Δημοσιεύθηκε στις : [ 11-06-2012 ]

ΣτΕ 1363/2011 Επίσχεση εργασίας και υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Επομένως, εφόσον κατά τον χρόνο της επίσχεσης παραμένει άθικτη η υποχρέωση καταβολής του μισθού, παραμένει ενεργή και η ασφαλιστική σχέση του εργαζομένου, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί υπό τους ίδιους όρους και με όλες τις συνέπειες από την άποψη καταβολής εισφορών στο Ι.Κ.Α.

(Επίσχεση εργασίας και υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Επομένως, εφόσον κατά τον χρόνο της επίσχεσης παραμένει άθικτη η υποχρέωση καταβολής του μισθού, παραμένει ενεργή και η ασφαλιστική σχέση του εργαζομένου, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί υπό τους ίδιους όρους και με όλες τις συνέπειες από την άποψη καταβολής εισφορών στο Ι.Κ.Α.)

Κατηγορία: Ασφαλιστικά - ΙΚΑ - ΤΕΒΕ - Λοιπά (ΠΡΟ ΕΦΚΑ)

Δεν ασκεί δε επιρροή το γεγονός της μη πραγματικής απασχόλησης του εργαζομένου, ο οποίος διατηρεί το σύνολο των δικαιωμάτων που θα απολάμβανε αν είχε εξελιχθεί ομαλά η σύμβαση εργασίας.
Αν, ειδικότερα, ο εργαζόμενος απασχολείται με ειδικότητα η οποία υπάγεται στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, οι ειδικές περί των επαγγελμάτων αυτών διατάξεις εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή, θεωρείται, δηλαδή, ο χρόνος της επίσχεσης εργασίας ως χρόνος απασχόλησης στα ανωτέρω επαγγέλματα.


ΣτΕ 1363/2011

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2011, με την εξής σύνθεση: Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Σκαλτσούνης, Σ. Χρυσικοπούλου, Σύμβουλοι, Β. Ανδρουλάκης, Σ. Κτιστάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Κολιοπούλου.
Για να δικάσει την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση:
του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο δεν παρέστη,
κατά του..................., ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ταμείο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2810/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Β. Ανδρουλάκη. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου
και Αφού μελέτησε τασ χετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία νομίμως ασκείται χωρίς καταβολή παραβόλου (άρθρο 24 παρ. 4 του ν. 2579/1998, Α’ 31), ζητείται η αναίρεση της 2810/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, εξαφανίστηκε η 1658/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θασσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη προσφυγή του κατά της 1121/Συν. 192/18.4.2002 απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Ιωνίας Θεσσαλονίκης.

Ακολούθως δε η πιο πάνω προσφυγή, η οποία αφορούσε σε μετατροπή μεικτών ενσήμων σε βαρέα για χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος τελούσε σε επίσχεση εργασίας, απορρίφθηκε ως αβάσιμη.

2. Επειδή, ο κανόνας που τίθεται με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 8 παρ. 2 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), σύμφωνα με τον οποίο ως ημέρες εργασίας υπαγόμενες στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. θεωρούνται και οι ημέρες κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, αμοιβή αν και δεν εργάζεται, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία θεσπίζεται από το νόμο υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αμοιβής του εργαζομένου, χωρίς ο τελευταίος να παρέχει την εργασία του (πρβ. ΣτΕ 4445/1998, ΣτΕ 4449/1995 κ.ά.).

Τέτοια είναι και η κατά τα άρθρα 325 και 656 του Αστικού Κώδικα περίπτωση αποχής του εργαζομένου από την εργασία του λόγω παράβασης από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για έγκαιρη καταβολή του οφειλόμενου μισθού και, συνεπεία τούτου, άσκησης από τον εργαζόμενο του δικαιώματος επίσχεσης, με συνέπεια να καθίσταται στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υπερήμερος ως προς την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας.

Επομένως, εφόσον κατά τον χρόνο της επίσχεσης παραμένει άθικτη η υποχρέωση καταβολής του μισθού, παραμένει ενεργή και η ασφαλιστική σχέση του εργαζομένου, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί υπό τους ίδιους όρους και με όλες τις συνέπειες από την άποψη καταβολής εισφορών στο Ι.Κ.Α.

Δεν ασκεί δε επιρροή το γεγονός της μη πραγματικής απασχόλησης του εργαζομένου, ο οποίος διατηρεί το σύνολο των δικαιωμάτων που θα απολάμβανε αν είχε εξελιχθεί ομαλά η σύμβαση εργασίας.

Αν, ειδικότερα, ο εργαζόμενος απασχολείται με ειδικότητα η οποία υπάγεται στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, οι ειδικές περί των επαγγελμάτων αυτών διατάξεις εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή, θεωρείται, δηλαδή, ο χρόνος της επίσχεσης εργασίας ως χρόνος απασχόλησης στα ανωτέρω επαγγέλματα.

Αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με τα οριζόμενα στην προπαρατεθείσα διάταξη του εδαφίου β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του α.ν. 1846/1951 - με την οποία τίθεται ανώτατο όριο στον χρόνο της οφειλόμενης σε κανονική άδεια ή ασθένεια αποχής του εργαζομένου από την εργασία του και ορίζεται ότι ο χρόνος αυτός λογίζεται ως χρόνος διανυθείς στην ασφάλιση των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων - γιατί η διάταξη αυτή αναφέρεται σε περιπτώσεις αδυναμίας παροχής εργασίας που οφείλεται στον ίδιο τον εργαζόμενο (κανονική άδεια, ασθένεια) και όχι σε περιπτώσεις όπως αυτή της επίσχεσης εργασίας, στις οποίες ο εργαζόμενος εμποδίζεται να παρέχει την εργασία του για λόγους που αφορούν τον εργοδότη.

Η αντίθετη εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα να αποτρέπονται οι υπαγόμενοι στην ασφάλιση των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων να ασκούν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, αφού η άσκηση του δικαιώματος αυτού θα είχε ως συνέπεια την απώλεια της αυξημένης ασφαλιστικής προστασίας που παρέχουν οι ειδικές περί των επαγγελμάτων αυτών διατάξεις και να τίθενται, επομένως, αυτοί, ως προς την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, και μάλιστα χωρίς επαρκή δικαιολογητικό λόγο, σε δυσμενέστερη θέση έναντι των λοιπών ασφαλισμένων, οι οποίοι διατηρούν κατά το χρόνο της επίσχεσης το σύνολο των δικαιωμάτων τους και εξακολουθούν να ασφαλίζονται υπό τους όρους που ισχύουν και επί πραγματικής παροχής εργασίας (Σ.τ.Ε. 4040, 697/20101, 2987, 2988/2009 7μ.).

3. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 452/25.1.2001 αίτηση - καταγγελία που ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στο Τοπικό Υποκατάστημα ΙΚΑ Ιωνίας Θεσσαλονίκης, ζήτησε την μετατροπή των ενσήμων του από μεικτά σε βαρέα για το χρονικό διάστημα από 1.4.1999 έως 31.12.1999, κατά το οποίο τελούσε σε επίσχεση της εργασίας που παρείχε στην εργοδότριά του επιχείρηση ..........., λόγω μη καταβολής από αυτήν των νόμιμων αποδοχών του. Ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος με την 452/18.9.2001 απόφασή του απέρριψε το αίτημα του ασφαλισμένου, με την αιτιολογία ότι, λόγω μη παροχής εκ μέρους του εργασίας, ο χρόνος κατά τον οποίο βρισκόταν σε επίσχεση δεν θεωρείται χρόνος διανυθείς στο ειδικό καθεστώς ασφάλισης του Κώδικα Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων. Ένσταση του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης αυτής έγινε δεκτή με την 1121/192/18.4.2002 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του πιο πάνω Υποκαταστήματος, με την αιτιολογία ότι, εφόσον επί επίσχεσης εργασίας οι μισθωτοί τελούν στην ίδια ακριβώς κατάσταση με εκείνη πριν την επίσχεση, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος πριν την επίσχεση ασφαλιζόταν στα βαρέα, δικαιούται τα ίδια ένσημα και κατά τον χρόνο της επίσχεσης. Προσφυγή του Ι.Κ.Α. κατά της τελευταίας αυτής απόφασης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω μη υπογραφής του δικογράφου της από δικαστικό πληρεξούσιο του Ιδρύματος. Ακολούθως το αναιρεσείον άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η προσφυγή είχε ασκηθεί παραδεκτώς, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως δίκασε την προσφυγή. Σύμφωνα με το δικάσαν εφετείο, ο αναιρεσίβλητος, όπως προέκυπτε από τις 24538/1999 και 24539/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είχε προβεί νομίμως σε επίσχεση εργασίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1.4.1999 έως 31.12.1999), η οποία κατέστησε υπερήμερη την εργοδότριά του επιχείρηση ως προς την αποδοχή της εργασίας του κατά το διάστημα αυτό λόγω μη καταβολής των καθυστερούμενων αποδοχών του (αποδοχές μηνών από τον Ιούλιο μέχρι το Δεκέμβριο του 1998, πλην του δώρου Χριστουγέννων 1998, και από τον Ιανουάριο έως και το Μάρτιο του 1999). 

Επομένως, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το ανωτέρω διάστημα δεν είχε διακοπεί η εργασιακή και ασφαλιστική σχέση του αλλά παρέμενε ενεργή με όλες τις συνέπειες από την άποψη της καταβολής των εισφορών προς το Ι.Κ.Α., όπως αυτές θα ίσχυαν εάν ο εργαζόμενος παρείχε πράγματι την εργασία του. Δεδομένου δε ότι ο αναιρεσίβλητος, όπως προέκυπτε από τα στοιχεία του φακέλου και δεν αμφισβητήθηκε από το Ι.Κ.Α., πριν και μετά την επίσχεση εργασίας υπαγόταν στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. σύμφωνα με τις διατάξεις περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, ως απασχολούμενος στην πιο πάνω επιχείρηση με την ειδικότητα του οικοδόμου - συντηρητή κτηρίων, έπρεπε να υπαχθεί και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στην ασφάλιση του Κ.Β.Α.Ε. Με τις σκέψεις αυτές το δικάσαν εφετείο απέρριψε τελικά την από 18.7.2002 προσφυγή του Ι.Κ.Α. ως αβάσιμη.

4. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη 2η σκέψη, η πιο πάνω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι ορθή και νόμιμη και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας
Γ. Παπαμεντζελόπουλος Α. Κολιοπούλου

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Μαΐου 2011.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


1 Σχόλια

image description Your Name | June 11, 2012 9:58 AM | Απάντηση
Δηλαδή ο εργοδότης ασφαλίζει κανονικά στις ΑΠΔ;
Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
  • ΕΦΚΑ
Up
Close
Close
Κλείσιμο