Δημοσιεύθηκε στις : [ 16-07-2012 ]

Αρειος Πάγος 383/2012 Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών καθώς και να καταβάλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο.

(Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών καθώς και να καταβάλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο.)

Κατηγορία: Εργατικά - Απασχόληση

Αρειος Πάγος  383/2012

Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών καθώς και να καταβάλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο.

ΑΠ 383/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ............................., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....................... ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον .......................... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1054/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 726/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. 11682/29-4-2011 και 289Β'/5.12.2011, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και της κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, (7-2-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 22 και 32 του ν. 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λ.π..

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι "κατά την πληρωμή των μισθών, επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ασφαλισμένους. Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσίν του ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας πληρωμής των μισθών, η καταβολή της εργοδοτικής και της εισφοράς του ασφαλισμένου βαρύνει τον εργοδότη".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών καθώς και να καταβάλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο. Περαιτέρω, τα ποσά, τα οποία ο εργοδότης πρέπει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε ορισμένους τρίτους, όπως είναι και οι ανωτέρω υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο μισθό του εργαζομένου, ο οποίος και αποτελεί αντικείμενο της περί αποδοχών δίκης. Έτσι, αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία Π.Ε.Ε. καταβάλει στο ΙΚΑ τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 ΑΚ αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξιώσεως του εργαζομένου, για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 12-11-2003 ως οδηγός φορτηγού της και αντί μηνιαίου μισθού του προβλεπομένου από τις οικείες Διαιτητικές αποφάσεις που αφορούν τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων κλπ πάσης φύσεως αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη της Χώρας (Διαιτητικές αποφάσεις 1) 15/2003 - πράξη καταθέσεως Υπ. Εργασίας 13/19-5-2003 2) 20/2004 - πράξη καταθέσεως Υπ. Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 11/14-7-2004 και 3) 9/2005 - πράξη καταθέσεως Υπ. Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας 1/4-5-2005}.

Ο τελευταίος ελάμβανε ως μηνιαίες αποδοχές από την εναγομένη, το βασικό μισθό που προβλεπόταν από τις οικείες Δ.Α., πλην όμως τον αντιστοιχούντα σε εργαζόμενο με 12-15 έτη προϋπηρεσίας, έγγαμο με δύο παιδιά, χωρίς να του καταβάλλεται οποιοδήποτε επίδομα που δικαιούνταν με βάση τις ειδικές συνθήκες της εργασίας που προσέφερε. Ωστόσο όμως ο ενάγων, κατόπιν συμφωνίας του με την εργοδότριά του, το μισθό του τον εισέπραττε "καθαρό" δηλαδή χωρίς η εναγομένη να του παρακρατεί απ' αυτόν (μισθό) το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών του, που τον βάρυναν ως ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, οι οποίες, εν προκειμένω, ανέρχονταν σε 19,450/0 επί των ακαθαρίστων (μικτών) αποδοχών του (κλάδος ασφάλισης ΒΑΡΕΑ ΤΕΑΜ, κατηγορία ασφάλισης εργαζομένων άνω των 18 ετών με επαγγελματικό κίνδυνο).

Έτσι με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή με το να πληρώνει η εργοδότριά του εναγομένη στο ΙΚΑ ολόκληρο το ποσό του ασφαλίσματος που βάρυνε τον ενάγοντα ως ασφαλισμένο, ο τελευταίος για όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, ήτοι από 12-11-2003 μέχρι και την καταγγελία της στις 22-12-2005, έλαβε ως καθαρές μηνιαίες αποδοχές τα ακόλουθα ποσά:
Για αποδοχές, 1) μηνός Νοεμβρίου 2003 το ποσό των 586,24 €,
2) μηνός Δεκεμβρίου 2003, το ποσό των 916 €,
3) για τους μήνες από Ιανουάριο 2004 έως Αύγουστο του 2004 966 Ευρώ,
4) για τους μήνες από Σεπτέμβριο 2004 έως Δεκέμβριο του ιδίου έτους (2004), το ποσό των 990,84 Ευρώ,
5) για τους μήνες από Ιανουάριο 2005 έως Αύγουστο ιδίου έτους, ποσό 1.022 €,
6) για τους μήνες Σεπτέμβριο 2005 μέχρι και Νοέμβριο 2005, το ποσό των 1.059 € και
7) για το Δεκέμβριο 2005 έλαβε το ποσό των 848 € (1.059 Χ 20/25).

Επίσης με τον ίδιο ως άνω τρόπο, δηλαδή με βάση τον ίδιο παραπάνω βασικό μισθό, υπολογίστηκαν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που αυτός δικαιούνταν καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, τα οποία επίσης η εναγομένη του κατέβαλε "Kαθαρά" χωρίς να του παρακρατεί το ποσό της αναλογίας που τον βάρυνε για τις ασφαλιστικές του εισφορές στο ΙΚΑ.
Έτσι με αυτόν τον τρόπο ο ενάγων έλαβε ως καθαρές αποδοχές:
1) για δώρο Χριστουγέννων 2003 (αναλογία) το ποσό των 196,87 €.
2) για δώρο Πάσχα 2004 το ποσό των 477,08 €,
3) για επίδομα αδείας 2004 το ποσό των 458 €,
4) για δώρο Χριστουγέννων 2004, το ποσό των 1.006,24 €,
5) για δώρο Πάσχα 2005 το ποσό των 503,12 €,
6) το ποσό των 511 € για επίδομα αδείας 2005 και
7) το ποσό των 500 € (έναντι) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αποδοχές που ο ενάγων έπρεπε να λαμβάνει από την εναγομένη επιχείρηση, μετά την ένταξή του στην κατηγορία οδηγού φορτηγού που ανταποκρίνονταν στις προσωπικές του ιδιότητες (έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα και προϋπηρεσία 18-21 έτη), συνυπολογιζομένων και των επιδομάτων που εδικαιούτο, βάσει των ανωτέρω Δ.Α. που τυγχάνουν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, διαμορφώνονται ως εξής:
Α) Για το χρονικό διάστημα από 12-11-200 έως 31-12-2003,σε 1.045,44 ευρώ μικτά μηνιαίως 
Β) 1) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-8-2004, σε 1.080 ευρώ, μικτά, μηνιαίως.
Β) 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 31-12-2004 σε 1.106,1ευρώ, μικτά, μηνιαίως.
Γ) 1) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-8-2005, σε 261,5 ευρώ μικτά μηνιαίως.
Γ) 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 23-12-2005 σε 1.298,77ευρώ, μικτά, μηνιαίως.

Από τα ως άνω ποσά τα οποία είναι οι ελάχιστες νόμιμες ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές, τις οποίες ο ενάγων δικαιούνταν να λάβει με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών ΔΑ των ετών 2003, 2004 και 2005, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές αυτού, μετά την αφαίρεση του ποσού των ασφαλιστικών εισφορών, που βάρυναν αυτόν προς το ΙΚΑ, και το οποίο θα ήταν υποχρεωμένη η εναγομένη να παρακρατήσει από τις μηνιαίες αποδοχές του (για να τις αποδώσει στο ΙΚΑ) και το οποίο (ποσό εισφορών) ισούται με ποσοστό 19,45% επί των ακαθάριστων (μικτών) αποδοχών του, διαμορφώνονται ως εξής:

Για το χρονικό διάστημα:

Α) από 12-11-2003 έως 31-12-2003 σε ποσό 1.045,44 € μείον 203,33 (1.045,44 Χ 19,45%) = 842,1 Ευρώ και ειδικά για το μήνα Νοέμβρη του έτους 2003, 538,95 € (842,11 € Χ 16 ημ/25).
Β) 1) από 1-1-2004 έως 31-8-2004 σε Ευρώ 1.080 μείον 210,06 € (1.080 € Χ 19,45%) ίσον 869,94 €.
Β2) από 1-9- 2004 έως 31-12-2004 σε 1.106,1 μείον 215,13 € (1.106,1 Χ 19,45%) = 890,97 €.
Γ)1) από 1-1-2005 έως 31-8-2005, σε ποσό 1.261,58 - 245,37 € (1.260,58 Χ 19,45%) ίσον 1.016,27 €,
Γ2) από 1-9-2005 έως 23-12-2005 σε 1.298,77 € μείον 252,61 (1.298,77 € Χ 19,450/0) ίσον 1.046,16 Ευρώ.
Από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι ο ενάγων παρότι αμείβονταν με βάση τις μηνιαίες αποδοχές οδηγού φορτηγού με λιγότερα έτη προϋπηρεσίας και χωρίς να λαμβάνει τα νόμιμα επιδόματα, εντούτοις στην πραγματικότητα για όλη την διάρκεια της εργασιακής του σχέσης δεν εισέπραξε λιγότερα χρήματα από εκείνα που αυτός δικαιούνταν με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, προστιθεμένων και των ως άνω επιδομάτων, αφού αυτός εισπράττοντας αποδοχές από την εναγομένη για κατώτερη (χαµηλότερη) ασφαλιστική κατηγορία χωρίς επιδόματα (δηλαδή για προϋπηρεσία 12-15 έτη), χωρίς να του αφαιρούνται οι, κατά τα προεκτεθέντα, νόµιµες και βαρύνουσες αυτόν κρατήσεις για το ΙΚΑ, κατ' αποτέλεσµα, έπαιρνε τα χρήµατα που δικαιούνταν για είκοσι έτη προϋπηρεσίας µετά των επιδομάτων και επομένως δεν προκύπτει καµµία υπέρ αυτού μισθολογική διαφορά. Ειδικότερα, ενώ έπρεπε να εισπράξει καθαρά για αποδοχές:

1) Νοέµβρη 2003 το ποσό των 538,95 € έλαβε 586,24 €,
β) µηνός Δεκεμβρίου 2003 το ποσό των 842,11 €, αυτός έλαβε το ποσό των 916 €,
γ) για τους µήνες από Ιανουάριο 2004 µέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2004 το ποσό των 869,94 €, αυτός έλαβε το ποσό των 966€,
δ) για τους µήνες Σεπτέμβριο 2004 µέχρι και Δεκέμβριο 2004 το ποσό των 890,97 €, αυτός έλαβε το ποσό των 990,84 €,
ε) για τους µήνες από Ιανουάριο 2005 έως Αύγουστο ιδίου έτους, το ποσό των 1.016,21 €, αυτός έλαβε ποσό 1.022 €, και
στ) για τους µήνες Σεπτέμβριο 2005 µέχρι Νοέµβρη 2005, το ποσό των 1.016,21 €, αυτός έλαβε 1.022 €.

Επίσης µε τον ίδιο τρόπο εξοφλήθηκαν στον ενάγοντα το δώρο Χριστουγέννων 2003 (αναλογία), δώρο Πάσχα 2004, επίδοµα αδείας 2004, δώρο Χριστουγέννων 2004, δώρο Πάσχα 2005, επίδοµα αδείας 2005 και δώρο Χριστουγέννων 2005 ( αναλογία), εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν προέκυψε ύπαρξη μισθολογικής διαφοράς μεταξύ των ελαχίστων νοµίµων αποδοχών του ενάγοντος και των καταβαλλομένων.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι το κονδύλιο της αγωγής περί καταβολής στον ενάγοντα από την εναγομένη της διαφοράς των μισθών μεταξύ των νομίμων και των καταβαλλομένων, για όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης είναι απορριπτέο.
Όμως δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα ότι η αναιρεσίβλητη πρότεινε παραδεκτώς στον πρώτο και το δεύτερο βαθμό, την ένσταση καταβολής στο ΙΚΑ των εργατικών εισφορών, με τις οποίες βαρυνόταν η αναιρεσίβλητη. Και ναι μεν στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης διαλαμβάνεται ότι "στον αντίδικο καταβάλλαμε στο χέρι καθαρά ολόκληρο το ποσό του μηνιαίου μισθού του, που προβλεπόταν από τις σ.σ.ε. χωρίς να επιβαρύνεται αυτός με την αναλογία του ΙΚΑ, την οποία πληρώναμε εμείς, με συνέπεια να λαμβάνει μεγαλύτερο μισθό από αυτόν που εδικαιούτο" και "εμείς του είπαμε και αυτός συμφώνησε ότι θα του καταβάλλουμε στο χέρι καθαρά ολόκληρο το συνολικό ποσό του μισθού που προβλέπεται και αντιστοιχεί για την περίπτωση του, χωρίς να επιβαρύνεται με την αναλογία του ΙΚΑ, δηλαδή την αναλογία του στο ΙΚΑ αναλάβαμε να την πληρώνουμε εμείς, ασχέτως του ότι, για λόγους που έχουν σχέση μόνο με το ΙΚΑ, στις αποδείξεις πληρωμής εμφανίζεται να παρακρατείται η εν λόγω εισφορά" πλην όμως, δεν περιέχεται σ' αυτές και ισχυρισμός (ένσταση) περί καταβολής των εν λόγω εισφορών, το ύψος των οποίων, να σημειωθεί, δεν προσδιορίζεται επί μέρους και στο σύνολο του, ώστε να θεμελιωθεί η σχετική ένσταση και παράλληλα η υποχρέωση του Εφετείου να την ερευνήσει.
Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου μετά από αφαίρεση των βαρυνουσών αυτήν ασφαλιστικών εισφορών, παραβίασε, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο δε πρώτος λόγος της αναιρέσεως και κατά τα δύο μέρη του, με τον οποίο προβάλλονται, αντίστοιχα, οι αιτιάσεις από τον αριθμό 1 και από τον αριθμό 8 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Με το δεύτερο, από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα, ότι ενώ δέχεται ότι πραγματοποιούσε πάντοτε υπεραπασχόληση έξι (6) ωρών εβδομαδιαίως και δη 3 ώρες παρανόμου υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες μάλιστα, επιδικάζει υπέρ του διάφορα ποσά, εν τούτοις απορρίπτει τις αξιώσεις του για συμπλήρωση των επιδομάτων εορτών και αδείας με το συνυπολογισμό της αμοιβής του για την ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, με το στηριζόμενο σε αντίθετη παραδοχή σκεπτικό, ότι δηλαδή η εκ μέρους του ενάγοντος πραγματοποίηση ιδιορρύθμου υπερωριακής εργασίας δεν ήταν σταθερή και τακτική. Όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς περιέχεται μόνο η παραδοχή ότι η πραγματοποίηση της εργασίας που προαναφέρθηκε δεν ήταν σταθερή και τακτική.

Με τον τρίτο και τελευταίο, από τον αρ.19 της παραπάνω διάταξης, λόγο, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστήριο με ανύπαρκτη, άλλως ελλιπέστατη αιτιολογία, απέρριψε τις αξιώσεις του για αποζημίωσή του, κατά τις διατάξεις των αρ. 904 επ. ΑΚ, ως ουσία αβάσιμες, με το σκεπτικό ότι δια της καταβολής σ' αυτόν του ποσού των 45 € για κάθε Σάββατο έχει αυτός πλήρως εξοφληθεί, χωρίς πουθενά να αναφέρεται το ύψος της νομίμου αποζημιώσεώς του, για την αιτία αυτή, ώστε μετ' αφαίρεσιν του ποσού των 45 € (7 € ωριαίως) να προκύπτει, εάν έχει ή δεν έχει εξοφληθεί. Όμως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού με το αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες παραδοχές της απόφασης, οι αξιώσεις του, οι οποίες απορρίφθηκαν και η αιτία γέννησης των, ώστε να κριθεί η νομιμότητα τους και η υποχρέωση του Δικαστηρίου να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία για την απόρριψη των.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει

1) ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προδιαληφθέν μέρος της, δηλ. ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της, που αναφέρεται στις αξιώσεις του αναιρεσείοντος, που αφορούν τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας του αναιρεσείοντος, ως προς τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι, ορθώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τις επιδίκασε μετά από αφαίρεση από αυτές των βαρυνουσών την αναιρεσίβλητη ασφαλιστικών εισφορών, δίχως την νομότυπη προβολή από αυτήν, της σχετικής ενστάσεως, 

2) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και

3) να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ).



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει, την με αριθμό 726/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
  • ΕΦΚΑ
Up
Close
Close
Κλείσιμο