Δημοσιεύθηκε στις : [ 16-04-1998 ]

ΠΟΛ.1113/16.4.1998 Ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4, 6, 9, 10 και 11 του Ν.2579/1998 που αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος

(Ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4, 6, 9, 10 και 11 του Ν.2579/1998 που αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα 16 Απριλίου 1998
Αρ.Πρωτ.: 1048923/790/Α0012

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Δ/ΝΣΗ ΦΟΡ/ΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ-ΤΜΗΜΑΤΑ: Α' και Β'

ΠΟΛ 1113

ΘΕΜΑ: Ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4, 6, 9, 10 και 11 του ν.2579/1998 που αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος.

Σε συνέχεια της υπ' αριθ. 1025535/374/Α0012/διαταγής μας, με την οποία κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του Ν.2579/1998 (ΦΕΚ 31/Α') που αναφέρονται στην φορολογία εισοδήματος και παρασχέθηκαν διευκρινίσεις για τις διατάξεις άμεσης εφαρμογής, με την παρούσα σας παρέχουμε τις ακόλουθες ερμηνευτικές οδηγίες για τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 6, 9, 10 και 11 του νόμου αυτού, με σκοπό την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

Αρθρο 1
Απαλλαγές, έκπτωση δαπανών από το εισόδημα και προθεσμία υποβολής της δήλωσης

1. Με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.2579/1998 αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της περ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν.2238/1994 (ΦΕΚ 151/Α'). Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι στους φορείς του πρώτου εδαφίου της περ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν.2238/1994 (δηλαδή το Δημόσιο, τους Δήμους και Κοινότητες του Κράτους, Ιερούς Ναούς κ.λπ.) συμπεριλαμβάνονται το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων και η Ιερά Μονή Σινά. Επομένως η αξία των ακινήτων που μεταβιβάζονται από 1.1.1997, καθώς και τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από το φορολογούμενο λόγω δωρεάς προς τους φορείς αυτούς από 1.1.1997 και μετά, αφαιρούνται από το συνολικό εισόδημά τους, εφόσον πληρούνται και οι άλλες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος.

2. Με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν.2579/1998 αντικαταστάθηκε το έκτο εδάφιο της υποπερ. γγ' της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν.2238/1994. Με τις νέες διατάξεις στους φορείς του έκτου εδαφίου της υποπερ. γγ' της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν.2238/1994 (δηλαδή κοινωφελή ιδρύματα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα Σωματεία που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες κ.λπ.), συμπεριλαμβάνονται το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων και η Ιερά Μονή Σινά. Επομένως, τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται λόγω δωρεάς προς τους φορείς αυτούς από 1.1.1997 και μετά, εμπίπτουν στα γενικά έξοδα διαχείρισης, τα οποία εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, προκειμένου να βρεθεί το καθαρό εισόδημά τους.

3. Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν.2579/1998, σύμφωνα με την περ. α' του άρθρου 32 του ίδιου νόμου, ισχύουν για τις δωρεές που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

4. Με την παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν.2579/1998 προστέθηκε στην παρ. 6 του άρθρου 6 του Ν.2238/1994, νέα περ. α'. Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος οι αμοιβές που καταβάλλονται από 1.1.1997 από την Παγκόσμια Ενωση Ανάπηρων Καλλιτεχνών με το πόδι και το στόμα (V.D.M.F.K.), που εδρεύει στο Λιχτενστάϊν στο VADUZ, πλησίον της Ελβετίας, στους ζωγράφους μέλη της, οι οποίοι ζωγραφίζουν με το πόδι ή το στόμα, οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας και οι οποίοι αμείβονται αποκλειστικά από την Ενωση αυτή σε συνάλλαγμα, για την εργασία της ζωγραφικής που κάνουν.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. α' του άρθρου 32 του Ν.2579/1998, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

5. Με την παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν.2579/1998 αντικαταστάθηκε η περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 62 του Ν.2238/1994.
Με τις νέες διατάξεις συμπληρώθηκαν οι προϊσχύουσες διατάξεις με τα εισοδήματα από υπηρεσίες ελευθέριου επαγγέλματος που αντιπροσωπεύουν εργασίες δύο ή περισσότερων ετών και καταβάλλονται μεταγενέστερα. Τα εισοδήματα αυτά έχουν υποχρέωση να τα δηλώνουν οι υπόχρεοι με συμπληρωματικές δηλώσεις των ετών στα οποία ανάγονται μέχρι την ημερομηνία που υποχρεούνται να δηλώσουν τα εισοδήματά τους από κάθε πηγή του έτους είσπραξης ή απόκτησης.

Παράδειγμα

Ο φορολογούμενος Α' αποκτά μέσα στο ημερολογιακό έτος 1997 εισοδήματα από οικοδομές (ενοίκια), από ελευθέριο επάγγελμα και από γεωργική επιχείρηση. Επιπλέον εισπράττει ένα εισόδημα ποσού 5.000.000 δρχ. από ελευθέριο επάγγελμα για εργασίες που παρείχε τα έτη 1995 και 1996.

Ο φορολογούμενος αυτός έχει υποχρέωση να υποβάλει τη δήλωση του οικονομικού έτους 1998, στην οποία περιλαμβάνεται και το 1/2 του ποσού των αναδρομικών που εισέπραξε από ελευθέριο επάγγελμα, δηλαδή το ποσό των 2.500.000 δρχ., μέχρι 15 Απριλίου 1998.

Το άλλο 1/2 του ποσού των αναδρομικών (2.500.000 δρχ.) το δηλώνει με συμπληρωματική δήλωση οικονομικού έτους 1997, την οποία υποβάλλει επίσης μέχρι 15 Απριλίου 1998.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. α' του άρθρου 32 του Ν.2579/1998, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

6. Με την παρ. 5 του άρθρου αυτού στην παρ. 6 του άρθρου 62 του Ν.2238/1994 προστέθηκαν δύο εδάφια.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι στην ετήσια δήλωση εισοδήματος αναγράφονται όλα τα εισοδήματα του φορολογούμενου, είτε αυτά φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις, είτε αυτοτελώς, είτε με ειδικό τρόπο, είτε απαλλάσσονται από τη φορολογία εισοδήματος. Τα εισοδήματα που φορολογούνται αυτοτελώς ή με ειδικό τρόπο αναγράφονται μετά την αφαίρεση του οικείου φόρου, εφόσον ο φόρος αυτός δεν συμψηφίζεται με το φόρο που προκύπτει κατά την εκκαθάριση της δήλωσης. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 32 του Ν.2579/1998, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

7. Με τις παρ. 6 και 7 του άρθρου αυτού επαναδιατυπώθηκαν ουσιαστικά οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 105 του Ν.2238/1994 ως προς τις θεωρούμενες από το νόμο χορηγήσεις των τραπεζών επί των οποίων αυτές δικαιούνται να προβαίνουν σε απόσβεση, με ποσοστό ανάλογα με το είδος της τράπεζας (2% οι κτηματικές, 2% οι τράπεζες επενδύσεων, 1% οι λοιπές τράπεζες).

8. Με την παρ. 8 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 105 του Ν.2238/1994.

Με βάση τις νέες διατάξεις, οι τράπεζες δικαιούνται, πέραν από τις αποσβέσεις που ενεργούν σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 105 του Ν.2238/1994, να εκπίπτουν, από τα ακαθάριστα έσοδά τους, πρόσθετες ειδικές, κατά περίπτωση, προβλέψεις για την απόσβεση απαιτήσεων κατά πελατών τους, για τις οποίες έχει διακοπεί ο λογαριασμός τόκων με βάση τα οριζόμενα από το άρθρο 27 του Ν.2076/1992.

Περαιτέρω προβλέπεται ότι σε περίπτωση που κατά το μέρος που οι προβλέψεις αυτές δεν επαληθευθούν και δεν ενεργηθούν οριστικές εγγραφές διαγραφής των απαιτήσεων μέσα στις επόμενες 8 χρήσεις από τη χρήση σχηματισμού τους, η τράπεζα υποχρεούται μέσα σε 3 μήνες από τη λήξη της όγδοης χρήσης, να υποβάλει συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικονομικού έτους, στο οποίο σχηματίστηκε η πρόβλεψη, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 84 περί παραγραφής. Η δήλωση αυτή του μη επαληθευθέντος υπολοίπου είναι εκπρόθεσμη και επιβάλλονται επί του φόρου που προκύπτει οι προσαυξήσεις που προβλέπονται για την εκπρόθεσμη υποβολή. Σε περίπτωση μη υποβολής της δήλωσης αυτής, εκδίδεται φύλλο ελέγχου καταλογισμού του οφειλόμενου φόρου, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων.

Τα ανωτέρω ισχύουν, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου αυτού για ισολογισμούς που κλείνουν μετά την 30 Δεκεμβρίου 1990.

Αρθρο 2
Προσδιορισμός ακαθάριστου εισοδήματος από ακίνητα

1. Για την παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.2579/1998, με τις διατάξεις της οποίας αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση κύριας ή δευτερεύουσας κατοικίας που ίσχυε μέχρι τώρα, έχουν δοθεί ερμηνευτικές οδηγίες με την υπ' αριθ. 1023038/332/διαταγή μας.

2. Με την παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν.2579/1998, αντικαταστάθηκε για λόγους νομοθετικής τακτοποίησης η παρ. 3 του άρθρου 22 του Ν.2238/1994, όπως αναριθμήθηκε με την παρ. 1 αυτού του άρθρου.

Συγκεκριμένα, διευκρινίζεται ότι, ο νέος τρόπος προσδιορισμού του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση, δεν εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοχρησιμοποίηση ή δωρεάν παραχώρηση κ.λπ. οικοδομής.
Στις περιπτώσεις αυτές ο προσδιορισμός του τεκμαρτού εισοδήματος παραμένει ο ίδιος, όπως ίσχυε μέχρι τώρα.

Αρθρο 4
Τεκμήρια δαπανών διαβίωσης

Με τις διατάξεις αυτού του άρθρου τροποποιούνται ορισμένες διατάξεις των άρθρων 16, 17 και 18 του Ν.2238/1994 και προσθέτονται νέες, που αναφέρονται στον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης βάσει δαπανών.

Ειδικότερα:

1. Με την παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998 αντικαταστάθηκε ο πίνακας του πρώτου εδαφίου της περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόσθηκε ο πίνακας υπολογισμού της τεκμαρτής δαπάνης με βάση τους φορολογήσιμους ίππους των επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. α' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

2. Με την παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998 αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της υποπερ. γγ' της περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994. Με τις νέες διατάξεις δεν μεταβλήθηκε το ποσοστό μείωσης που ίσχυε (40%), ούτε για τη δαπάνη που προκύπτει με βάση το αυτοκίνητο που έχει αγοραστεί από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού (ΟΔΔΥ), ούτε και όταν πρόκειται για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης τα οποία είναι ειδικά διασκευασμένα για αναπήρους, με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%.

Οπως όμως προκύπτει από το συνδυασμό αυτής της παραγράφου με την επόμενη από 1.1.1998 (οικονομικού έτους 1999), αυξήθηκε το ποσοστό μείωσης της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης με βάση τους φορολογήσιμους ίππους επιβατικού αυτοκινήτου, που ανήκει για χρονικό διάστημα πάνω από 10 έτη στην κυριότητα συνταξιούχου, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται από το νόμο (δηλαδή εφόσον αυτός έχει ηλικία πάνω από 60 έτη και αποκτά αποκλειστικώς εισοδήματα από συντάξεις ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας), σε ποσοστό 50% αντί 40% που ίσχυε προηγούμενα.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

3. Με την παρ. 3 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998 προστέθηκε υποπερ. δδ' στην περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994.
Με τις νέες διατάξεις από 1.1.1998 (οικονομικό έτος 1999) ορίζεται μείωση 50% της τεκμαρτής διαβίωσης που προκύπτει με βάση τους φορολογήσιμους ίππους επιβατικού αυτοκινήτου κυριότητας συνταξιούχου, εφόσον βέβαια, όπως αναφέρθηκε και στην προηγούμενη παράγραφο, συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονταν και με τις προϊσχύουσες διατάξεις, αντί της μείωσης 40%, που ισχύει σήμερα.

Από το συνδυασμό της νέας υποπερ. δδ' της περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994 και της νέας περ. ε' του άρθρου 18 του Ν.2238/1994, που προστέθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998, προκύπτει ότι από 1.1.1998 (οικονομικό έτος 1999) ο φορολογούμενος, προκειμένου για την τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης που προκύπτει με βάση τους φορολογήσιμους ίππους του επιβατικού αυτοκινήτου του, ιδιωτικής χρήσης, το οποίο εισήγαγε με μειωμένους δασμούς, φόρους ή τέλη λόγω μετοικεσίας του από την αλλοδαπή, για το μεν έτος του εκτελωνισμού του αυτοκινήτου αυτού και για τα δύο αμέσως επόμενα έτη, εξαιρείται από αυτή τη δαπάνη (περ. ε', άρθρου 18, Ν.2238/1994), ενώ κατά τα δύο μετέπειτα έτη (4ο και 5ο έτος) βαρύνεται μόνο με το 50% αυτής της δαπάνης, εφόσον και κατά τα έτη αυτά ο φορολογούμενος εξακολουθεί να κατοικεί στην Ελλάδα.

Ετσι για παράδειγμα, προκειμένου για πρόσωπο που εισήγαγε το έτος (χρήση) 1996 από την αλλοδαπή με μειωμένους δασμούς λόγω μετοικεσίας του (και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο) επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης.

α) Για τα οικονομικά έτη 1997 και 1998 (χρήσεις 1996 - 1997) μπορεί να αμφισβητεί το ποσό της οικείας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης (μαχητό του τεκμηρίου).
β) Για το οικονομικό έτος 1999 (χρήση 1998) εξαιρείται από το τεκμήριο διαβίωσης με βάση τους φορολογήσιμους ίππους αυτού του αυτοκινήτου.
γ) Για τα οικονομικά έτη 2000 και 2001 (χρήσεις 1999 και 2000) βαρύνεται μόνο με το 50% της οικείας δαπάνης.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

4. Με την παρ. 4 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998 αντικαταστάθηκε η υποπερ. ββ' του τελευταίου εδαφίου της περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994. Με τις νέες διατάξεις από το οικονομικό έτος 1999 επαναπροσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης του φορολογουμένου με βάση την κυριότητα ή κατοχή αυτοκινήτου Jeep ή τύπου Jeep, στην περίπτωση που ο φορολογούμενος επιλέγει τον προσδιορισμό αυτής της τεκμαρτής δαπάνης με βάση την εργοστασιακή τιμολογιακή αξία τους. Ετσι για τα οχήματα:

α) Που θα ταξινομηθούν από 1.1.1998 και μετά, ως τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης θα λαμβάνεται η εργοστασιακή τιμολογιακή αξία τους κατά το κρινόμενο έτος (δηλαδή όχι η εργοστασιακή τιμολογιακή αξία τους κατά το έτος που αγοράστηκαν ή το έτος που ταξινομήθηκαν αλλά για κάθε έτος, από το οικονομικό έτος 1999 και επόμενα), προσαυξημένη κατά ποσοστό 80%.

β) Που έχουν ήδη ταξινομηθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1991, ως εργοστασιακή τιμολογιακή αξία θεωρείται εκείνη της 31ης Δεκεμβρίου 1991, προσαυξημένη κατά ποσοστό 20%, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί την εργοστασιακή τιμολογιακή αξία ίδιου ή όμοιου με αυτά τύπου οχήματος κατά το κρινόμενο έτος. Προκειμένου να προσδιοριστεί η τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης, η προσαυξημένη κατά 20% εργοστασιακή τιμολογιακή αξία της 31.12.1991, θα προσαυξηθεί περαιτέρω και κατά ποσοστό 80%.

γ) Που έχουν ταξινομηθεί από την 1η Ιανουαρίου 1992 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1997, ως εργοστασιακή τιμολογιακή αξία θεωρείται εκείνη του χρόνου της αγοράς τους από το φορολογούμενο, προσαυξημένη κατά ποσοστό 20%, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί την εργοστασιακή τιμολογιακή αξία ίδιου ή όμοιου με αυτά τύπου οχήματος κατά το κρινόμενο έτος. Προκειμένου να προσδιορισθεί η τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης, η προσαυξημένη κατά 20% εργοστασιακή τιμολογιακή αξία του χρόνου αγοράς, θα προσαυξηθεί περαιτέρω κατά ποσοστό 80%.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

5. Με την παρ. 5 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998 αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζονται τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης με βάση το κυβισμό του δίτροχου ή τρίτροχου ιδιωτικής χρήσης αυτοκινούμενου οχήματος και καθορίζεται στο ποσό του 1.000.000 δρχ. (αντί των 800.000 δρχ. που ίσχυε προηγούμενα) για μοτοσικλέτα 500 κ.ε., προσαυξανόμενη με το ποσό των 200.000 δρχ. (αντί των 150.000 δρχ. που ίσχυε προηγούμενα) ανά 100 κ.ε., προκειμένου για μοτοσικλέτες με κυβισμό πάνω από 500 κ.ε. Ετσι για παράδειγμα, για μία μοτοσικλέτα 740 κ.ε., η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης θα είναι 1.600.000 δρχ. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. α' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

6. Με την παρ. 6 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998, αντικαταστάθηκε η υποπερ. αα' της περ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζεται το ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης με βάση το ολικό μήκος των μηχανοκίνητων σκαφών αναψυχής ανοικτού τύπου, ταχύπλοα και μη και καθορίζεται στο ποσό των 440.000 δρχ. (αντί των 400.000 δρχ. που ίσχυε προηγούμενα) για σκάφη ολικού μήκους 3 μέτρα, που προσαυξάνεται με το ποσό των 220.000 δρχ. (αντί των 200.000 δρχ. που ίσχυε προηγούμενα) για κάθε μέτρο μήκους πάνω από τα 3 μέτρα.

Ετσι για παράδειγμα, για ένα τέτοιο σκάφος με ολικό μήκος 3,40 μέτρα, η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη θα είναι 660.000 δρχ.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. α' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

7. Με την παρ. 7 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998 αναπροσαρμόζονται από το οικονομικό έτος 1998 (χρήση 1.1.1997 - 31.12.1997) τα ποσά της τεκμαρτής δαπάνης που προσδιορίζονται με βάση την κυριότητα ή την κατοχή σε ιστιοφόρα ή μηχανοκίνητα ή μικτά σκάφη, με χώρο ενδιαίτησης, σε σχέση με το μήκος των σκαφών αυτών.

Με βάση τα νέα ποσά της τεκμαρτής αυτής δαπάνης, σε συνδυασμό με τη μείωση των ποσών αυτών που προβλέπεται από το δεύτερο εδάφιο της υποπερ. ββ' της περ. ε' της παρ.1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994, όπως ισχύουν σήμερα, η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη με βάση την κυριότητα ή κατοχή αυτών των σκαφών καθορίζεται ως εξής:

Ετήσια τεκμαρτή δαπάνη με βάση το μήκος και τα έτη νηολόγησης ιστιοφόρου ή μηχανοκίνητου ή μικτού σκάφους με χώρο ενδιαίτησης

Πάνω από 5 έτη Πάνω από 10 έτη
Μήκος σκάφους Μέχρι & 5 έτη μέχρι & 10 έτη
Μείωση 10% Μείωση 20%


Μέχρι 8 μέτρα 3.600.000 3.240.000 2.880.000
Πάνω από 8 & μέχρι 10 μέτρα 6.500.000 5.850.000 5.200.000
Πάνω από 10 & μέχρι 12 μέτρα 9.500.000 8.550.000 7.600.000
Πάνω από 12 & μέχρι 14 μέτρα 12.700.000 11.430.000 10.160.000
Πάνω από 14 & μέχρι 16 μέτρα 16.200.000 14.580.000 12.960.000
Πάνω από 16 & μέχρι 18 μέτρα 20.100.000 18.090.000 16.080.000
Πάνω από 18 & μέχρι 20 μέτρα 24.600.000 22.140.000 19.680.000
Πάνω από 20 & μέχρι 22 μέτρα 29.800.000 26.820.000 23.840.000
Πάνω από 22 & μέχρι 24 μέτρα 35.800.000 32.220.000 28.640.000
Πάνω από 24 & μέχρι 26 μέτρα 42.600.000 38.340.000 34.080.000
Πάνω από 26 & μέχρι 28 μέτρα 50.400.000 45.360.000 40.320.000
Πάνω από 28 & μέχρι 30 μέτρα 59.300.000 53.370.000 47.440.000
Πάνω από 30 & μέχρι 32 μέτρα 69.400.000 62.460.000 55.520.000
Πάνω από 32 μέτρα 77.600.000 69.840.000 62.080.000

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. α' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

8. Με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998 αντικαταστάθηκαν οι υποπερ. αα', ββ' και γγ' της περ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζονται τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης που ορίζονται για αεροσκάφη, ελικόπτερα ή ανεμόπτερα, ως εξής:

α) Για αεροσκάφη με κινητήρα κοινό, εσωτερικής καύσης και στροβιλοελικοφόρα, καθώς και ελικόπτερα στο ποσό των 11.000.000 δρχ. (αντί των 9.000.000 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις) για τους 150 πρώτους ίππους, που προσαυξάνεται με το ποσό των 90.000 δρχ. (αντί των 75.000 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις) για κάθε ίππο πάνω από τους 150 ίππους του κινητήρα τους.

β) Για αεροσκάφη αεριοπροωθούμενα (JET) στο ποσό των 32.000 δρχ. (αντί των 27.000 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις) για κάθε λίμπρα ώθησης.

γ) Για ανεμόπτερα στο ποσό των 2.200.000 δρχ. (αντί του 1.800.000 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις).

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. α' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

9. Με την παρ. 9 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998 προστέθηκε περ. ζ' στην παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της συνολικής τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης περιλαμβάνεται και η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη που υπολογίζεται με βάση το ύψος των ετήσιων εξόδων συντήρησης και χρήσης δεξαμενής κολύμβησης (πισίνας) που χρησιμοποιείται για τις οικογενειακές ανάγκες ή του κυρίου της ή του κατόχου της και της συμμετοχής των εξόδων αυτών στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη, προκειμένου για εξωτερική δεξαμενή, υπολογίζεται με βάση την επιφάνεια (τ.μ.) της δεξαμενής (πισίνας) και ορίζεται ως εξής:

Επιφάνεια Ετήσια τεκμαρτή δαπάνη της δεξαμενής κολύμβησης διαβίωσης εξωτερικής δεξαμενής
(σε τετραγωνικά μέτρα) (σε δραχμές)


Από 25 μέχρι και 60 2.500.000
Πάνω από 60 μέχρι και 120 5.000.000
Πάνω από 120 8.000.000

Προκειμένου για εσωτερική δεξαμενή κολύμβησης, τα ποσά της τεκμαρτής δαπάνης αυτής της περίπτωσης προσαυξάνονται κατά ποσοστό 50%. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

10. Με την παρ. 10 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998, αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της περ. α' του άρθρου 17 του Ν.2238/1994.

Η μόνη μεταβολή που έγινε με τη διάταξη αυτή σε σχέση με αυτά που προϊσχυαν, είναι ότι από 1.1.1997 (οικονομικό έτος 1998) προστέθηκαν στα τεκμήρια αγοράς αυτοκινήτων, δίτροχων ή τρίτροχων αυτοκινούμενων οχημάτων, σκαφών αναψυχής, αεροσκαφών, κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας κ.λπ. και τα ποσά που καταβάλλονται για χρηματοδοτική μίσθωση των υπόψη περιουσιακών στοιχείων. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. α' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

11. Με την παρ. 11 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998 αντικαταστάθηκαν οι περ. γ', δ' και ε' του άρθρου 17 του Ν.2238/1994.
Ειδικότερα με τις νέες διατάξεις έγιναν οι εξής αλλαγές σε σχέση με τις ισχύουσες διατάξεις.

α) Με την νέα περ. γ' του άρθρου 17 του Ν.2238/1994:

αα) Προστίθεται στα τεκμήρια δαπανών που ισχύουν (για την αγορά ή χρονομεριστική ή χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτων ή για την ανέγερση οικοδομών) και το τεκμήριο με βάση τη δαπάνη που καταβάλλεται για κατασκευή δεξαμενής κολύμβησης.

ββ) Ορίζεται ρητά πλέον στο νόμο ότι στην περίπτωση αγοράς ακινήτου, προκειμένου για τα ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχές που:

i) Εχουν ενταχθεί στις περιοχές του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της αξίας ακινήτου, ως τίμημα λαμβάνεται το μεγαλύτερο ποσό μεταξύ του ποσού που αναγράφεται ως τίμημα στο οικείο πωλητήριο συμβόλαιο και της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

ii) Δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ως καταβαλλόμενη δαπάνη λαμβάνεται το άθροισμα του τιμήματος που καθορίζεται στο οικείο πωλητήριο συμβόλαιο και της διαφοράς μεταξύ του τιμήματος ή της αξίας κατά περίπτωση, που φορολογήθηκε και της πραγματικής αξίας του ακινήτου, η οποία εξευρίσκεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων.

γγ) Με τις νέες διατάξεις δεν θεωρείται ότι αποκτιέται πρώτη κατοικία αν ο υπόχρεος, ο άλλος σύζυγος και τα τέκνα που τους βαρύνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, έχουν δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή ισόβιας επικαρπίας ή οίκησης, εξ ολοκλήρου ή επί ιδανικού μεριδίου, σε άλλη οικία ή οικίες, εφόσον το άθροισμα της συνολικής επιφάνειας που τους αντιστοιχεί υπερβαίνει τα 35 τ.μ. προκειμένου για άγαμο, διαζευγμένο ή χήρο και τα 70 τ.μ. προκειμένου για έγγαμο. Η επιφάνεια αυτή προσαυξάνεται κατά 15 τ.μ. για καθένα τέκνο που βαρύνει τον υπόχρεο ή τον άλλο σύζυγο. Δηλαδή, με τις νέες διατάξεις καθορίζεται η έννοια της "πρώτης κατοικίας" για την εξαίρεση από το τεκμήριο απόκτησης πρώτης κατοικίας, ώστε να μην αδικούνται όσοι φορολογούμενοι έχουν
κατοικία που δεν πληροί τις στεγαστικές ανάγκες τους. Ετσι, εφόσον ο φορολογούμενος αγοράζει ή ανεγείρει κ.λπ. κατοικία, αυτή θεωρείται ως πρώτη, έστω και αν ο φορολογούμενος ή ο άλλος σύζυγος ή τα τέκνα που τους βαρύνουν έχει κάποιο από τα δικαιώματα που προαναφέρθηκαν σε άλλη οικία ή οικίες συνολικής επιφάνειας μέχρι 35 τ.μ. εάν είναι άγαμος ή διαζευγμένος ή χήρος, μέχρι 70 τ.μ. μέτρα αν είναι έγγαμος, προσαυξανόμενη η επιφάνεια αυτή κατά 15 τ.μ. για κάθε τέκνο και συνεπώς εξαιρείται από το τεκμήριο για τη δαπάνη αγοράς ή ανέγερσης που αντιστοιχεί στη μέχρι τα 120 τ.μ. επιφάνεια της πρώτης κατοικίας.

Οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης, σύμφωνα με την περ. α' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

β) Με την νέα περ. δ' του άρθρου 17 του Ν.2238/1994 ως τεκμήριο δαπάνης αυτής της περίπτωσης θεωρείται τόσο η χορήγηση δανείου προς οποιοδήποτε (κατά συνέπεια τόσο προς φυσικό, όσο και προς νομικό πρόσωπο, μεταξύ των οποίων και σε ΑΕ) ανεξάρτητα με την τυχόν σχέση δανειστή και δανειζόμενου, όσο και οι προσωρινές διευκολύνσεις ή προσωρινές καταθέσεις στις ατομικές επιχειρήσεις τους ή στις εταιρίες ή στις κοινοπραξίες ή κοινωνίες στις οποίες είναι μέλη ή μέτοχοι.

γ) Με τη νέα περ. ε' του άρθρου 17 του Ν.2238/1994 η μόνη μεταβολή που έγινε σε σχέση με αυτά που προϊσχυαν είναι ότι, προστέθηκε στο τεκμήριο δαπάνης για δωρεές ή χορηγίες και το τεκμήριο δαπάνης για γονικές παροχές, εφόσον βέβαια το άθροισμα των χρηματικών ποσών που καταβάλλεται ετησίως για όλες τις παραπάνω αιτίες (δωρεές, γονικές παροχές ή χορηγίες) υπερβαίνει το ποσό των 100.000 δρχ. Βέβαια όλες οι εξαιρέσεις από αυτό το τεκμήριο που υπήρχαν με τις προηγούμενες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν.

Τονίζεται ότι αν το εισόδημα του συζύγου που έκανε τη δωρεά ή γονική παροχή χρηματικού ποσού, δεν αρκεί για να καλύψει τη συνολική δαπάνη τεκμηρίων, αυτή καλύπτεται από το οικογενειακό εισόδημα. Στην περίπτωση αυτή η κάλυψη της τεκμαρτής δαπάνης είναι ανεξάρτητη από την τυχόν αναζήτηση της προέλευσης των χρημάτων από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί φορολογίας κεφαλαίου.

Οι διατάξεις των νέων περ. δ' και ε' του άρθρου 17 του Ν.2238/1994, σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 32 του Ν.2579/1998, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

12. Με την παρ. 12 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998, προστέθηκε νέα περ. ε' στο άρθρο 18 του Ν.2238/1994.

Με τη νέα διάταξη εξαιρείται από το τεκμήριο διαβίωσης που προκύπτει με βάση τους φορολογήσιμους ίππους ενός επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης ιδιοκτησίας του, το πρόσωπο που το εισήγαγε με μειωμένους δασμούς, φόρους ή τέλη λόγω μετοικεσίας του από την αλλοδαπή, για το έτος εκτελωνισμού του αυτοκινήτου και τα 2 επόμενα έτη, εφόσον ο δικαιούχος της απαλλαγής εξακολουθεί και κατά τα έτη αυτά να κατοικεί στην Ελλάδα.

Για το θέμα αυτό έχουμε προαναφερθεί και κατά την ερμηνεία της παρ. 3 αυτού του άρθρου.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

13. Με την παρ. 13 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998 από 1.1.1998 (οικονομικό έτος 1999) καταργείται η περ. δ' της παρ. 3 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994, γιατί το θέμα αυτό (μαχητό του τεκμηρίου αυτοκινήτου για τα 5 πρώτα έτη από το έτος του εκτελωνισμού εφόσον το αυτοκίνητο εισήχθηκε με μειωμένους δασμούς, φόρους ή τέλη) ρυθμίστηκε από 1.1.1998, οικονομικό έτος 1999, διαφορετικά (με εξαίρεση από το τεκμήριο αυτό για τα 3 πρώτα έτη και στη συνέχεια μείωση της τεκμαρτής δαπάνης κατά 50% για τα επόμενα δύο από αυτά έτη) με τις παρ. 12 και 3 αυτού του άρθρου.

14. Με την παρ. 14 του άρθρου 4 του Ν.2579/1998, στο άρθρο 18 του Ν.2238/1994 η περ. ζ' γίνεται η' και προστίθεται νέα περ. ζ'.

Με τις νέες διατάξεις εξαιρούνται οι επιχειρήσεις μεταπώλησης αυτοκινήτων από την τεκμαρτή δαπάνη που προκύπτει με βάση τα επιβατικά αυτοκίνητα που έχουν αγορασθεί για μεταπώληση με τις διατάξεις του άρθρου 36α' του Ν.1642/1986, με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από αυτές, εφόσον δηλαδή η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας του μεταβιβαζόμενου αυτοκινήτου οχήματος έχουν παραμείνει στη ΔΟΥ στην οποία έγινε η μεταβίβαση του αυτοκινήτου προς την επιχείρηση μεταπώλησης μέχρι και την ημερομηνία μεταπώλησης από αυτή σε τρίτο και εφόσον βέβαια το αυτοκίνητο κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν κυκλοφόρησε παράνομα. Κατά τις μεταπωλήσεις αυτής της περίπτωσης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 10 μέχρι και 14 του άρθρου 81 του Ν.2238/1994, δηλαδή δεν απαιτείται πιστοποιητικό ότι έχει δηλωθεί το σχετικό τεκμήριο δαπάνης για τα αυτοκίνητα αυτά προκειμένου να πωληθούν από τις υπόψη επιχειρήσεις.

Οι μεταπωλήτριες επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση μαζί με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος να συνυποβάλουν υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/1986, στην οποία να αναγράφουν τα πιο πάνω αυτοκίνητα που αγόρασαν ή πούλησαν στο οικείο έτος.

Οι εξαιρέσεις αυτής της παραγράφου δεν ισχύουν στην περίπτωση μεταβίβασης αυτοκινήτων που δεν υπάγονται σε αυτό το καθεστώς, έστω και αν μεταβιβάζονται από αυτές τις επιχειρήσεις που μεταπωλούν και άλλα αυτοκίνητα που υπάγονται σε αυτό το καθεστώς.

Με τις ίδιες διατάξεις παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών, όπως με αποφάσεις του ορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής αυτής της περίπτωσης. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 32 του νόμου αυτού, ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1998 και μετά.

Αρθρο 6
Αυτοτελής φορολόγηση εισοδημάτων

1. Με την παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν.2579/1998 προστέθηκε νέα περ. θ' στην παρ. 7 του άρθρου 12 του Ν.2238/1994.
Με τις νέες διατάξεις εξακολουθούν να απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος οι τόκοι που προκύπτουν από προθεσμιακές καταθέσεις σε δραχμές, οι οποίες έχουν συναφθεί από μη κατοίκους Ελλάδος μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1997 και για το χρονικό διάστημα μέχρι την πρώτη ανανέωσή τους μετά από αυτή την ημερομηνία, με την προϋπόθεση ότι, το κεφάλαιο αυτών των καταθέσεων προέρχεται από εισαγωγή συναλλάγματος.

Οπως ρητά προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, απαραίτητες προϋποθέσεις, για την ως άνω εξαίρεση, οι οποίες κατά περίπτωση πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά, είναι οι ακόλουθες.

α) Οι τόκοι να προκύπτουν από προθεσμιακή κατάθεση.
β) Η κατάθεση να έχει συναφθεί μέχρι και την 31.12.1997.
γ) Ο καταθέτης να είναι μη κάτοικος Ελλάδας.
δ) Το κεφάλαιο των καταθέσεων να είναι σε δραχμές οι οποίες αποδεδειγμένα να έχουν προέλθει από την εισαγωγή συναλλάγματος.

Για την απόδειξη αυτή ο καταθέτης πρέπει να έχει εφοδιασθεί με τη σχετική Βεβαίωση Αγοράς Συναλλάγματος (ΒΑΣ), αντίγραφο της οποίας φυλάσσεται στο φάκελο του πελάτη στην Τράπεζα όπου έχει τον καταθετικό του λογαριασμό. Σημειώνεται ότι, όσον αφορά τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την απόδειξη ότι ο καταθέτης είναι μη μόνιμος κάτοικος Ελλάδας, ισχύουν αυτά που διατυπώθηκαν με τις σχετικές διαταγές μας υπ' αριθ. 1071124/1267/Α0012/και 1111582/1932/Α0012/ΠΟΛ.1289/3.11.1997.

2. Με την παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν.2579/1998 καταργούνται οι περ. δ' και ζ' της παρ. 7 του άρθρου 12 του Ν.2238/1994.
Περαιτέρω, με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο χρόνος έναρξης αυτής της κατάργησης είναι η 1.1.1998.

Επομένως, από το συνδυασμό των παρ. 2 και 3 του άρθρου αυτού, προκύπτει ότι, από 1.1.1998 καταργείται η απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των τόκων καταθέσεων σε δραχμές μετατρέψιμες σε συνάλλαγμα μη κατοίκων Ελλάδας, καθώς και των τόκων καταθέσεων σε δραχμές που προέρχονται από εισαγωγή συναλλάγματος μη κατοίκων Ελλάδας.

Συνεπώς, οι τόκοι που προκύπτουν από 1.1.1998 από καταθέσεις σε δραχμές μη κατοίκων Ελλάδας υπόκεινται στον ειδικό τρόπο φορολόγησης κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν.2238/1994, με εξαίρεση τους τόκους προθεσμιακών καταθέσεων της περ. θ' της παρ. 7 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου.

3. Με την παρ. 4 του άρθρου 6 του Ν.2579/1998 προστίθεται παρ. 12 στο άρθρο 13 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις επιβάλλεται αυτοτελής φορολόγηση με συντελεστή 20% στα χρηματικά ποσά που παρέχονται σε όσους συμμετέχουν σε ραδιοφωνικούς, τηλεοπτικούς και λοιπούς παρεμφερείς διαγωνισμούς που διενεργούνται με οποιαδήποτε μορφή, εφόσον το καταβαλλόμενο ποσό υπερβαίνει τις 500.000 δρχ. Το ποσό του φόρου που αναλογεί παρακρατείται από αυτόν που καταβάλλει τα ως άνω χρηματικά ποσά κατά το χρόνο καταβολής τους στους δικαιούχους. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων. Ετσι, αν κάποιος κερδίσει σε τηλεοπτικό διαγωνισμό ποσό πάνω από 500.000 δρχ. π.χ. 700.000 δρχ., θα φορολογηθεί αυτοτελώς στο συνολικό ποσό των 700.000 δρχ. με συντελεστή 20% (700.000 Χ 20% = 140.000 δρχ. φόρος).

Για την απόδοση του κατά τα ανωτέρω παρακρατούμενου φόρου, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 60 του Ν.2238/1994.

Επομένως, όσοι παρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου 13 του Ν.2238/1994, έχουν υποχρέωση να αποδίδουν αυτόν με σχετική δήλωση που πρέπει να υποβάλλουν μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα στη ΔΟΥ στην περιφέρεια της οποίας έγινε η καταβολή των ποσών επί των οποίων παρακρατήθηκε ο φόρος, ο οποίος αποδίδεται εφάπαξ με την υποβολή της οικείας δήλωσης.

Τέλος, σημειώνεται ότι η υπ' αριθ. 1097882/2267/Α0012/ΠΟΛ.1234/25.10.1991 διαταγή μας εξακολουθεί να ισχύει ως προς τα υπόλοιπα θέματα και επομένως χρηματικά έπαθλα μέχρι 500.000 δρχ., καθώς και αξία επάθλων σε είδος που κερδίζουν αυτοί που συμμετέχουν σε ραδιοφωνικούς, τηλεοπτικούς κ.λπ. διαγωνισμούς δεν αποτελούν εισόδημα γι' αυτούς που τα λαμβάνουν και δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περ. στ' του άρθρου 32 του Ν.2579/1998, ισχύουν για ποσά που καταβάλλονται από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 17.2.1998 και μετά. 4. Με την παρ. 5 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 16 του Ν.1961/1991.

Με την τροποποίηση αυξήθηκε από δύο τοις χιλίοις (2ο/οο) σε τρία τοις χιλίοις (3ο/οο) ο φόρος που πρέπει να καταβάλλουν οι Εταιρίες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου και ο οποίος υπολογίζεται επί του μέσου όρου των επενδύσεών τους, πλέον διαθεσίμων, σε τρέχουσες τιμές όπως απεικονίζονται στους τριμηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν.1969/1991.

Ο νέος αυξημένος συντελεστής φορολογίας ισχύει για τα εισοδήματα που αποκτούν οι Εταιρίες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου από 1.9.1997 και μετά σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 32 του Ν.2579/1998.

5. Με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 48 του Ν.1969/1991. Με τις νέες διατάξεις αυτού του εδαφίου αυξήθηκε από δύο τοις χιλίοις (2ο/οο) σε τρία τοις χιλίοις (3ο/οο) ο φόρος τον οποίο πρέπει να καταβάλλουν οι ΑΕ "Διαχειρίσεως" κάθε χρόνο για τα Αμοιβαία Κεφάλαια που διαχειρίζονται. Και σ' αυτή την περίπτωση η βάση υπολογισμού αυτού του φόρου διατηρήθηκε ίδια. Αναλυτικότερα, με τις εν λόγω νέες διατάξεις ορίζεται ότι η ΑΕ Διαχειρίσεως υποχρεούται σε καταβολή φόρου τρία τοις χιλίοις (3ο/οο) [και όχι δύο τοις χιλίοις (2ο/οο) όπως όριζαν οι αντικατασταθείσες διατάξεις], ο οποίος υπολογίζεται επί του εξαμηνιαίου μέσου όρου ολόκληρου του καθαρού ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου. Οι ως άνω νέες διατάξεις εφαρμόζονται για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1.1.1998 και μετά, σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 32 του Ν.2579/1998.

6. Με την παρ. 7 του παρόντος άρθρου αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 60 του Ν.2238/1994. Με τις νέες διατάξεις αυτής της παραγράφου ορίζεται ότι, όσοι παρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 8, 9, 10, 11 και 12 του άρθρου 13 των περ. β', γ', δ', στ' και ζ' της παρ. 1 του άρθρου 55 της παρ. 4 του άρθρου 57 αυτού του νόμου, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν με σχετική δήλωση που πρέπει να υποβάλλουν μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα στη ΔΟΥ, στην περιφέρεια της οποίας έγινε η καταβολή των ποσών για τα οποία παρακρατήθηκε ο φόρος, ο οποίος, αποδίδεται
εφάπαξ με την υποβολή της οικείας δήλωσης.

Η μόνη μεταβολή την οποία επέφεραν οι εν λόγω νέες διατάξεις σε σχέση με τις αντικατασταθείσες είναι ότι όρισαν τον τρόπο και το χρόνο απόδοσης του φόρου που παρακρατείται με βάση τις διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου 13 του Ν.2238/1994. Δηλαδή, του φόρου που παρακρατείται στα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται σε όσους συμμετέχουν σε ραδιοφωνικούς, τηλεοπτικούς και λοιπούς παρεμφερείς διαγωνισμούς που διενεργούνται με οποιαδήποτε μορφή και εφόσον το καταβαλλόμενο ποσό υπερβαίνει τις 500.000 δρχ.

7. Με την παρ. 8 του άρθρου αυτού αυξήθηκε από δύο τοις χιλίοις (2ο/οο) σε τρία τοις χιλίοις (3ο/οο), που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 16α' του Ν.2459/1997 και επιβάλλεται στα εισοδήματα των Εταιριών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου και των Αμοιβαίων Κεφαλαίων, που προκύπτουν από συμβάσεις ή πράξεις επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Ο αυξημένος πιο πάνω συντελεστής φορολογίας ισχύει, σύμφωνα με την περ. β' του άρθρου 32 του Ν.2579/1998, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1 Ιανουαρίου 1998 και μετά.

Αρθρο 9
Φορολογία έντοκων τίτλων και χρηματιστηριακών συναλλαγών

1. Με την παρ. 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν το τρίτο και επόμενα εδάφια της παρ. 8 του άρθρου 12 του Ν.2238/1994, που αναφέρονται στην αυτοτελή φορολογία των τόκων που προκύπτουν από τα έντοκα γραμμάτια και τα ομόλογα, που εκδίδει το Ελληνικό Δημόσιο.

Με τις νέες διατάξεις επήλθαν οι ακόλουθες μεταβολές.

α) Με τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 8 αυξήθηκε από 7,50% σε 10%, ο συντελεστής με τον οποίο φορολογούνται αυτοτελώς οι τόκοι, οι οποίοι προκύπτουν από τους πιο πάνω τίτλους που εκδίδει το Ελληνικό Δημόσιο από την 3η Ιανουαρίου 1998 και μετά. Με τον αυξημένο συντελεστή 10% φορολογούνται και οι τόκοι που προκύπτουν από ανανεώσεις εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον η ανανέωσή τους γίνεται μετά την 2η Ιανουαρίου 1998.

β) Αλλαξε ο τρόπος απόδοσης του φόρου για τους τόκους, που προκύπτουν, από τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Ετσι, με βάση τις νέες διατάξεις θα πιστώνεται απευθείας ο τηρούμενος στην Τράπεζα της Ελλάδος οικείος λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου, με τον παρακρατούμενο κατά την εξόφληση των τοκομεριδίων, φόρο (όπως γίνεται και κατά την προείσπραξη του φόρου επί των τόκων των εντόκων γραμματίων), ενώ με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις οι Τράπεζες που εξοφλούσαν τα τοκομερίδια, υποχρεούντο να αποδώσουν το φόρο στο Δημόσιο μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση (εξόφληση των τοκομεριδίων) μήνα.

γ) Αλλαξε ο τρόπος παρακράτησης και απόδοσης του φόρου επί των τόκων οι οποίοι προκύπτουν από έντοκους τίτλους, που εκδίδονται στην Ελλάδα με τις εγκρίσεις που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το Διεθνή Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως, τη Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως και την Ασιατική Τράπεζα Αναπτύξεως.

Η παρακράτηση του φόρου θα γίνεται από το διαχειριστή του δανείου ή από το νόμιμο εκπρόσωπο του εκδότη στην Ελλάδα ή από άλλο εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, κατά το χρόνο της λήξης και εξόφλησης των τοκομεριδίων ή κατά την λήξη των τίτλων, όταν πρόκειται για ομόλογα χωρίς τοκομερίδια.

Ο παρακρατούμενος, σύμφωνα με τα πιο πάνω φόρος, θα αποδίδεται με εφάπαξ καταβολή του Δημοσίου με την υποβολή δήλωσης, από το πρόσωπο που διενήργησε την παρακράτηση στη ΔΟΥ στην περιφέρεια της οποίας αυτό έχει την έδρα του, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα που έγινε η παρακράτηση φόρου. Η δήλωση απόδοσης του φόρου, πρέπει να περιέχει τα στοιχεία του υποχρέου απόδοσης του φόρου, το συνολικό ποσό των τόκων, το μήνα εξαργύρωσης των τοκομεριδίων, καθώς και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε και αποδίδεται στο Δημόσιο.

2. Με την παρ. 2 του άρθρου αυτού επιβλήθηκε φόρος με συντελεστή 3 στις πωλήσεις μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, για συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω αυτού. Ο φόρος αυτός υπολογίζεται επί της αξίας των πωλουμένων μετοχών, όπως αυτή αναγράφεται στο πινακίδιο, που εκδίδει η χρηματιστηριακή εταιρία και βαρύνει τον πωλητή χωρίς καμία εξαίρεση ως προς τη νομική προσωπικότητά του, την ιθαγένεια, τη μόνιμη κατοικία, έδρα ή το φορολογικό καθεστώς από το οποίο διέπεται.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, ο φόρος τρία τοις χιλίοις (3ο/οο) δεν επιβάλλεται στον αγοραστή μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Περαιτέρω, επειδή κατά ρητή διατύπωση του νόμου ο φόρος επιβλήθηκε στις πωλήσεις των μετοχών, συνάγεται ότι βαρύνει αυτές και κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία Γ' κατηγορίας του ΚΒΣ και προβαίνουν σε πωλήσεις μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών δεν θα αφαιρούν τον εν λόγω φόρο από τα ακαθάριστα έσοδά τους με βάση τις διατάξεις της περ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν.2238/1994, αλλά θα καταχωρούν στα τηρούμενα βιβλία τους ως έσοδο από την πώληση μετοχών το καθαρό ποσό που εισπράττουν από την πώληση αυτή, όπως αυτό εμφανίζεται στο πινακίδιο της χρηματιστηριακής εταιρίας.

Περαιτέρω, προβλέπεται ότι η ΑΕ "Αποθετηρίων Τίτλων" θα χρεώνει κάθε μέρα με τον πιο πάνω φόρο τις χρηματιστηριακές εταιρίες για λογαριασμό των πωλητών εντολέων τους κατά την εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Η πιο πάνω εταιρία υποχρεούται να αποδίδει το φόρο που αναλογεί στις πραγματοποιούμενες κάθε μήνα πωλήσεις μετοχών, εφάπαξ στη ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, με δήλωση που θα υποβάλει μέχρι το τέλος του πρώτου δεκαπενθημέρου του επόμενου μήνα από αυτόν που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω συναλλαγές. Για την απόδοση του φόρου αυτού θα εκτυπωθεί ειδικό έντυπο δήλωσης. Μέχρι την εκτύπωση του εντύπου αυτού η ΑΕ "Διαχειρίσεως Τίτλων" θα αποδίδει το φόρο με δικό της έντυπο, στο οποίο πέραν των στοιχείων της θα αναγράφεται η συνολική αξία των πωλήσεων και τον προκύπτοντα φόρο. Επίσης, η δήλωση αυτή θα συνοδεύεται με αναλυτική κατάσταση των χρηματιστηριακών εταιριών με τις αντίστοιχες πωλήσεις μετοχών που πραγματοποίησε η κάθε μία.

Επίσης, προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 113 του Ν.2238/1994 περί διαδικασίας βεβαιώσεως του φόρου, ελέγχου κ.λπ., του Ν.4125/1960 περί ασκήσεως ενδίκων μέσων και του Ν.2523/1997 περί κυρώσεων θα έχουν ανάλογη εφαρμογή για τον διαλαμβανόμενο φόρο.

Τέλος, με βάση την παρ. 3 του άρθρου αυτού, με τον πιο πάνω φόρο βαρύνονται οι πωλήσεις μετοχών που πραγματοποιούνται από τη μεθεπόμενη ημέρα από τη δημοσίευση του νόμου, δηλαδή από 19 Φεβρουαρίου 1998 και μετά.

Αρθρο 10
Φορολογία μεταβίβασης αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης

Α. Γενικά

Με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.2579/1998, οι οποίες έχουν περιορισμένη χρονική διάρκεια εφαρμογής, δηλαδή μέχρι 31.12.1998, κατά τη μεταβίβαση από επαχθή αιτία των αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης όταν μεν γίνεται μαζί με την άδεια κυκλοφορίας τους (παρ. 1 και 2 αυτού του άρθρου) επιβάλλεται, αφενός μεν εφάπαξ ποσό φόρου για την μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας (παρ. 1 αυτού του άρθρου), αφετέρου δε εφάπαξ ποσό φόρου για το μεταβιβαζόμενο όχημα ως εμπόρευμα (παρ. 2 αυτού του άρθρου).

Επίσης, κατά τη μεταβίβαση από επαχθή αιτία μόνο του αυτοκινήτου οχήματος ως εμπορεύματος πάγιου στοιχείου (παρ. 2 αυτού του άρθρου) χωρίς την άδεια κυκλοφορίας, επιβάλλεται εφάπαξ το ποσό φόρου της παρ. 2, με παράλληλη όμως εφαρμογή της εξαίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 55 του Ν.1591/1986 προκειμένου για μεταβίβαση φορτηγού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης ως εμπορεύματος, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 55 του Ν.1591/1986, όπως έχουν ερμηνευθεί από τις υπ' αριθ. Ε.5512/ΠΟΛ.125/13.4.1987 και Ε.8852/ΠΟΛ.200/19.6.1987 διαταγές του Υπουργείου Οικονομικών. Στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ο φόρος αυτού του άρθρου, προβλέπεται από τις παρ. 6 και 7 του ίδιου άρθρου παράλληλη απαλλαγή των πωλητών από το φόρο ή την εισφορά που επιβάλλεται με βάση τις ισχύουσες διατάξεις στο κέρδος (υπεραξία) που προκύπτει από τη μεταβίβαση τόσο της άδειας των αυτοκινήτων αυτών, όσο και από τη μεταβίβαση ως εμπορεύματος του οχήματος (που αποτελεί πάγιο στοιχείο για τους ιδιοκτήτες του) των υπόψη αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης. Τονίζεται ότι η απαλλαγή αυτή αφορά μόνο φόρο εισοδήματος, ενώ ως προς την εισφορά αφορά μόνο την εισφορά που έχει επιβληθεί με παράλληλη απαλλαγή του φόρου εισοδήματος (όπως συμβαίνει με την εισφορά του άρθρου 28 του Ν.2119/1952 σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν.Δ.3629/1956, που αναφέρεται σε ειδική εισφορά προς το Δημόσιο στην περίπτωση μεταβίβασης λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ, για τη μεταβίβαση της άδειας του λεωφορείου και δεν αφορά οποιαδήποτε άλλη εισφορά π.χ. δεν αφορά την εισφορά υπέρ του ΤΣΑ, ούτε οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση π.χ. τέλος χαρτοσήμου.

Τέλος, προκειμένου να εφαρμοσθούν οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 10 του κοινοποιούμενου νόμου, παρακαλούμε για διευκόλυνση των φορολογουμένων, να στείλετε αμέσως πρόσκληση σε όλους τους φορολογούμενους που είχαν πωλήσει αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που μέχρι τη δημοσίευση του νόμου είχαν υποβάλλει σχετική δήλωση κατά εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στις παρ. 6 και 7 του άρθρου 10 του Ν.2579/1998, προκειμένου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 90 ημερών από τη δημοσίευση αυτού του νόμου να υποβάλουν αίτηση για να περαιωθούν οι υποθέσεις αυτές με τις διατάξεις αυτού του άρθρου, ώστε να μην συνεχισθεί ο έλεγχος με βάση τις διατάξεις που προϋπήρχαν. Τούτο βέβαια, με την προϋπόθεση ότι οι υποθέσεις αυτές δεν έχουν περαιωθεί οριστικά και οι υποθέσεις εκκρεμούν στις ΔΟΥ ή στα Διοικητικά Δικαστήρια.

Επίσης, στην περίπτωση που με βάση τις δηλώσεις έχουν καταβληθεί ποσά φόρου ίσα ή μεγαλύτερα από τα ποσά που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτού του άρθρου, θα τονίσετε στις προσκλήσεις σας ότι είναι απαραίτητο μέσα σε αυτή την προθεσμία να προσέλθουν και να υποβάλουν αυτή τη δήλωση και να υπογράψουν το σχετικό πρακτικό, ώστε να περαιωθούν, χωρίς να καταβάλουν επιπλέον ποσό, αλλά και χωρίς να τους επιστραφεί οποιοδήποτε ποσό που είχαν καταβάλλει, με βάση τη δήλωσή τους, ώστε να μη συνεχισθεί ο έλεγχος με βάση τις διατάξεις που προϊσχυαν.

Είναι αυτονόητο ότι, στην περίπτωση που είχε πωληθεί αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του, δεν μπορεί να γίνει διοικητική επίλυση της διαφοράς με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου μόνο ως προς τη μεταβιβαζόμενη άδεια ή μόνο ως προς το αυτοκίνητο όχημα και ως προς το άλλο σκέλος να συνεχισθεί ο έλεγχος με τις προϊσχύουσες διατάξεις.

Ειδικά για το θέμα αυτό αναφερόμαστε στην ερμηνεία των διατάξεων της παρ. 8 αυτού του άρθρου.

Β. Ειδικά

1. Οπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 αυτού του άρθρου, σε κάθε μεταβίβαση από επαχθή αιτία αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του που γίνεται από 17.2.1998 μέχρι 31.12.1998, επιβάλλεται αφενός μεν εφάπαξ ποσό φόρου για τη μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας και αφετέρου εφάπαξ ποσό φόρου για το μεταβιβαζόμενο όχημα ως εμπόρευμα (πάγιο στοιχείο).

Ρητά στο νόμο διευκρινίζεται, προς αποφυγή αντιδικιών ότι στη μεταβίβαση από επαχθή αιτία περιλαμβάνεται και η ανταλλαγή.
Εξάλλου, μεταβίβαση από επαχθή αιτία θεωρείται και η μεταβίβαση αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης, που γίνεται λόγω λύσης της εταιρίας, από την εταιρία που έχει την κυριότητα αυτού προς τα μέλη της, καθώς και η μεταβίβαση αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης που γίνεται κατά κυριότητα από τον ιδιοκτήτη του σε εταιρία ως εισφορά του στην εταιρία για τη συμμετοχή του σε αυτή.
Αντίθετα, δεν καταβάλλεται φόρος αυτού του άρθρου στην περίπτωση που εταιρία έχει στην κυριότητά της αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης κατά την:

α) μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου κατά την είσοδο ή έξοδο από την εταιρία αυτή εταίρου χωρίς να εισφέρει σε αυτήν την εταιρία αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης ή να λαμβάνει από αυτήν την εταιρία αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης,
β) μετατροπή της εταιρίας αυτής από ομόρρυθμη σε ετερόρρυθμη ή το αντίθετο.

Ειδικότερα:

Σε κάθε μεταβίβαση αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης με την άδεια κυκλοφορίας από επαχθή αιτία (κατά συνέπεια στην περίπτωση δωρεών ή κληρονομιών εξακολουθούν και εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις και όχι οι διατάξεις αυτού του άρθρου) επιβάλλεται εφάπαξ ποσό φόρου.

α) Προκειμένου για φορτηγό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης.

αα) Προκειμένου για φορτηγό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης εθνικών και διεθνών μεταφορών 400.000 δρχ. για την άδεια και 200.000 δρχ. για το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα (πάγιο στοιχείο), δηλαδή σύνολο 600.000 δρχ.

ββ) Προκειμένου για φορτηγό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης του Ν.1073/1980 (ΦΕΚ 214/Α') 200.000 δρχ. για την άδεια και 200.000 δρχ. για το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα (πάγιο στοιχείο), δηλαδή συνολικά 400.000 δρχ.

β) Προκειμένου για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης.

αα) Για την άδεια 900.000 δρχ. για την πρώτη μεταβίβαση και 400.000 δρχ. για κάθε μία από τις μετέπειτα από αυτή (δεύτερη και για κάθε επόμενη) μεταβιβάσεις.

Ως πρώτη μεταβίβαση θεωρείται εκείνη που έγινε μετά την 1.1.1997. Τα ποσά αυτά μειώνονται κατά ποσοστό 15%, εφόσον το αυτοκίνητο έχει ως έδρα Δήμο ή Κοινότητα με πληθυσμό κάτω από 100.000 κατοίκους και κατά ποσοστό 25%, εφόσον το αυτοκίνητο έχει ως έδρα Δήμο ή Κοινότητα με πληθυσμό κάτω από 5.000 κατοίκους.

ββ) Για το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα 100.000 δρχ. για κάθε μία μεταβίβαση.

Παράδειγμα

Εάν ο ιδιοκτήτης ενός επιβατικού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης, με έδρα την Αθήνα, πωλήσει το αυτοκίνητο αυτό μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του στις 26.5.1998, τότε για τη μεταβίβαση αυτή θα καταβάλει φόρο.

i) 900.000 δρχ. για τη μεταβιβαζόμενη άδεια και 100.000 δρχ. για το μεταβιβαζόμενο αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα - πάγιο στοιχείο, εάν το αυτοκίνητο αυτό μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του το είχε αγοράσει από τον
προηγούμενο ιδιοκτήτη του την 1.10.1996 (δηλαδή πριν από την 1.1.1997) γιατί πρόκειται για την πρώτη μεταβίβαση μετά την 1.1.1997.

ii) 400.000 δρχ. για τη μεταβιβαζόμενη άδεια και 100.000 δρχ. για το μεταβιβαζόμενο αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα - πάγιο στοιχείο, εάν το αυτοκίνητο αυτό μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του το είχε αγοράσει από τον
προηγούμενο ιδιοκτήτη του στις 10.1.1997, γιατί πρόκειται για τη δεύτερη (μετέπειτα της πρώτης) μεταβίβαση μετά την 1.1.1997.

iii) Εάν το αυτοκίνητο αυτό (ΕΔΧ) είχε έδρα Δήμο ή Κοινότητα με πληθυσμό κάτω από 5.000 κατοίκους τα ποσά του φόρου αυτού αναμορφώνονται ως εξής:

* Στην περίπτωση i στις 675.000 δρχ. (900.000 Χ 75%) για τη μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας και 100.000 δρχ. για το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα (πάγιο στοιχείο), δηλαδή συνολικά 675.000 + 100.000 = 775.000 δρχ.

* Στην περίπτωση ii στις 300.000 δρχ. (δηλαδή 400.000 Χ 75%) φόρος για τη μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας και 100.000 δρχ. φόρος για το μεταβιβαζόμενο αυτοκίνητο ως εμπόρευμα (πάγιο στοιχείο), δηλαδή σύνολο φόρων 400.000 δρχ.
γ) Προκειμένου για τουριστικό λεωφορείο δημόσιας χρήσης.

αα) Για τη μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας 100.000 δρχ.
ββ) Για το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα (πάγιο στοιχείο) ανάλογα με τον αριθμό των θέσεων καθήμενων επιβατών του οχήματος και των ετών κυκλοφορίας του στην Ελλάδα ως εξής:

Ποσό φόρου σε δραχμές



Ετη κυκλοφορίας αυτοκινήτου στην Ελλάδα


Θέσεις Μέχρι & 6 έτη Πάνω από 6 & Πάνω από 13 & Πάνω από



Μέχρι 25 120.000 165.000 110.000 70.000
Από 26 μέχρι & 38 140.000 330.000 220.000 150.000
Από 39 μέχρι & 52 180.000 560.000 420.000 210.000
Από 53 & πάνω 200.000 650.000 500.000 280.000

Ετσι, για τη μεταβίβαση ενός τουριστικού λεωφορείου δημόσιας χρήσης 39 θέσεων καθήμενων επιβατών το οποίο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το έτος 1992 και το έτος 1998 πωλείται, θα καταβληθεί για φόρο:

100.000 δρχ. για τη μεταβιβαζόμενη άδεια και 560.000 δρχ. για το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα.

δ) Προκειμένου για λεωφορείο δημόσιας χρήσης που εκτελεί μεταφορές σε αστικές ή υπεραστικές επιβατικές γραμμές.

αα) Για τη μεταβιβαζόμενη άδεια λεωφορείου δημόσιας χρήσης, που ανήκει σε φυσικό πρόσωπο ή σε επιχείρηση οποιασδήποτε νομικής μορφής ή σε κοινοπραξία ή σε κοινωνία και το λεωφορείο αυτό είναι ενταγμένο σε ΚΤΕΛ και εκτελεί μεταφορές με κόμιστρο σε υπεραστικές επιβατικές γραμμές, καταβάλλεται φόρος για την μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας, ανάλογα με το ύψος του μερίσματος που διανεμήθηκε για το μεταβιβαζόμενο λεωφορείο στο προηγούμενο έτος από τη μεταβίβαση, ως εξής:

Υψος διανεμηθέντος Φόρος για τη μεταβιβαζόμενη μερίσματος σε δραχμές άδεια σε δραχμές


Μέχρι & 10.000.000 δρχ. 600.000
Πάνω από 10.000.000 μέχρι & 15.000.000 δρχ. 1.000.000
Πάνω από 15.000.000 δρχ. 1.500.000

Εάν το παραπάνω λεωφορείο εκτελεί μεταφορές σε αστικές επιβατικές γραμμές καταβάλλεται φόρος για τη μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας 500.000 δρχ. Τέλος, προκειμένου για άδεια λεωφορείου δημόσιας χρήσης που ανήκει στον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (ΟΑΣΘ) καταβάλλεται φόρος, για τη μεταβιβαζόμενη άδεια κυκλοφορίας 1.000.000 δρχ.

ββ) Για τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου (λεωφορείου αυτής της περίπτωσης) ως εμπορεύματος (πάγιο στοιχείο) καταβάλλεται φόρος 400.000 δρχ.

Στην περίπτωση που από το έτος της πρώτης κυκλοφορίας του λεωφορείου στην Ελλάδα έχουν παρέλθει πάνω από δέκα έτη, ως πρώτου έτους λαμβανομένου του έτους της πρώτης κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, το πιο πάνω ποσό μειώνεται στις 200.000 δρχ.

Τα ίδια ποσά φόρου (400.000 δρχ. ή 200.000 δρχ. κατά περίπτωση), για το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα (πάγιο στοιχείο) καταβάλλονται και στην περίπτωση που το λεωφορείο δημόσιας χρήσης δεν είναι ενταγμένο σε ΚΤΕΛ ή στον ΟΑΣΘ, αλλά ανήκει σε επιχείρηση με οποιαδήποτε νομική μορφή η κοινοπραξία ή κοινωνία (για παράδειγμα σε δημοτική επιχείρηση, οπότε δεν μεταβιβάζεται και η άδεια κυκλοφορίας τους), εφόσον το λεωφορείο αυτό εκτελεί ή εκτελούσε πριν τη μεταβίβασή του, ενόσω δηλαδή βρισκόταν στην κυριότητα του πωλητή, μεταφορές σε αστικές ή υπεραστικές γραμμές.

2. Σε κάθε μεταβίβαση του οχήματος αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης χωρίς την άδεια κυκλοφορίας του (δηλαδή στην περίπτωση που κάποιο αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης αποχαρακτηρίζεται και πωλείται κ.λπ. μόνο το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα) καταβάλλεται εφάπαξ φόρος για τη μεταβίβαση του παγίου αυτού στοιχείου ως εξής:

α) Για φορτηγό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης γενικώς, ποσό 200.000 δρχ. Οι διατάξεις του άρθρου 55 του Ν.1591/1986, για την εξαίρεση από το φόρο υπεραξίας στις περιπτώσεις που ορίζονται σ' αυτό το νόμο, όπως έχουν ερμηνευθεί με τις υπ' αριθ. Ε.5512/ΠΟΛ.125/13.4.1987 και Ε.8852/ΠΟΛ.200/19.6.1987 διαταγές του Υπουργείου Οικονομικών, εφαρμόζονται ανάλογα και για την εξαίρεση και από το φόρο της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν.2579/1998.

β) Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης, ποσό 100.000 δρχ.

γ) Για τουριστικό λεωφορείο δημόσιας χρήσης, ανάλογα με τον αριθμό των θέσεων καθήμενων επιβατών του οχήματος και των ετών κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, ως εξής:

Ποσό φόρου σε δραχμές



Ετη κυκλοφορίας αυτοκινήτου στην Ελλάδα


Θέσεις Μέχρι & 6 έτη Πάνω από 6 & Πάνω από 13 & Πάνω από



Μέχρι 25 120.000 165.000 110.000 70.000
Από 26 μέχρι & 38 140.000 330.000 220.000 150.000
Από 39 μέχρι & 52 180.000 560.000 420.000 210.000
Από 53 & πάνω 200.000 650.000 500.000 280.000

δ) Για λεωφορείο δημόσιας χρήσης, που είναι ενταγμένο σε ΚΤΕΛ ή ανήκει σε επιχείρηση με οποιαδήποτε νομική μορφή ή κοινοπραξία ή κοινωνία, το οποίο εκτελεί ή εκτελούσε μεταφορές σε αστικές ή υπεραστικές επιβατικές γραμμές, ποσό 400.000 δρχ. Στην περίπτωση που από το έτος της πρώτης κυκλοφορίας του λεωφορείου στην Ελλάδα έχουν παρέλθει πάνω από δέκα έτη, ως πρώτου έτους λαμβανομένου του έτους της πρώτης κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, το πιο πάνω ποσό φόρου μειώνεται στις 200.000 δρχ.

3. Για κάθε μεταβίβαση ποσοστού συνιδιοκτησίας τα ποσά φόρου που προαναφέρθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος, περιορίζονται ανάλογα. Ετσι, για παράδειγμα εάν πωλείται το 1/4 ή ποσοστό 25% του αυτοκινήτου τα πιο πάνω ποσά φόρου (τόσο για την άδεια, όσο και για το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα) περιορίζονται στο 25%.
Τα ποσά φόρου που προαναφέρθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους επιβάλλονται για μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται από 17.2.1998, ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μέχρι και 31.12.1998.

4. Επισημαίνεται, λαμβανομένων υπόψη και των παρ. 6 και 7 αυτού του άρθρου, ότι για μεταβίβαση που θα γίνει από 1.1.1999 θα ισχύουν οι προϊσχύουσες διατάξεις.

Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα ούτε άλλες διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος (π.χ. τεκμήριο δαπάνης αγοράς αυτοκινήτου ή επιχείρησης, με εξαίρεση βέβαια τις διατάξεις για τη φορολογία υπεραξίας), ούτε διατάξεις άλλων φορολογικών (κληρονομιών, δωρεών κ.λπ.).

5. Τα ποσά των φόρων των προηγουμένων παραγράφων, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 10 του Ν.2579/1998, βαρύνουν τον πωλητή και καταβάλλονται από αυτόν εφάπαξ με την υποβολή σχετικής δήλωσης στη ΔΟΥ που είναι αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματός του. Η δήλωση αυτή υπογράφεται από όλους τους συμβαλλομένους και υποβάλλεται σε 4 αντίτυπα, από τα οποία τα δύο επιστρέφονται θεωρημένα στον αγοραστή και το ένα στον πωλητή. Με τις ίδιες διατάξεις παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών όπως με αποφάσεις του καθορίζει τον τύπο και το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής, καθώς και τις λεπτομέρειες εφαρμογής αυτού του άρθρου.

Οταν μεταβιβάζεται η άδεια του αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης, θα υποβάλλεται μία μόνο δήλωση για την καταβολή του φόρου τόσο για τη μεταβιβαζόμενη άδεια, όσο και για το μεταβιβαζόμενο όχημα ως εμπόρευμα, ενώ εάν μεταβιβάζεται μόνο το αυτοκίνητο όχημα, στο έντυπο της δήλωσης αυτής θα γράφεται μεταξύ των άλλων ότι μεταβιβάζεται μόνο το αυτοκίνητο όχημα και όχι και η άδεια και θα καταβάλλεται ο φόρος μόνο για το αυτοκίνητο όχημα (πάγιο στοιχείο). Μέχρι την εκτύπωση των νέων εντύπων αυτής της δήλωσης και τη διανομή τους στις ΔΟΥ, θα χρησιμοποιούνται τα έντυπα για τη φορολογία της υπεραξίας των αυτοκινήτων, αφού προηγούμενα επιφέρουν σ' αυτά χειρόγραφα τις αναγκαίες μεταβολές, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι διατάξεις αυτού του άρθρου και κατά συνέπεια και η καταβολή των σχετικών φόρων άρχισε από 17.2.1998.

6. Με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν.2579/1998 απαγορεύεται η σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων, καθώς και η καταχώριση σε δημόσια βιβλία ή έγγραφα συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού συμφωνητικού για δικαιοπραξία των παρ. 1 και 2 αυτού του άρθρου (δηλαδή για δικαιοπραξία για μεταβίβαση από επαχθή αιτία αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης είτε μόνου του, είτε μαζί με την άδεια κυκλοφορίας του), καθώς και η έκδοση οποιουδήποτε δημόσιου εγγράφου που να βεβαιώνει οτιδήποτε που να προκύπτει από αυτή τη δικαιοπραξία, χωρίς την υποβολή θεωρημένου από την αρμόδια ΔΟΥ αντιτύπου της δήλωσης αυτού του άρθρου. Τα πρόσωπα που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από αυτό το άρθρο (συμβολαιογράφοι, αντισυμβαλλόμενοι, υπάλληλοι κ.λπ.) υπόκεινται και στο πρόστιμο της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.2523/1997 (δηλαδή 40.000 δρχ. - 400.000 δρχ.).

7. Με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν.2579/1998 ορίζεται ότι, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, πριν από τη μεταβίβαση αυτοκινήτου που αναφέρεται στις παρ. 1 και 2 αυτού του άρθρου, ύστερα από αίτηση του πωλητή, θα εκδίδουν βεβαίωση σχετικά με κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό των ποσών φόρου αυτού του άρθρου. Αυτό βέβαια με την προϋπόθεση ότι η πληροφορία αυτή δεν αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου.

8. Με τις διατάξεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 10 του Ν.2579/1998 ορίζεται ότι, κατά το χρονικό διάστημα ισχύος αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται κατά τις μεταβιβάσεις αυτών των αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης.

α) Οι διατάξεις που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 10, μόνο όμως κατά το μέρος που αφορούν φόρο υπεραξίας για τη μεταβιβαζόμενη άδεια δημόσιας χρήσης κυκλοφορίας αυτοκινήτου ή εισφορά του άρθρου 28 του Ν.2119/1952 (για μεταβίβαση άδειας λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ κ.λπ.).

Επισημαίνεται ότι από τυπογραφικό λάθος αναφέρεται το Προεδρικό Διάταγμα υπ' αριθ. 697/1977, ενώ το ορθό είναι 694/1977.

β) Οι διατάξεις της περ. ζ' της παρ. 3 του άρθρου 28 του Ν.2238/1994 και του δεύτερου και επομένων αυτού εδαφίων της παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ.1146/1976, όπως βέβαια έχει τροποποιηθεί με την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν.1160/1981 και με μεταγενέστερους νόμους, μόνο όμως κατά το μέρος που αφορούν το φόρο υπεραξίας για το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα (πάγιο στοιχείο). Είναι αυτονόητο ότι οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να εφαρμόζονται για τις άλλες κατηγορίες αυτοκινήτων (π.χ. αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που αποτελούν πάγιο στοιχείο του πωλητή).

9. Με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 10 του Ν.2579/1998 ορίζεται ότι, υποθέσεις που αφορούν αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης αυτού του άρθρου και οι σχετικές δηλώσεις είχαν υποβληθεί με τις προϊσχύουσες διατάξεις ή ο έλεγχος είχε διενεργηθεί με τις προϊσχύουσες διατάξεις και δεν έχουν περαιωθεί οριστικά μέχρι και τις 16.2.1998, δηλαδή οι δηλώσεις που έχουν υποβληθεί και παραμένουν ανέλεγκτες, είτε έχουν ελεγχθεί και δεν έχουν περαιωθεί οριστικά και εκκρεμούν στις ΔΟΥ ή ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, κρίνονται με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι με αίτησή τους, που υποβάλλεται στον αρμόδιο Προϊστάμενο της ΔΟΥ, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 90 ημερών από τη δημοσίευση αυτού του νόμου δηλαδή από 17.2.1998, ζητήσουν τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και συγχρόνως καταβάλλουν εφάπαξ το ποσό του φόρου που προκύπτει από την εφαρμογή αυτού του άρθρου.

Ομως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρου 10 του Ν.2579/1998 και της περ. β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, προκειμένου για επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, εάν η μεταβίβαση έγινε μετά την 1.1.1997 μέχρι και 16.2.1998 και δεν είχε προηγηθεί άλλη μεταβίβαση μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, θεωρείται πρώτη μεταβίβαση και κατά συνέπεια για τη μεταβιβαζόμενη άδεια επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης που έχει έδρα Δήμο με πληθυσμό πάνω από 100.000 κατοίκους θα πρέπει να καταβληθεί εφάπαξ το ποσό των 900.000 δρχ. για την άδεια και των 100.000 δρχ. για το αυτοκίνητο όχημα ως εμπόρευμα.
Δεδομένου ότι οι μεταβιβάσεις που έχουν γίνει πριν από την 1.1.1997 δεν μπορούν να θεωρηθούν "μετέπειτα" μεταβιβάσεις, θα ισχύουν και γι' αυτές τα ποσά που ισχύουν για την πρώτη μεταβίβαση της άδειας.

Αντίθετα, προκειμένου για μεταβίβαση που έγινε στο χρονικό διάστημα 1.1.1997 μέχρι και τις 16.2.1998 π.χ. στις 12.1.1998, εάν το μεταβιβαζόμενο ΕΔΧ αυτοκίνητο είχε αγορασθεί μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, π.χ. στις 3.4.1997 με την άδεια κυκλοφορίας του, τότε η μεταβίβαση που έγινε στις 12.1.1998 υπάγεται στην έννοια της "μετέπειτα" μεταβίβασης και για τη μεταβίβαση αυτή για την άδεια θα καταβληθεί εφάπαξ το μειωμένο ποσό φόρου που προβλέπεται και το ποσό φόρου, που προβλέπεται για τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου οχήματος ως εμπορεύματος.

Για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς υπογράφεται σχετικό πρακτικό από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ και από το φορολογούμενο που έχει υποβάλει την οικεία δήλωση υπεραξίας ή κατά του οποίου έχει εκδοθεί φύλλο ελέγχου, μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες από την υποβολή της αίτησης για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς. Το πρακτικό αυτό, προκειμένου για υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, διαβιβάζεται στη γραμματεία του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου για την περαίωση της δίκης. Για τις υποθέσεις που περαιώθηκαν με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του νόμου αυτού δεν επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση. Ποσά φόρου που βεβαιώθηκαν με βάση τη δήλωση της οικείας υπεραξίας συμψηφίζονται με τα ποσά του φόρου που προκύπτουν από την εφαρμογή αυτού του άρθρου και τα τυχόν επιπλέον ποσά δεν επιστρέφονται. Για τις υποθέσεις που περαιώνονται με τις διατάξεις αυτού του άρθρου, τα ποσά που βεβαιώθηκαν λόγω άσκησης προσφυγής ή με βάση απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου (εφόσον βέβαια η απόφαση αυτή δεν οριστικοποιήθηκε είτε λόγω άσκησης έφεσης, είτε γιατί δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση έφεσης και έτσι είναι δυνατή η περαίωση τους με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου), συμψηφίζονται με τα ποσά φόρου που προκύπτουν από την εφαρμογή αυτού του άρθρου και τα τυχόν επιπλέον ποσά δεν επιστρέφονται. Σε περίπτωση που δεν υποβληθεί αίτηση για την περαίωση της υπόθεσης μέχρι τη λήξη της σχετικής προθεσμίας υποβολής της αίτησης (90 ημέρες από τη δημοσίευση του Ν.2579/1998), αλλά και αν υποβληθεί μεν εμπρόθεσμα η σχετική αίτηση, αλλά δεν επιτευχθεί η διοικητική επίλυση της διαφοράς μέσα σε δύο ημέρες από την υποβολή της αίτησης, έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις φορολογίας του εισοδήματος, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο μεταβίβασης.

Στις σχετικές προσκλήσεις, που θα στείλετε στους φορολογούμενους, πρέπει να τονίσετε ότι και αν ακόμη με την αρχική δήλωση που έχουν υποβάλει, έχουν καταβάλει ποσά φόρου ίσα ή και μεγαλύτερα από αυτά που ορίζονται σ' αυτό το άρθρο, είναι απαραίτητη η υποβολή αίτησης και η υπογραφή των σχετικών πρακτικών διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, προκειμένου να θεωρηθεί η υπόθεση περαιωμένη.

Επισημαίνεται ότι η υποβολή σχετικής αίτησης για περαίωση της υπόθεσης δεν είναι υποχρεωτική.

10. Τέλος, με την παρ. 9 του άρθρου 10 του Ν.2579/1998, ορίζεται ότι, τα ποσά φόρου που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, δεν αναγνωρίζονται για έκπτωση από το εισόδημα αυτού που τα καταβάλλει.

Αρθρο 11
Αύξηση κεφαλαίου εταιριών

Τροποποίηση διατάξεων του Ν.Δ.1297/1972

1. Με την παρ. 1 του άρθρου αυτού, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 8 του Κ.Ν.2190/1920. Με τις νέες διατάξεις, ως ελάχιστο όριο του ολοσχερώς καταβεβλημένου κεφαλαίου, των ιδρυομένων, από τη δημοσίευση του νόμου, δηλαδή από 17.2.1998 και μετά, ημεδαπών ΑΕ, ορίζεται το ποσό των 20.000.000 δρχ. έναντι 10.000.000 δρχ., που προεβλέπετο από τις αντικατασταθείσες διατάξεις.

2. Με την παρ. 2 του άρθρου αυτού προβλέπεται ότι, για τις υφιστάμενες, κατά την 17η Φεβρουαρίου 1998, ΑΕ, με κεφάλαιο μικρότερο των 20.000.000 δρχ., θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 8 του Ν.2190/1920. Δηλαδή, θα πρέπει μέσα σε δύο χρόνια (μέχρι και 16 Φεβρουαρίου 2000) να αυξήσουν το κεφάλαιό τους τουλάχιστον μέχρι 20.000.000 δρχ. Η αύξηση του κεφαλαίου, μπορεί να γίνει, με την καταβολή μετρητών, εισφορά σε είδος, κεφαλαιοποίηση εκτάκτων αποθεματικών ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποφασίσει η εταιρία.

Οι ΑΕ που δεν επιθυμούν να αυξήσουν, σύμφωνα με τα πιο πάνω το κεφάλαιό τους, μπορούν να μετατραπούν σε εταιρία άλλου τύπου (ΕΠΕ, ΟΕ κ.λπ.) πριν από την 17η Φεβρουαρίου 2000.

Η μετατροπή αυτή, γίνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, η οποία λαμβάνεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 29 και της παρ. 2 του άρθρου 31 του Κ.Ν.2190/1920 (Κ.Ν.2190/1920, άρθρο 8, παρ. 4). Σε περίπτωση κατά την οποία δεν θα αυξήσουν το κεφάλαιό τους ή δεν θα μετατραπούν σε εταιρία άλλου τύπου, ανακαλείται η άδεια σύστασής τους (Κ.Ν.2190/1920, άρθρο 8, παρ. 3).

3. Με την παρ. 3 του άρθρου αυτού, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.3190/1955. Σύμφωνα με τις νέες αυτές διατάξεις, το κεφάλαιο της ΕΠΕ, δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 6.000.000 δρχ. ολοσχερώς καταβεβλημένο κατά την κατάρτιση της εταιρικής συμβάσεως, έναντι των 3.000.000 δρχ., που προεβλέπετο από τις προϊσχύουσες διατάξεις. Το ήμισυ τουλάχιστον του πιο πάνω ποσού του κεφαλαίου, πρέπει να είναι καταβεβλημένο σε μετρητά.

Περαιτέρω, με το τρίτο εδάφιο της νέας παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.3190/1955 ορίζεται ότι, οι υφιστάμενες κατά την 17.2.1998 ΕΠΕ, που έχουν κεφάλαιο μικρότερο των 6.000.000 δρχ., πρέπει υποχρεωτικά να αυξήσουν αυτό, μέχρι του ισχύοντος νέου κατωτάτου ορίου, μέσα σε δύο χρόνια, από την έναρξη ισχύος του Ν.2579/1998, δηλαδή μέχρι και 16.2.2000.

Σε περίπτωση, που το πιο πάνω ελάχιστο όριο, δεν επαρκεί για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν.3190/1955, σύμφωνα με την οποία - η μερίς συμμετοχής του εταίρου δεν μπορεί να ορισθεί κατωτέρα των 10.000 δρχ. ή πολλαπλασίου του ανωτέρω ποσού - το ελάχιστο όριο κεφαλαίου πρέπει να αυξηθεί κατά το αναγκαίο ποσό. Το κεφάλαιο της εταιρίας, μετά την αύξηση, πρέπει να καλύπτεται με μετρητά κατά ποσοστό 50% και άνω, όπως συμβαίνει και με τις νεοϊδρυόμενες ΕΠΕ.

4. Με τις διατάξεις της παρ. 4, προβλέπεται η επιβολή προστίμου 1.000.000 δρχ., σε βάρος των υφιστάμενων ΕΠΕ, που δεν συμμορφώνονται με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο. Το ανωτέρω πρόστιμο, επιβάλλεται με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας, υπάγεται η εταιρία, κατά το χρόνο που διαπιστώνεται η πιο πάνω παράλειψη. Για την επιβολή του προστίμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9 του Ν.2523/1997, αλλά σε περίπτωση εξώδικης λύσης (διοικητικής επίλυσης) της διαφοράς, δεν επέρχεται καμία μείωση αυτού, δηλαδή δεν έχει εφαρμογή η παρ. 6 του ανωτέρω άρθρου που προβλέπει συμβιβασμό (περιορισμό) του προστίμου στο 1/3 αυτού.

5. Με την παρ. 5 του άρθρου αυτού, αντικαταστάθηκε η παρ. 3 του άρθρου 41 του Ν.3190/1955. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, το εταιρικό κεφάλαιο της ΕΠΕ, δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από τα 6.000.000 δρχ. και τα εταιρικά μερίδια κάτω από τις 10.000 δρχ.

6. Με τις διατάξεις της παρ. 6, προβλέπεται ότι, τα ποσά που καταβάλλουν οι εταίροι, για την αύξηση του κεφαλαίου υφισταμένων ΕΠΕ μέχρι του ποσού των 6.000.000 δρχ. δεν λαμβάνονται υπόψη για το τεκμαρτό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματός τους, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 17 του Ν.2238/1994.

Εξάλλου και τα ποσά που θα καταβάλουν οι μέτοχοι για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των ΑΕ, δεν αποτελούν με βάση τις διατάξεις της περ. β' του άρθρου 17 του Ν.2238/1994, τεκμήριο απόκτησης περιουσιακών στοιχείων.

7. Με την παρ. 7, αντικαταστάθηκε η περ. α' του άρθρου 4 του Ν.Δ.1297/1972. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, αυξάνονται τα κατώτερα όρια του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου των ΑΕ και ΕΠΕ αντίστοιχα, που προέρχονται από μετατροπή ή συγχώνευση με τις διατάξεις του Ν.Δ.1297/1972.

Ειδικότερα, προβλέπεται, ότι το ελάχιστο όριο του ολοσχερώς καταβεβλημένου κεφαλαίου, που πρέπει να έχει η προαναφερόμενη επιχείρηση κατά το χρόνο της συγχώνευσης ή σύστασής της, είναι:

α) Για τις ΑΕ 100.000.000 δρχ. αντί των 60.000.000 δρχ., που ίσχυε μέχρι σήμερα.
β) Για τις ΕΠΕ 50.000.000 δρχ. αντί των 30.000.000 δρχ., που ίσχυε μέχρι σήμερα.

8. Με τις διατάξεις της παρ. 8 αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 2 του Ν.2166/1993. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, το ελάχιστο όριο κεφαλαίου της προερχομένης από μετασχηματισμό εταιρίας, με βάση τις διατάξεις του Ν.2166/1993, ορίζεται στο ποσό των 100.000.000 δρχ., προκειμένου για ΑΕ και 50.000.000 δρχ. για ΕΠΕ.

Με τον τρόπο αυτό, επέρχεται εξομοίωση, ως προς το ύψος του απαιτούμενου Κεφαλαίου, για τις επιχειρήσεις, που προέρχονται από μετασχηματισμό, με τις διατάξεις του Ν.Δ.1297/1972 και Ν.2166/1993.

9. Με την παρ. 9, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.2166/1993. Με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι, η ΑΕ στην οποία εισφέρεται κλάδος ή τμήμα άλλης επιχείρησης με τις διατάξεις του Ν.2166/1993, πρέπει να έχει μετά την εισφορά, μετοχικό κεφάλαιο τουλάχιστον 100.000.000 δρχ. και αν πρόκειται για ΕΠΕ, 50.000.000 δρχ., όπως ισχύει και για τις προερχόμενες από μετασχηματισμό εταιρίες.

Παράλληλα, το κεφάλαιο της εισφέρουσας τον κλάδο ή το τμήμα εταιρίας, δεν μπορεί, μετά την εισφορά, να είναι μικρότερο από τα κατώτατα όρια που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου αυτού, δηλαδή 20.000.000 δρχ. και 6.000.000 δρχ. αντίστοιχα.

10. Με την παρ. 10 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε η παρ. 4 του άρθρου 5 του Ν.Δ.1297/1972.

Με βάση τις αντικατασταθείσες διατάξεις, οι προβλεπόμενες από τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ.1297/1972, κυρώσεις δεν επιβάλλονται σε βάρος της προελθούσας από τη μετατροπή ή συγχώνευση εταιρίας (ή της απορροφήσασας), όταν αυτή διαλύεται μέσα σε πέντε χρόνια μετά τη μετατροπή (ή συγχώνευση ή απορρόφηση) με σκοπό την περαιτέρω συγχώνευσής της με άλλη επιχείρηση με σκοπό την ίδρυση, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Ν.Δ.1297/1972, καινούριας ΑΕ ή όταν διασπάται με το Π.Δ.498/1987 για την ίδρυση ΑΕ ή όταν εισφέρει κλάδο ή τμήμα της σε νεοϊδρυόμενη ΑΕ με βάση τα οριζόμενα από την παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν.Δ.1297/1972 (1028579/ΠΟΛ.1062/1989 ερμηνευτική εγκύκλιος του Ν.1828/1989).

Ηδη, με τις νέες διατάξεις, διατηρούνται σε ισχύ τα πιο πάνω και παράλληλα επεκτείνεται η διατήρηση των ευεργετημάτων του Ν.Δ.1297/1972 και όταν η προελθούσα από το μετασχηματισμό εταιρία λυθεί πριν από την παρέλευση της πενταετίας με σκοπό, είτε τη συγχώνευση αυτής με άλλη επιχείρηση για τη δημιουργία καινούριου νομικού προσώπου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2166/1993 ή του Ν.2386/1996 (Σημείωση: η συγχώνευση ΑΕ με οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση δεν είναι εφικτή με τις διατάξεις του Ν.2386/1996), είτε την απορρόφησή της από άλλη ΑΕ ή ΕΠΕ, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις του Ν.Δ.1297/1972 ή του Ν.2166/1993.

Σημειώνεται ότι με βάση τις διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου αυτού, τα πιο πάνω ισχύουν και για τις εταιρίες που προήλθαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ.1297/1972 μέχρι την 17.2.1998.

11. Με την παρ. 11 αντικαταστάθηκε η περ. β' του άρθρου 4 του Ν.Δ.1297/1972. Με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι, στις περιπτώσεις μετατροπής ατομικής επιχείρησης ή προσωπικής εταιρίας ή ΕΠΕ σε ΑΕ ή εισφοράς κλάδου από τις επιχειρήσεις αυτές σε ΑΕ ή συγχώνευσης αυτών με ΑΕ, εκτός από την περίπτωση συγχώνευσης ΑΕ, οι μετοχές της ΑΕ, που αντιστοιχούν στην αξία του εισφερόμενου κεφαλαίου, θα είναι υποχρεωτικά ονομαστικές στο σύνολό τους και μη μεταβιβάσιμες κατά ποσοστό 75% του συνόλου τους για μία πενταετία από το χρόνο της συγχώνευσης ή μετατροπής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, επί συγχωνεύσεως ΑΕ με βάση τις νέες διατάξεις του Ν.Δ.1297/1972 με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε με τη δημιουργία νέου νομικού προσώπου, είτε με απορρόφηση, για το εισφερόμενο κεφάλαιο μπορούν να εκδοθούν ανώνυμες μετοχές, ανεξάρτητα αν οι συγχωνευόμενες εταιρίες έχουν ονομαστικές ή ανώνυμες μετοχές, ενώ με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις δεν υπήρχε η υποχρέωση έκδοσης ονομαστικών μετοχών μόνο σε περίπτωση που οι συγχωνευόμενες επιχειρήσεις είχαν ανώνυμες μετοχές.

Μετά την παραπάνω ρύθμιση, στις συγχωνεύσεις ΑΕ παύει να ισχύει και το αμεταβίβαστο του 75% των μετοχών για μία πενταετία της προερχόμενης από τη συγχώνευση ΑΕ. Διευκρινίζεται ότι η δυνατότητα μεταβιβάσεως του 75% των μετοχών παρέχεται και στην περίπτωση κατά την οποία εκδοθούν ονομαστικές μετοχές. Ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4, 6, 9, 10 και 11 του Ν.2579/1998 που αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος 1048923/790/Α0012/

Σε συνέχεια της υπ' αριθ. 1025535/374/Α0012/διαταγής μας, με την οποία κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του Ν.2579/1998 (ΦΕΚ 31/Α') που αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος και παρασχέθηκαν διευκρινίσεις για τις διατάξεις άμεσης εφαρμογής, με την παρούσα σας παρέχουμε τις ακόλουθες ερμηνευτικές οδηγίες για τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 6, 9, 10 και 11 του νόμου αυτού, με σκοπό την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

..............................................................................

Αρθρο 11
Αύξηση κεφαλαίου εταιριών

Τροποποίηση διατάξεων του Ν.Δ.1297/1972

1. Με την παρ. 1 του άρθρου αυτού, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 8 του Κ.Ν.2190/1920. Με τις νέες διατάξεις, ως ελάχιστο όριο του ολοσχερώς καταβεβλημένου κεφαλαίου, των ιδρυομένων, από τη δημοσίευση του νόμου, δηλαδή από 17.2.1998 και μετά, ημεδαπών ΑΕ, ορίζεται το ποσό των 20.000.000 δρχ. έναντι 10.000.000 δρχ., που προεβλέπετο από τις αντικατασταθείσες διατάξεις.

2. Με την παρ. 2 του άρθρου αυτού προβλέπεται ότι, για τις υφιστάμενες, κατά την 17η Φεβρουαρίου 1998, ΑΕ, με κεφάλαιο μικρότερο των 20.000.000 δρχ., θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 8 του Ν.2190/1920. Δηλαδή, θα πρέπει μέσα σε δύο χρόνια (μέχρι και 16 Φεβρουαρίου 2000) να αυξήσουν το κεφάλαιό τους τουλάχιστον μέχρι 20.000.000 δρχ. Η αύξηση του κεφαλαίου, μπορεί να γίνει, με την καταβολή μετρητών, εισφορά σε είδος, κεφαλαιοποίηση εκτάκτων αποθεματικών ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποφασίσει η εταιρία.

Οι ΑΕ που δεν επιθυμούν να αυξήσουν, σύμφωνα με τα πιο πάνω το κεφάλαιό τους, μπορούν να μετατραπούν σε εταιρία άλλου τύπου (ΕΠΕ, ομόρρυθμη κ.λπ.) πριν από την 17η Φεβρουαρίου 2000.

Η μετατροπή αυτή, γίνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, η οποία λαμβάνεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 29 και της παρ. 2 του άρθρου 31 του Κ.Ν.2190/1920 (Κ.Ν.2190/1920, άρθρο 8, παρ. 4). Σε περίπτωση κατά την οποία δεν θα αυξήσουν το κεφάλαιό τους ή δεν θα μετατραπούν σε εταιρία άλλου τύπου, ανακαλείται η άδεια σύστασής τους (Κ.Ν.2190/1920, άρθρο 8, παρ. 3).

3. Με την παρ. 3 του άρθρου αυτού, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.3190/1955. Σύμφωνα με τις νέες αυτές διατάξεις, το κεφάλαιο της ΕΠΕ, δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 6.000.000 δρχ. ολοσχερώς καταβεβλημένο κατά την κατάρτιση της εταιρικής συμβάσεως, έναντι των 3.000.000 δρχ., που προεβλέπετο από τις προϊσχύουσες διατάξεις. Το ήμισυ τουλάχιστον του πιο πάνω ποσού του κεφαλαίου, πρέπει να είναι καταβεβλημένο σε μετρητά.

Περαιτέρω, με το τρίτο εδάφιο της νέας παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.3190/1955 ορίζεται ότι, οι υφιστάμενες κατά την 17.2.1998 ΕΠΕ, που έχουν κεφάλαιο μικρότερο των 6.000.000 δρχ., πρέπει υποχρεωτικά να αυξήσουν αυτό, μέχρι του ισχύοντος νέου κατωτάτου ορίου, μέσα σε δύο χρόνια, από την έναρξη ισχύος του Ν.2579/1998, δηλαδή μέχρι και 16.2.2000.

Σε περίπτωση, που το πιο πάνω ελάχιστο όριο, δεν επαρκεί για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν.3190/1955, σύμφωνα με την οποία - η μερίς συμμετοχής του εταίρου δεν μπορεί να ορισθεί κατωτέρα των 10.000 δρχ. ή πολλαπλασίου του ανωτέρω ποσού - το ελάχιστο όριο κεφαλαίου πρέπει να αυξηθεί κατά το αναγκαίο ποσό. Το κεφάλαιο της εταιρίας, μετά την αύξηση, πρέπει να καλύπτεται με μετρητά κατά ποσοστό 50% και άνω, όπως συμβαίνει και με τις νεοϊδρυόμενες ΕΠΕ.

4. Με τις διατάξεις της παρ. 4, προβλέπεται η επιβολή προστίμου 1.000.000 δρχ., σε βάρος των υφιστάμενων ΕΠΕ, που δεν συμμορφώνονται με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο. Το ανωτέρω πρόστιμο, επιβάλλεται με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας, υπάγεται η εταιρία, κατά το χρόνο που διαπιστώνεται η πιο πάνω παράλειψη. Για την επιβολή του προστίμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9 του Ν.2523/1997, αλλά σε περίπτωση εξώδικης λύσης (διοικητικής επίλυσης) της διαφοράς, δεν επέρχεται καμία μείωση αυτού, δηλαδή δεν έχει εφαρμογή η παρ. 6 του ανωτέρω άρθρου που προβλέπει συμβιβασμό (περιορισμό) του προστίμου στο 1/3 αυτού.

5. Με την παρ. 5 του άρθρου αυτού, αντικαταστάθηκε η παρ. 3 του άρθρου 41 του Ν.3190/1955. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, το εταιρικό κεφάλαιο της ΕΠΕ, δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από τα 6.000.000 δρχ. και τα εταιρικά μερίδια κάτω από τις 10.000 δρχ.

6. Με τις διατάξεις της παρ. 6, προβλέπεται ότι, τα ποσά που καταβάλλουν οι εταίροι, για την αύξηση του κεφαλαίου υφισταμένων ΕΠΕ μέχρι του ποσού των 6.000.000 δρχ. δεν λαμβάνονται υπόψη για το τεκμαρτό προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματός τους, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 17 του Ν.2238/1994.

Εξάλλου και τα ποσά που θα καταβάλουν οι μέτοχοι για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των ΑΕ, δεν αποτελούν με βάση τις διατάξεις της περ. β' του άρθρου 17 του Ν.2238/1994, τεκμήριο απόκτησης περιουσιακών στοιχείων.

7. Με την παρ. 7, αντικαταστάθηκε η περ. α' του άρθρου 4 του Ν.Δ.1297/1972. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, αυξάνονται τα κατώτερα όρια του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου των ΑΕ και ΕΠΕ αντίστοιχα, που προέρχονται από μετατροπή ή συγχώνευση με τις διατάξεις του Ν.Δ.1297/1972.

Ειδικότερα, προβλέπεται, ότι το ελάχιστο όριο του ολοσχερώς καταβεβλημένου κεφαλαίου, που πρέπει να έχει η προαναφερόμενη επιχείρηση κατά το χρόνο της συγχώνευσης ή σύστασής της, είναι:

α) Για τις ΑΕ 100.000.000 δρχ. αντί των 60.000.000 δρχ., που ίσχυε μέχρι σήμερα.
β) Για τις ΕΠΕ 50.000.000 δρχ. αντί των 30.000.000 δρχ., που ίσχυε μέχρι σήμερα.

8. Με τις διατάξεις της παρ. 8 αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 2 του Ν.2166/1993. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, το ελάχιστο όριο κεφαλαίου της προερχομένης από μετασχηματισμό εταιρίας, με βάση τις διατάξεις του Ν.2166/1993, ορίζεται στο ποσό των 100.000.000 δρχ., προκειμένου για ΑΕ και 50.000.000 δρχ. για ΕΠΕ.

Με τον τρόπο αυτό, επέρχεται εξομοίωση, ως προς το ύψος του απαιτούμενου Κεφαλαίου, για τις επιχειρήσεις, που προέρχονται από μετασχηματισμό, με τις διατάξεις του Ν.Δ.1297/1972 και Ν.2166/1993.

9. Με την παρ. 9, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.2166/1993. Με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι, η ΑΕ στην οποία εισφέρεται κλάδος ή τμήμα άλλης επιχείρησης με τις διατάξεις του Ν.2166/1993, πρέπει να έχει μετά την εισφορά, μετοχικό κεφάλαιο τουλάχιστον 100.000.000 δρχ. και αν πρόκειται για ΕΠΕ, 50.000.000 δρχ., όπως ισχύει και για τις προερχόμενες από μετασχηματισμό εταιρίες.

Παράλληλα, το κεφάλαιο της εισφέρουσας τον κλάδο ή το τμήμα εταιρίας, δεν μπορεί, μετά την εισφορά, να είναι μικρότερο από τα κατώτατα όρια που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου αυτού, δηλαδή 20.000.000 δρχ. και 6.000.000 δρχ. αντίστοιχα.

10. Με την παρ. 10 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε η παρ. 4 του άρθρου 5 του Ν.Δ.1297/1972.

Με βάση τις αντικατασταθείσες διατάξεις, οι προβλεπόμενες από τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ.1297/1972, κυρώσεις δεν επιβάλλονται σε βάρος της προελθούσας από τη μετατροπή ή συγχώνευση εταιρίας (ή της απορροφήσασας), όταν αυτή διαλύεται μέσα σε πέντε χρόνια μετά τη μετατροπή (ή συγχώνευση ή απορρόφηση) με σκοπό την περαιτέρω συγχώνευσής της με άλλη επιχείρηση με σκοπό την ίδρυση, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Ν.Δ.1297/1972, καινούριας ΑΕ ή όταν διασπάται με το Π.Δ.498/1987 για την ίδρυση ΑΕ ή όταν εισφέρει κλάδο ή τμήμα της σε νεοϊδρυόμενη ΑΕ με βάση τα οριζόμενα από την παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν.Δ.1297/1972 (1028579/ΠΟΛ.1062/1989 ερμηνευτική εγκύκλιος του Ν.1828/1989).

Ηδη, με τις νέες διατάξεις, διατηρούνται σε ισχύ τα πιο πάνω και παράλληλα επεκτείνεται η διατήρηση των ευεργετημάτων του Ν.Δ.1297/1972 και όταν η προελθούσα από το μετασχηματισμό εταιρία λυθεί πριν από την παρέλευση της πενταετίας με σκοπό, είτε τη συγχώνευση αυτής με άλλη επιχείρηση για τη δημιουργία καινούριου νομικού προσώπου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2166/1993 ή του Ν.2386/1996 (Σημείωση: η συγχώνευση ΑΕ με οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση δεν είναι εφικτή με τις διατάξεις του Ν.2386/1996), είτε την απορρόφησή της από άλλη ΑΕ ή ΕΠΕ, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις του Ν.Δ.1297/1972 ή του Ν.2166/1993.

Σημειώνεται ότι με βάση τις διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου αυτού, τα πιο πάνω ισχύουν και για τις εταιρίες που προήλθαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ.1297/1972 μέχρι την 17.2.1998.

11. Με την παρ. 11 αντικαταστάθηκε η περ. β' του άρθρου 4 του Ν.Δ.1297/1972. Με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι, στις περιπτώσεις μετατροπής ατομικής επιχείρησης ή προσωπικής εταιρίας ή ΕΠΕ σε ΑΕ ή εισφοράς κλάδου από τις επιχειρήσεις αυτές σε ΑΕ ή συγχώνευσης αυτών με ΑΕ, εκτός από την περίπτωση συγχώνευσης ΑΕ, οι μετοχές της ΑΕ, που αντιστοιχούν στην αξία του εισφερόμενου κεφαλαίου, θα είναι υποχρεωτικά ονομαστικές στο σύνολό τους και μη μεταβιβάσιμες κατά ποσοστό 75% του συνόλου τους για μία πενταετία από το χρόνο της συγχώνευσης ή μετατροπής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, επί συγχωνεύσεως ΑΕ με βάση τις νέες διατάξεις του Ν.Δ.1297/1972 με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε με τη δημιουργία νέου νομικού προσώπου, είτε με απορρόφηση, για το εισφερόμενο κεφάλαιο μπορούν να εκδοθούν ανώνυμες μετοχές, ανεξάρτητα αν οι συγχωνευόμενες εταιρίες έχουν ονομαστικές ή ανώνυμες μετοχές, ενώ με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις δεν υπήρχε η υποχρέωση έκδοσης ονομαστικών μετοχών μόνο σε περίπτωση που οι συγχωνευόμενες επιχειρήσεις είχαν ανώνυμες μετοχές.

Μετά την παραπάνω ρύθμιση, στις συγχωνεύσεις ΑΕ παύει να ισχύει και το αμεταβίβαστο του 75% των μετοχών για μία πενταετία της προερχόμενης από τη συγχώνευση ΑΕ. Διευκρινίζεται ότι η δυνατότητα μεταβιβάσεως του 75% των μετοχών παρέχεται και στην περίπτωση κατά την οποία εκδοθούν ονομαστικές μετοχές.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο