Δημοσιεύθηκε στις : [ 12-11-2012 ]

Άρειος Πάγος 251/2012 Η αρχή της τάξεως σημαίνει ότι όταν επιχειρείται μία συλλογική σύμβαση των όρων εργασίας, η οποία σημειωτέον αποσκοπεί στην καθιέρωση τάξεως στο χώρο εργασίας, πρέπει να είναι γενική και αφηρημένη, δίκαιη και ενιαία και γι' αυτό εφαρμόζεται η διαδοχή των ρυθμίσεων, σύμφωνα με την οποία η νεότερη συλλογική σύμβαση, κατά το μέρος, που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις

(Η αρχή της τάξεως σημαίνει ότι όταν επιχειρείται μία συλλογική σύμβαση των όρων εργασίας, η οποία σημειωτέον αποσκοπεί στην καθιέρωση τάξεως στο χώρο εργασίας, πρέπει να είναι γενική και αφηρημένη, δίκαιη και ενιαία και γι' αυτό εφαρμόζεται η διαδοχή των ρυθμίσεων, σύμφωνα με την οποία η νεότερη συλλογική σύμβαση, κατά το μέρος, που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Αντιθέτως αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν µε μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε., που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που µε συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας. Για να καταστούν, όμως, συγκεκριμένοι όροι ΣΣΕ και όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα ισχύσει η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ. 

ΑΠ 251/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ε. Β. του Ι., κατοίκου ... και 3) Α. Σ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρήγο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...................................", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Ε. Κ. του Ν., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8124/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2007 αίτησή τους και τους από 2-10-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 22-10-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 2 παρ. 1 και 21 παρ. 1, 2 του Ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το Ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων.

Τα θέματα των όρων και συνθηκών εργασίας ανήκουν κατά κανόνα στο νόμιμο περιεχόμενο των κανονισμών εργασίας, χωρίς να αποκλείεται κανονισμοί εργασίας να αποτελούν αυτοτελώς περιεχόμενο συλλογικών συμβάσεων.

Στην τελευταία περίπτωση η ρύθμιση αυτή, δηλαδή, ο περιεχόμενος σε συλλογική σύμβαση κανονισμός, ανήκει στο κανονιστικό μέρος της συλλογικής συμβάσεως και επομένως έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου.

Έτσι κανονισμός εργασίας, που έχει αποτελέσει περιεχόμενο ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία, σύμφωνα µε το άρθρο 2 παρ. 2 του πιο πάνω νόμου κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και δημοσιεύθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έχει ισχύ νόμου ουσιαστικού και όχι συμβάσεως.

Οι κανονισμοί εργασίας, που καταρτίσθηκαν κατά τα παραπάνω, σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν ενιαία τάξη, ομοιομορφία και ίση μεταχείριση στην εκμετάλλευση, πράγμα, που επιτυγχάνεται µε τη ρύθμιση γενικών και αφηρημένων διατάξεων, που έχουν άμεση και αναγκαστική ενέργεια σε όλο το προσωπικό, χωρίς να απαιτείται σχετική συμφωνία των μερών.

Οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις, αν και καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955, υπάγονται ως προς τα αποτελέσματά τους και γενικώς την ισχύ τους στις διατάξεις του ισχύοντος ήδη νόμου 1876/1990, που είναι άμεσης εφαρμογής.

Εξάλλου, και από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 6, 3 παρ. 1 γ, 5 και 8 παρ. 3 του τελευταίου αυτού νόμου ως και του άρθρου 12 του Ν. 1767/1988, προκύπτει ότι, και, κατά τα νυν ισχύοντα, στο δυνατό περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ανήκει, πλην άλλων, η ρύθμιση σχετικά µε τη σύναψη, τους όρους λειτουργίας και τη λήξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας ως και ο κανονισμός εργασίας και ότι επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που εισήχθη το πρώτον µε τον παραπάνω νόμο, είναι η συλλογική σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως της επιχειρήσεως και του εργοδότη και η ισχύς της οποίας καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς της επιχειρήσεως.
Αυτές οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις αντιστοιχούν στις ειδικές συλλογικές συμβάσεις του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955.

Περαιτέρω οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει ειδική συλλογική σύμβαση, στην οποία περιέχεται κανονισμός, που έχει ισχύ νόμου, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση του αυτού είδους και πεδίου ισχύος και συγκεκριμένα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση.

Η νεότερη αυτή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων.

Και τούτο διότι στη συσχέτιση των συλλογικών συμβάσεων, ήτοι πηγών του αυτού επιπέδου και πεδίου ισχύος, δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, η οποία αφορά στη ρύθμιση του αυτού αντικειμένου από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, οπότε η ιεραρχικά υποδεέστερη πηγή μπορεί να εξειδικεύσει και να τροποποιεί τους όρους εργασίας της ιεραρχικά ανώτερης, μόνον, όμως προς το συμφέρον των εργαζομένων, ούτε η αρχή της εύνοιας, η οποία ρυθμίζει τη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι ευνοϊκότεροι όροι της ατομικής συμβάσεως υπερισχύουν των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων, αλλά ισχύει η αρχή της τάξεως (άρθρα 7, 10 Ν. 1876/1990).

Η αρχή της τάξεως σημαίνει ότι όταν επιχειρείται μία συλλογική σύμβαση των όρων εργασίας, η οποία σημειωτέον αποσκοπεί στην καθιέρωση τάξεως στο χώρο εργασίας, πρέπει να είναι γενική και αφηρημένη, δίκαιη και ενιαία και γι' αυτό εφαρμόζεται η διαδοχή των ρυθμίσεων, σύμφωνα με την οποία η νεότερη συλλογική σύμβαση, κατά το μέρος, που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις.

Αντιθέτως αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν µε μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε., που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που µε συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας. Για να καταστούν, όμως, συγκεκριμένοι όροι ΣΣΕ και όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα ισχύσει η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ.

Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός πρέπει να επικαλείται στη σχετική αγωγή του ότι οι όροι της προηγούμενης ΣΣΕ κατέστησαν με κοινή συμφωνία όροι της ατομικής συμβάσεως και σ' αυτή να στηρίξει την αγωγή του και όχι στην καταργηθείσα ή τροποποιηθείσα προγενέστερη. Στο περιεχόμενο των κανονισμών εργασίας ανήκει και η θέσπιση ορίου ηλικίας για την αποχώρηση των μισθωτών από την εργασία. Το όριο αυτό, όταν έχει θεσπισθεί µε συλλογική σύμβαση εργασίας, στην οποία περιέχεται κανονισμός, μπορεί να τροποποιηθεί, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, µε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και μάλιστα αποσπασματικά, χωρίς να είναι αναγκαία η ρύθμιση και άλλων θεμάτων, καθόσον στον κανονισμό πρέπει να γίνεται ρύθμιση, ενώ η ρύθμιση θεμάτων, που αποτελούν αντικείμενο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, όπως και το προαναφερόμενο, υπαγόμενο στα ζητήματα τα σχετικά µε τη λήξη της συμβάσεως εργασίας (άρθρο 2 παρ. 1, Ν. 1876/1990), μπορεί να γίνει και μεμονωμένα, αρκεί όμως να πρόκειται περί ρυθμίσεως, που θα καταλαμβάνει κατά τρόπο ενιαίο, γενικό και αφηρημένο, όλους τους μισθωτούς της επιχειρήσεως, έτσι ώστε να µη δημιουργούνται προβλήματα άνισης μεταχείρισης και καταχρήσεως.

Περαιτέρω, προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας µε την οδηγία 91/553 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε το Π.Δ. 156/1994, µε το οποίο επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά µε τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα µε το άρθ. 2 παρ. 2 του ως άνω Π.Δ., η ενημέρωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστο τα ακόλουθα:
α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων,
β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη,
γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζομένου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του,
δ) την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο,
ε) τη διάρκεια της άδειας µε αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησής της,
στ) το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα µε την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης εργασίας ή της σχέσης εργασίας µε καταγγελία,
ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους,
η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζόμενου,
θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας του εργαζομένου.

Η πληροφόρηση για τα στοιχεία των περιπτώσεων ε, στ, ζ και η μπορεί να γίνεται και µε παραπομπή στις ισχύουσες διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Το παραπάνω Π.Δ. δεν έχει ως σκοπό να επιβάλλει στον εργοδότη οποιουσδήποτε νέους όρους και συνθήκες εργασίας ή οποιαδήποτε μεταβολή των υφισταμένων, αλλά καθιερώνει απλά υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώσει τον εργαζόμενο για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από το νόμο είτε από την ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου.

Η υποχρέωση ενημέρωσης αφορά δηλαδή την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία, αφού το εν λόγω διάταγμα δεν αποτελεί πηγή δικαίου, αλλά έχει απλά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ενόψει αυτού, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 158/1994 για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη και η αποδοχή τους από τον εργαζόμενο, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού. Με την εκτέλεση δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη, των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του Π.Δ. 156/1994 γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται ήδη από το νόμο και τη συλλογική σύμβαση και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της ........................., που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το Β.Δ. της 17/26.9.1953, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν.Δ. 2510/1953, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου, η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σε αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους για τους Διευθυντές, Υποδιευθυντές, Συμπράττοντας Υποδιευθυντές και Τμηματάρχες, β)... γ)... δ)... . 

Σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της ως άνω Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (αρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με τον θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας. Επακολούθησε όμως η από 5-6-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της άνω Τράπεζας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε. και κατατέθηκε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας στις 7-6-2002 με αριθμό 12/7-6-2002, με την οποία τροποποιήθηκε το ανωτέρω άρθρο 33 του νέου Κανονισμού, στο οποίο, σχετικά με τη λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της Τράπεζας, ορίζεται πλέον ότι "Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας. Σε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του. "Εάν ο υπάλληλος συμπληρώνει το 62ο έτος της ηλικίας του χωρίς να θεμελιώνει δικαίωμα για άμεση λήψη κυρίας σύνταξης από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, τότε η σύμβαση παρατείνεται εωσότου θεμελιωθεί τέτοιο δικαίωμα. Με πράξη του Διοικητή είναι δυνατό να παραταθεί η παραμονή στην υπηρεσία υπαλλήλων που καταλαμβάνονται από τα παραπάνω όρια ηλικίας μία ή περισσότερες φορές, αλλά για χρόνο όχι μεγαλύτερο των δυο συνολικά ετών. Για παραμονή πέραν της διετίας αποφασίζει το ΔΣ της Τράπεζας με πρόταση του Διοικητή, καθορίζοντας συγχρόνως και το χρόνο παράτασης, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το έτος. Όσοι διατηρούνται στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους παραμένουν εκτός οργανικών θέσεων και η συμπλήρωση αυτή του ορίου ηλικίας βεβαιώνεται από τον υπηρεσιακό φάκελο των υπαλλήλων. Περαιτέρω, έλλειψη αιτιολογίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της διατάξεως ουσιαστικού νόμου που εφαρμόσθηκε και όχι όταν υπάρχουν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες όμως πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια. Όταν, δηλαδή, υπάρχουν στην απόφαση ελλείψεις που αναφέρονται στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια.

Ο λόγος αναιρέσεως εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών δεν δημιουργείται όταν υπάρχουν αντιφατικές αιτιολογίες, αλλ' όμως τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν τους όρους του νόμου όταν από την αντίφαση των αιτιολογιών δεν προκύπτει τέτοια ασάφεια, ώστε να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, και όταν η αντίφαση αφορά τα νομικά επιχειρήματα της αποφάσεως ή η αντίφαση σημειώνεται μεταξύ νομικών συλλογισμών της αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες που γεννήθηκαν όλοι το έτος 1945, υπηρέτησαν ως υπάλληλοι της εναγομένης Τράπεζας αφού προσλήφθηκαν στις 14-10-1963 οι πρώτος και δεύτερος, στις 30-3-1964 ο τρίτος και στις 28-9-1965 ο τέταρτος (που δεν είναι διάδικος στην κρινόμενη υπόθεση) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Εξελίχθηκαν στην υπαλληλική ιεραρχία και έλαβαν σημαντικές θέσεις στην εναγομένη. Με τους βαθμούς του Διευθυντή ο δεύτερος, του Υποδιευθυντή Α' ο τρίτος, του Υποδιευθυντή Β' ο πρώτος και του Τμηματάρχη Α' ο τέταρτος, αποχώρησαν αυτοδικαίως από την υπηρεσία την 1-1-2004, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ρύθμιση της από 5-6-2002 Επιχειρησιακής ΣΣΕ που τροποποίησε τον Κανονισμό που συστήθηκε με την από 9-3-2001 όμοια ΣΣΕ. Η εν λόγω ρύθμιση καταρτίσθηκε νόμιμα από τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της εναγομένης ως εργοδότη και της πλέον αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού, αντικαθιστώντας την προηγούμενη ρύθμιση που προέβλεπε την αυτοδίκαιη λύση των εργασιακών συμβάσεων των υπαλλήλων με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, είχε δε άμεση και αναγκαστική εφαρμογή σε όλο το προσωπικό της εναγομένης καθώς και τους ενάγοντες, διασφαλίζοντας έτσι ενιαία ρύθμιση και τάξη. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων για μη σύγκλιση της Γενικής Συνέλευσης της εν λόγω συνδικαλιστικής οργάνωσης πριν την κατάρτιση της άνω Επιχειρησιακής ΣΣΕ, δεν είναι βάσιμος δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν απαιτείται, ούτε αποτελεί αρμοδιότητα του οργάνου της Γ. Συνέλευσης, γεγονός που δέχονται οι εκκαλούντες, πλην όμως ομιλούν για προηγούμενη σχετική πρακτική, η οποία δεν αποδείχθηκε, αλλά ούτε έχει επιρροή, εφόσον η άνω ΣΣΕ καταρτίσθηκε με όλους τους τύπους που προβλέπει ο νόμος. Και αν θεωρηθεί ότι η τροποποίηση αυτή περί μειώσεως του ορίου ηλικίας, περιέχει δυσμενέστερο όρο, με βάση την αρχή της τάξεως η νεότερη ρύθμιση υπερισχύει της προηγούμενης, όπως αναπτύσσεται στις σκέψεις που προηγούνται. Εξάλλου ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η τροποποίηση αυτή έχει αποσπασματικό ή μεμονωμένο χαρακτήρα, και πάλι είναι καθ' όλα έγκυρη και ισχυρή, όπως περιλαμβάνεται στις σκέψεις που προηγούνται. Οι ενάγοντες που γεννήθηκαν το έτος 1945, κατά την αποχώρηση τους (1-1-2004), καθότι καταλήφθηκαν από την ισχύουσα νέα ρύθμιση, είχαν ήδη συμπληρώσει 40 έτη συντάξιμης υπηρεσίας οι πρώτος και δεύτερος και 39 έτη ο τρίτος και τέταρτος. Οι ενάγοντες έχοντας όλες τις προϋποθέσεις (35ετία κατά ανώτατο όριο) έλαβαν πλήρη σύνταξη σύμφωνα με το Ταμείο Συντάξεως της εναγομένης Τράπεζας, αλλά και σύμφωνα με τη νομοθεσία του ΙΚΑ, δεδομένου ότι από 1-1-2008 το προσωπικό της εναγομένης θα ασφαλίζεται και θα λαμβάνει σύνταξη γήρατος από τον τελευταίο αυτό ασφαλιστικό οργανισμό (άρθρο 5 ν. 3029/2002). Όλοι οι ενάγοντες, πλην του τετάρτου, με τις από 16-12-2003 και 17-12-2003 αιτήσεις τους είχαν ζητήσει να παραταθεί η παραμονή τους στην υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας, επικαλέσθηκαν δηλαδή για αυτούς να γίνει χρήση της προαναφερόμενης διάταξης του Κανονισμού που αφορά σε αρμοδιότητα του Διοικητή της Τράπεζας. Αντιθέτως, δεν δέχονται την εφαρμογή της ίδιας διάταξης για τους ίδιους ως προς τη μείωση του ορίου ηλικίας αποχώρησης από την εργασία, ισχυριζόμενοι ότι το όριο τω 62 ετών αποτελεί κεκτημένο δικαίωμά τους, καθώς και περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Υπόψη ότι τέτοια ρητή αναφορά δεν προκύπτει από τις προσκομιζόμενες έγγραφες συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, πράγμα που δέχονται και οι τελευταίοι, πλην όμως περαιτέρω υποστηρίζουν πως ανεξαρτήτως της ρητής αναφοράς, οι όροι του κανονισμού - ΕΣΣΕ κατέστησαν περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Όπως ήδη αναφέρθηκε στις προπαρατεθείσες σκέψεις, οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ επενεργούν έξωθεν επί της ατομικής σύμβασης εργασίας, υποκαθιστώντας τους δυσμενέστερους όρους αυτής για όσο χρόνο ισχύει η ΣΣΕ και δεν ενσωματώνονται σε αυτή. Επομένως, πρόκειται για αβάσιμο ισχυρισμό. Συνακόλουθα, οι ενάγοντες δεν μπορεί να είχαν θεμελιώσει δικαίωμα προσδοκίας για την παραμονή τους στην υπηρεσία μέχρι τις 31-12-2007, εφόσον η σχέση τους με την εργοδότρια Τράπεζα στηριζόταν στις παραπάνω διατάξεις, όπως αυτές αναφέρονται παραπάνω, τους όρους των άνω ΕΣΣΕ για όσο αυτοί ισχύουν. Εξάλλου με τη μείωση αυτή του ορίου ηλικίας, οι ενάγοντες δεν εμποδίστηκαν στη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη ως εργαζόμενοι, αφού κατέληξαν να λαμβάνουν πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Άλλωστε ο σκοπός της παραπάνω διάταξης του Κανονισμού της εναγομένης είναι ακριβώς αυτός της πλήρους κατοχύρωσης κάθε υπαλλήλου της που αποχωρεί, όπως φαίνεται από τις διατάξεις κατά τις οποίες προβλέπεται η παραμονή στην υπηρεσία και πέραν του 62ου έτους της ηλικίας μέχρι τη θεμελίωση δικαιώματος για λήψη κύριας σύνταξης από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα. Το γεγονός ότι αν παρέμεναν στην υπηρεσία θα ελάμβαναν υψηλότερες αποδοχές (επιδόματα θέσης κ.λπ.), δεν μπορεί να υπολογισθεί αφού τα οικονομικά αυτά οφέλη δίδονται σε ανταπόδοση της παρεχόμενης εργασίας. Υπό τα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, δεν τίθεται θέμα κατάχρησης και προσβολής των συνταγματικώς κατοχυρωμένων ατομικών δικαιωμάτων της ελευθερίας της εργασίας, αλλά και της προσωπικότητας του ανθρώπου (άρθρα 22 παρ. 1, 5 παρ. 1 του Συντάγματος) διότι η επίμαχη μείωση του ορίου ηλικίας για τη λήξη της εργασιακής σχέσης που ισχύει για όλο το προσωπικό της εναγομένης, αποβλέπουσα στην ηλικιακή ανανέωση της υπηρεσίας, αντανακλά περισσότερο στην κοινωνική διάσταση του μέτρου, δεν θίγει αυτή καθαυτή την ελευθερία της εργασίας, ή αποτελεί προς τα έξω εκδήλωση της προσωπικότητας του εργαζομένου με αξία ανώτερη των υλικών αγαθών, στα οποία αυτή αποβλέπει και τα οποία προσπορίζει, συνιστά αναγκαίο μέτρο εξυπηρέτησης του γενικού συμφέροντος και έχει γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό χαρακτήρα, δηλαδή αφορά όλους τους εργαζομένους που τελούν υπό τις αυτές συνθήκες. Κατόπιν αυτών, η μείωση του ορίου ηλικίας με την παραπάνω ΕΣΣΕ είναι πάντα νόμιμη και ισχυρή, έχει δε άμεση και αναγκαστική εφαρμογή και στους αποχωρήσαντες ενάγοντες". Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τις διατάξεις των άρθρων 2§1, 5§1, 22§1 και 25§1 του Συντάγματος, 2§3 και 7§2 του ν. 1876/1990, 281 και 680 ΑΚ, 1§§2, 3, 4§2, 15§§1, 2 και 3 και 19§2 του ν. 3239/1955, όπως ο τελευταίος αυτός νόμος τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ν.δ. 3755/1957, 2§§6, 7 του ν. 1876/1990, 12§§1 και 4 του ν. 1767/1988 και 22§2 του Συντάγματος, εφόσον, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως επενεργούν έξωθεν επί της ατομικής συμβάσεως, υποκαθιστώντας τους δυσμενέστερους όρους αυτής, για όσο χρόνο ισχύει η συλλογική σύμβαση και μέχρι την αντικατάστασή της με νεότερη συλλογική σύμβαση και δεν ενσωματώνονται σε αυτή, δεν αποτελούν δηλαδή περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως, ενώ οι όροι εργασίας που ρυθμίζει η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη συλλογική σύμβαση του ίδιου επιπέδου και μάλιστα τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων.

II. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλουν ότι το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο όρος περί αυτοδίκαιης λήξης της σύμβασής τους με την εκ μέρους τους συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας, όπως είχε διαμορφωθεί υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος Οργανισμού καθώς και του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας πριν την τροποποίησή του με την από 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ περί αυτοδίκαιης λήξης των συμβάσεών τους, δεν είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας τους, αν και απέδειξαν ότι αυτό είχε συμβεί κατά την κατάρτιση της ατομικής τους σύμβασης, άλλως κατά τη γνωστοποίηση σ' αυτούς, των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας τους, παραβίασε τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό διατάξεις και ειδικότερα των άρθρων 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 και 680 του ΑΚ. Ειδικότερα, όπως ορθώς επισημαίνεται από τους αναιρεσείοντες, "το μόνο προς διερεύνηση θέμα είναι εάν ο όρος του Οργανισμού του 1953 πρωτίστως και της προηγούμενης ΣΣΕ είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας". Όπως, όμως, ορθώς επίσης παρατηρείται από τους ίδιους επί του θέματος αυτού, "το Εφετείο απάντησε αρνητικά". Πλην όμως, συνεχίζουν οι αναιρεσείοντες από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν προκύπτει "ότι ο όρος αυτός είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης διότι...". Ο λόγος αυτός κατά το εξεταζόμενο μέρος του είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι οι "ενάγοντες δεν μπορεί να είχαν θεμελιώσει δικαίωμα προσδοκίας για την παραμονή τους στην υπηρεσία μέχρι τις 31-12-2007", παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 4 του Π.Δ. 572/1988 και 8 του Π.Δ. 1/1990, με τις οποίες, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες θεσμοθετείται το δικαίωμα προσδοκίας του εργαζόμενου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Η πιο πάνω κρίση του Εφετείου δεν στηριζόταν στις πιο πάνω διατάξεις, τις οποίες άλλωστε δεν εφάρμοσε (ώστε να δύναται να γίνει λόγος για παραβίαση αυτών), αλλά ήταν συνέπεια της παραδοχής του ότι η σχέση των αναιρεσειόντων με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στηριζόταν στις αναφερόμενες στην απόφαση διατάξεις, κατά τις οποίες δεν είχε ενσωματωθεί ο επίμαχος όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας στις ατομικές συμβάσεις των αναιρεσειόντων, ώστε αυτοί να προσδοκούν ότι η λήξη της σύμβασης είχε ορισθεί για τις 31-12-2007. Ομοίως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, κρίνοντας ότι η τροποποίηση του χρόνου αυτοδίκαιης λήξης της σύμβασης εργασίας του προσωπικού της ΕΤΕ με την από 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ δεν είναι καταχρηστική, καθόσον ορθώς έκρινε σχετικώς το Εφετείο για τους διαλαμβανόμενους στην προσβαλλόμενη απόφασή του λόγους. Έτι περαιτέρω τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο περιστατικά τα προταθέντα, όπως σε αυτό αναφέρεται, στην κατ' έφεση δίκη (ότι δηλαδή ότι η επίμαχη ρύθμιση αφορούσε μόνο 39 άτομα σε σύνολο 14.000 περίπου κ.λπ.) και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας καταχρηστική ούτε παραβιάζουν την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Τέλος, κατά το τέταρτο μέρος του ο αυτός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι η από 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ δεν παραβιάζει συνταξιοδοτικά δικαιώματα των αναιρεσειόντων, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 51 του Ν. 2084/1992 και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3029/2002, είναι αβάσιμος, αφού η επίμαχη 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ δεν ρυθμίζει συνταξιοδοτικά θέματα, αλλά θέματα έχοντα σχέση με τη λήξη της σχέσης εργασίας του προσωπικού της ΕΤΕ. Εξάλλου το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 51 του Ν. 2084/1992, η δε αναφορά του άρθρου 5 του Ν. 3029/2002 έγινε εκ περισσού, ως επιχείρημα του ότι η γενόμενη με την ΣΣΕ επίμαχη ρύθμιση δεν μειώνει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των αναιρεσειόντων, γεγονός που σε κάθε περίπτωση δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση. Δηλαδή η ισχύς των συνομολογηθέντων όρων σε Επιχειρησιακή ΣΣΕ, που ρυθμίζουν τη σχέση εργασίας (και όχι συνταξιοδοτικά θέματα) και ειδικότερα ρυθμίζουν τον τρόπο που λήγει η σχέση αυτή, δεν εξαρτάται από την επίδραση που τυχόν έχουν οι όροι αυτοί στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων.

ΙΙΙ. Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα δεν συνιστά αντίφαση το ότι στη μείζονα σκέψη, της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται δεκτό ότι οι όροι συλλογικής σύμβασης εργασίας ενσωματώνονται στην ατομική σύμβαση μόνο σε περίπτωση που αυτό συμφωνηθεί ειδικά μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, και στην ελάσσονα σκέψη κρίνεται ότι από τις αποδείξεις δεν προέκυψε ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία στην εξεταζόμενη υπόθεση, ενώ δεν απαιτείται περαιτέρω αιτιολόγηση της παραδοχής αυτής, ούτε απόκρουση της αντίθετης επιχειρηματολογίας των αναιρεσειόντων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης επί του ζητήματος αυτού διατυπώνεται σαφώς. Επίσης δεν είναι ανάγκη να απαντήσει το Δικαστήριο περαιτέρω επί των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων περί ματαιώσεως, με την από 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, του δικαιώματος προσδοκίας τους για λήξη της σύμβασής τους με την συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, αφού, με τις πιο πάνω παραδοχές του, έκρινε ότι ουδέποτε αυτοί είχαν τέτοιο δικαίωμα, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και εκ περισσού, διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της για την συμπλήρωση εκ μέρους των αναιρεσειόντων των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη γενική αυτή διαβεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, αναφορικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί του ότι ο όρος 26 του Οργανισμού Υπηρεσίας Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, με βάση τον οποίο η σύμβασή τους έληγε με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας τους, είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας τους μη δυνάμενος να τροποποιηθεί δυσμενώς με νεότερο Κανονισμό Εργασίας ή ΕΣΣΕ, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του το Εφετείο και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την από 3-4-1995 γνωστοποίηση ουσιωδών όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας του πρώτου εξ αυτών, καθώς και τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων. Τούτο προκύπτει από το συνδυασμό της άνω διαβεβαίωσης και της παραδοχής ότι "υπόψη ότι τέτοια ρητή αναφορά δεν προκύπτει από τις προσκομιζόμενες έγγραφες συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, πράγμα που δέχονται και οι τελευταίοι πλην όμως περαιτέρω υποστηρίζουν πως ανεξαρτήτως της ρητής αναφοράς, οι όροι του κανονισμού - ΕΣΣΕ κατέστησαν περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Όμως οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ επενεργούν έξωθεν επί της ατομικής σύμβασης εργασίας, υποκαθιστώντας τους δυσμενέστερους όρους αυτής για όσο χρόνο ισχύει η ΣΣΕ και δεν ενσωματώνονται σε αυτή". Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα άνω έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

V. Οι αναιρεσείοντες με τους παραδεκτώς υποβληθέντες προσθέτους λόγους τους επαναλαμβάνουν κατά βάση όσα υποστήριξαν και με τους διαλαμβανόμενους στο κυρίως δικόγραφο. Ειδικότερα με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο, προβάλουν ότι η προσβαλλόμενη, δεχόμενη ότι δεν παραβιάστηκαν τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τις διατάξεις των Ν. 3029/2002, 2084/1992, 3655/2008 και τη "νομοθεσία του ΙΚΑ". Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες διατάξεις των άνω νόμων που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και κατά ποίο τρόπο (στον πρόσθετο αυτό λόγο αναιρέσεως εκτίθενται εκτενώς οι λόγοι για τους οποίους, κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων, θίγησαν με την επίμαχη νεότερη ρύθμιση τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα), είναι απορριπτέος και για τους αναφερθέντες ήδη λόγους κατά την έρευνα του τετάρτου μέρους του πρώτου λόγου, καθώς και του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Επίσης το ζήτημα αν από την από 5-6-2002 Επιχειρησιακή ΣΣΕ εμποδίστηκε ή όχι η βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των αναιρεσειόντων, ενόψει του ότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, εκείνοι κατέληξαν να λαμβάνουν πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα, δεν είναι ζήτημα το οποίο έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δεχομένη ότι με την Επιχειρησιακή αυτή ΣΣΕ δεν εμποδίστηκε η βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη, επειδή εκείνοι κατέληξαν να λαμβάνουν πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα, είναι αβάσιμος. Τέλος ο τρίτος, επίσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση "της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 1876/1990" καθώς, όπως οι αναιρεσείοντες αναφέρουν, και τις "καταστατικές διατάξεις του Ταμείου μας και τη συναφή νομοθεσία", άλλως "και εκ πλαγίου τις διατάξεις που εφαρμόζονται από το Ταμείο μας", είναι απορριπτέος ως αόριστος, κατά το μέρος που αφορά τις μη ειδικώς προσδιοριζόμενες διατάξεις που παραβιάστηκαν, και οι οποίες εφαρμόζονται από το Ταμείο των αναιρεσειόντων. Κατά το μέρος δε που αφορά παραβίαση του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 1876/1990, είναι απορριπτέος, διότι, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή.

VI. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-11-2007 αίτηση αναιρέσεως (αρ. καταθ. 1403/10-12-2007) των αναιρεσειόντων Β. Μ., Ε. Β. και Α. Σ. και τους από 2-10-2008 (αρ. κατ. 187/2-10-2008) προσθέτους αυτών λόγους, για αναίρεση της 8124/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο