο.
β. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 39 του Κ.Φ.Ε. διαγράφονται οι λέξεις «εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός μήνα» .
γ. Στην παράγραφο 8 του άρθρου 39 Α του Κ.Φ.Ε. διαγράφονται οι λέξεις  «η οποία εκδίδεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός μήνα» .
δ. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 17 του άρθρου 11 του ν. 4110/2013 ( Α’ 17) αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: 
«Ειδικά για τη διαχειριστική περίοδο που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2012 και λήγει μέχρι και την 30ή Μαΐου 2013, ο φάκελος τεκμηρίωσης καταρτίζεται και ο συνοπτικός πίνακας πληροφοριών υποβάλλεται μέχρι την 10η Ιουλίου  2013.»

4.    Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 118 του Κ.Φ.Ε. οι λέξεις «της κλίμακας (α)» αντικαθίστανται με τις λέξεις «των κλιμάκων όπως ισχύουν κάθε φορά».   

5.    α.  Η παράγραφος 1 του άρθρου 59 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Όσοι παρακρατούν φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α’, ε’ και η’ της παραγράφου 1 του άρθρου 55 και του άρθρου 58, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν με εφάπαξ καταβολή στη Δ.Ο.Υ. της έδρας τους μέχρι την 20ή ημέρα των μηνών Μαρτίου, Μαίου, Ιουλίου, Σεπτεμβρίου, Νοεμβρίου και Ιανουαρίου κάθε έτους με προσωρινή δήλωση, η οποία περιλαμβάνει τα ακαθάριστα ποσά που έχουν καταβληθεί στο προηγούμενο ημερολογιακό δίμηνο και το φόρο που παρακρατήθηκε. Η υποβολή της δήλωσης πραγματοποιείται ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του αριθμού φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) του υπόχρεου, με αρχή για το ψηφίο 1 την εικοστή (20ή) ημέρα των μηνών αυτών και ολοκληρώνεται μέσα σε έντεκα (11) εργάσιμες ημέρες. »

β. Η παράγραφος 2 του άρθρου 59 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Ειδικώς, όσοι παρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν με εφάπαξ καταβολή στη  Δ.Ο.Υ. της έδρας τους μέχρι την 20ή ημέρα του επόμενου από την παρακράτηση μήνα με προσωρινή δήλωση, η οποία περιλαμβάνει τα ακαθάριστα ποσά που έχουν καταβληθεί στον προηγούμενο  ημερολογιακό μήνα, το φόρο και το ποσό της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 που παρακρατήθηκαν και τις οφειλόμενες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Η υποβολή της δήλωσης  πραγματοποιείται ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του αριθμού φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) του υπόχρεου, με αρχή για το ψηφίο 1 την εικοστή (20ή) ημέρα των μηνών αυτών και ολοκληρώνεται μέσα σε έντεκα (11) εργάσιμες ημέρες. Ειδικά για το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, με εξαίρεση τα ασφαλιστικά ταμεία για τα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων της παρούσας παραγράφου, υποχρεούνται σε απόδοση των ποσών που παρακρατήθηκαν μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του μεθεπόμενου από την παρακράτηση μήνα. Η υποβολή της δήλωσης των περιπτώσεων αυτών πραγματοποιείται ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του Α.Φ.Μ. του υπόχρεου, με αρχή για το ψηφίο 1 την εικοστή (20ή) ημέρα των μηνών αυτών και ολοκληρώνεται μέσα σε έντεκα (11) εργάσιμες ημέρες. »
γ. Οι διατάξεις της περίπτωσης β. της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται για αποδοχές που καταβάλλονται από την 1η Σεπτεμβρίου 2013.

6.    α.  Στην παράγραφο 5 του άρθρου 10 του ν. 4110/2013 η λέξη «Ιουλίου» αντικαθίσταται με τη λέξη «Ιανουαρίου».
β. Σε περίπτωση που έχουν λάβει χώρα πωλήσεις μετόχων από την 1η Ιανουαρίου 2013 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος χωρίς την  επιβολή κυρώσεων.».

7.    Στο τέλος  της παραγράφου 6 του άρθρου 62 του Κ.Φ.Ε. προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
«Ειδικά για τα εισοδήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Κ.Φ.Ε. του οικονομικού έτους 2013 δεν υφίσταται υποχρέωση δήλωσής τους, εφόσον το συνολικό καθαρό ποσό αυτών δεν υπερβαίνει τα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.».

Άρθρο 65
Συμπλήρωση της υποπαραγράφου ΙΑ.2 του ν. 4093/2012 και του άρθρου 40 ν. 4141/2013 
 
1.    Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του ν. 4141/2013 (Α’ 81) οι λέξεις «το οικογενειακό φορολογητέο εισόδημα» αντικαθίστανται, από τότε που ίσχυσε  η διάταξη αυτή, με τις λέξεις «το συνολικό οικογενειακό εισόδημα»

2.    Στο τέταρτο εδάφιο της υποπαραγράφου ΙΑ.2 του ν. 4093/2012 (Α’ 222) οι λέξεις «οικογενειακό εισόδημα (φορολογητέο εισόδημα)» αντικαθίστανται, από τότε που ίσχυσε η διάταξη αυτή,  με τις λέξεις «συνολικό οικογενειακό εισόδημα»

Άρθρο 66
Τροποποίηση του Κ.Ε.Δ.Ε.

Στο ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, Α’ 90) προστίθεται νέο άρθρο 30 Β ως εξής:

«Άρθρο 30Β

1.    Προκειμένου ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, οι κοινοποιήσεις τόσο του κατασχετηρίου, όσο και  της δήλωσης του άρθρου 32 με το πιο πάνω παραστατικό, ενεργούνται μέσω μοναδικών διαμετακομιστικών κόμβων ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους  κατά τρόπο ασφαλή και ορίζονται από κοινού  από  το Ελληνικό Δημόσιο και όλα τα εγκατεστημένα στην χώρα πιστωτικά ιδρύματα, όπως εκπροσωπούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών ή την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών κατά περίπτωση.  Η κοινοποίηση του κατασχετηρίου θεωρείται ότι συντελέστηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής του από το πιστωτικό ίδρυμα, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από αυτό. Η επίδοση  της δήλωσης του άρθρου 32 θεωρείται ότι συντελέσθηκε κατά την ημερομηνία και ώρα αποστολής της ηλεκτρονικής βεβαίωσης παραλαβής της, μέσω του διαμετακομιστικού κόμβου που δηλώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Οι ως άνω βεβαιώσεις είτε θα φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.3979/2011, είτε θα είναι κρυπτογραφημένες και θα φέρουν ηλεκτρονική υπογραφή του εξυπηρετητή τους. H διέλευση των δεδομένων δια των ως άνω διαμετακομιστικών κόμβων εξαιρείται τόσο από την υποχρέωση γνωστοποίησης, ενημέρωσης, και λήψης συγκατάθεσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6, 11 και 5 του ν. 2472/1997, ως εκάστοτε ισχύουν, όσο και από την εφαρμογή των διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου, όπως εκάστοτε ισχύουν.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι ανωτέρω,  κατά περίπτωση, μοναδικοί διαμετακομιστικοί κόμβοι και η διαδικασία της  γνωστοποίησής τους από τα μέρη, το υποχρεωτικό περιεχόμενο των κοινοποιούμενων κατασχετηρίων και υποβαλλόμενων δηλώσεων, ως και οι όροι ταυτοποίησής τους, τα χρονικά περιθώρια αποστολής και παραλαβής τους, οι όροι και προϋποθέσεις ασφαλείας και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης παραγράφου.

2.    Τα κατασχεθέντα ποσά αποδίδονται είτε στο λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδας είτε στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση   υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με  διαδικασία που ορίζεται στην  απόφαση της προηγούμενης παραγράφου.

3.    Στις κατασχέσεις και λοιπές ενέργειες, που  γίνονται σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, το Δημόσιο δεν υποχρεούται στην καταβολή εξόδων και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 87 και 88 του ν.δ. 17-7/13.8.1923 (Α’ 224).

4.    Η διαδικασία των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος άρθρου τίθεται  σε πλήρη λειτουργία εξήντα (60) ημέρες από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε καθίσταται υποχρεωτική για τους φορείς του Δημοσίου, οι οποίοι μπορεί να εφαρμόζουν την διαδικασία του άρθρου 30Α του ν.δ 356/1974 μόνο σε περιπτώσεις που για λόγους ανώτερης βίας αποκλείεται η ηλεκτρονική επικοινωνία της παραγράφου 1 του παρόντος.».

Άρθρο 67
Τροποποίηση διατάξεων π.δ. 284/1998 και του ν. 4099/2012

1.    α. Στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του π.δ. 284/1988 (Α΄ 128) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών» προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής:
«Αρμοδιότητα του τμήματος για τον έλεγχο και την υπογραφή των εγκριτικών πράξεων νηολόγησης πλοίων με ελληνική σημαία, με βάση το εγκεκριμένο υπόδειγμα εγκριτικής πράξης και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν.δ. 2687/1953 (Α’ 317) «περί επενδύσεως και προστασίας κεφαλαίων εξωτερικού».

β. Με Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορίζονται ανά κατηγορία πλοίου τα υποδείγματα των εγκριτικών πράξεων και να ρυθμίζονται τα θέματα σχετικά με την ανάθεση των αρμοδιοτήτων της προηγούμενης παραγράφου.

2.    Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 169 του ν.4099/2012 (Α’ 250), αντικαθίσταται ως εξής:
«δ) Είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά και εξαιρούνται της ανάκτησης ενισχύσεις σε επιχειρήσεις κατά το μέρος που οι επιχειρήσεις, για κάλυψη του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού, πραγματοποίησαν δαπάνες οι οποίες εμπίπτουν σε μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες περιπτώσεις και το ποσό της ανάκτησης στις περιπτώσεις αυτές, υπολογίζεται σύμφωνα με την περίπτωση ε’ του παρόντος.
  - Στις διατάξεις του ν. 2601/1998 (Α’ 81) ή του ν. 3299/2004 (Α’ 261).
  - Στον Κανονισμό 70/2001 /ΕΚ της Επιτροπής της 12ης Ιανουαρίου 2001 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης της ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις (ΕΕ L 10, 13.1.2001) εφόσον πρόκειται για ενίσχυση σε μικρή ή μεσαία επιχείρηση.
  - Στον Κανονισμό 68/2001/ΕΚ της Επιτροπής της 12.1.2001 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης της ΕΚ στις ενισχύσεις για επαγγελματική εκπαίδευση (ΕΕ L10, 13.1.2001).
  - Στον Κανονισμό 1/2004/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης της ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων (ΕΕ L 1, 3.1.2004)  καθώς και στις Κοινοτικές Κατευθυντήριες Γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας (ΕΕ  C 28, 1.2.2000)  μόνον εφόσον αφορούν τη μεταφορά εγκαταστάσεων γεωργικών εκμεταλλεύσεων για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
  - Στον Κανονισμό 1595/2004 /ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης της ΕΚ στις  κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται  στην παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία προϊόντων αλιείας (ΕΕ L 291, 14.9.2004) καθώς και στο εγκεκριμένο καθεστώς Ν 621/2000 - Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αλιείας 2000 - 2006 (ΕΕ C 102, 31.3.2001).».

Άρθρο 68
Ελεγκτές Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης των Εσόδων του Κράτους

1.    Το άρθρο 4 του ν. 3943/2011 (Α’  66) αντικαθίσταται, από την 1η  Ιουλίου 2013, ως εξής :

«Άρθρο 4
Σύσταση θέσεων Ελεγκτών Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης
των Εσόδων του Κράτους

1.    Συνιστώνται στο Υπουργείο Οικονομικών θέσεις Ελεγκτών Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης των Εσόδων του Κράτους. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ή  ανακαθορίζεται ο αριθμός των θέσεων αυτών, κατανέμονται ή ανακατανέμονται οι θέσεις αυτές σε υπηρεσιακές μονάδες, καθορίζονται ή ανακαθορίζονται οι οργανικές μονάδες όλων των επιπέδων και οι οργανικές θέσεις αυτών που καλύπτονται από τους ελεγκτές του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής. Ειδικά για τις υπηρεσίες που συγκροτούν τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων οι παραπάνω αποφάσεις εκδίδονται από τον Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας  Δημοσίων Εσόδων.
2.    Οι θέσεις των Ελεγκτών Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης των εσόδων του Κράτους  καλύπτονται από υπαλλήλους όλων των κλάδων του Υπουργείου Οικονομικών και των εποπτευομένων από αυτό Οργανισμών και Νομικών Προσώπων,  που επιλέγονται, μετά από σχετικές προκηρύξεις αυτών από τους παρακάτω κλάδους ή υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών: α) των εφοριακών και τελωνειακών υπαλλήλων κατά προτεραιότητα, β) των λοιπών κλάδων και υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και γ) των εποπτευομένων από το Υπουργείο Οικονομικών Οργανισμών και Νομικών Προσώπων, εφόσον οι θέσεις δεν καλύπτονται από τις περιπτώσεις α και β.
3.    Οι υποψήφιοι επιλέγονται από πίνακα επιτυχόντων που καταρτίζεται μετά από  επιτυχή εκπαίδευση σε θέματα φορολογίας, φορολογικού ελέγχου και αναγκαστικής είσπραξης εσόδων, σε συνδυασμό με αξιολόγηση των τυπικών και λοιπών ουσιαστικών προσόντων τους. Ο πίνακας επιτυχόντων που μπορεί να καταρτίζεται για όλη την Επικράτεια ή ανά Διοικητική Περιφέρεια ισχύει επί μία τριετία και οι θέσεις που κενώνονται καλύπτονται από τον πίνακα αυτόν. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ή του Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων κατά περίπτωση, καθορίζονται: α) τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα των υποψηφίων όπως τίτλοι σπουδών, πτυχίο ΑΕΙ ή ΤΕΙ, μεταπτυχιακοί ή διδακτορικοί τίτλοι και η συνάφεια αυτών με το αντικείμενο της θέσης εργασίας, γνώση ξένης γλώσσας, γνώση ηλεκτρονικού υπολογιστή, β)  τα ουσιαστικά προσόντα αυτών όπως εξειδίκευση, προηγούμενη εμπειρία, γ) το είδος ο χρόνος και ο τρόπος της εκπαίδευσης, καθώς και η βαθμολογία αυτής που πρέπει να επιτύχει ο υποψήφιος για να θεωρηθεί ότι την έχει περαιώσει με επιτυχία, η οποία αποτελεί απαραίτητο προσόν κατάταξης των υποψηφίων στον πίνακα ή τους πίνακες επιτυχόντων, δ) οι συντελεστές βαρύτητας των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων , καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την αξιολόγηση, την επιλογή αυτών και την κατάρτιση του πίνακα ή των πινάκων επιτυχόντων.
4.    Για διάστημα δύο ετών από την αρχική τοποθέτησή τους σε θέση  ελεγκτή βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του Κράτους, οι υπάλληλοι χαρακτηρίζονται ως βοηθοί ελεγκτή. Τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των βοηθών ελεγκτών βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του Κράτους είναι ίδια με αυτά των ελεγκτών, μπορεί όμως να διαφοροποιείται η υπηρεσία τοποθέτησής τους ή οι υποθέσεις που χρεώνονται, ανάλογα με τις ιδιαίτερες γνώσεις τους, σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια, όπως αυτά καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή του Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, κατά περίπτωση. Με την πρώτη ανανέωση της διετίας, μετά από την επιτυχή αξιολόγησή τους, χαρακτηρίζονται ως ελεγκτές.
Η θητεία μπορεί να ανανεώνεται μέχρι τρείς φορές, μετά από επιτυχή αξιολόγηση, με το πέρας της οποίας ο υπάλληλος  μετακινείται υποχρεωτικά σε αντίστοιχη θέση άλλης οργανικής μονάδας .
5.    Οι ελεγκτές βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του Κράτους επανέρχονται υποχρεωτικά στην υπηρεσία από την οποία μετακινήθηκαν ή αποσπάστηκαν ή μετακινούνται σε άλλη υπηρεσία χωρίς να τοποθετούνται σε θέση ελεγκτή εφόσον: α) λήξει η θητείας τους,  β)  δεν αξιολογηθούν επιτυχώς,  γ) ασκηθεί σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη για σοβαρό παράπτωμα ή ποινική δίωξη που σχετίζεται με την υπηρεσία , δ) τους επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική  ποινή προσωρινής παύσης ή προστίμου μεγαλύτερη του μήνα και δ) διαπιστωθεί ότι δεν υποβάλλουν δήλωση περιουσιακής κατάστασης ή έχουν υποβάλλει μεν τέτοια δήλωση αλλά κρίνεται ως ανακριβής. 
6.     Οι υπάλληλοι που μετακινούνται ή αποσπώνται σε θέσεις ελεγκτών βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του Κράτους έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν υποψηφιότητα και να επιλεγούν ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου. Εφόσον αποδεχθούν τέτοια θέση και αναλάβουν καθήκοντα απαλλάσσονται από τα καθήκοντα του ελεγκτή βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του Κράτους  ταυτόχρονα με την ανάληψη των νέων καθηκόντων τους,  επανέρχονται δε σε αυτήν εφόσον απαλλαγούν από τα καθήκοντα της συγκεκριμένης θέσης, με τη λήξη της πρώτης θητείας τους ως προϊσταμένων, εκτός αν αυτό γίνεται λόγω πειθαρχικών ή ποινικών παραπτωμάτων που υπέπεσε ο υπάλληλος.
7.    Οι Προϊστάμενοι διευθύνσεων, οι οποίοι με την τοποθέτησή τους και την ανάληψη υπηρεσίας αποδέχονται ταυτόχρονα τους ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους που προσδιορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, κατανέμουν αυτούς στους προϊσταμένους των υπό αυτών οργανικών  μονάδων, επιπέδου υποδιεύθυνσης ή τμήματος ή αυτοτελούς Γραφείου , οι δε προϊστάμενοι  των τμημάτων ή αυτοτελών Γραφείων κατανέμουν αυτούς μεταξύ των ελεγκτών βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης κατά περίπτωση. Η ανάληψη καθηκόντων ελεγκτή βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του Κράτους  σημαίνει και την αυτοδίκαιη αποδοχή των στόχων αυτών ακόμη και στην περίπτωση που αυτό γίνεται σε αντικατάσταση μετακινούμενου ή αποσπώμενου ελεγκτή μετά την έναρξη της περιόδου αξιολόγησης.
8.     Από 1η Ιανουαρίου 2015, η διετής τουλάχιστον επιτυχής άσκηση καθηκόντων σε θέση ελεγκτή βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του Κράτους θεωρείται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων οποιουδήποτε επιπέδου που στελεχώνονται από τους ως άνω ελεγκτές. Η επιτυχής άσκηση καθηκόντων σε θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδος κάθε επιπέδου, επί διετία, από το έτος 2011 και μετά, στην οποία έχουν κατανεμηθεί θέσεις των ως άνω ελεγκτών θεωρείται και ως επιτυχής άσκηση καθηκόντων ελεγκτή βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του Κράτους .
9.    Οι τοποθετήσεις, μετακινήσεις ή αποσπάσεις των επιλεγέντων ελεγκτών βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του Κράτους,  γίνονται με αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων  ή του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου.
10.    Οι ελεγκτές βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του Κράτους για τα πειθαρχικά τους παραπτώματα υπάγονται στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο είναι αρμόδιο για τα πειθαρχικά παραπτώματα των υπαλλήλων του κλάδου εφοριακών.
11.    Στην αρμόδια Διεύθυνση Προσωπικού της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων δημιουργείται Μητρώο ελεγκτών βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης των εσόδων του Κράτους. Στο Μητρώο αυτό καταχωρούνται όσοι επιλέγονται ως ελεγκτές με τις διαδικασίες του παρόντος άρθρου, καθώς και όσοι επελέγησαν με τις αρχικές του διατάξεις  από την έναρξη ισχύος  του νόμου 3943/2011. Στο Μητρώο αυτό, εκτός των βασικών στοιχείων καταχωρείται η υπηρεσία που ασκεί καθήκοντα ο ελεγκτής, η απόδοση και αξιολόγηση αυτού, καθώς και οι εξειδικεύσεις του σε ελεγκτικά ή εισπρακτικά καθήκοντα. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται ή ανακαθορίζονται οι λεπτομέρειες και οι διαδικασίες τήρησης του Μητρώου αυτού.».

2.    Η επιλογή, τοποθέτηση και η λήξη της θητείας των προϊσταμένων όλων των οργανικών μονάδων που συγκροτούν το Υπουργείο Οικονομικών, διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 21 του άρθρου 55 του νόμου 4002/2011 (Α’ 180).

3.    Στο πρώτο  εδάφιο της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ), όπως θεσπίζεται με την υποπαράγραφο Ε 1 της παραγράφου Ε του άρθρου πρώτου του νόμου 4093/2012 (Α’ 222) οι λέξεις «για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου» αντικαθίστανται με τις λέξεις «από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι 30 Ιουνίου 2013».

4.    Οι διατάξεις  της παραγράφου 4, του άρθρου 2, του Π.Δ. 61/1997 (Α’ 53)  τροποποιούνται ως εξής:
«4. Τρεις (3) θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου του άρθρου 33, παρ. 2-5, του ν. 2190/1994.»

5.    Στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών συνιστώνται  δύο (2) θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του άρθρου 33, παρ. 2-5, του ν. 2190/1994, όπως αυτές κωδικοποιήθηκαν με τις διατάξεις της  παρ. 9 του άρθρου 55 του Κώδικα Νομοθεσίας για τη Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.Δ. 63/2005  (Α’ 98).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ B’ 
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Άρθρο 69

1.    Στο Κεφάλαιο Β΄ του ν. 3986/2011 (Α’ 152) προστίθεται νέο άρθρο 17Β, ως εξής:

«Άρθρο 17Β
Ρυθμίσεις για ακίνητα των νομικών προσώπων του ν. 590/1977 (Α΄ 146)

1.    Ακίνητα που ανήκουν στα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 590/1977 ή επί των οποίων τα νομικά αυτά πρόσωπα διατηρούν δικαίωμα διακατοχής ή ασκούν τη διοίκηση και διαχείρισή τους, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, υπάγονται σε διαδικασία πολεοδομικής ωρίμανσης και αποκτούν βιώσιμη επενδυτική ταυτότητα με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 έως 16 του παρόντος Κεφαλαίου και σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους.
2.    Την αίτηση και τις συνοδεύουσες αυτήν μελέτες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 του παρόντος Κεφαλαίου μπορεί να υποβάλει και το ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο ή ο ασκών δικαιώματα διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης επί της περιουσίας του κατά τις κείμενες διατάξεις, ή ο έλκων εκ του νομικού προσώπου δικαιώματα. Όλες οι πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 12 έως 15 του παρόντος Κεφαλαίου αναφορικά με τα ακίνητα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αναρτώνται υποχρεωτικά στο δικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών.
3.    Η αξιοποίηση των ακινήτων της παραγράφου 1 γίνεται αποκλειστικά με βάση τη νομοθεσία περί ανάπτυξης και αξιοποίησης της περιουσίας των νομικών προσώπων του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977.  Τυχόν εμπράγματα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου ή των νομικών προσώπων της παραγράφου 1 επί των ακινήτων της παραγράφου 1 δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

2.    Το προϊόν της, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως 16 και 17 Β του ν. 3986/2011, αξιοποίησης των ακινήτων που ανήκουν στα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 590/1977 ή επί των οποίων τα νομικά αυτά πρόσωπα διατηρούν δικαίωμα διακατοχής ή ασκούν τη διοίκηση και διαχείρισή τους διατίθεται αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση, ενίσχυση και ανάπτυξη του εν γένει κοινωνικού και φιλανθρωπικού έργου της Εκκλησίας της Ελλάδος και τη χρηματοδότηση των εκκλησιαστικών καθιδρυμάτων της, με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ή της Διοικούσας Επιτροπής της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού 211/2010 (Α΄ 135).

Άρθρο 70

1.    Οι όροι του με αριθμό 2560/10.07.1972 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Πουσκούρη-Κουρεμένου, το οποίο δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α’ 122/20.07.1972, όπως τροποποιήθηκε με το αριθμό 187490/12.08.1976 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Στεργίου Καβαλέκα, το οποίο δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α’ 228/28.08.1976, όπως ισχύουν, μπορούν να τροποποιηθούν με μεταγενέστερη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών και των καθολικών ή ειδικών διαδόχων τους, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ιδίως είναι δυνατή (α) η τροποποίηση και κατάργηση του άρθρου 4 ώστε να επιτρέπεται η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου αλλά και η αλλαγή της μορφής, του σκοπού της χρήσης και της εν γένει νομικής και πραγματικής του κατάστασης χωρίς ωστόσο να καταργηθεί ολικά ο ξενοδοχειακός προορισμός του ακινήτου, (β) η κατάργηση του άρθρου 6 και της εκεί ηρτημένης διαλυτικής αίρεσης, (γ) η κατάργηση του άρθρου 8 παρ. 3, ώστε να επιτρέπεται η μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών του κυρίου του ακινήτου και (δ) η κατάργηση ή τροποποίηση λοιπών υποχρεώσεων της ΕΤΕ, ώστε να διευκολυνθεί η από κοινού αξιοποίηση των ακινήτων της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου 2.

2.    H από 20.12.1975 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΕΟΤ, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ) και της εταιρίας ΑΣΤΗΡ Α.Ξ.Ε. (η οποία απορροφήθηκε από την ΕΤΕ), η οποία κυρώθηκε με το ν. 377/1976 (Α’177) μπορεί να λυθεί, αζημίως για όλα τα μέρη, με μεταγενέστερη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών και των καθολικών ή ειδικών τους διαδόχων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3.    Για τις τροποποιήσεις των εν λόγω συμβάσεων, το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και ο ΕΟΤ εκπροσωπείται από τον Υπουργό Τουρισμού, οι οποίοι αποφασίζουν μετά από εισήγηση της Εταιρίας Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε. και του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε. (ΤΑΙΠΕΔ).

4.    Για τα ακίνητα, στα οποία  αφορούν οι συμβάσεις των παραγράφων 1 και 2, είναι δυνατό να εκδοθεί κοινό ΕΣΧΑΔΑ, υπό την προϋπόθεση ότι τα ακίνητα αυτά θα αξιοποιηθούν από κοινού, μέσω εισφοράς από το ΤΑΙΠΕΔ του ακινήτου της παρ. 2 στην ανώνυμη εταιρία ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ και στη συνέχεια πώλησης του συνόλου των μετοχών που κατέχουν  η ΕΤΕ και το ΤΑΙΠΕΔ στην εν λόγω εταιρία κατ΄ άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ’ του νόμου 3986/2011. Το κοινό ΕΣΧΑΔΑ εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του ΤΑΙΠΕΔ, που υποβάλλεται και πριν από την εισφορά του ακινήτου του στην ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ. Η έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος με το οποίο θα εγκρίνεται το κοινό ΕΣΧΑΔΑ προϋποθέτει την ολοκλήρωση της εισφοράς του ακινήτου του ΤΑΙΠΕΔ στην ΑΣΤΗΡ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ.

Άρθρο 71
Ρύθμιση θεμάτων περί Ο.Δ.Ι.Ε. Α.Ε.

1.    Στο τέλος της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 13 του ν. 4111/2013 (Α΄ 18) προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:
«Η Ο.Δ.Ι.Ε. Α.Ε. δύναται να εκμισθώνει στον Παραχωρησιούχο οποιεσδήποτε εγκαταστάσεις και οποιαδήποτε ακίνητα ιδιοκτησίας της που ευρίσκονται στο Μαρκόπουλο Αττικής. Η Γενική Συνέλευση των μετόχων της Ο.Δ.Ι.Ε. Α.Ε. καθορίζει ελεύθερα τη  διαδικασία για την εκμίσθωση, η οποία μπορεί να εξελιχθεί παράλληλα με τον ανωτέρω διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό. Το ύψος του μισθώματος καθορίζεται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της Ο.Δ.Ι.Ε. Α.Ε. αφού ληφθεί υπόψη αποτίμηση ανεξάρτητου αποτιμητή και γνωστοποιείται στους υποψήφιους επενδυτές πριν την υποβολή δεσμευτικών προσφορών. Η μίσθωση και τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις διέπονται αποκλειστικά από τους όρους που συμφωνούνται μεταξύ της Ο.Δ.Ι.Ε. Α.Ε. και του Παραχωρησιούχου, πριν τη θέση σε ισχύ της σύμβασης παραχώρησης, με την επιφύλαξη των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων της παραγράφου 7 του άρθρου 19 του π.δ. 774/1980 (Α’ 189) και του π.δ. 34/1995 (Α’ 30).».

2.    Μετά τη λήξη κάθε οικονομικής χρήσεως τα αδιάθετα ποσά των κερδών από το αμοιβαίο ιπποδρομιακό στοίχημα, αποδίδονται στο Ελληνικό Δημόσιο.

Άρθρο 72
Τροποποίηση διατάξεων των ν. 3867/2010 και ν. 3965/2011

1.    Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 3867/2010 (Α’  128) αντικαθίστανται ως έξής:
 «Το ΣΣΕ είναι εννεαμελές: Μέλη του Συμβουλίου αποτελούν ο Υπουργός Οικονομικών, ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών ή, σε περίπτωση μη ορισμού Αναπληρωτή, ο Υφυπουργός Οικονομικών, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, ο αρμόδιος καθ’ ύλην Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας καθώς και ένα πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, με ειδικές γνώσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα, που ορίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών. Πρόεδρος του ΣΣΕ ορίζεται ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος αναπληρώνεται από τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών ή, εάν δεν έχει οριστεί, από τον Υφυπουργό Οικονομικών.».

2.    Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3965/2011 (Α’  113) τροποποιείται ως εξής:
«Μέχρι την απόσχιση του κλάδου εμπορικών δραστηριοτήτων του Ταμείου, για την κάλυψη σημαντικής επί έλαττον απόκλισης από το ελάχιστο όριο των εφαρμοστέων δεικτών ρευστότητας, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, το Ταμείο μπορεί να κάνει χρήση πόρων του από παρακαταθήκες, με σκοπό να επανέλθει ο δείκτης ρευστότητάς του.»

3.    Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 72 ισχύει από την ημερομηνία της κατάθεσης της στο Κοινοβούλιο.

Άρθρο 73
Συμπλήρωση διατάξεων του ν. 4152/2013

1.    Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Β.10. της παραγράφου Β. του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107), αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:
«Κατ’ εξαίρεση, όταν η ανάκτηση αφορά κρατική ενίσχυση που έχει χορηγηθεί σε παραλήπτες που δραστηριοποιούνται σε παραμεθόριες περιοχές της Ελλάδας, λαμβάνεται ειδική μέριμνα για τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που αφορούν στους παραλήπτες αυτούς, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έκδοσης απόφασης ανάκτησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.».

2.    Η περίπτωση β’ της παρ. 4 του άρθρου 202 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την περίπτωση 6 της υποπαραγράφου Β.10 της παραγράφου Β. του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:
«β) Πιθανολογείται σοβαρά η παρανομία της εθνικής ή ενωσιακής πράξης ανάκτησης, και»

3.    Το στοιχείο γγ) της υποπερίπτωσης στ) της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.2. του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε, ως εξής:
 «γγ. Έχει επιτυχώς ολοκληρώσει τη διαδικασία εξετάσεων, όπως αυτή ορίζεται στην υποπαράγραφο Γ.3.».

4.    Στο τέλος της υποπαραγράφου Ε.6. της παραγράφου Ε. του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 προστίθεται στοιχείο ζ’, ως εξής:
 «ζ. τους κανόνες για τον προσδιορισμό του ασυμβίβαστου και για το χαρακτηρισμό οποιαδήποτε κατάστασης ως σύγκρουση συμφερόντων για τα μέλη του Οργάνου Διοίκησης.».

5.    Η υποπαράγραφος ΙΔ.3. της παραγράφου ΙΔ του ν. 4152/2013 τροποποιείται ως εξής:
α.  Οι λέξεις «σε ό, τι αφορά αποκλειστικά τις μισθολογικές τους αποδοχές» αντικαθίστανται με τις λέξεις «σε ό,τι αφορά αποκλειστικά τον τρόπο υπολογισμού των μισθολογικών τους αποδοχών και το βαθμολογικό τους καθεστώς».
β. Στο τέλος της υποπαραγράφου ΙΔ.3. προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
«Η ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται από 1.6.2013.».
 
Άρθρο 74
Τροποποιήσεις του ν. 4002/2011

1.    Στο τέλος της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ν. 4002/2011 (Α’ 180), μετά τη λέξη «παίγνια» προστίθενται οι λέξεις «, ή αυτεπάγγελτα».

2.    Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3Α  του άρθρου 28 του ν. 4002/2011, μετά τις λέξεις « της ΟΠΑΠ Α.Ε» προστίθενται οι λέξεις «επιβλέπει και μεριμνά την τήρηση εκ μέρους της ΟΠΑΠ Α.Ε.».

3.    Η πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του ν. 4002/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «Αν παραβιάζονται οι διατάξεις της κάθε φορά ισχύουσας νομοθεσίας περί παιγνίων ή των κανονιστικών αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή τους ή των όρων των αδειών, η Ε.Ε.Ε.Π. με απόφασή της:».

4.    Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 23 του ν. 4141/2013 (Α’ 81)  η φράση «όπου απαιτείται διεξαγωγή αστυνομικού έργου της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου» αντικαθίσταται από τη φράση «όπου απαιτείται διεξαγωγή αστυνομικού έργου, της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ν. 4002/2011 (Α’ 180)».

5.    Η παράγραφος 8 του άρθρου 22 του ν.3691/2008 (Α’ 166) καταργείται.

6.    Το άρθρο 15 του ν. 4110/2013 (Α' 17) καταργείται.

Άρθρο 75 
Τροποποίηση διατάξεων για το Ε.ΣΥ.Π.
 
Το άρθρο 38 του ν. 3979/2011 (Α’ 138) αντικαθίσταται ως εξής:

« Άρθρο 38

1. Οι δαπάνες για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των συναφών προς αυτές πληροφοριακών συστημάτων, όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του παρόντος, εξοφλούνται μέσω Ενιαίου Συστήματος Πληρωμών (Ε.ΣΥ.Π.) που συνιστάται και λειτουργεί στη Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών.
Οι δαπάνες αυτές δεν υπόκεινται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
2. Στο ΕΣΥΠ δημιουργείται Μητρώο Φορέων, στο οποίο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη λειτουργίας του Ε.ΣΥ.Π. καταχωρίζονται με δική τους μέριμνα υποχρεωτικά όλοι οι φορείς της παραγράφου 1.
3. Μέσα σε πέντε (5) μήνες από την έναρξη λειτουργίας του ΕΣΥΠ, οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών οφείλουν να καταχωρίσουν στο Ε.ΣΥ.Π., μέσω πληροφοριακού συστήματος διαχείρισης, κάθε στοιχείο που αφορά υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών προς τους φορείς της παραγράφου 1.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο χρόνος έναρξης λειτουργίας του Ε.ΣΥ.Π., η αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής για την τήρηση του Μητρώου φορέων, η διαδικασία και ο ειδικότερος τρόπος καταχώρισης, η οργάνωση και λειτουργία του πληροφοριακού συστήματος διαχείρισης, τα τέλη και οι δαπάνες που εξοφλούνται μέσω Ε.ΣΥ.Π, η διαδικασία, ο χρόνος και τα στοιχεία καταχώρισης στο Ε.ΣΥ.Π, η διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων του Ε.ΣΥ.Π. με άλλα συστήματα για την παρακολούθηση και εκτέλεση του προϋπολογισμού. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται επίσης, τα αρμόδια όργανα για την εκκαθάριση και πληρωμή των εν λόγω δαπανών, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η ευθύνη των εκκαθαριστών και των αρμόδιων για την πληρωμή οργάνων, ο τύπος των τίτλων πληρωμής και ο τρόπος εξόφλησης αυτών, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν.2362/1995 (Α’ 247), όπως ισχύει και των λοιπών διατάξεων που ορίζουν διαφορετική διαδικασία πληρωμής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την πληρωμή της εν λόγω δαπάνης.
4. Μετά το πέρας της ανωτέρω προθεσμίας: (α) τα σχετικά τέλη και δαπάνες εξοφλούνται αποκλειστικά μέσω του Ε.ΣΥ.Π., σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντος και (β) κανένα τέλος ή δαπάνη δεν αναγνωρίζεται ούτε εκκαθαρίζεται ή πληρώνεται εάν δεν είναι καταχωρημένο στο Ε.ΣΥ.Π.
5. Οι φορείς που λόγω της ειδικής φύσεως ή αποστολής τους καλύπτονται από το απόρρητο (εθνική άμυνα, εθνική ασφάλεια, διεθνείς σχέσεις της χώρας) εξαιρούνται από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Ο καθορισμός των φορέων αυτών γίνεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδεται εντός δύο μηνών από την έναρξη λειτουργίας του Ε.ΣΥ.Π.»
6. Για τη λειτουργία του ΕΣΥΠ συνιστώνται στη Δ53-Διεύθυνση Πληροφοριακών Συστημάτων της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής, δύο Τμήματα των οποίων οι αρμοδιότητες θα καθοριστούν με την απόφαση της παραγράφου 3 του παρόντος. Για την στελέχωση των Τμημάτων αυτών συνιστώνται δώδεκα (12) οργανικές θέσεις στον κλάδο ΠΕ Πληροφορικής και δύο (2) οργανικές θέσεις στον κλάδο ΔΕ Πληροφορικής, οι οποίες προστίθενται στις υφιστάμενες οργανικές θέσεις του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Των Τμημάτων αυτών προΐστανται υπάλληλοι του κλάδου ΠΕ Πληροφορικής.» 

Άρθρο 76
Τροποποίηση διατάξεων ν. 2731/1999

1.    Η παράγραφος 3 του άρθρου 12 του ν. 2731/1999 (Α’ 138) αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:
«3. Η επιχορήγηση προς Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (Μ.Κ.Ο.), σωματεία, αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες, Ν.Π.Ι.Δ. ή φυσικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως ποσού επιχορήγησης και από οποιονδήποτε φορέα του Δημοσίου και αν προέρχεται, επιτρέπεται εφεξής υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Υποβολή ειδικής έκθεσης προς τον αρμόδιο Υπουργό, με σαφή και πλήρη αιτιολόγηση ως προς την αναγκαιότητα και τη νομιμότητα της δαπάνης. Στην ειδική έκθεση θα μνημονεύονται απαραιτήτως όλα τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των ανωτέρω νομικών προσώπων, καθώς και κάθε τρίτου προσώπου στο οποίο έχουν τυχόν ανατεθεί αρμοδιότητες διοίκησης.
β) Χορήγηση ειδικής έγκρισης του αρμόδιου Υπουργού, παρεχομένης σε αυτόν της δυνατότητας απομείωσης του ύψους της προτεινόμενης δαπάνης ή πλήρους απόρριψής της, εάν η δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους δεν την καθιστά εφικτή.
γ) Η απόφαση έγκρισης του αρμόδιου Υπουργού με το σχετικό φάκελο κοινοποιείται στην Οικονομική Αστυνομία, στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στη Δ/νση Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Οποιαδήποτε επιχορήγηση χωρίς την τήρηση των παραπάνω προϋποθέσεων, συνιστά για τους δημόσιους λειτουργούς απιστία σχετική με την υπηρεσία που τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 256 Π.Κ.».

2.    Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του ν. 3965/2011 (Α’ 113) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι συμβάσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού του Ο.Δ.Δ.Η.Χ. του προηγούμενου εδαφίου που είναι ενεργές την 30.5.2013 παρατείνονται αυτοδικαίως από το χρόνο λήξης τους μέχρι την 31.12.2013.».

3.    Το προσωπικό που αποσπάται στο Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (Σ.Ο.Ε.) μπορεί να επιλέγει είτε τις αποδοχές της θέσης προέλευσης, είτε τις αποδοχές που ορίζονται για το ειδικό επιστημονικό προσωπικό του Σ.Ο.Ε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ 
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ, ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Άρθρο 77
Συμπλήρωση του  άρθρου 10 του ν. 4071/2012

1.    Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4071/2012 προστίθενται τα εξής:  

« Ειδικότερα:
α. Οφειλές που βεβαιώθηκαν ταμειακά  στις Δ.Ο.Υ. σε βάρος των αναφερομένων στην  παρούσα παράγραφο  επιχειρήσεων:
(αα) διαγράφονται με πράξεις της βεβαιούσας εν ευρεία εννοία αρχής  και
(αβ) βεβαιώνονται σε βάρος του οικείου ΟΤΑ μόνο για τα ποσά των κύριων οφειλών που ορίζονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσας παραγράφου, με βάση χρηματικό κατάλογο που συντάσσεται σε βάρος του, για το ποσό της κύριας οφειλής, όπως αυτό προκύπτει από εκδοθείσες πράξεις επιβολής προστίμων ή αποφάσεων καταλογισμού,  ή φύλλα ελέγχου ή πράξεις προσδιορισμού φόρου προστιθέμενης αξίας, καθώς και από το φόρο εισοδήματος ή παρακρατούμενους φόρους, έστω και αν τα ανωτέρω  έχουν καταστεί απρόσβλητα λόγω απόρριψης τελεσίδικα των προσφυγών που ασκήθηκαν εναντίον τους ή άπρακτης παρόδου της προθεσμίας της προσφυγής. 

Τυχόν καταβληθέντα ποσά από τις επιχειρήσεις της παρούσας παραγράφου  ή από τα συνυπεύθυνα με αυτές πρόσωπα που αφορούν τις βεβαιωμένες οφειλές τους, δεν αναζητούνται και  αποσβένουν κατά προτεραιότητα αντίστοιχο μέρος των επιβληθέντων πρόσθετων φόρων και προστίμων, και συνυπολογίζονται κατά τη διαγραφή και επαναβεβαίωση σύμφωνα με τα οριζόμενα στις υποπεριπτώσεις  αα’  και αβ’  της παρούσας παραγράφου.

β. Οφειλές για τις οποίες κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης έχουν εκδοθεί καταλογιστικές πράξεις σε βάρος των αναφερόμενων στην  παρούσα παράγραφο  επιχειρήσεων και  δεν έχουν βεβαιωθεί ταμειακά βεβαιώνονται σε βάρος του οικείου ΟΤΑ μόνο για τα ποσά των κύριων οφειλών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση αβ’.   με βάση χρηματικό κατάλογο που συντάσσεται σε βάρος του. 

Για οφειλές που δεν έχουν κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης βεβαιωθεί εν ευρεία εννοία σε βάρος των αναφερόμενων στην παρούσα παράγραφο επιχειρήσεων και οι οποίες προκύπτουν από έλεγχο που έχει ήδη διαταχθεί και δεν έχει ολοκληρωθεί:
(γα) ολοκληρώνεται ο έλεγχος και συντάσσεται σχετικό πόρισμα, προκειμένου να εκδοθούν οι οικείες καταλογιστικές πράξεις, 
(γβ) βεβαιώνονται σε βάρος του οικείου ΟΤΑ μόνο τα ποσά των κύριων οφειλών σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση αβ’  με βάση χρηματικό κατάλογο που συντάσσεται σε βάρος του, για το ποσό της κύριας οφειλής, όπως αυτό προκύπτει από το πόρισμα του ελέγχου. 

δ. Για οφειλές που δεν έχουν κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης βεβαιωθεί εν ευρεία εννοία σε βάρος των αναφερόμενων στην παρούσα παράγραφο  επιχειρήσεων και για τις οποίες δεν έχει διαταχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης έλεγχος:
(δα) διενεργείται κατά προτεραιότητα τακτικός έλεγχος από το αρμόδιο κατά περίπτωση ελεγκτικό όργανο σε όλα τα φορολογικά αντικείμενα και 
(δβ) βεβαιώνονται σε βάρος του οικείου ΟΤΑ μόνο τα ποσά των κύριων οφειλών σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση αβ’ με βάση χρηματικό κατάλογο που συντάσσεται σε βάρος του, για το ποσό της κύριας οφειλής, όπως αυτό προκύπτει από το πόρισμα του ελέγχου.   

ε. Με τη δικαστική αμφισβήτηση των οφειλών των ΟΤΑ  που έχουν βεβαιωθεί κατά τα οριζόμενα στις προηγούμενες περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου,  δεν εφαρμόζονται οι απαλλαγές που ορίζονται στις περιπτώσεις α έως και δ της παρούσας παραγράφου και οι ΟΤΑ επιβαρύνονται και με τους πρόσθετους φόρους, πρόστιμα και λοιπές επιβαρύνσεις και προσαυξήσεις σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. 

στ. Η εξόφληση από τους οικείους ΟΤΑ των οφειλών, όπως αυτές θα βεβαιωθούν κατ’ εφαρμογή των περιπτώσεων α’ έως και δ’ της  παρούσας παραγράφου,   συντελείται με τους ακόλουθους τρόπους:
(i)    δια συμψηφισμού,  σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄268) που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α΄31), και τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου πρώτου της από 30.4.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν.4079/2012 (Α’ 180), κατά παρέκκλιση του χρόνου βεβαίωσης των οφειλών των ΟΤΑ που προβλέπεται σε αυτόν, 
(ii)     από ίδιους πόρους, επιτρεπόμενης και της σύναψης δανείου κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4038/2012 (Α΄14).

η. Εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, δίκες λόγω άσκησης ενδίκων βοηθημάτων από τις επιχειρήσεις της παρούσας παραγράφου κατά είτε των πράξεων καταλογισμού είτε των πράξεων ταμειακής βεβαιώσεως, καταργούνται. Εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον αρμοδίων οργάνων για τη διοικητική επίλυση των διαφορών απορρίπτονται για τυπικούς λόγους.
  
Άρθρο 78
Θέματα αρμοδιότητας Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού

1.    Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Θ.18 της  παραγράφου  Θ του  άρθρου  πρώτου  του  ν. 4093/2012 (Α’ 222), όπως αυτό τροποποιήθηκε  με  το άρθρο 30  του  ν.4111/2013 (Α’ 18) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι  εγγυητικές  επιστολές  που  κατατέθηκαν σύμφωνα  με την  περίπτωση  ζ  της παραγράφου  3  του  άρθρου  6  του  ν. 3696/2008 (Α’ 177)  από τα  Κέντρα  Μεταλυκειακής  Εκπαίδευσης (Κολλέγια, όπως μετονομάστηκαν με  το  ν. 4093/2012)  που   διαθέτουν   ισχύουσα   άδεια  ίδρυσης  και  άδεια λειτουργίας επιστρέφονται  στους  αιτούντες  μετά  την  1η  Μαΐου  2013.  Δεν επιστρέφονται οι εγγυητικές επιστολές,    που  υποβλήθηκαν  από   Κέντρα  Μεταλυκειακής  Εκπαίδευσης (Κολλέγια, όπως μετονομάστηκαν με  το  ν. 4093/2012),  η  άδεια  ίδρυσης  ή/ και    η  άδεια  λειτουργίας  των  οποίων  έχουν  ανακληθεί    με  υπουργική  απόφαση  μέχρι   τη  δημοσίευση  του  παρόντος.  Στις  περιπτώσεις  αυτές  η εφαρμογή της   παραγράφου 4  του άρθρου  7  του ν. 3696/2008  παρατείνεται   έως  την  31η Αυγούστου  2013.».

2.    Η παράγραφος 6 του άρθρου 136 του ν. 2725/1999 (Α’ 121)  αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού μπορεί με απόφασή της, κατόπιν αιτήματος και με δαπάνη της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας, να ιδρύει περιοδικές Σχολές Προπονητών. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζονται τα θέματα λειτουργίας κάθε σχολής, των προσόντων των υποψηφίων, του εκπαιδευτικού προσωπικού και κάθε άλλο συναφές θέμα. Στην απόφαση αυτή  καθορίζεται επίσης υποχρεωτικά: α) το χρηματικό ποσό για τα συνολικά δίδακτρα φοίτησης εκάστου υποψηφίου που δε μπορεί να υπερβεί κατ’ ανώτατο όριο τα 250,00 ευρώ, καταβαλλόμενα ανταποδοτικά από κάθε υποψήφιο και β) η ελάχιστη χρονική διάρκεια σπουδών καθώς και οι συνολικές ώρες υποχρεωτικής παρακολούθησης των μαθημάτων της σχολής για κάθε υποψήφιο, που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να είναι λιγότερες του 95% των συνολικών ωρών διδασκαλίας για κάθε περίοδο. Η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού ελέγχει τα διπλώματα των περιοδικών σχολών προπονητών ως προς την νομιμότητά τους, δύναται δε να ορίζει ομάδα εργασίας έργο της οποίας θα είναι  η παρακολούθηση της πιστής τήρησης των όρων λειτουργίας της σχολής, όπως αυτοί  καθορίζονται με την απόφαση λειτουργίας της. Στα μέλη των ομάδων αυτών δεν καταβάλλεται αποζημίωση.».

Άρθρο 79
Τροποποίηση των άρθρων 22 του ν. 4109/2013 και 3Β του ν. 2362/1995

1.    Η παράγραφος 2 του άρθρου 22 του ν. 4109/2013 (Α΄16), αντικαθίσταται  ως εξής:
 «2. Η Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου στο Υπουργείο Οικονομικών και η αρμόδια Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου εξυπηρετούν και τη Γενική Γραμματεία Συντονισμού.».

2.    Στο τέλος της παρ. 7 του άρθρου 3Β του ν. 2362/1995 (Α' 247), όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 19 του ν. 4151/2013 (Α' 103), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Σε περίπτωση συγχώνευσης Γενικών Διευθύνσεων Οικονομικών Υπηρεσιών λόγω της συγχώνευσης Υπουργείων, στη θέση προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών επανατοποθετείται από το αρμόδιο προς τούτο όργανο ένας από τους προϊσταμένους των συγχωνευόμενων Γενικών Διευθύνσεων Οικονομικών Υπηρεσιών, με βάση τη μοριοδότηση της τελευταίας κρίσης για τις επιλογές προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων Οικονομικών Υπηρεσιών. Οι προϊστάμενοι που δεν επανατοποθετούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, τοποθετούνται από το αρμόδιο προς τούτο όργανο σε κενή θέση προϊσταμένου Διεύθυνσης και, αν δεν υπάρχει, στην πρώτη θέση προϊσταμένου Διεύθυνσης που θα κενωθεί. Ως τότε θεωρούνται προϊστάμενοι Διεύθυνσης και τα καθήκοντα τους προσδιορίζονται με απόφαση του οικείου Υπουργού ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες.».

Άρθρο 80
Έναρξη ισχύος

Οι διατάξεις του παρόντος νόμου ισχύουν από την δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις.


 
Αθήνα,       Ιουνίου 2013


ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο