Δημοσιεύθηκε στις : [ 21-11-2012 ]

ΣτΕ 2227/2012 H επιβολή με αγορανομική διάταξη σε παραγωγούς ή εμπόρους υποχρέωσης για έκδοση τιμοκαταλόγων, καθώς και για γνωστοποίηση στην αρμόδια αρχή, ύστερα από πρόσκληση, οποιωνδήποτε στοιχείων ή πληροφοριών για τον προσδιορισμό του κόστους των προϊόντων, αποτελούν αγορανομικά μέτρα, τα οποία αποσκοπούν προεχόντως στον έλεγχο του κόστους των εν λόγω προϊόντων, ο οποίος επιβάλλεται από την ανάγκη να παρακολουθείται από τις αρμόδιες αρχές η εξέλιξη και διακύμανση των τιμών παραγομένων στην Ελλάδα και εισαγομένων από το εξωτερικό βιομηχανικών και βιοτεχνικών ειδών βιοτικών αναγκών, με απώτερο στόχο την αποτροπή της αθέμιτης κερδοσκοπίας και την προστασία του καταναλωτικού κοινού, καθώς και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.

(H επιβολή με αγορανομική διάταξη σε παραγωγούς ή εμπόρους υποχρέωσης για έκδοση τιμοκαταλόγων, καθώς και για γνωστοποίηση στην αρμόδια αρχή, ύστερα από πρόσκληση, οποιωνδήποτε στοιχείων ή πληροφοριών για τον προσδιορισμό του κόστους των προϊόντων, αποτελούν αγορανομικά μέτρα, τα οποία αποσκοπούν προεχόντως στον έλεγχο του κόστους των εν λόγω προϊόντων, ο οποίος επιβάλλεται από την ανάγκη να παρακολουθείται από τις αρμόδιες αρχές η εξέλιξη και διακύμανση των τιμών παραγομένων στην Ελλάδα και εισαγομένων από το εξωτερικό βιομηχανικών και βιοτεχνικών ειδών βιοτικών αναγκών, με απώτερο στόχο την αποτροπή της αθέμιτης κερδοσκοπίας και την προστασία του καταναλωτικού κοινού, καθώς και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.)

Κατηγορία: Λοιπά

H επιβολή με αγορανομική διάταξη σε παραγωγούς ή εμπόρους υποχρέωσης για έκδοση τιμοκαταλόγων, καθώς και για γνωστοποίηση στην αρμόδια αρχή, ύστερα από πρόσκληση, οποιωνδήποτε στοιχείων ή πληροφοριών για τον προσδιορισμό του κόστους των προϊόντων, αποτελούν αγορανομικά μέτρα, τα οποία αποσκοπούν προεχόντως στον έλεγχο του κόστους των εν λόγω προϊόντων, ο οποίος επιβάλλεται από την ανάγκη να παρακολουθείται από τις αρμόδιες αρχές η εξέλιξη και διακύμανση των τιμών παραγομένων στην Ελλάδα και εισαγομένων από το εξωτερικό βιομηχανικών και βιοτεχνικών ειδών βιοτικών αναγκών, με απώτερο στόχο την αποτροπή της αθέμιτης κερδοσκοπίας και την προστασία του καταναλωτικού κοινού, καθώς και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.

Συνιστούν, επομένως, τα ανωτέρω αγορανομικά μέτρα θεμιτούς κατ’ αρχήν περιορισμούς στην άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας, δικαιολογούμενους από τους μνημονευθέντες λόγους γενικού συμφέροντος, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν μπορεί να φθάνουν μέχρι την επιβολή αναστολής της άμεσης εφαρμογής αυξήσεων, επί μεγάλα χρονικά διαστήματα, των γνωστοποιουμένων στην αρμόδια αρχή τιμών, ιδία επί προϊόντων διακινουμένων στις παγκοσμιοποιημένες αγορές, όπου η ταχύτητα προσαρμογής είναι μεγάλη και συνεπώς η ανάσχεση αυξήσεως των τιμών στις εγχώριες επιχειρήσεις, λόγω παρεμβολής διοικητικών ελέγχων, μπορεί να έχει καταστρεπτικές συνέπειες γι’ αυτές.

ΣτΕ 2227/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Κυριλλόπουλος, Κ. Κουσούλης, Κ. Πισπιρίγκος, Σύμβουλοι, Ουρ. Νικολαράκου, Ι. Παπαγιάννης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους.

Για να δικάσει την από 12 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση:

των :
1) σωματείου με την επωνυμία .............
2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία
3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία
4) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ...
5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία .....................
6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία .....................
7) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία......................
8) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία......................
9) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία .....................
10) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία....................
11) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...................
12)
η οποία παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, στον οποίο δόθηκε προθεσμία έως τις 2 Δεκεμβρίου 2011, για τη νομιμοποίησή του,

κατά του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ο οποίος παρέστη με τον Νικόλαο Αμιραλή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. Α2-986/2.6.2011 (ΦΕΚ 1144/6.6.2011) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Ι. Παπαγιάννη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1192648, 3091041/11), ζητείται η ακύρωση της Α2-986/2.6.2011 κανονιστικής απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (Αγορανομική Διάταξη ΑΔ 2/2011, φ. Β΄ 1144/6.6.2011), καθ’ ο μέρος στην προσβαλλόμενη ρύθμιση υπάγεται το βιομηχανικό είδος «Λιπάσματα».

2. Επειδή, το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης υπογράφεται από δικηγόρο ως πληρεξούσιο των αιτούντων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο τα αιτούντα νομικά πρόσωπα παρέστησαν εκπροσωπούμενα όχι από τον υπογράφοντα αλλά από άλλον δικηγόρο, στον οποίο χορηγήθηκε προθεσμία μέχρι τις 2.12.2011 προκειμένου να προσκομίσει τα έγγραφα της νομιμοποίησής του. Η ως άνω προθεσμία παρήλθε άπρακτη ως προς την αιτούσα εταιρεία που αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης με αύξοντα αριθμό ...»). Εξ άλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίσθηκε νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω αιτούσης για να εγκρίνει την άσκηση της αίτησης ούτε προσκομίσθηκε μέχρι τη συζήτηση συμβολαιογραφική πράξη παροχής πληρεξουσιότητας προς την υπογράφουσα το δικόγραφο της αίτησης δικηγόρο. Συνεπώς, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθ’ ο μέρος ασκείται από την ανωτέρω εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 27 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει.

3. Επειδή, με το άρθρο 1 του Αγορανομικού Κώδικα (Ν.Δ. 136/1946, Α΄298), όπως ισχύει μετά από ορισμένες τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 802/1978 (άρ. 6 και 7) (Α΄121), ορίζονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «1. Δι’ αγορανομικών διατάξεων, εκδιδομένων υπό του υπουργού Εφοδιασμού δύνανται να ρυθμίζωνται γενικώς μεν παν μέτρον δια τον κανονισμόν των τιμών αντικειμένων και παροχών παντός είδους, ως και δια την επάρκειαν ειδών βιοτικών αναγκών, ιδία δε: α΄) Αι σχέσεις παραγωγής, διανομής και καταναλώσεως. β΄) Τα της οργανώσεως και προστασίας της καταναλώσεως ... δ΄) Αι ανώταται τιμαί, το ποσοστιαίον κέρδος ή το τοιούτον εκπεφρασμένον εις απολύτους μονάδας ..., επί πωλήσεως χονδρικής ή λιανικής, αντικειμένων βιοτικών αναγκών. … ιστ΄) Αι ανώταται τιμαί, το ποσοστιαίον κέρδος ή το τοιούτον εκπεφρασμένον εις απολύτους μονάδας ... επί πωλήσεως χονδρικής ή λιανικής αντικειμένων βιοτικών αναγκών ... κατά κλάδους ομοειδών επιχειρήσεων, τούτων συναγομένων βάσει των εφαρμοσθεισών υπ’ αυτών τούτων των επιχειρήσεων, κατά περίπτωσιν, τιμών κατά προγενέστερον της εκδηλώσεως του ρυθμιστικού μέτρου χρονικόν διάστημα». Περαιτέρω, με το άρθρο 1α του Αγορανομικού Κώδικα, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 18 περ. Α΄ του Ν. 1436/1984 (Α΄54), ορίζονται τα εξής: «Με αγορανομικές διατάξεις που εκδίδονται από τον Υπουργό Εμπορίου μπορούν να ρυθμίζονται και τα εξής θέματα: α) Η έκδοση από τους παραγωγούς, εισαγωγείς, χονδρεμπόρους τιμοκαταλόγου με αναγραφή της αρχικής, των ενδιαμέσων, της τελικής τιμής (καταναλωτή) και των εκπτώσεων λόγω κύκλου εργασιών, με χρονική διάρκεια ισχύος όχι μικρότερη από 4 μήνες. β) ... δ) Η γνωστοποίηση στο Υπουργείο Εμπορίου, ύστερα από πρόσκληση του επιτηδευματία, οποιωνδήποτε στοιχείων κόστους, τιμών, πιστώσεων, εκπτώσεων και άλλων χρήσιμων στοιχείων ή πληροφοριών για το σκοπό προσδιορισμού του κόστους, όπως αυτά προκύπτουν και διαμορφώνονται από τα τηρούμενα από τον επιτηδευματία Βιβλία και στοιχεία, θεωρημένα και μη, και η διαδικασία, ο τρόπος και ο χρόνος γνωστοποίησης. ε) ...». Περαιτέρω, με τον Ν. 3728/2008 περί Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς κλπ. (Α΄258) ορίζεται, μεταξύ άλλων, (α) ότι «1. Στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης συνιστάται ενιαίος διοικητικός τομέας, ..., με τίτλο «Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς» ... . 2. ...» (άρθρο 1), (β) ότι «Αποστολή της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς είναι η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς προς όφελος των επιχειρήσεων και των καταναλωτών και ιδίως η μελέτη του επιπέδου και του τρόπου διαμόρφωσης τιμών των προϊόντων και υπηρεσιών, η διενέργεια πάσης φύσεως ελέγχων, ερευνών και τιμοληψιών σε κάθε στάδιο παραγωγής και εμπορίας προϊόντων και υπηρεσιών, η ανάπτυξη του εμπορίου, η άρση περιορισμών και εξάλειψη καταχρηστικών πρακτικών σε όλα τα στάδια της παραγωγής, διακίνησης και εμπορίας αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και η παρακολούθηση των συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν στην αγορά. Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς μπορεί να συνεργάζεται με την Επιτροπή Ανταγωνισμού και με άλλες δημόσιες υπηρεσίες και αρχές» (άρθρο 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 52 παρ. 1 του Ν. 3959/2011, φ. Α΄93/20.4.2011) και (γ) ότι «1. Η Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς προβαίνει ειδικότερα σε: ... ιγ) έρευνα ως προς τις επικρατούσες συνθήκες στην αγορά, τις διαγραφόμενες τάσεις των τιμών, τα δίκτυα διανομής, τα μερίδια αγοράς και τη μελέτη και ανάλυση οικονομικών στοιχείων και αριθμοδεικτών, ιδ) κοστολογική έρευνα σε επιχειρήσεις ή κατά επιχειρηματικούς κλάδους σε περιπτώσεις αδικαιολόγητων αυξήσεων προϊόντων και εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, από μια επιχείρηση ή από το σύνολο των δραστηριοποιούμενων ομοειδών στον κλάδο επιχειρήσεων ...» (άρθρο 3).

4. Επειδή, με το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης Α.Δ. 2/2011, η οποία επικαλείται στο προοίμιό της (σημεία 2 και 3), μεταξύ άλλων, το «Ν.Δ. 136/46 «περί Αγορανομικού Κώδικος» ... όπως ισχύει και ιδίως το άρθρο 1α» και τον Ν. 3728/2008 περί Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, όπως ισχύει, ορίζονται τα ακόλουθα: «Το άρθρο 9 του Κεφαλαίου 1 της Αγορανομικής Διάταξης 7/2009 [απόφ. Υφυπ. Ανάπτυξης Α2-3391/2.7.2009 (φ. Β΄1388), όπως ισχύει] αντικαθίσταται ως ακολούθως: 1. Στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας εμπίπτουν: α) Βιομηχανίες, βιοτεχνίες, συνεταιριστικά εργοστάσια παραγωγών, εισαγωγικές και εμπορικές επιχειρήσεις που διαθέτουν και πωλούν χονδρικώς στην εγχώρια αγορά είδη, που εντάσσονται στους ΠΙΝΑΚΕΣ 1 και 2, εφόσον: πραγματοποίησαν κατά την τελευταία κλεισμένη οικονομική χρήση, ετήσιο κύκλο εργασιών 10.000.000 ευρώ και άνω, σύμφωνα με τα βιβλία που τηρούν, και οι χονδρικές τους πωλήσεις στην εγχώρια αγορά, για τα είδη των ΠΙΝΑΚΩΝ 1 και 2, είναι τουλάχιστον 10.000.000 ευρώ. ... . 2. Οι επιχειρήσεις της παραγράφου 1 πριν από τη θέση σε ισχύ τιμοκαταλόγων που μεταβάλλουν (αυξητικά ή μειωτικά) τις τιμές πώλησης ειδών και υπηρεσιών που εντάσσονται στους ΠΙΝΑΚΕΣ 1, 2 και 3, υποχρεούνται να υποβάλλουν σε ηλεκτρονική μορφή, στη Διεύθυνση Έρευνας Τιμών & Κόστους, της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς (ΥΠΕΑ) του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (εφεξής: Υπηρεσία), τα ακόλουθα στοιχεία: α) Τιμοκατάλογο στον οποίο περιλαμβάνονται όλα τα είδη και οι υπηρεσίες που πωλούν και εντάσσονται στους ΠΙΝΑΚΕΣ 1, 2 και 3, σύμφωνα με το υπόδειγμα Α, ανεξαρτήτως αν οι τιμές τους μεταβάλλονται. β) Τιμοκατάλογο αποκλειστικά για τα είδη ή τις υπηρεσίες, που εντάσσονται στους ΠΙΝΑΚΕΣ 1, 2 και 3, η τιμή των οποίων μεταβάλλεται, που καταρτίζεται σύμφωνα με το υπόδειγμα Α. γ) Εφόσον, η μεταβολή των τιμών αφορά σε αύξηση, έγγραφο του νομίμου εκπροσώπου, [στο οποίο] αναφέρονται οι λόγοι που επιβάλλουν την αύξηση αυτή. ... 3. Σε περίπτωση που τα υποβληθέντα στοιχεία της παραγράφου 2 αφορούν σε αυξητική μεταβολή των τιμών, η υπηρεσία οφείλει εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την επομένη της παραλαβής των στοιχείων της παραγράφου 2 να προβεί στην εξέτασή τους και να ζητήσει τη συμπλήρωση τυχόν ελλείψεων. 4. Σε περίπτωση που η νέα τιμή ορισμένου είδους ή υπηρεσίας που ανακοινώνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος εμφανίζει αύξηση σε σχέση με την ισχύουσα τιμή τιμοκαταλόγου, ο Ειδικός Γραμματέας της ΥΠΕΑ μπορεί, εφόσον το θεωρεί αναγκαίο, με έγγραφη κλήση του εντός της προθεσμίας της παραγράφου 3, να ζητά, για το είδος ή την υπηρεσία αυτή, πρόσθετα συμπληρωματικά στοιχεία, όπως ενδεικτικές αναλύσεις σύμφωνα με τα υποδείγματα Β, Γ και Δ, σχετικά με: τη νέα τιμή τιμοκαταλόγου, την ισχύουσα τιμή τιμοκαταλόγου, την αμέσως προηγούμενη τιμή τιμοκαταλόγου, την απολογιστική τιμή πώλησης (βάσει της τελευταίας οικονομικής χρήσης), καθώς επίσης και ισολογισμό, γενική εκμετάλλευση, αναλυτικές κατά κλάδο εκμεταλλεύσεις, καρτέλες αποθήκης, αποθέματα, τιμολόγια. Τα στοιχεία κόστους και λοιπά οικονομικά στοιχεία που ενσωματώνονται στα υποδείγματα Β, Γ και Δ, πρέπει να προκύπτουν από τα βιβλία και στοιχεία της επιχείρησης και να βασίζονται σε πραγματοποιηθέντα μεγέθη (ιστορικά μεγέθη). Κατ’ εξαίρεση είναι δυνατόν να ενσωματώνονται προϋπολογιστικά στοιχεία στις περιπτώσεις που τα είδη του τιμοκαταλόγου παράγονται, εισάγονται ή αγοράζονται από την επιχείρηση κατόπιν παραγγελίας του πελάτη και δεν διατηρούνται αποθέματα ... . 5. Η ημερομηνία υποβολής στοιχείων και διευκρινίσεων σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4 [κινεί], κάθε φορά από την υποβολή τους, εκ νέου την προθεσμία των δέκα (10) εργάσιμων ημερών για την εξέτασή τους. Ο χρόνος εξέτασης των στοιχείων σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4 αναστέλλει την έναρξη ισχύος των νέων αυξημένων τιμών. Σε περίπτωση που ζητηθεί η συμπλήρωση ελλείψεων ή η παροχή πρόσθετων στοιχείων για συγκεκριμένα είδη ή υπηρεσίες, η αναστολή έναρξης ισχύος αφορά μόνο αυτά. 6. Η Υπηρεσία μπορεί να διενεργεί και μετά την έναρξη ισχύος των νέων αυξημένων τιμών ελέγχους επαλήθευσης των στοιχείων που έχουν υποβληθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 4 σε σχέση με τα βιβλία και στοιχεία που τηρεί η επιχείρηση. Αν από τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι τα υποβληθέντα στοιχεία είναι ανακριβή για ορισμένα είδη ή υπηρεσίες, τότε οι αυξημένες τιμές για τα είδη ή υπηρεσίες αυτές παύουν να ισχύουν και η επιχείρηση υποχρεούται να επανέλθει στις τιμές του αμέσως προηγούμενου τιμοκαταλόγου, εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την έγγραφη ενημέρωσή της. Η επιχείρηση, της οποίας ο ισχύων τιμοκατάλογος ανακλήθηκε, δεν μπορεί να θέσει σε ισχύ νέο τιμοκατάλογο με αυξήσεις για τα είδη ή τις υπηρεσίες για τις οποίες υπέβαλε ανακριβή στοιχεία, πριν παρέλθουν ενενήντα (90) ημέρες από την ανάκληση του τιμοκαταλόγου. 7. Οι επιχειρήσεις της παραγράφου 1 που προτίθενται να θέσουν σε κυκλοφορία για πρώτη φορά είδη και υπηρεσίες των ΠΙΝΑΚΩΝ 1, 2 και 3, υποχρεούνται προηγουμένως να υποβάλλουν στην Υπηρεσία, τιμοκατάλογο με τα νέα είδη και υπηρεσίες, σύμφωνα με το υπόδειγμα Α, καθώς και να γνωστοποιήσουν την ημερομηνία της πρώτης κυκλοφορίας τους. 8. ...». Περαιτέρω, στον ΠΙΝΑΚΑ 2 της προσβαλλόμενης Α.Δ., υπό τον τίτλο ........................., περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα «Λιπάσματα», στα δε Υποδείγματα Β και Γ «Ανάλυσης τιμής πώλησης παραγόμενου προϊόντος» και «Ανάλυσης τιμής πώλησης εισαγόμενου προϊόντος ή εμπορεύματος», αντίστοιχα, εξειδικεύονται τα στοιχεία που πρέπει να παραθέτει, εφ’ όσον της ζητηθούν, η υπόχρεη επιχείρηση σχετικά με το κόστος παραγωγής ή εισαγωγής των προϊόντων της.

5. Επειδή, από τα στοιχεία που έχουν προσκομισθεί από τα αιτούντα νομικά πρόσωπα προκύπτει ότι το πρώτο αιτούν ασκεί την κρινόμενη αίτηση με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς, ως Σωματείο στους σκοπούς του οποίου περιλαμβάνεται, σύμφωνα με το Καταστατικό του, η συνένωση των επαγγελματιών, παραγωγών, εισαγωγέων, εξαγωγέων, αντιπροσώπων και εν γένει εμπόρων λιπασμάτων, καθώς και η προστασία και προαγωγή των οικονομικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του. Επίσης, με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς ασκούν την κρινόμενη αίτηση οι λοιπές αιτούσες, ως επιχειρήσεις εμπορίας και παραγωγής λιπασμάτων, οι οποίες σύμφωνα με τα προσκομισθέντα στοιχεία εμπίπτουν κατ’ αρχήν στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης αγορανομικής διάταξης, εκτός από την αιτούσα που αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης με αύξοντα αριθμό 3 («...............»), η οποία κατά την τελευταία κλεισμένη χρήση (2009), για την οποία προσκόμισε στοιχεία, δεν πραγματοποίησε κύκλο εργασιών τουλάχιστον 10.000.000 ευρώ, ώστε να εμπίπτει κατ’ αρχήν στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλομένης Α.Δ. (σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την ως άνω αιτούσα κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσεως προκύπτει κύκλος εργασιών 9.385.889,91 ευρώ). Συνεπώς, ως προς την ως άνω αιτούσα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

6. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην ... οικονομική ... ζωή της Χώρας, εφ’ όσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Η διάταξη αυτή κατοχυρώνει την ελευθερία της οικονομικής δραστηριότητας, στην οποία περιλαμβάνεται και η ελευθερία άσκησης του εμπορίου, και αποβλέπει μεταξύ άλλων στη διασφάλιση της ελεύθερης οικονομικής λειτουργίας των επιχειρήσεων, ώστε να μπορούν αυτές να εργάζονται και να αποκομίζουν κέρδος στα πλαίσια της ανταγωνιστικής αγοράς. Και ναι μεν η εν λόγω συνταγματική διάταξη δεν αποκλείει τη θέσπιση με νόμο ή με κανονιστική διοικητική πράξη, εκδιδόμενη κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, θεμιτών κατ’ αρχήν περιορισμών της οικονομικής ελευθερίας για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως τα αγορανομικά μέτρα που προβλέπονται από τα άρθρα 1 και 1α του Αγορανομικού Κώδικα ή και από άλλες διατάξεις, οι περιορισμοί όμως αυτοί αφ’ ενός μεν δεν επιτρέπεται να θίγουν τον πυρήνα της συνταγματικώς κατοχυρωμένης οικονομικής ελευθερίας, καθιστώντας αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερή την πραγματοποίηση και των θεμιτών ακόμη σκοπών της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τους οποίους εξαρτάται η επιβίωση της επιχείρησης, αφ’ ετέρου δε πρέπει να μην παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, όπως ήδη ρητώς ορίζει το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 366/2008, ΣτΕ 1038/2006 επτ., ΣτΕ 85/2006 επτ., ΣτΕ 3633/2004 ολομ., ΣτΕ 1686/2002, ΣτΕ 3624-5/2001, ΣτΕ 2918/1986, ΣτΕ 294/1984 ολομ., ΣτΕ 3003/1983 ΣτΕ 3006/1983 επτ., ΣτΕ 2956/1983 επτ., 2112/1963 ολομ. κ.ά.). Ως εκ τούτου, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Αγορανομικού Κώδικα και ιδίως του άρθρου 1α αυτού, ερμηνευομένων υπό το φως των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η επιβολή με αγορανομική διάταξη σε παραγωγούς ή εμπόρους υποχρέωσης για έκδοση τιμοκαταλόγων, καθώς και για γνωστοποίηση στην αρμόδια αρχή, ύστερα από πρόσκληση, οποιωνδήποτε στοιχείων ή πληροφοριών για τον προσδιορισμό του κόστους των προϊόντων, αποτελούν αγορανομικά μέτρα, τα οποία αποσκοπούν προεχόντως στον έλεγχο του κόστους των εν λόγω προϊόντων, ο οποίος επιβάλλεται από την ανάγκη να παρακολουθείται από τις αρμόδιες αρχές η εξέλιξη και διακύμανση των τιμών παραγομένων στην Ελλάδα και εισαγομένων από το εξωτερικό βιομηχανικών και βιοτεχνικών ειδών βιοτικών αναγκών, με απώτερο στόχο την αποτροπή της αθέμιτης κερδοσκοπίας και την προστασία του καταναλωτικού κοινού, καθώς και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς (πρβλ. ΣτΕ 1405/2002 επτ., ΣτΕ 1100/1995). Συνιστούν, επομένως, τα ανωτέρω αγορανομικά μέτρα θεμιτούς κατ’ αρχήν περιορισμούς στην άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας, δικαιολογούμενους από τους μνημονευθέντες λόγους γενικού συμφέροντος, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν μπορεί να φθάνουν μέχρι την επιβολή αναστολής της άμεσης εφαρμογής αυξήσεων, επί μεγάλα χρονικά διαστήματα, των γνωστοποιουμένων στην αρμόδια αρχή τιμών, ιδία επί προϊόντων διακινουμένων στις παγκοσμιοποιημένες αγορές, όπου η ταχύτητα προσαρμογής είναι μεγάλη και συνεπώς η ανάσχεση αυξήσεως των τιμών στις εγχώριες επιχειρήσεις, λόγω παρεμβολής διοικητικών ελέγχων, μπορεί να έχει καταστρεπτικές συνέπειες γι’ αυτές. Εν προκειμένω οι επιπρόσθετοι ως άνω περιορισμοί, οι οποίοι πλήττουν ευθέως τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να εφαρμόζουν χωρίς καθυστέρηση τις νέες τιμές τους, όχι μόνο δεν ευρίσκουν έρεισμα στο γράμμα των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 1 και 1α του Αγορανομικού Κώδικα, αλλά και υπερακοντίζουν τους μνημονευθέντες σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι η παρακολούθηση της διαμόρφωσης των τιμών, καθώς και η άσκηση της αναγκαίας εποπτείας επί της αγοράς από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, εξασφαλίζονται με την έκδοση και κοινοποίηση των τιμοκαταλόγων και των σχετικών στοιχείων κόστους στην αρμόδια αρχή, καθώς και με την επιβολή των τυχόν προβλεπομένων διοικητικών κυρώσεων. Εν όψει των ανωτέρω, οι διατάξεις της προσβαλλόμενης αγορανομικής διάταξης (άρθρο 9 παρ. 5 εδάφια δεύτερο και τρίτο και παρ. 6 εδάφιο τρίτο της Α.Δ. 7/2009, όπως το άρθρο τούτο αντικαθίσταται με το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης Α.Δ. 2/2011), με τις οποίες ορίζεται αφ’ ενός ότι, κατά τη διάρκεια της εξέτασης από την αρμόδια υπηρεσία των στοιχείων που υποβάλλονται από τις βαρυνόμενες επιχειρήσεις και αφορούν αυξητικές μεταβολές των τιμών, αναστέλλεται η έναρξη ισχύος των νέων τιμών και αφ’ ετέρου ότι επιχείρηση της οποίας ο ισχύων τιμοκατάλογος ανακλήθηκε λόγω υποβολής ανακριβών στοιχείων δεν μπορεί να θέσει σε ισχύ νέο, με αυξήσεις για τα είδη για τα οποία υπέβαλε ανακριβή στοιχεία, πριν παρέλθουν 90 ημέρες από την ανάκληση του προηγούμενου τιμοκαταλόγου, βαίνουν προδήλως πέραν του αναγκαίου μέτρου που επιβάλλεται, εν όψει του μνημονευθέντος σκοπού δημοσίου συμφέροντος, από την αρχή της αναλογικότητας, ιδία εν όψει και του ότι τα λιπάσματα του ιδιωτικού εμπορίου δεν έχουν υπαχθεί στην κατηγορία των διατιμημένων ή των ελεγχομένων ως προς το κέρδος ειδών και η τιμή τους διαμορφώνεται, κατ’ αρχήν, ελεύθερα στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι μνημονευθείσες ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης αγορανομικής διάταξης κείνται εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρέχεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 1α του Αγορανομικού Κώδικα, ερμηνευομένης σύμφωνα και προς την αρχή της αναλογικότητος, για το λόγο δε αυτόν, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη αγορανομική διάταξη. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Παπαγεωργίου, με τη γνώμη του οποίου συντάχθηκε ο Πάρεδρος Ι. Παπαγιάννης, οι οποίοι υποστήριξαν τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 1α του Αγορανομικού Κώδικα, όπως ισχύουν, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τις παρατεθείσες διατάξεις του νεότερου Ν. 3728/2008, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η θέσπιση αγορανομικών μέτρων με τα οποία επιβάλλεται σε εμπορικές επιχειρήσεις (παραγωγής, εισαγωγής και χονδρικής εμπορίας) η υποχρέωση να εκδίδουν τιμοκαταλόγους, ιδίως στις περιπτώσεις μεταβολής των τιμών τους, στους οποίους υποχρεούνται να αναγράφουν την αρχική, τις τυχόν ενδιάμεσες και την τελική τιμή των παραγομένων ή διακινουμένων αγαθών ή και ορισμένες μόνο από τις τιμές αυτές, σύμφωνα με την ασκούμενη κάθε φορά από τον κανονιστικό νομοθέτη ευχέρεια διαμόρφωσης του περιεχομένου των θεσπιζομένων διατάξεων. Η χρονική διάρκεια των εκδιδομένων κατά τα ανωτέρω τιμοκαταλόγων ορίζεται από το άρθρο 1α περ. α΄ του Αγορ. Κώδικα ως «όχι μικρότερη από 4 μήνες», η ρύθμιση όμως αυτή, ως επιβάλλουσα μείζονα περιορισμό στην οικονομική ελευθερία των υπόχρεων επιχειρήσεων, πρέπει να θεωρηθεί, ερμηνευόμενη σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ότι δεν αποκλείει στον κανονιστικό νομοθέτη την ευχέρεια να επιβάλλει υποχρέωση έκδοσης τιμοκαταλόγων χωρίς να θεσπίζει υποχρεωτικώς ελάχιστη διάρκεια ισχύος αυτών. Εξ άλλου, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Αγορανομικού Κώδικα, με τις οποίες παρέχεται, μεταξύ άλλων, εξουσιοδότηση για τη λήψη κανονιστικών αγορανομικών μέτρων με αντικείμενο την οργάνωση και προστασία της κατανάλωσης (άρθρο 1 παρ. 1 περ. β΄), είναι επιτρεπτό να επιβάλλεται στις βαρυνόμενες με την έκδοση τιμοκαταλόγων επιχειρήσεις η συναφής υποχρέωση να υποβάλλουν τους τιμοκαταλόγους αυτούς στην αρμόδια αρχή, καθώς και να παραθέτουν εγγράφως τους λόγους που δικαιολογούν τις μεταβολές των αναφερομένων τιμών και ιδίως τις αυξητικές. Η επιβολή των εν λόγω συναφών υποχρεώσεων δικαιολογείται εκ του ότι αυτές συνδέονται άρρηκτα με την ανάγκη έγκαιρης ενημέρωσης της αρμόδιας διοικητικής αρχής (πρβλ. ΣτΕ 1405/2002 επτ.), προκειμένου να καθίσταται δυνατή - και όχι απλώς θεωρητική - η επίκαιρη και αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων της, οι οποίες αφορούν τον έλεγχο της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων έκδοσης των τιμοκαταλόγων από τους επιτηδευματίες και, ενδεχομένως, την πρόσκλησή τους από τη Διοίκηση να γνωστοποιήσουν οποιαδήποτε στοιχεία κόστους σχετικά με τη διαμόρφωση των τιμών τους στο πλαίσιο του συναφούς αγορανομικού μέτρου που προβλέπεται από το άρθρο 1α περ. δ΄ του Αγορανομικού Κώδικα. Για τους ίδιους αυτούς λόγους της επίκαιρης και αποτελεσματικής άσκησης των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της αρμόδιας αρχής, κατά τρόπο μάλιστα που να επιτυγχάνεται όχι απλώς η καταστολή, αλλά και η πρόληψη της αθέμιτης κερδοσκοπίας ή άλλων καταχρηστικών πρακτικών, ιδίως στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις επί ζημία των καταναλωτών, είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτό, όπως εκτίθεται στη συνέχεια, να καθιερώνονται από τον κανονιστικό νομοθέτη, ως στοιχεία της διαδικασίας ελέγχου των υποβαλλομένων στην αρμόδια διοικητική αρχή στοιχείων, χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία αναστέλλεται ή απαγορεύεται η άμεση εφαρμογή από τις υπόχρεες επιχειρήσεις των νέων αυξημένων τιμών τους. Το εύλογο της διάρκειας των χρονικών αυτών διαστημάτων, ως συνεπαγομένων περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας, υπόκειται σε έλεγχο ορίων από τον ακυρωτικό δικαστή με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, η ρύθμιση της προσβαλλόμενης αγορανομικής διάταξης, η οποία αφορά τη θέσπιση προθεσμίας 10 εργασίμων ημερών για την εξέταση των υποβαλλομένων από τις υπόχρεες επιχειρήσεις στοιχείων, η οποία κινείται κάθε φορά εκ νέου από την υποβολή των στοιχείων ή των ζητουμένων από τη Διοίκηση διευκρινίσεων και συνεπάγεται την αναστολή της εφαρμογής των νέων αυξημένων τιμών, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προδήλως, τα όρια που τίθενται από την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι ο χρόνος αυτός μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ως αναγκαίος, προκειμένου η αρμόδια αρχή να ασκήσει αποτελεσματικώς τα ελεγκτικά της καθήκοντα και ενδεχομένως να καλέσει την επιχείρηση να μην εφαρμόσει το νέο τιμοκατάλογο ή να της επιβάλει διοικητικές κυρώσεις, αν διαπιστώσει ανακρίβεια των υποβληθέντων στοιχείων, είτε να εισηγηθεί περαιτέρω, στο πλαίσιο της αποστολής της (άρθρο 2 Ν. 3728/2008), τη λήψη τυχόν αυστηρότερων αγορανομικών μέτρων (όπως π.χ. την επιβολή καθεστώτος διατίμησης ή ελέγχου ως προς το κέρδος ορισμένων αγαθών) είτε τέλος, στο πλαίσιο της ίδιας αυτής αποστολής, να συνεργασθεί κατά τρόπο έγκαιρο και αποτελεσματικό με την Επιτροπή Ανταγωνισμού, προκειμένου να ληφθούν από την τελευταία, αν συντρέχει περίπτωση, τα αναγκαία προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα (βλ. ιδίως τα άρθρα 1 παρ. 1 περ. α΄, 2 παρ. 2 περ. α΄, 11, 14 παρ. 2 περ. α΄, γ΄ και δ΄ και 25 του Ν. 3959/2011 περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού). Περαιτέρω, ούτε η ρύθμιση της προσβαλλόμενης αγορανομικής διάταξης με την οποία επιβάλλεται απαγόρευση θέσεως σε ισχύ νέου τιμοκαταλόγου, με αυξημένες τιμές, για ενενήντα (90) ημέρες, σε περίπτωση ανάκλησης του προηγουμένου λόγω υποβολής ανακριβών στοιχείων από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση, βαίνει προδήλως πέραν των ορίων του αναγκαίου που επιβάλλονται από την αρχή της αναλογικότητας. Και τούτο, διότι η απαγόρευση αυτή θεσπίζεται ως αποκλειστική συνέπεια της ανακρίβειας των στοιχείων που είχε αρχικώς υποβάλει η επιχείρηση, η οποία με τη συμπεριφορά της αυτήν θέτει εξ αντικειμένου σε σοβαρό κίνδυνο τη λειτουργία όχι μόνο της σχετικής αγοράς, αλλά και στενώς συνδεομένων με αυτήν ευαίσθητων κλάδων της εθνικής οικονομίας (όπως αυτός της εγχώριας αγροτικής παραγωγής στην περίπτωση των λιπασμάτων), αποτελεί δε μέτρο που μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ως αναγκαίο για την αποτροπή παρομοίων καταχρηστικών συμπεριφορών στο μέλλον (πρβλ. ΣτΕ 1100/1995). Εξ άλλου, οι προαναφερθείσες προθεσμίες αναστολής ή απαγόρευσης της άμεσης εφαρμογής νέων αυξημένων τιμών δεν είναι ικανές να παρεμποδίσουν ουσιωδώς την οικονομική λειτουργία των υπόχρεων επιχειρήσεων στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Και τούτο, διότι, πέραν του ότι η χρονική τους διάρκεια είναι περιορισμένη, επιβάλλονται αποκλειστικώς σε μεγάλες βιομηχανικές και χονδρεμπορικές επιχειρήσεις, εκάστη των οποίων έχει ετήσιο κύκλο εργασιών τουλάχιστον 10.000.000 ευρώ και χονδρικές πωλήσεις στην εγχώρια αγορά τουλάχιστον 10.000.000 ευρώ. Πρόκειται, δηλαδή, για επιχειρήσεις οι οποίες κατέχουν ιδιαίτερα ισχυρή ή και δεσπόζουσα, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο, θέση στην οικεία αγορά (σύμφωνα με στοιχεία του φακέλου, η αιτούσα εταιρεία «........... ...... κατέχει μερίδιο 35% της εγχώριας αγοράς λιπασμάτων, ενώ οι πολυεθνικοί όμιλοι στους οποίους ανήκουν οι αιτούσες εταιρείες......................, καθώς και μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις, όπως οι αιτούσες εταιρείες «...............................», κατέχουν περίπου το 40% της αγοράς - βλ. το από 8.11.2010 έγγραφο της εταιρείας «..............», με αριθ. πρωτ. της Γ.Γ. Εμπορίου 2070/1.12.2010, καθώς και τα αναφερόμενα στη σελ. 14 της υπ’ αριθμ. 494/VI/2010 απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού). Υπό τα δεδομένα αυτά, οι ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης αγορανομικής διάταξης δεν αντίκεινται, κατά τη γνώμη που μειοψήφησε, ούτε στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στην αρχή της αναλογικότητας, ευρίσκουν δε νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 1 και 1α του Αγορανομικού Κώδικα και δεν εξέρχονται των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης που χορηγείται από τις διατάξεις αυτές για τη θέσπιση, με κανονιστικές πράξεις, ειδικότερων αγορανομικών μέτρων, ο δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως θα έπρεπε, κατά τη γνώμη που μειοψήφησε, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

7. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση πρέπει, σύμφωνα με την κρατήσασα γνώμη, να ακυρωθεί κατά το μέρος που αφορά την παραγωγή και εμπορία λιπασμάτων, αποβαίνει δε κατόπιν τούτου περιττή η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση ως προς τις αιτούσες εταιρείες που αναφέρονται με τους αύξοντες αριθμούς 3 και 12 στο δικόγραφο της αίτησης (εταιρείες «................... και «................»).

Δέχεται την αίτηση ως προς τα λοιπά εκ των αιτούντων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Ακυρώνει την προσβαλλόμενη Αγορανομική Διάταξη 2/2011 (απόφαση Υφυπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητος και Ναυτιλίας με αριθμ. Α2-986/2.6.2011, Φ.Ε.Κ. Β΄1144/6.6.2011) κατά το μέρος που αφορά το βιομηχανικό είδος «Λιπάσματα».

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στα αιτούντα νομικά πρόσωπα, ως προς τα οποία γίνεται δεκτή η αίτηση ακυρώσεως.

Επιβάλλει συμμέτρως στις αιτούσες εταιρείες «............» και «.............», ως προς τις οποίες απορρίπτεται η αίτηση ακυρώσεως, τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος του Δημοσίου την ανερχόμενη στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ δικαστική δαπάνη των λοιπών αιτούντων νομικών προσώπων, ως προς τα οποία γίνεται δεκτή η αίτηση ακυρώσεως.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011

Ο Πρόεδρος του Δ` Τμήματος Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος Ι. Παπαχαραλάμπους

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 2012.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο