Δημοσιεύθηκε στις : [ 25-05-2005 ]

ΣτΕ 2938/2005 Επειδή, η διάταξη του άρθρου 33 παρ. 4 του Κώδικος Βιβλίων και Στοιχείων χαρακτηρίζει την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και την λήψη εικονικών τιμολογίων και δελτίων αποστολής ως ιδιάζουσα φορολογική παράβαση και προβλέπει την επιβολή προστίμου μέχρι το πενταπλάσιο της αξίας κάθε στοιχείου ως κύρωση εις βάρος του εκδότου ή του λήπτου των ως άνω στοιχείων. Η διάταξη αυτή, που επιτρέπει επιμέτρηση της κυρώσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αναλόγως της βαρύτητος της παραβάσεως, εφαρμοσθείσα στην προκειμένη περίπτωση με επιβολή προστίμου πενταπλάσιου της αξίας των εικονικών φορολογικών στοιχείων, δεν αντίκειται στην ανωτέρω αρχή της αναλογικότητος διότι δεν θεσπίζει μέτρο προδήλως ακατάλληλο, ούτε η κύρωση υπερακοντίζει τον σκοπό του νόμου που αποβλέπει στον κολασμό του παραβάτου καθώς και στην αποτροπή παρομοίων παραβάσεων. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα καθώς και η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της.

(Επειδή, η διάταξη του άρθρου 33 παρ. 4 του Κώδικος Βιβλίων και Στοιχείων χαρακτηρίζει την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και την λήψη εικονικών τιμολογίων και δελτίων αποστολής ως ιδιάζουσα φορολογική παράβαση και προβλέπει την επιβολή προστίμου μέχρι το πενταπλάσιο της αξίας κάθε στοιχείου ως κύρωση εις βάρος του εκδότου ή του λήπτου των ως άνω στοιχείων. Η διάταξη αυτή, που επιτρέπει επιμέτρηση της κυρώσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αναλόγως της βαρύτητος της παραβάσεως, εφαρμοσθείσα στην προκειμένη περίπτωση με επιβολή προστίμου πενταπλάσιου της αξίας των εικονικών φορολογικών στοιχείων, δεν αντίκειται στην ανωτέρω αρχή της αναλογικότητος διότι δεν θεσπίζει μέτρο προδήλως ακατάλληλο, ούτε η κύρωση υπερακοντίζει τον σκοπό του νόμου που αποβλέπει στον κολασμό του παραβάτου καθώς και στην αποτροπή παρομοίων παραβάσεων. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα καθώς και η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της.)

Κατηγορία: Κ.Β.Σ.

Επειδή, η  διάταξη του άρθρου 33 παρ. 4 του Κώδικος Βιβλίων και Στοιχείων χαρακτηρίζει  την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και την λήψη εικονικών  τιμολογίων και δελτίων αποστολής ως ιδιάζουσα φορολογική παράβαση και  προβλέπει την επιβολή προστίμου μέχρι το πενταπλάσιο της αξίας κάθε στοιχείου  ως κύρωση εις βάρος του εκδότου ή του λήπτου των ως άνω στοιχείων. Η διάταξη  αυτή, που επιτρέπει επιμέτρηση της κυρώσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση  αναλόγως της βαρύτητος της παραβάσεως, εφαρμοσθείσα στην προκειμένη περίπτωση  με επιβολή προστίμου πενταπλάσιου της αξίας των εικονικών φορολογικών  στοιχείων, δεν αντίκειται στην ανωτέρω αρχή της αναλογικότητος διότι δεν  θεσπίζει μέτρο προδήλως ακατάλληλο, ούτε η κύρωση υπερακοντίζει τον σκοπό του  νόμου που αποβλέπει στον κολασμό του παραβάτου καθώς και στην αποτροπή  παρομοίων παραβάσεων. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι  απορριπτέα ως αβάσιμα καθώς και η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της.

ΣτΕ 2938/2005

 Πρόεδρος: Φ. Στεργιόπουλος, Aντιπρόεδρος ΣτE Εισηγητής: Σ. Μαρκάτης, Πάρεδρος ΣτE Δικηγόροι: Ι. Σταμούλης, Π. Παναγιωτουνάκος (Πάρεδρος ΝΣΚ)

 

 [...] 3. Επειδή, στο άρθρο 33 παρ. 4 του Κώδικος Βιβλίων και Στοιχείων (ΠΔ 186/1992, ΦΕΚ Α` 84) ορίζεται ότι "Η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών  στοιχείων και η λήψη εικονικών τιμολογίων και δελτίων αποστολής θεωρείται  ιδιάζουσα φορολογική παράβαση και επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι το πενταπλάσιο  της αξίας κάθε στοιχείου ..."

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη  απόφαση, με την ένδικη πράξη επεβλήθη εις βάρος της αναιρεσείουσας, μεταξύ  άλλων, πρόστιμο, κατ εφαρμογή του άρθρου 33 παρ. 4 του Κώδικος Βιβλίων και  Στοιχείων, με την αιτιολογία ότι, κατά την διαχειριστική περίοδο 1.1.- 31.12.1993, έλαβε είκοσι τέσσερα πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία  (τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής), των οποίων εκδότες εφέροντο οι Ε.Τ.,  Ν.Σ. και Δ.Π., για τις αγορές μεγάλων ποσοτήτων μπανανών (352.200  χιλιογράμμων) συνολικής αξίας 122.711.268 δραχμών εν γνώσει της πλαστότητος  και της εικονικότητος αυτών με σκοπό την αποφυγή καταβολής στο Δημόσιο του  ειδικού φόρου καταναλώσεως και την έκπτωση φόρου προστιθεμένης αξίας. Το  πρόστιμο καθωρίσθηκε στο ποσό των 614.153.340 δραχμών, ίσο με το πενταπλάσιο  της συνολικής αξίας των εικονικών συναλλαγών. Επί προσφυγής της  αναιρεσείουσας κατά της πράξεως αυτής εκδόθηκε η απόφαση 419/1996 του  Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία κρίθηκε ότι στοιχειοθετούνται  οι αποδοθείσες στην αναιρεσείουσα παραβάσεις και ότι ήταν νόμιμη η επιβολή  εις βάρος της προστίμου κατά την ως άνω διάταξη, πλην το ύψος του προστίμου  προσδιορίσθηκε στο ποσό των 245.742.536 δραχμών ίσο με το διπλάσιο της  συνολικής αξίας των εικονικών συναλλαγών. Κατά του αφορώντος το ύψος του  προστίμου μέρους της πρωτοδίκου αποφάσεως το Δημόσιο άσκησε έφεση με σκοπό  την διατήρηση του προστίμου στο πενταπλάσιο της αξίας των συναλλαγών. Επί της  εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία το διοικητικό  εφετείο, κατ` αποδοχή αυτής, έκρινε ότι, λαμβανομένων υπ` όψιν του μεγέθους  των εν προκειμένω συναλλαγών, της συνολικής αξίας των, του ύψους των ποσών  των διαφυγόντων και μη αποδοθέντων στο Δημόσιο φόρων και της σοβαρότητος των  παραβάσεων, ήταν επιβλητέο, ως εύλογο και προσήκον, πρόστιμο ίσο με το  πενταπλάσιο της αξίας των συναλλαγών (614.153.340 δραχμές), όπως ορθώς είχε  καθορισθεί με την ένδικη πράξη της φορολογικής αρχής, και μεταρρύθμισε, κατά  τούτο, την απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου.

 

 5. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλονται λόγοι αναιρέσεως σχετικοί με την στοιχειοθέτηση των αποδοθεισών στην αναιρεσείουσα παραβάσεων, οι οποίοι  πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι διότι δεν πλήσσουν σκέψεις της  προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος  της εφέσεως του Δημοσίου, δεν περιέχεται κρίση σχετική με την στοιχειοθέτηση  των παραβάσεων. Ως προς το ύψος του προστίμου, προβάλλεται ότι το  προσδιορισθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ικανοποιεί το περί δικαίου  αίσθημα εν όψει αφ` ενός του ύψους του καταλογιστέου ποσού και αφ` ετέρου της  φύσεως του προστίμου ως διοικητικής κυρώσεως. Καθ` ο μέρος με τον λόγο αυτόν  πλήσσεται η εκτιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη κρίση του διοικητικού εφετείου  ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος  διότι, αφ` ενός, το διοικητικό εφετείο προσδιώρισε με νόμιμη και, κατ` αρχήν,  επαρκή αιτιολογία, κατά τα ανωτέρω, το ύψος του προστίμου και, αφ` ετέρου,  δεν προβάλλεται ότι το διοικητικό εφετείο παρέλειψε να απαντήσει σε  ειδικώτερους ισχυρισμούς, σχετικούς με το ύψος του προστίμου τους οποίους  είχε προβάλει με την προσφυγή της η αναιρεσείουσα. Καθ` ο δε μέρος με τον  ίδιο λόγο αναιρέσεως αμφισβητείται η εκτίμηση από το διοικητικό εφετείο των  περιστάσεων των εν προκειμένω παραβάσεων για τον προσδιορισμό του επιβλητέου  προστίμου, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήσσει  την ανέλεγκτη κατ` αναίρεση ουσιαστική κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου.  Τέλος, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι οι λόγοι αναιρέσεως  που προβάλλονται με υπόμνημα, το οποίο η αναιρεσείουσα κατέθεσε μετά την  συζήτηση της υποθέσεως και εντός της ταχθείσης προς τούτο προθεσμίας  (21.6.2004) από το Δικαστήριο κατόπιν σχετικού της αιτήματος σύμφωνα με το  άρθρο 25 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989, διότι με το υπόμνημα δεν επιτρέπεται η  προβολή νέων λόγων αναιρέσεως, αλλά μόνο η ανάπτυξη ήδη παραδεκτώς  προβληθέντων λόγων αναιρέσεως.

 

 6. Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 10 εδ. β` του Ν 2523/1997 ("Διοικητικές και  ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία ...", ΦΕΚ Α` 179/11.9.1997, η  έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και η λήψη εικονικών ...  θεωρείται ιδιάζουσα φορολογική παράβαση και επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το  διπλάσιο της αξίας κάθε στοιχείου, μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ εφόσον αυτή  είναι μεγαλύτερη των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών ...". Εξ άλλου,  στο άρθρο 24 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζονται τα εξής: Παραβάσεις του ΚΒΣ που  διαπράχθηκαν μέχρι το χρόνο έναρξης της ισχύος των σχετικών διατάξεων του  παρόντος, για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί από τους προϊσταμένους των  δημοσίων οικονομικών υπηρεσιών οι σχετικές αποφάσεις επιβολής προστίμου ή  έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις αυτές και κατά τον ως άνω χρόνο έναρξης ισχύος των  σχετικών διατάξεων δεν έχουν περαιωθεί οριστικά με διοικητική επίλυση της  διαφοράς ή εκκρεμεί η συζήτηση προσφυγής κατ αυτών ενώπιον των διοικητικών  δικαστηρίων και του ΣτΕ, κρίνονται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5, εφόσον  προβλέπουν επιεικέστερη μεταχείριση, ανεξάρτητα από το χρόνο διαπίστωσής τους  από τις φορολογικές αρχές. Για τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των  δικαστηρίων αυτών, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν με αίτησή τους, που υποβάλλεται  στον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εντός  ανατρεπτικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, να  ζητήσουν τη διοικητική επίλυση της διαφοράς με βάση τις υπόψη διατάξεις,  ακολουθουμένης της διαδικασίας του ΝΔ/τος 4600/1966 (ΦΕΚ Α` 242). Σε κάθε  περίπτωση κατά την πιο πάνω διοικητική επίλυση της διαφοράς το πρόστιμο δεν  μπορεί να περιορισθεί σε ποσό μικρότερο του είκοσι τοις εκατό (20%) του  προστίμου που αρχικά επιβλήθηκε με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις. Στην  περίπτωση που δεν επιτευχθεί η διοικητική επίλυση της διαφοράς, οι υποθέσεις  αυτές κρίνονται με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο διάπραξης της  παράβασης ...". Οπως ορίζεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 24 παρ. 4 του Ν  2523/1997, προϋπόθεση εφαρμογής της σχετικής με το ύψος του επιβλητέου  προστίμου διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 10 εδ. β` του ίδιου νόμου, επί  υποθέσεων εκκρεμών κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού στα διοικητικά  δικαστήρια ή στο Συμβούλιο της Επικρατείας είναι η εμπρόθεσμη υποβολή  σχετικού αιτήματος προς την φορολογική αρχή. Συνεπώς, ο ισχυρισμός, κατά τον  οποίο η επιεικέστερη ως προς το ύψος του προστίμου διάταξη του άρθρου 5 παρ.  10 εδ. β` του Ν 2523/1997 καταλαμβάνει και την ένδικη, εκκρεμή ήδη ενώπιον  του Συμβουλίου της Επικρατείας το οποίο οφείλει να χωρήσει αυτεπαγγέλτως στην  εφαρμογή της ως επιεικεστέρας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, πάντως, η  διάταξη του άρθρου 24 παρ. 4 του Ν 2523/1997 προϋποθέτει, κατά τα  προεκτεθέντα, την υποβολή από τον φορολογούμενο σχετικής αιτήσεως προς την  φορολογική αρχή. Εξ άλλου, λόγω της ειδικής αυτής ρυθμίσεως του νόμου δεν  τίθεται θέμα εφαρμογής της γενικής αρχής του ποινικού δικαίου περί εφαρμογής  του επιεικεστέρου νόμου, η οποία, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ισχύει  και για τις διοικητικές παραβάσεις.

 

 7. Επειδή, η αρχή της αναλογικότητας, απορρέουσα από την έννοια και τους  θεσμούς του κράτους δικαίου, καθιερώνεται ήδη ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρο 25  παρ. 1) και συγκαταλέγεται, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των  Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου.  Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από τον κοινό νομοθέτη και την  διοίκηση περιορισμοί εις την άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι  μόνον οι αναγκαίοι και να συνάπτονται προς τον υπό του νόμου επιδιωκόμενο  σκοπό. Ένα μέτρο που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως κύρωση για παράβαση  διατάξεως, τότε μόνο αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητος, όταν από το  είδος του ή την φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του  επιδιωκομένου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε  προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν το επιδιωκόμενο σκοπό (ΣτΕ 990/2004).

 

 8. Επειδή, η προαναφερόμενη και εφαρμοσθείσα στην προκειμένη περίπτωση  διάταξη του άρθρου 33 παρ. 4 του Κώδικος Βιβλίων και Στοιχείων χαρακτηρίζει  την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και την λήψη εικονικών  τιμολογίων και δελτίων αποστολής ως ιδιάζουσα φορολογική παράβαση και  προβλέπει την επιβολή προστίμου μέχρι το πενταπλάσιο της αξίας κάθε στοιχείου  ως κύρωση εις βάρος του εκδότου ή του λήπτου των ως άνω στοιχείων. Η διάταξη  αυτή, που επιτρέπει επιμέτρηση της κυρώσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση  αναλόγως της βαρύτητος της παραβάσεως, εφαρμοσθείσα στην προκειμένη περίπτωση  με επιβολή προστίμου πενταπλάσιου της αξίας των εικονικών φορολογικών  στοιχείων, δεν αντίκειται στην ανωτέρω αρχή της αναλογικότητος διότι δεν  θεσπίζει μέτρο προδήλως ακατάλληλο, ούτε η κύρωση υπερακοντίζει τον σκοπό του  νόμου που αποβλέπει στον κολασμό του παραβάτου καθώς και στην αποτροπή  παρομοίων παραβάσεων. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι  απορριπτέα ως αβάσιμα καθώς και η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της.

  (Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 1476/1997 ΔΕφΠειρ.)

 

 



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο