Δημοσιεύθηκε στις : [ 18-07-2012 ]

ΣτΕ 1602/2011 Ως γενικά έξοδα διαχειρίσεως νοούνται οι παραγωγικές γενικά δαπάνες της επιχειρήσεως, δηλαδή οι δαπάνες οι οποίες, ενόψει του σκοπού για τον οποίο διατίθενται και των εκάστοτε ειδικών συνθηκών, συμβάλλουν, κατά βάση, στη διεύρυνση των εργασιών της επιχειρήσεως και στην αύξηση του εισοδήματός της, μη επιτρεπομένου στη φορολογική αρχή και τα διοικητικά δικαστήρια του ελέγχου της σκοπιμότητας ή του προσήκοντος μέτρου των δαπανών αυτών, τα οποία, ως εκ τούτου, οφείλουν να ερευνούν κατ’ ουσίαν εάν σε κάθε περίπτωση προκύπτει η αιτία, και περαιτέρω, η παραγωγικότητα των δαπανών, καθώς και εάν η καταβολή των αντιστοίχων ποσών αποδεικνύεται από νόμιμα παραστατικά έγγραφα. Εξάλλου, στην έννοια των γενικών εξόδων διαχειρίσεως εμπίπτουν, κατά την ως άνω διάταξη, όχι μόνο οι δαπάνες που καταβάλλονται δυνάμει νόμιμης ή συμβατικής υποχρεώσεως, αλλά και οι καταβαλλόμενες οικειοθελώς, εφόσον είναι κατά τα ανωτέρω παραγωγικές.

(Ως γενικά έξοδα διαχειρίσεως νοούνται οι παραγωγικές γενικά δαπάνες της επιχειρήσεως, δηλαδή οι δαπάνες οι οποίες, ενόψει του σκοπού για τον οποίο διατίθενται και των εκάστοτε ειδικών συνθηκών, συμβάλλουν, κατά βάση, στη διεύρυνση των εργασιών της επιχειρήσεως και στην αύξηση του εισοδήματός της, μη επιτρεπομένου στη φορολογική αρχή και τα διοικητικά δικαστήρια του ελέγχου της σκοπιμότητας ή του προσήκοντος μέτρου των δαπανών αυτών, τα οποία, ως εκ τούτου, οφείλουν να ερευνούν κατ’ ουσίαν εάν σε κάθε περίπτωση προκύπτει η αιτία, και περαιτέρω, η παραγωγικότητα των δαπανών, καθώς και εάν η καταβολή των αντιστοίχων ποσών αποδεικνύεται από νόμιμα παραστατικά έγγραφα. Εξάλλου, στην έννοια των γενικών εξόδων διαχειρίσεως εμπίπτουν, κατά την ως άνω διάταξη, όχι μόνο οι δαπάνες που καταβάλλονται δυνάμει νόμιμης ή συμβατικής υποχρεώσεως, αλλά και οι καταβαλλόμενες οικειοθελώς, εφόσον είναι κατά τα ανωτέρω παραγωγικές.)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΣτΕ 1602/2011  

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ  
ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2010 με την εξής σύνθεση: Δ.  Κωστόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του  Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου-Μπεριάτου, Σύμβουλοι, Ι. Σύμπλης, Β.  Μόσχου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Κ. Κεχρολόγου.

Για να δικάσει την από 4 Μαΐου 2001 αίτηση:

της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ................... Α.Β.Ε.Ε." ...................., που εδρεύει στο ......................... Αττικής ............................., η οποία παρέστη με την δικηγόρο Ευδοκία ........................................, που την διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού  Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 3950/2000  απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Μόσχου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία ανέπτυξε  και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και  την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α  Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο   Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο  παράβολο (υπ’ αριθμ. 2433742/2001 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου, σειράς Α), ζητείται,  παραδεκτώς, η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3950/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών,  το οποίο, αφού δίκασε μετ’ αναίρεση, μετά την υπ’ αριθμ. 1462/1999 απόφαση του Συμβουλίου  της Επικρατείας, έφεση του Δημοσίου κατά της υπ’ αριθμ. 6651/1989 απόφασης του Διοικητικού  Πρωτοδικείου Αθηνών, προσδιόρισε, μεταξύ άλλων, τα καθαρά κέρδη της αναιρεσείουσας σε  371.575.000 δραχμές και τον επιβλητέο σε βάρος της πρόσθετο φόρο, λόγω ελλιπούς δηλώσεως  σε ποσοστό 60% του κυρίου φόρου που προέκυψε με την απόφασή του αυτή. Με την απόφαση  του διοικητικού πρωτοδικείου, κατά μερική αποδοχή της προσφυγής της αναιρεσείουσας εταιρείας,  είχε μεταρρυθμισθεί το υπ` αρ. 275/1987 φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος, οικ. έτους 1985, που  είχε εκδοθεί από τον Οικονομικό Έφορο Φορολογίας Ανωνύμων Βιομηχανικών Εταιρειών Αθηνών  και είχε ακυρωθεί η υπ` αρ. 22/1987 πράξη του ίδιου Οικονομικού Εφόρου περί επιβολής  προστίμου του άρθρου 31 παρ. 2 του ν. 820/1978 σε βάρος της ίδιας εταιρείας.

2. Επειδή, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 εδάφ. α του Ν.Δ. 3323/1955 (ΦΕΚ Α 214), το οποίο, κατά το  άρθρο 8 παρ. 3 του Ν.Δ. 3843/1958 (ΦΕΚ Α 148), εφαρμόζεται και στη φορολογία εισοδήματος  νομικών προσώπων, από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων αφαιρούνται τα γενικά έξοδα  διαχειρίσεως.

Ως γενικά έξοδα διαχειρίσεως νοούνται οι παραγωγικές γενικά δαπάνες της  επιχειρήσεως, δηλαδή οι δαπάνες οι οποίες, ενόψει του σκοπού για τον οποίο διατίθενται και των  εκάστοτε ειδικών συνθηκών, συμβάλλουν, κατά βάση, στη διεύρυνση των εργασιών της  επιχειρήσεως και στην αύξηση του εισοδήματός της, μη επιτρεπομένου στη φορολογική αρχή και  τα διοικητικά δικαστήρια του ελέγχου της σκοπιμότητας ή του προσήκοντος μέτρου των δαπανών  αυτών, τα οποία, ως εκ τούτου, οφείλουν να ερευνούν κατ’ ουσίαν εάν σε κάθε περίπτωση  προκύπτει η αιτία, και περαιτέρω, η παραγωγικότητα των δαπανών, καθώς και εάν η καταβολή  των αντιστοίχων ποσών αποδεικνύεται από νόμιμα παραστατικά έγγραφα. Εξάλλου, στην έννοια  των γενικών εξόδων διαχειρίσεως εμπίπτουν, κατά την ως άνω διάταξη, όχι μόνο οι δαπάνες που  καταβάλλονται δυνάμει νόμιμης ή συμβατικής υποχρεώσεως, αλλά και οι καταβαλλόμενες  οικειοθελώς, εφόσον είναι κατά τα ανωτέρω παραγωγικές (ΣτΕ 1227, 3456/1995, 2554/2004).  Εξάλλου, το άρθρο 43 παρ. 3 του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων (Π.Δ. 99/1977, ΦΕΚ Α 34) ορίζει  ότι: «Ουδέν έξοδον αναγνωρίζεται εάν δεν έχει εκδοθεί αποδεικτικόν στοιχείον».

3. Επειδή στο άρθρο 57 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α 8) περί Συμβουλίου της Επικρατείας ορίζεται ότι:  
«1. Το Συμβούλιο όταν δέχεται την αίτηση αναιρεί την απόφαση που έχει προσβληθεί και οι διάδικοι  επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από αυτήν. ... 2. Αν αναιρεθεί, σύμφωνα με την  προηγούμενη παράγραφο, η απόφαση που έχει προσβληθεί το Συμβούλιο παραπέμπει την υπόθεση  είτε στο δικαστήριο που είχε εκδώσει την απόφαση, είτε σε άλλο ομοειδές και ομοιόβαθμο, εκτός  αν η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό μέρος οπότε αποφασίζει και  περαιτέρω για αυτήν. Σε καμιά περίπτωση το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να αποστεί  από την απόφαση του Συμβουλίου ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν από αυτό». Κατά την  έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το δικαστήριο της ουσίας, επιλαμβανόμενο εκ νέου ορισμένης  υποθέσεως κατόπιν αναιρετικής αποφάσεως τού Συμβουλίου τής Επικρατείας δεσμεύεται ως προς  τα ζητήματα που κρίθηκαν με την αναιρετική απόφαση, και δεν δύναται να αποφανθεί διαφορετικά  επ` αυτών, αλλά οφείλει να συμμορφωθεί προς τις σχετικές κρίσεις τού αναιρετικού δικαστηρίου,  και να εφαρμόσει τις διατάξεις που κρίθηκαν εφαρμοστέες στην επίδικη περίπτωση με την  αναιρετική απόφαση, αποδίδοντάς τους την αυτή ακριβως έννοια που τους απέδωσε το Συμβούλιο  τα Επικρατείας (ΣτΕ 887/2009, 4186/1988 7μ. κ.α.).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τα καθαρά  κέρδη της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, που ασχολείται με την κατασκευή, εμπορία και  εισαγωγή ελαστικών παντός είδους τροχοφόρων, προσδιορίσθηκαν από τη φορολογική αρχή για  την ένδικη χρήση (1-1- έως 31-12-1984), με το σχετικό φύλλο ελέγχου, λογιστικά, με την  προσθήκη λογιστικών διαφορών. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη  απόφαση, η αναιρεσείουσα εξέπεσε, μεταξύ άλλων, από τα ακαθάριστα έσοδα της κρινόμενης  χρήσης ποσό 37.665.175 δραχμών που αντιπροσωπεύει αποζημιώσεις τις οποίες παρέχει στους  πελάτες της, λόγω φθοράς από κατασκευαστικό λάθος των εισαγομένων από αυτήν ή τρίτους  (εισαγωγείς, εμπόρους αυτοκινήτων κ.λπ.) ελαστικών ή των κυκλοφορούντων στην Ελλάδα  ελαστικών που έχουν προμηθευτεί από το εξωτερικό τουρίστες, ιδιώτες κ.λπ. Η επιστροφή των  ελαττωματικών επισώτρων προς την αναιρεσείουσα ενεργείται μέσω των κεντρικών  αντιπροσώπων ή μεταπωλητών κ.λπ., προς τους οποίους χορηγείται και η σχετική αποζημίωση, η  οποία, στη συνέχεια, δίνεται στον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου με τη μορφή έκπτωσης κατά την  αγορά του νέου ελαστικού που αγοράζεται σε αντικατάσταση του φθαρμένου ελαστικού. Η  φορολογική αρχή από το παραπάνω ποσό δεν αναγνώρισε για έκπτωση ποσό 20.140.043  δραχμών με την αιτιολογία ότι οι αποζημιώσεις που καταβάλλει η αναιρεσείουσα για τα εισαγόμενα  από την ίδια και από τρίτους ελαστικά α) κυμαίνονται σε πολύ υψηλά ποσοστά (3,48% για την  κρινόμενη χρήση) σε σχέση με τις καταβαλλόμενες για τα προϊόντα της (1,62% για την κρινόμενη  χρήση), β) δεν στηρίζονται σε συμφωνία μεταξύ της εν λόγω εταιρείας (ως αντιπροσώπου- εισαγωγέως) και της βιομηχανίας που παράγει τα προϊόντα αυτά και γ) δεν εμφανίζει διακεκριμένα  στα βιβλία της τις αποζημιώσεις που καταβάλλει σε κάθε περίπτωση, κατά τρόπο σαφή, ώστε να  μπορεί να κρίνει η φορολογική αρχή την υποχρέωση και τη σκοπιμότητα της καταβολής τους.  Τελικά, η φορολογική αρχή έκρινε ότι οι αποζημιώσεις αυτές πρέπει να κυμαίνονται στο ίδιο  περίπου ποσοστό με αυτές που καταβάλλει η αναιρεσείουσα στα πλαίσια των πωλήσεων των  προϊόντων της, το επιπλέον δε ποσοστό, ανερχόμενο στο προαναφερόμενο ποσό, προστέθηκε στα  αποτελέσματά της ως λογιστική διαφορά. Η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως: 1) ότι η  χορήγηση από αυτήν υψηλότερου ποσοστού εκπτώσεων για τα πωλούμενα από αυτήν εισαγόμενα  προϊόντα παραγωγής αδελφών εταιρειών οφείλεται στο γεγονός ότι τα εν λόγω προϊόντα  (επίσωτρα και αεροθάλαμοι) προοριζόμενα για επιβατηγά αυτοκίνητα υψηλών επιδόσεων, για  φορτηγά αυτοκίνητα με μεταλλική ενίσχυση, τρακτέρ και χωματουργικά μηχανήματα, έχουν  μεγαλύτερη αξία και εμφανίζουν υψηλό βαθμό φθοράς, 2) ότι η χορήγηση εκπτώσεων στηρίζεται  σε πάγια εμπορική τακτική μεταξύ των αδελφών εταιρειών και 3) ότι οι παρεχόμενες στους  δικαιούχους εκπτώσεις και η παραλαβή των ελαττωματικών ελαστικών από αυτήν γίνονται με  νομότυπα στοιχεία, γεγονός που δεν αμφισβητεί η φορολογική αρχή. Ενόψει αυτών, το διοικητικό  εφετείο, αρχικά, με την υπ’ αριθμ. 1005/1992 απόφασή του, αποφανθέν επί εφέσεως του Δημοσίου,  δέχθηκε ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η φορολογική αρχή δεν αμφισβητεί ότι η αναιρεσείουσα  χορηγεί και επιβαρύνεται με τις εν λόγω εκπτώσεις και έχει αναγνωρίσει για έκπτωση ένα τμήμα  αυτών (ποσοστό 1,58% στα ακαθάριστα έσοδα), με ανεπαρκή αιτιολογία η εν λόγω αρχή  στηριζόμενη επί εικασιών περιέκοψε το ανωτέρω ποσό των 20.140.043 δραχμών από μόνο το  γεγονός της μη εμφάνισης στα βιβλία διακεκριμένως των αποζημιώσεων που καταβάλλει σε κάθε  περίπτωση για μη παραγόμενα απ’ την ίδια προϊόντα. Με τις σκέψεις αυτές επικύρωσε την  πρωτόδικη απόφαση, με την οποία το εν λόγω ποσό δαπάνης είχε αναγνωρισθεί ως αφαιρετέο από  τα ακαθάριστα έσοδα της κρινόμενης χρήσης. Η κρίση του αυτή με την υπ’ αριθμ. 1462/1999  απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας θεωρήθηκε ανεπαρκώς αιτιολογημένη, με την αιτιολογία  ότι «το διοικητικό εφετείο, δεν απάντησε στον προβληθέντα με την έφεση του Δημοσίου ουσιώδη  ισχυρισμό, κατά τον οποίο, λόγω του αορίστου τρόπου εμφανίσεως στα βιβλία και στοιχεία της  αναιρεσείουσας των σχετικών εγγραφών καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της παραγωγικότητας της  εν λόγω δαπάνης». Ακολούθως, το διοικητικό εφετείο με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη, δικάζον μετ’  αναίρεση την έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφού θεώρησε ότι η μη  διακεκριμένη εμφάνιση στα βιβλία της ήδη αναιρεσείουσας της αποζημιώσεως που καταβάλει σε  κάθε περίπτωση, κατά τρόπο σαφή (μη εμφάνιση των στοιχείων που αφορούν τους πελάτες -  κατόχους των φθαρέντων ελαστικών στους οποίους καταλήγουν υπό μορφή εκπτώσεως οι  αποζημιώσεις, αλλά μόνον των στοιχείων που αφορούν τις μέσω αντιπροσώπων επιστροφές  ελαστικών και χορηγούμενες σ’ αυτούς αποζημιώσεις), καθιστά αδύνατο τον έλεγχο της  παραγωγικότητας της εν λόγω δαπάνης, έκρινε ότι από την ανωτέρω δαπάνη το ποσό των  20.140.043 δραχμών πρέπει, κατ’ αποδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως του οικονομικού εφόρου,  να προστεθεί στα καθαρά κέρδη της αναιρεσείουσας, ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους η  φορολογική αρχή αναγνώρισε προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της αναιρεσείουσας το  υπόλοιπο τμήμα της εν λόγω δαπάνης.

5. Επειδή, η ανωτέρω αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης παρίσταται νόμιμη και επαρκής. Τούτο δε  διότι, ενόψει και των γενομένων δεκτών στη σκέψη 2 και λαμβανομένου υπόψη ότι με την  ανωτέρω αναφερθείσα αναιρετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, καθ’  ερμηνεία του δικογράφου της εφέσεως, δεσμευτικά για το μετ’ αναίρεση δικάζον την έφεση του  Δημοσίου εφετείο, ότι η φορολογική αρχή αμφισβήτησε την παραγωγικότητα της δαπάνης, το  διοικητικό εφετείο όφειλε να σχηματίσει πλήρη και βέβαιη δικανική πεποίθηση περί της  παραγωγικότητας της δαπάνης, επαληθεύοντας, την αιτία για την οποία, κατά τους ισχυρισμούς  της αναιρεσείουσας, χορηγούντο τα ένδικα ποσά αποζημιώσεων. Στα πλαίσια αυτά της  επαλήθευσης της αιτίας της ένδικης δαπάνης, η αναιρεσείουσα είχε κατά νόμο το βάρος ν’ αποδείξει  όχι μόνο ότι η ίδια χορηγούσε τα ένδικα ποσά ως αποζημιώσεις στους κεντρικούς αντιπροσώπους -  μεταπωλητές κ.λπ. των ελαστικών που εισάγει και εμπορεύεται, αλλά, περαιτέρω, προεχόντως, και  ότι οι κάτοχοι των φθαρέντων ελαστικών ετύγχαναν, πράγματι, από τους συγκεκριμένους  αντιπροσώπους - μεταπωλητές αντίστοιχης-ισόποσης με τις αποζημιώσεις έκπτωσης, κατά την  αγορά καινούργιων ελαστικών, που αποτελούσαν το αντικείμενο εισαγωγής και εμπορίας της  αναιρεσείουσας. Μη παρουσιάζοντας η αναιρεσείουσα συγκεκριμένα στοιχεία ως προς την  ταυτότητα των αγοραστών και τη συναλλαγή τους με τους εμπόρους-μεταπωλητές ελαστικών  δικής της παραγωγής-εμπορίας, απ’ τα οποία να προκύπτει ότι οι αγοραστές τύγχαναν και της  σχετικής έκπτωσης, δεν ανταποκρίθηκε στο δεύτερο αυτό σκέλος του βάρους απόδειξης που είχε  και ως εκ τούτου δεν απέδειξε την παραγωγικότητα της εν λόγω δαπάνης, όπως νομίμως έκρινε  και το διοικητικό εφετείο. Τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με το δικόγραφο της αναίρεσης,  καθώς και με το από 19-10-2001 δικόγραφο προσθέτων λόγων περί του ότι ι) η αναιρεσείουσα  εξέδωσε νόμιμα φορολογικά στοιχεία και απεικόνισε στα βιβλία της τις σχετικές συναλλαγές της με  τους αντιπροσώπους-μεταπωλητές κ.λπ., με τους οποίους και μόνο συνδεόταν με έννομη σχέση,  κατά τρόπο ώστε να προσδιοριστούν απ’ τη φορολογική αρχή και τα ποσά των ένδικων  αποζημιώσεων και, εντεύθεν, τα ποσοστά των εκπτώσεων, καθώς και ότι ιι) εξάλλου, από καμία  φορολογική διάταξη δεν προκύπτει η υποχρέωσή της ν’ αναγράφει - εμφανίζει στα βιβλία και  στοιχεία της τα στοιχεία των κατόχων των φθαρέντων ελαστικών, οι οποίοι κατά την αγορά  καινούργιων, έτυχαν εκπτώσεων ισόποσων με τις χορηγηθείσες στους αντιπροσώπους  αποζημιώσεις, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η ίδια δεν συναλλάσσεται απευθείας με τους  τελικούς αγοραστές των ελαστικών, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Συνακολούθως δε είναι  απορριπτέα ως αλυσιτελή και τα εντεύθεν προβαλλόμενα ότι το διοικητικό εφετείο παρέλειψε ν’  απαντήσει σε μια σειρά ισχυρισμών που είχε προβάλει με σχετικό υπόμνημά της (βλ. σελ. 13) προς  αντίκρουση του προβληθέντος λόγου εφέσεως του Δημοσίου, σύμφωνα με τον οποίο το επίδικο  τμήμα της εν λόγω δαπάνης έπρεπε ν’ απορριφθεί, διότι, λόγω του τρόπου εμφάνισης αυτής στα  βιβλία και στοιχεία της επιχείρησής της, καθίστανται αδύνατες οι ελεγκτικές επαληθεύσεις, δοθέντος  ότι, πλέον των ανωτέρω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, το διοικητικό εφετείο δεν  απέκρουσε την έκπτωση της ένδικης δαπάνης ως παραγωγικής, λόγω αδυναμίας διενέργειας  ελεγκτικών επαληθεύσεων, αλλά λόγω αδυναμίας ελέγχου της παραγωγικότητας αυτής.  Περαιτέρω, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων, προβάλλεται ότι το διοικητικό εφετείο, κρίνοντας  μετ’ αναίρεση ότι η ένδικη δαπάνη δεν είναι παραγωγική, εξέτασε λόγο εφέσεως μηδέποτε  προβληθέντα, λαμβανομένου υπόψη, κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι η  φορολογική αρχή τόσο αρχικά, κατά τον έλεγχο, όσο και, στη συνέχεια, με την έφεσή της, δεν  αμφισβήτησε το χαρακτήρα της δαπάνης ως παραγωγικής, αλλά τη σκοπιμότητα και το προσήκον  μέτρο αυτής, παραδοχή, η οποία ενισχύεται, κατά τα προβαλλόμενα, με το επιχείρημά της, ότι,  πάντως, αναγνωρίστηκε μέρος της δαπάνης αυτής. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως  απαράδεκτος, δοθέντος ότι η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τη δεσμευτική για το διοικητικό εφετείο  αναιρετική κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, ερμηνεύοντας το λόγο εφέσεως του  Δημοσίου, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της έκθεσης ελέγχου, στο οποίο ευθέως παραπέμπει,  όπως αυτό παρατίθεται και στην αρχική-αναιρεθείσα, αλλά και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση  του διοικητικού εφετείου, έκρινε ότι με το λόγο αυτόν αμφισβητείτο η παραγωγικότητα της  δαπάνης, αποδίδοντας δεσμευτικά για το μετ’ αναίρεση δικάσαν εφετείο στην αναφερόμενη στην  έκθεση ελέγχου λέξη «σκοπιμότητα» της δαπάνης, την έννοια του σκοπού-αιτίας αυτής.

6. Επειδή, μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα στο  σύνολό της.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια  εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια  συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 2011.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος                                                                 Η Γραμματέας     Δ. Κωστόπουλος                                                                                  Κ. Κεχρολόγου



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο