Δημοσιεύθηκε στις : [ 09-10-2003 ]

1089935/09.10.2003 Οδηγίες για την εφαρμογή της απόφασης 1084903/1635/ ΠΟΛ.1107/25.9.2003 Επέκταση των ορίων ακαθαρίστων εσόδων για την υπαγωγή των εκκρεμών υποθέσεων χρήσεων 1993 έως και 1998 στις αποφάσεις ΠΟΛ.1155/2002 και 1085/2003 και επί άλλων θεμάτων ελέγχου.

(Οδηγίες για την εφαρμογή της απόφασης 1084903/1635/ ΠΟΛ.1107/25.9.2003 Επέκταση των ορίων ακαθαρίστων εσόδων για την υπαγωγή των εκκρεμών υποθέσεων χρήσεων 1993 έως και 1998 στις αποφάσεις ΠΟΛ.1155/2002 και 1085/2003 και επί άλλων θεμάτων ελέγχου.)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Αθήνα 9 Οκτωβρίου 2003
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Αρ.Πρωτ.: 1089935/1690/ΔΕ-Α΄
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡ. ΕΛΕΓΧΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ
ΤΜΗΜΑΤΑ Α΄, Β΄
   

ΘΕΜΑ: Οδηγίες για την εφαρμογή της απόφασης 1084903/1635/ «Επέκταση των ορίων ακαθαρίστων εσόδων για την υπαγωγή των εκκρεμών υποθέσεων χρήσεων 1993 έως και 1998 στις αποφάσεις ΠΟΛ. 1155/2002 και 1085/2003» και επί άλλων θεμάτων ελέγχου.

1089935

Σχετικά με την εφαρμογή της πιο πάνω απόφασης 1084903/1635/ (ΦΕΚ 1377 Β΄/25.9.03) καθώς και επί θεμάτων ελέγχου γενικά, παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες και διευκρινίσεις:

Α. Εφαρμογή της απόφασης .

1. Στη ρύθμιση περαίωσης με βάση την παραπάνω απόφαση υπάγονται οι ανέλεγκτες υποθέσεις επιτηδευματιών με βιβλία Β΄ ή Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. που αφορούν χρήσεις που έκλεισαν από 1/1/1993 έως και 31/12/1998 για τις οποίες ο μέσος όρος των δηλωθέντων ακαθαρίστων εσόδων υπερβαίνει τα αρχικά όρια των αποφάσεων ΠΟΛ.1155/2002 και ΠΟΛ.1085/2003 και ανέρχεται το ανώτερο μέχρι τα νέα αυξημένα όρια της ανωτέρω απόφασης .

Συνεπώς, η εν λόγω απόφαση ΠΟΛ. 1107/2003 δεν αφορά ανέλεγκτες υποθέσεις χρήσεων 1993 έως και 1998 οι οποίες βάσει ύψους ακαθαρίστων εσόδων υπήγοντο ήδη στις ρυθμίσεις των αποφάσεων ΠΟΛ. 1155/2002 και ΠΟΛ. 1085/2003. Για τις υποθέσεις αυτές, όπως εξάλλου ορίζεται και στην παράγραφο 6 της ανωτέρω απόφασης ΠΟΛ. 1107/2003, συνεχίζει να ισχύει και να εφαρμόζεται παράλληλα και ανεξάρτητα η προγενέστερη απόφαση 1065798/1480/15.7.03 (σχετ. εγκ. 1070597/1509/28.7.2003).

Σημειώνεται ότι για τις ανέλεγκτες υποθέσεις ελευθέρων επαγγελματιών, χρήσεων 1993 έως και 1998, δεν αυξήθηκε το όριο του μέσου όρου ακαθαρίστων εσόδων για την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις των αποφάσεων ΠΟΛ. 1155/2002 και ΠΟΛ. 1085/2003 και συνεπώς αυτό παραμένει στα 25.000.000 δραχμές.

2. Για τις περαιούμενες υποθέσεις με βάση τη νέα ρύθμιση, επί του τελικού βεβαιωτέου ποσού δεν επιβάλλεται πρόσθετη επιβάρυνση. Ταυτόχρονα με την αποδοχή του οικείου σημειώματος περαίωσης καταβάλλεται ποσό ίσο με το 1/5 (και όχι 1/10) του συνολικού τελικού βεβαιωτέου ποσού και το ποσό που απομένει καταβάλλεται, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων Κ.Β.Σ., σε δώδεκα (12) ίσες μηνιαίες δόσεις, με ελάχιστο ποσό κάθε δόσης τα 300 ευρώ, εφόσον πρόκειται ειδικά για ποσά διαφορών φόρου εισοδήματος ή ελάχιστων ποσών φόρων της παραγράφου 3 της εν λόγω απόφασης. Στην περίπτωση που η συνολικά βεβαιωθείσα οφειλή καταβληθεί εφάπαξ με την αποδοχή του ειδικού σημειώματος περαίωσης, παρέχεται έκπτωση 5% επί της συνολικής οφειλής, εκτός των ποσών που αφορούν ΦΠΑ.

3. Για τη σωστή εφαρμογή της νέας απόφασης αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού των ελάχιστων ποσών φόρων ανά χρήση, επισυνάπτονται στην παρούσα σχετικοί πίνακες με τα κατά περίπτωση προκύπτοντα ποσά βάσει των διατάξεων της παραγράφου 3 της εν λόγω απόφασης.

4. Ως προς όλα τα λοιπά θέματα για την εφαρμογή της παραπάνω απόφασης (π.χ. λόγοι εξαίρεσης από την υπαγωγή στη ρύθμιση, προσδιορισμός ακαθαρίστων εσόδων και διαφορών καθαρών κερδών, διαφορών φόρων κ.λ.π.), εφαρμόζονται ανάλογα στο σύνολό τους τα κατά περίπτωση οριζόμενα από τις αποφάσεις ΠΟΛ. 1155/2002 και ΠΟΛ.1085/2003, όπως αυτές ίσχυσαν, καθώς και οι οδηγίες που έχουν δοθεί με τις σχετικές εγκυκλίους (εγκ. ΠΟΛ. 1177/11.6.02, ΠΟΛ. 1197/18.7.02, 1056270/1404/13.6.2003 και 1070597/1509/28.7.2003).

5. Στον τρόπο και τη διαδικασία περαίωσης της νέας ρύθμισης εμπίπτουν και οι υπαγόμενες σ΄ αυτήν υποθέσεις για τις οποίες έχουν ήδη εκδοθεί εντολές τακτικού ελέγχου κατά τις αποφάσεις ΠΟΛ. 1144/1998 ή ΠΟΛ. 1168/2001 ή κατά τις γενικές διατάξεις, ανεξαρτήτως του σταδίου που βρίσκεται ο διαταχθείς έλεγχος, εκτόςμόνο αν κατά την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης είχαν ήδη εκδοθεί και καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία τα σχετικά φύλλα ελέγχου ή οι σχετικές καταλογιστικές πράξεις.

Συνεπώς, εμπίπτουν στη ρύθμιση και πρέπει να επιδοθούν σχετικές προσκλήσεις με τα οικεία σημειώματα περαίωσης και οι υποθέσεις που ήδη είχαν ελεγχθεί μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία βάσει των αποφάσεων ΠΟΛ. 1144/1998 ή ΠΟΛ. 1168/2001, για τις οποίες ήδη είχαν επιδοθεί μέχρι την ίδια ημερομηνία ειδικά σημειώματα ελέγχου των αποφάσεων αυτών, τα οποία είτε ευρίσκοντο σε εκκρεμότητα στις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές κατά την ημερομηνία αυτή λόγω μη παρέλευσης του χρόνου συμβιβασμού είτε δεν είχαν γίνει αποδεκτά από τους φορολογούμενους λόγω μη επίτευξης συμβιβασμού.

Σε όλες γενικά τις πιο πάνω περιπτώσεις η περαίωση γίνεται υποχρεωτικά υπό το βάρος των διαπιστώσεων του διαταχθέντος ελέγχου από πλευράς παραβάσεων Κ.Β.Σ. και λογιστικών διαφορών μέχρι την παραπάνω ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης ΠΟΛ. 1107/2003, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των οριζόμενων στην παράγραφο 3 της απόφασης 1065798/1480/15.7.03 και με την προϋπόθεση ότι από το διενεργηθέντα έλεγχο δεν προέκυψαν λόγοι εξαίρεσης.

Σημειώνεται ότι για την εφαρμογή των ανωτέρω ισχύουν ανάλογα οι διευκρινίσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 7 της εγκυκλίου 1056270/1404/13.6.2003 με την οποία παρασχέθηκαν οδηγίες για την εφαρμογή της απόφασης ΠΟΛ.1085/2003, με την παρατήρηση ότι σε περιπτώσεις ελέγχων με τις αποφάσεις ΠΟΛ. 1144/1998 ή ΠΟΛ. 1168/2001 που δεν έχουν επιδοθεί τα οικεία ειδικά σημειώματα ελέγχου ή ελέγχων κατά τις γενικές διατάξεις που δεν έχουν ολοκληρωθεί, τα ειδικά σημειώματα της παραγράφου 7 της ανωτέρω εγκυκλίου, στα οποία καταγράφονται οι κατά τα ανωτέρω διαπιστώσεις για τις ανάγκες και μόνο της περαίωσης, συντάσσονται τόσο επί βιβλίων Β΄ κατηγορίας Κ.Β.Σ. όσο και επί βιβλίων Γ΄ κατηγορίας και επιδίδονται μαζί με την πρόσκληση και το ειδικό σημείωμα περαίωσης στο φορολογούμενο, για την ενημέρωσή του.

6. Τα ειδικά σημειώματα περαίωσης στο πλαίσιο εφαρμογής της ανωτέρω απόφασης ΠΟΛ. 1107/2003 θα συντάσσονται εις διπλούν, θα υπογράφονται στην τελευταία σελίδα τους και στα δύο αντίγραφα υποχρεωτικώς τουλάχιστον από τον συντάξαντα υπάλληλο και τον αρμόδιο επόπτη ελέγχου και περαιτέρω θα καταχωρούνται κατ΄ αύξουσα σειρά σε ειδικό επίσημο βιβλίο, στο οποίο επίσης θα αναγράφονται η επωνυμία και τα λοιπά στοιχεία του επιτηδευματία, καθώς και η ημερομηνία έκδοσης και επίδοσης της οικείας πρόσκλησης. Στο ίδιο βιβλίο θα αναγράφονται επίσης, ανά σημείωμα, η ημερομηνία περαίωσης καθώς και ο αύξων αριθμός του οικείου πρακτικού, ο οποίος θα δίδεται από ιδιαίτερη αρίθμηση στο ίδιο βιβλίο που θα αφορά μόνο τα περαιούμενα σημειώματα, με το συνολικά βεβαιούμενο ποσό ή, επί μη περαίωσης, ο αριθμός και η ημερομηνία της εκδιδόμενης εντολής ελέγχου καθώς και το ονοματεπώνυμο του ελεγκτή. Σε δύο αντίγραφα θα συντάσσονται και οι εκδιδόμενες προσκλήσεις, το ένα εκ των οποίων με συνημμένο το ένα αντίγραφο του ειδικού σημειώματος περαίωσης θα επιδίδεται στο φορολογούμενο, ενώ το άλλο θα τίθεται στο φάκελο εν αναμονή λήξης του πενθημέρου για την περαίωση.

Σημειώνεται ότι επί αποδοχής της περαίωσης από το φορολογούμενο, τα οικεία πρακτικά επί των ειδικών σημειωμάτων περαίωσης θα υπογράφονται από αυτόν καθώς και από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής ή τον νόμιμα εξουσιοδοτούμενο απ΄ αυτόν με βάση το άρθρο 28 του Ν. 820/1978 (αναπληρωτή προϊστάμενο, επόπτη ελέγχου κλπ) και δεν θα καταχωρούνται και σε άλλο ιδιαίτερο βιβλίο πέραν του πιο πάνω βιβλίου. Αντίγραφο των ειδικών σημειωμάτων για τα οποία επέρχεται περαίωση με υπογεγραμμένα τα οικεία πρακτικά και συμπληρωμένο τον αύξοντα αριθμό κάθε πρακτικού θα παραδίδεται και στο φορολογούμενο, συντασσομένης προς τούτο σχετικής πράξης επί του σώματος αυτών.

Για διευκόλυνση των υπηρεσιών και ενιαία εφαρμογή, επισυνάπτεται στην παρούσα υπόδειγμα πρόσκλησης το οποίο και θα χρησιμοποιείται, με συμπλήρωση και στα δύο αντίγραφα της οικείας πράξης επίδοσης επί του σώματος αυτού.

Ευνόητο είναι ότι για την επίδοση των προσκλήσεων με τα οικεία σημειώματα περαίωσης, θα προτάσσονται οι υποθέσεις με κατασχεθέντα ανεπίσημα βιβλία και στοιχεία ή με ουσιαστικές παραβάσεις και γενικά οι υποθέσεις με το μεγαλύτερο φορολογικό ενδιαφέρον.

Σημειώνεται εξάλλου ότι όλα τα ανωτέρω ισχύουν και πρέπει να εφαρμόζονται ανάλογα και κατά την εφαρμογή της απόφασης 1065798/1480/15.7.03.

Για την παρακολούθηση της πορείας επιδόσεων των προσκλήσεων με τα ειδικά σημειώματα περαίωσης, θα στέλνεται στη Διεύθυνση Ελέγχου κάθε Δευτέρα, Δελτίο ως συνημμένο υπόδειγμα, με τον αριθμό των εκδοθέντων και κοινοποιηθέντων σημειωμάτων της προηγούμενης εβδομάδας. Εξαιρετικά, το πρώτο Δελτίο που θα αποσταλεί μετά την παραλαβή της παρούσας, θα περιλαμβάνει τον αριθμό των εκδοθέντων και κοινοποιηθέντων σημειωμάτων από 25.9.03, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της απόφασης ΠΟΛ. 1107/2003.

7. Ενόψει της ως άνω ρύθμισης και προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία περαίωσης των υπαγόμενων σ΄ αυτή υποθέσεων, θα πρέπει άμεσα ο προϊστάμενος κάθε Δ.Ο.Υ. να ορίσει ένα υπάλληλο και ο προϊστάμενος κάθε Τ.Ε.Κ. να στείλει στις Δ.Ο.Υ. της αρμοδιότητάς του ένα ελεγκτή, οι οποίοι σε συνεργασία με τα αρμόδια τμήματα της Δ.Ο.Υ. (εισόδημα, Φ.Π.Α., Κ.Β.Σ.) θα προβούν στις παρακάτω ενέργειες:

• Θα εντοπίσουν τις υπαγόμενες στην απόφαση υποθέσεις.

• Θα προβούν στη συγκέντρωση του φακέλου των υποθέσεων αυτών, με τις δηλώσεις όλων των φορολογιών των υπαγόμενων ανέλεγκτων χρήσεων και με τις τυχόν παραβάσεις, δελτία πληροφοριών κτλ που τις αφορούν.

• Θα ομαδοποιήσουν τις υποθέσεις ανά ελεγκτική υπηρεσία, έχοντας υπόψη τις διατάξεις περί ελεγκτικής αρμοδιότητας (ΑΥΟ 1017350/5552/ΔΕ-Β΄/15.2.01, 1073344/8309/ΔΕ-Β΄/26.7.01, 1037823/ 4433/ΔΕ-Β΄/23.4.02 και ΕΔΥΟ 1003605/3042/ΔΕ-Β΄/ΠΟΛ. 1004/15.1.03).

• Θα παραδώσουν τις υποθέσεις με καταστάσεις ανά ελεγκτικό κέντρο. Για τη σύνταξη των καταστάσεων αυτών θα ακολουθούνται οι ειδικότερες λεπτομέρειες που αναφέρονται για το θέμα αυτό στην εγκύκλιο ΠΟΛ. 1313/29.12.98. Οι καταστάσεις αυτές θα φέρουν ημερομηνία παράδοσης των υποθέσεων και θα υπογράφονται τόσο από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. που παραδίδει τις υποθέσεις, όσο και από τον υπάλληλο ή τους υπαλλήλους των Ελεγκτικών Κέντρων που τις παραλαμβάνουν.

Οι προϊστάμενοι των Δ.Ο.Υ., προκειμένου να ανταποκριθούν τόσο στην υλοποίηση των ανωτέρω όσο και στην εφαρμογή των αποφάσεων 1065798/1480/15.7.03 και ΠΟΛ. 1107/2003, για υποθέσεις της αρμοδιότητάς τους, να φροντίσουν, εφόσον έχουν τη δυνατότητα, για την ενίσχυση του τμήματος ελέγχου, με τη μετακίνηση υπαλλήλων από άλλα τμήματα της Δ.Ο.Υ.

Επίσης για διευκόλυνση των Τ.Ε.Κ. σε ότι αφορά την εφαρμογή της απόφασης ΠΟΛ. 1107/2003, σκόπιμο είναι να δοθεί σ΄ αυτά από τις κατά περίπτωση αρμόδιες Δ.Ο.Υ., μαζί με τους φακέλους των υπαγόμενων στην απόφαση αυτή υποθέσεων και η εκτύπωση κατά αλφαβητική σειρά του υπάρχοντος ηλεκτρονικού αρχείου των παραβάσεων Κ.Β.Σ. και Δελτίων Πληροφοριών που είχε δημιουργηθεί σε αυτές (Τμήμα Κ.Β.Σ.) σύμφωνα με τις οδηγίες που είχαν δοθεί με την εγκύκλιο ΠΟΛ. 1120/2002, ενόψει της ρύθμισης για την περαίωση υποθέσεων με την απόφαση ΠΟΛ. 1155/2002.

8. Σε περίπτωση μη αποδοχής της περαίωσης με βάση τη νέα ρύθμιση, ισχύουν ανάλογα για όλες γενικά τις υποθέσεις και συνεπώς και γι΄ αυτές που είχε ήδη αρχίσει ο έλεγχος, οι διατάξεις της παραγράφου 4 της απόφασης 1065798/1480/15.7.03, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπως και επί μη αποδοχής της περαίωσης βάσει της απόφασης αυτής, ο διενεργούμενος έλεγχος γίνεται πλέον κατά το συγκεκριμένο τρόπο και τη διαδικασία που ορίζεται με τις προαναφερόμενες διατάξεις της εν λόγω απόφασης. Ειδικά σε ότι αφορά τις εκδιδόμενες εκ του συγκεκριμένου λόγου εντολές ελέγχου, είναι επιτρεπτό, στο πλαίσιο της πλέον ορθολογικής αξιοποίησης του υφιστάμενου προσωπικού, να εκκρεμούν για τον ίδιο υπάλληλο ενδεχομένως και πάνω από τρεις εντολές. Εξυπακούεται όμως ότι σε κάθε περίπτωση οι εντολές που θα εκδίδονται θα πρέπει τελικώς να μπορούν να υλοποιούνται και βεβαίως να παρακολουθούνται σχολαστικά ως προς την πορεία υλοποίησής τους.

Τονίζεται ότι, προκειμένου να μην καθυστερεί στο στάδιο αυτό η σχετική διαδικασία, ειδικά για τις υποθέσεις που υπάγονται στην ανωτέρω ρύθμιση δεν θα ζητούνται, ακόμη και επί μη αποδοχής της περαίωσης, πληροφορίες από τις υπηρεσίες του Σ.Δ.Ο.Ε. για ύπαρξη τυχόν παραβάσεων ή άλλων επιβαρυντικών στοιχείων που αφορούν τις υποθέσεις αυτές. Δηλαδή, η περαίωση ή και ο κατά τα ανωτέρω έλεγχος επί μη αποδοχής της περαίωσης, θα γίνεται με βάση τα ήδη διαθέσιμα στοιχεία στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. και στα αρμόδια ελεγκτικά κέντρα. Τα ίδια ισχύουν και για την εφαρμογή της απόφασης 1065798/1480/15.7.03.

Β. Διάφορα θέματα επί της περαίωσης των χρήσεων 1993 έως 1998 και επί ελέγχου γενικά.

1. Επί υποθέσεων που περαιώθηκαν ή περαιώνονται με βάση τις αποφάσεις ΠΟΛ. 1155/2002, ΠΟΛ. 1085/2003, 1065798/1480/15.7.03 και ΠΟΛ. 1107/25.9.03, για τις οποίες υφίστανται προς έλεγχο λοιπά εκκρεμή φορολογικά αντικείμενα που σχετίζονται με την επαγγελματική δραστηριότητα και κρίνεται ότι πρέπει να ελεγχθούν (π.χ. Φ.Μ.Υ. και λοιποί παρακρατούμενοι φόροι κλπ) ή επί μέρους αντικείμενα της φορολογίας εισοδήματος ή του ΦΠΑ τα οποία προβλέπεται ότι δεν αποτελούν αντικείμενο περαίωσης κατά τις ανωτέρω αποφάσεις (διαφορές φόρου εισοδήματος επί βιβλίων Γ΄ κατηγορίας που σχετίζονται με την εφαρμογή αναπτυξιακών νόμων, εφαρμογή παραγρ. 2, 3 και 4 άρθ. 26 Ν. 1642/86 και έκπτωση ή επιστροφή ΦΠΑ δαπανών κατασκευής κτιριακών εγκαταστάσεων), ο σχετικός έλεγχος για όλα συγχρόνως τα αντικείμενα αυτά διενεργείται κατά τις γενικές διατάξεις, με ανάλογη εφαρμογή όσων ορίζονται με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρ. 12 της απόφασης ΠΟΛ. 1144/1998, καθώς και της παραγράφου 7 του άρθρου 2 της απόφασης ΠΟΛ. 1168/2001.

Εφόσον για τις ίδιες ως άνω περαιωθείσες ή περαιούμενες υποθέσεις υφίστανται και λοιπά εισοδήματα από άλλες πηγές που πρέπει να ελεγχθούν (π.χ. από Α΄ πηγή, τεκμήρια κλπ), τότε ελέγχονται συγχρόνως και τα εισοδήματα αυτά, εφαρμοζομένων ανάλογα ως προς τα συγκεκριμένα εισοδήματα των διατάξεων της παραγράφου 6 του άρθρου 13 της απόφασης ΠΟΛ. 1144/1998, όπως αυτή ισχύει (σχετ. εγκ. ΠΟΛ. 1242/98, παράγραφος 4.α, Κεφ. Α΄).

2. Υποθέσεις για τις οποίες υποβλήθηκαν από τους φορολογούμενους ειδικά σημειώματα περαίωσης κατά τις αποφάσεις ΠΟΛ. 1155/2002 ή ΠΟΛ. 1085/2003 αλλά διαπιστώθηκε ότι δεν υπήγοντο στις αποφάσεις αυτές λόγω υπέρβασης των ορίων μέσου όρου ακαθαρίστων εσόδων, δεν θεωρούνται περαιωθείσες, ευνόητο όμως είναι ότι αν εμπίπτουν στα νέα όρια της απόφασης και δεν συντρέχουν άλλοι λόγοι εξαίρεσης, τότε μπορεί πλέον να περαιώνονται κατά την απόφαση αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές εκδίδεται ΑΦΕΚ για το ποσό που αρχικά είχε βεβαιωθεί και βεβαιώνεται το ποσό που προκύπτει βάσει της περαίωσης κατά την ανωτέρω απόφαση ή, επί μη αποδοχής της περαίωσης, βάσει του διενεργούμενου ελέγχου κατά την ίδια απόφαση.

3. Για υποθέσεις που περαιώθηκαν ή περαιώνονται με βάση τις αποφάσεις ΠΟΛ. 1155/2002, ΠΟΛ. 1085/2003, 1065798/1480/15.7.03 και , εφόσον μετά την περαίωση περιέρχονται στις φορολογικές αρχές συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 68 του Ν. 2238/1994 και της παραγράφου 3 του άρθρου 39 του Ν. 1642/1986 που αφορούν τις ως άνω περαιωθείσες υποθέσεις, τότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές (σχετ. οι διατ. των παρ. 4, άρθ. 10, απόφ. ΠΟΛ. 1155/02 και 7, άρθ. 11, απόφ. ΠΟΛ. 1085/03), κατά τις ακόλουθες διακρίσεις:

α) Αν τα συμπληρωματικά στοιχεία συνίστανται σε εκθέσεις ή δελτία πληροφοριών άλλων υπηρεσιών ή γενικά σε άλλου είδους στοιχεία, από τα οποία προκύπτουν παραβάσεις του Κ.Β.Σ. που απλώς επηρεάζουν το αποτέλεσμα της περαίωσης με βάση τις ανωτέρω αποφάσεις, αλλά ακόμη και αν προϋπήρχαν της περαίωσης δεν θα αποτελούσαν λόγο εξαίρεσης από τις αποφάσεις αυτές, τότε θα συντάσσεται από τη φορολογική αρχή που έγινε η περαίωση και θα επιδίδεται στον επιτηδευματία προς αποδοχή εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από της επίδοσης, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 11 της απόφασης ΠΟΛ. 1085/2003, συμπληρωματικό ειδικό σημείωμα περαίωσης στο πλαίσιο των πιο πάνω αποφάσεων, για όλες τις περαιωθείσες χρήσεις, υπό το βάρος των συμπληρωματικών στοιχείων και με συμψηφισμό των βεβαιωθέντων ποσών φόρων βάσει του αρχικού σημειώματος. Εξυπακούεται ότι προϋπόθεση περαίωσης είναι η προηγούμενη επίλυση των διαφορών επί των προστίμων που επιβάλλονται για τις παραβάσεις του Κ.Β.Σ. που προκύπτουν από τα συμπληρωματικά στοιχεία, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 των πιο πάνω αποφάσεων ΠΟΛ. 1155/2002 και 1085/2003, αντίστοιχα. Για την επιβολή των προστίμων αυτών και την επίλυση των οικείων διαφορών, αρμόδια είναι η κατά περίπτωση Δ.Ο.Υ. που έχει τη σχετική αρμοδιότητα κατά τις κείμενες διατάξεις, εκτός αν η αρχική περαίωση είχε γίνει από ελεγκτικό κέντρο, οπότε αρμόδιο είναι το συγκεκριμένο κάθε φορά ελεγκτικό κέντρο.

Σε περίπτωση μη αποδοχής της περαίωσης από τον επιτηδευματία, κατά τα ανωτέρω, τότε οι συγκεκριμένες χρήσεις που βαρύνονται με τα συμπληρωματικά στοιχεία θα ελέγχονται από τη ΔΟΥ που είναι αρμόδια για τις χρήσεις αυτές ή το αρμόδιο ελεγκτικό κέντρο, αν η αρχική περαίωση είχε γίνει από ελεγκτικό κέντρο, κατά τις γενικές διατάξεις, εφαρμοζομένων ανάλογα των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 13 της απόφασης και συμψηφιζομένων των ποσών φόρων που έχουν βεβαιωθεί βάσει της προηγηθείσας περαίωσης, χωρίς δυνατότητα επιστροφής της τυχόν αρνητικής διαφοράς.

β) Αν τα συμπληρωματικά στοιχεία συνίστανται σε τέτοιου είδους στοιχεία, τα οποία αν προϋπήρχαν της περαίωσης θα αποτελούσαν λόγο εξαίρεσης από την υπαγωγή στις πιο πάνω αποφάσεις, δηλαδή, ουσιαστικά, αν πρόκειται για στοιχεία από τα οποία προκύπτει αναμφισβήτητα η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η λήψη εικονικών ή η νόθευση φορολογικών στοιχείων για μία ή περισσότερες από τις περαιωθείσες χρήσεις με βάση τις αποφάσεις αυτές, τότε, σε κάθε περίπτωση, θα διενεργείται εξ αρχής έλεγχος των συγκεκριμένων χρήσεων που βαρύνονται με τα συμπληρωματικά στοιχεία, κατά τις γενικές επίσης διατάξεις και σύμφωνα με όσα περαιτέρω στην ανωτέρω περίπτωση α΄ αναφέρονται, από τη Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδια για τις χρήσεις αυτές ή από το αρμόδιο ελεγκτικό κέντρο, αν η αρχική περαίωση είχε γίνει από ελεγκτικό κέντρο.

Ευνόητο είναι ότι αν τα περιερχόμενα στις φορολογικές αρχές συμπληρωματικά στοιχεία συνίστανται σε δελτία πληροφοριών ή άλλα στοιχεία για τα οποία απαιτείται η διενέργεια περαιτέρω ελεγκτικών επαληθεύσεων, θα διενεργούνται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή το ελεγκτικό κέντρο, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι αναγκαίες επαληθεύσεις και διασταυρώσεις με τα τηρηθέντα στις οικείες χρήσεις βιβλία και στοιχεία του επιτηδευματία ή και με οποιοδήποτε επιπρόσθετο πρόσφορο αλλά και ασφαλή τρόπο και περαιτέρω, αναλόγως των διαπιστώσεων, θα εφαρμόζονται τα προαναφερόμενα, κατά τις πιο πάνω διακρίσεις.

4. Επί ελεγχόμενων υποθέσεων κατά τις αποφάσεις ΠΟΛ. 1144/1998 ή ΠΟΛ. 1168/2001, εφόσον πρόκειται για υποθέσεις υπαγόμενες στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν. 2753/1999, όπως αυτές ισχύουν, για τις οποίες η χρήση 2002 αποτελεί την πρώτη χρήση νέας τριετίας, σκόπιμο είναι να αποφεύγεται προς το παρόν η διενέργεια ελέγχου της χρήσης αυτής.

Εφόσον επιβάλλεται από εξαιρετικούς λόγους η διενέργεια. ελέγχου και της χρήσης αυτής, η συγκεκριμένη χρήση θα εξαιρείται από τον έλεγχο βάσει των ανωτέρω αποφάσεων και θα ελέγχεται κατά τις γενικές διατάξεις, με την έκδοση μερικών φύλλων ελέγχου λόγω επιφύλαξης ως προς τις επαληθεύσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν. 2753/1999.

Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω υπενθυμίζεται ότι, είναι δυνατόν , εφόσον μέχρι και τη χρήση 1998 οι ανέλεγκτες χρήσεις είναι τουλάχιστον τρεις, να εκδίδεται χωριστή εντολή ελέγχου για τις χρήσεις αυτές, σύμφωνα με τις ειδικότερες οδηγίες που έχουν δοθεί με την εγκύκλιο ΠΟΛ. 1289/2002 (παρ.10, κεφ.Γ΄).

5. Για υποθέσεις που ελέγχθηκαν και περαιώθηκαν με τις αποφάσεις ΠΟΛ. 1144/1998 ή ΠΟΛ. 1168/2001, εφόσον σε μεταγενέστερο χρόνο της περαίωσης περιέλθουν στις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 68 του ν.2238/1994 και της παραγράφου 3 του άρθρου 49 του Ν. 2859/2000 που αφορούν τις περαιωθείσες υποθέσεις, τότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές (σχετ. η παρ. 1, άρθ. 13, απόφ. ΠΟΛ. 1144/98) και συνεπώς εκδίδονται συμπληρωματικά φύλλα ελέγχου ή πράξεις για τις ήδη περαιωθείσες χρήσεις που εμπλέκονται με τα εν λόγω συμπληρωματικά στοιχεία.

Ως προς τις ακολουθούμενες διαδικασίες στις παραπάνω περιπτώσεις, εφαρμόζονται σε όλα τα στάδια (έλεγχος και υπολογισμός διαφορών βάσει και των συμπληρωματικών στοιχείων, έκδοση και κοινοποίηση συμπληρωματικών φύλλων, συμβιβασμός, μειώσεις πρόσθετων φόρων, προσφυγή κλπ) οι γενικές διατάξεις και όχι οι πιο πάνω αποφάσεις, δεδομένου ότι οι αποφάσεις αυτές αφορούν ανέλεγκτες και όχι ήδη ελεγμένες, όπως εν προκειμένω, υποθέσεις.

Αντίθετα, αν πρόκειται για περιπτώσεις υποθέσεων που ελέγχθηκαν και περαιώθηκαν με τις ίδιες πιο πάνω αποφάσεις, για τις οποίες εκδίδονται συμπληρωματικά φύλλα ελέγχου ή πράξεις σε συνέχεια ήδη εκδοθέντων αρχικώς μερικών φύλλων ελέγχου ή πράξεων, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 68 του Ν. 2238/1994 και της παραγράφου 2 του άρθρου 49 του Ν. 2859/2000 (σχετ. επίσης η παρ. 1, άρθ. 13, απόφ. ΠΟΛ. 1144/98, όπως ισχύει), τότε για τα εκδιδόμενα συμπληρωματικά φύλλα ελέγχου ή πράξεις ακολουθούνται και εφαρμόζονται, σε όλα γενικά τα στάδια, οι διαδικασίες που προβλέπονται από τις προαναφερόμενες αποφάσεις (σύνταξη και επίδοση συμπληρωματικού ειδικού σημειώματος ελέγχου, συμβιβασμός - έκδοση συμπληρωματικών φύλλων ελέγχου ή πράξεων κλπ), όπως αυτές θα ακολουθούντο και εξ΄ αρχής.

Γ. Συντονισμός ενεργειών για τον έλεγχο παραγραφομένων υποθέσεων.

1. Οι ελεγκτικές υπηρεσίες προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους για τον έλεγχο των παραγραφόμενων υποθέσεων, θα πρέπει να λάβουν υπόψη και τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 66 του Ν. 2238/1994 που ορίζουν ότι από τις δηλώσεις αυτής της κατηγορίας, ελέγχονται υποχρεωτικά κατά προτεραιότητα, οι δηλώσεις με τα μεγαλύτερα εισοδήματα.

Η κρίση των προς έλεγχο επιχειρήσεων ως ήσσονος ή μείζονος σημασίας για την διενέργεια περαιτέρω φορολογικού ελέγχου, άπτεται αποκλειστικά και μόνο, των αρμοδιοτήτων των προϊσταμένων των Δ.Ο.Υ. (και κατ΄ επέκταση των ελεγκτικών κέντρων), οι οποίοι έγκαιρα θα πρέπει να προβούν στην αξιολόγηση των υποθέσεων της ελεγκτικής τους αρμοδιότητας, ώστε οι μείζονος σημασίας να ελεγχθούν πριν από την συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής τους, προς διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Υπενθυμίζουμε ότι στις 31.12.2003 παραγράφονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 19 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002, οι χρήσεις 1992 έως και 1997. Εξαιρετικά, με τις διατάξεις της παραγράφου 18 του ίδιου άρθρου και νόμου, ο χρόνος παραγραφής διαχειριστικών ετών (χρήσεων), σε βάρος των οποίων έχουν εκδοθεί και κοινοποιηθεί αποφάσεις επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. για έκδοση εικονικών ή πλαστών φορολογικών στοιχείων ή λήψη εικονικών ή νόθευση φορολογικών στοιχείων, μέχρι το χρόνο παραγραφής του δικαιώματος του δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρου, παρατείνεται για δύο (2) ακόμη έτη πέραν του χρόνου που ορίζεται από τις οικείες κατά περίπτωση διατάξεις. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, ισχύουν για υποθέσεις για τις οποίες η προθεσμία παραγραφής λήγει από 31-12-2002 και μετά.

2. Οι ελεγκτικές υπηρεσίες πέραν των τακτικών (οριστικών) ελέγχων θα πρέπει να δώσουν έμφαση και στη διενέργεια των προσωρινών ελέγχων στις περιπτώσεις μη απόδοσης παρακρατουμένων και επιρριπτομένων φόρων, ακόμα και σε υποθέσεις που έχουν χαρακτηρισθεί ως ήσσονος σημασίας.

3. Ακόμα, για την συντόμευση των ελεγκτικών διαδικασιών ενόψει των παραγραφών, υπενθυμίζουμε τις διατάξεις του άρθρου 66, παράγραφος 1, περίπτωση ε΄, του ν. 2238/1994 με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα στους ελεγκτές των Δ.Ο.Υ. και κατ΄ επέκταση των ελεγκτικών κέντρων, να προβαίνουν οι ίδιοι στις ελεγκτικές επαληθεύσεις και διασταυρώσεις που απαιτούνται κατά τον έλεγχο που διενεργούν σε μία επιχείρηση, με τα βιβλία και στοιχεία άλλης επιχείρησης, η οποία έχει έδρα στην ίδια πόλη ή στον ίδιο νομό στην περίπτωση των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης και να μη ζητούν να γίνονται από τις κατά τόπον αρμόδιες Δ.Ο.Υ.

4. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι οι καταστάσεις με υποθέσεις της αρμοδιότητάς σας που σας έχουν σταλεί προς επιβοήθηση του ελεγκτικού σας έργου σε εφαρμογή της εγκυκλίου ΠΟΛ. 1004/2003, υπάρχει πιθανότητα να μην περιλαμβάνουν το σύνολο των παραγραφομένων υποθέσεων. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη συμβουλευτικά και να γίνεται παράλληλα σχετική έρευνα και στα αρχεία των κατά περίπτωση αρμοδίων Δ.Ο.Υ.

5. Τέλος, οι προϊστάμενοι των Ελεγκτικών Κέντρων και των Δ.Ο.Υ. σε συνεργασία με τους επόπτες ελέγχου να παρακολουθούν, την υλοποίηση όλων των εντολών ελέγχου που εκδίδουν, ώστε ο έλεγχος να διενεργείται μέσα στα πλαίσια του αναγκαίου για την περαίωση χρόνου καθώς και την ακριβή εφαρμογή των προβλεπομένων, από την 1073254/1564/ΔΕ-Α/11.8.03 εγκύκλιο, ελεγκτικών διαδικασιών, με εξαίρεση το θέμα των εντολών που αναφέρονται παραπάνω (παρ. 8, Κεφ. Α΄ παρούσας).

Δ. Λοιπά θέματα ελέγχου.

1. Από τη Δ/νση Ελέγχου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 3 του Ν. 2343/1995, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με τις παραγράφους 9, 10 και ειδικότερα την παράγραφο 11 του άρθρου 20 του Ν. 2753/1999 και την παράγραφο 12 του άρθρου 8 του Ν. 2873/2000, εξετάζονται αιτήματα, κυρίως των Δ.Ο.Υ., για την ανάθεση ελέγχου υποθέσεων, σε άλλη ελεγκτική υπηρεσία.

Σε περιπτώσεις αιτημάτων για ανάθεση ελέγχων που έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία μας από διάφορες ελεγκτικές υπηρεσίες, για τα οποία δεν έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα οι σχετικές αποφάσεις ανάθεσης, οι έλεγχοι θα αντιμετωπισθούν από τις αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες (αυτές που υπέβαλλαν τα αιτήματα) σύμφωνα με τις υφιστάμενες διατάξεις.

2. Πέραν των παραγραφομένων υποθέσεων μείζονος σημασίας, στις κατά προτεραιότητα ελεγκτέες υποθέσεις θα πρέπει να συμπεριληφθούν και οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρίες, των οποίων οι ανέλεγκτες χρήσεις βάσει των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Ν. 2324/1995 δεν πρέπει να ξεπερνούν τις δύο (2), καθώς και οι τεχνικές επιχειρήσεις και οι κοινοπραξίες στις οποίες συμμετέχουν, ενόψει συγχωνεύσεων, εξαγορών κλπ και εφόσον βεβαίως ο έλεγχος αυτός πράγματι επιβάλλεται.

ΣΥΝΗΜΜΕΝΑ:

1. Πίνακες ελάχιστων ποσών φόρων ανά χρήση.

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΠΟΣΑ ΒΕΒΑΙΩΤΕΟΥ ΦΟΡΟΥ ΑΝΑ ΥΠΑΓΟΜΕΝΗ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΧΡΗΣΗ (Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1155/2002 & 1107/2003)

α. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή μεταποίησης - παραγωγής:

Μέσος όρος ακαθαρίστων εσόδων ανά χρήση
   

Ελάχιστο ποσό βεβαιωτέου φόρου ανά χρήση

Από 75.000.001
   

μέχρι
   

100.000.000 δρχ.
   

400.000 δρχ.

-»- 100.000.001
   

-»-
   

125.000.000 -»-
   

500.000 -»-

-»- 125.000.001
   

-»-
   

150.000.000 -»-
   

600.000 -»-

-»- 150.000.001
   

-»-
   

175.000.000 -»-
   

700.000 -»-

-»- 175.000.001
   

-»-
   

200.000.000 -»-
   

800.000 -»-

-»- 200.000.001
   

-»-
   

225.000.000 -»-
   

900.000 -»-

-»- 225.000.001
   

-»-
   

250.000.000 -»-
   

1.000.000 -»-

β. Επί εμπορικών επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών:

Μέσος όρος ακαθαρίστων εσόδων ανά χρήση
   

Ελάχιστο ποσό βεβαιωτέου φόρου ανά χρήση

Από 25.000.001
-»- 37.500.001
-»- 50.000.001
-»- 62.500.001
-»- 75.000.001
-»- 87.500.001
   

Μέχρι
-»-
-»-
-»-
-»-
-»-
   

37.500.000 δρχ.
50.000.000 -»-
62.500.000 -»-
75.000.000 -»-
87.500.000 -»-
100.000.000 -»-
   

400.000 δρχ.
500.000 -»-
600.000 -»-
700.000 -»-
800.000 -»-
900.000 -»-
           

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Για μικτές επιχειρήσεις ισχύουν ανάλογα τα οριζόμενα στην περίπτωση β΄ εφόσον το σύνολο των ακαθαρίστων εσόδων από παροχή υπηρεσιών, για όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις, αποτελεί τουλάχιστον το 50% του συνόλου των ακαθαρίστων εσόδων από όλες τις δραστηριότητες, για τις ίδιες χρήσεις. Σε διαφορετική περίπτωση ισχύουν τα οριζόμενα στην α΄ περίπτωση.

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΠΟΣΑ ΒΕΒΑΙΩΤΕΟΥ ΦΟΡΟΥ ΑΝΑ ΥΠΑΓΟΜΕΝΗ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΧΡΗΣΗ (Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1085/2003 & 1107/2003)

α. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή μεταποίησης - παραγωγής:

Μέσος όρος ακαθαρίστων εσόδων ανά χρήση
   

Ελάχιστο ποσό βεβαιωτέου φόρου ανά χρήση

Από 75.000.001
   

μέχρι
   

100.000.000 δρχ.
   

500.000 δρχ.

-»- 100.000.001
   

-»-
   

125.000.000 -»-
   

600.000 -»-

-»- 125.000.001
   

-»-
   

150.000.000 -»-
   

700.000 -»-

-»- 150.000.001
   

-»-
   

175.000.000 -»-
   

800.000 -»-

-»- 175.000.001
   

-»-
   

200.000.000 -»-
   

900.000 -»-

-»- 200.000.001
   

-»-
   

225.000.000 -»-
   

1.000.000 -»-

-»- 225.000.001
   

-»-
   

250.000.000 -»-
   

1.100.000 -»-

β. Επί εμπορικών επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών:

Μέσος όρος ακαθαρίστων εσόδων ανά χρήση
   

Ελάχιστο ποσό βεβαιωτέου φόρου

ανά χρήση

Από 25.000.001
-»- 37.500.001
-»- 50.000.001
-»- 62.500.001
-»- 75.000.001
-»- 87.500.001
   

Μέχρι
-»-
-»-
-»-
-»-
-»-
   

37.500.000 δρχ.
50.000.000 -»-
62.500.000 -»-
75.000.000 -»-
87.500.000 -»-
100.000.000 -»-
   

500.000 δρχ.
600.000 -»-
700.000 -»-
800.000 -»-
900.000 -»-
1.000.000 -»-
           

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Για μικτές επιχειρήσεις ισχύουν ανάλογα τα οριζόμενα στην περίπτωση β΄ εφόσον το σύνολο των ακαθαρίστων εσόδων από παροχή υπηρεσιών, για όλες τις υπαγόμενες στη ρύθμιση χρήσεις, αποτελεί τουλάχιστον το 50% του συνόλου των ακαθαρίστων εσόδων από όλες τις δραστηριότητες, για τις ίδιες χρήσεις. Σε διαφορετική περίπτωση ισχύουν τα οριζόμενα στην α΄ περίπτωση. Για εισοδήματα από ακίνητα, κινητές αξίες και συμμετοχές σε άλλες επιχειρήσεις, επιχειρήσεων για τις οποίες τα εισοδήματα αυτά συνιστούν ακαθάριστα έσοδα κατά τις κείμενες διατάξεις, έχουν ανάλογη εφαρμογή τα οριζόμενα στην περίπτωση β΄.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο