Δημοσιεύθηκε στις : [ 22-05-2012 ]

Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. αριθ. 215/2012 Συνέπειες υπαγωγής στη διαδικασία συνδιαλλαγής του Πτωχευτικού Κώδικα (άρθρο 99 Ν. 3588/2007), επιχείρησης που έχει υπαχθεί στον αναπτυξιακό Ν. 3299/2004

(Συνέπειες υπαγωγής στη διαδικασία συνδιαλλαγής του Πτωχευτικού Κώδικα (άρθρο 99 Ν. 3588/2007), επιχείρησης που έχει υπαχθεί στον αναπτυξιακό Ν. 3299/2004)

Κατηγορία: Επενδύσεις - Αναπτυξιακά κίνητρα

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ 
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Αριθμός Γνωμοδοτήσεως 215/2012

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 
Τμήμα Β' 
Συνεδρίαση της 9ης Απριλίου 2012

Σύνθεση:

Προεδρεύων: Αλέξανδρος Καραγιάννης, Νομικός Σύμβουλος του Κράτους, αρχαιότερος των παρισταμένων Νομικών Συμβούλων του Τμήματος, λόγω κωλύματος του Προέδρου του Τμήματος Φωκίωνα Γεωργακόπουλου, Προέδρου του ΝΣΚ

Μέλη: Θεόδωρος Ψυχογιός, Παναγιώτης Παναγιωτουνάκος, Γεώργιος Κανελλόπουλος, Ευγενία Βελώνη, Ανδρέας Ανδρουλιδάκης, Δημήτριος Χανής, Αφροδίτη Κουτούκη και Δημήτριος Αναστασόπουλος, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.

Εισηγήτρια: Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρος ΝΣΚ (γνώμη χωρίς ψήφο)

Αριθμός Ερωτήματος: Αριθμ. πρωτ. 8562/22-2-2012 έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων, Δ/νση Εγκρισης και Ελέγχου Ιδιωτικών Επενδύσεων - Τμήμα Ελέγχου και Εκταμιεύσεων, Τμήμα Ενημέρωσης και Νομικών Θεμάτων.

Περίληψη Ερωτήματος: 

1) Αν στις περιπτώσεις των εταιρειών με την επωνυμία: α) «.....................................», η οποία με την υπ' αριθμ. 177/2010/3-12- 2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης έχει υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007 Α-133) «διαδικασία συνδιαλλαγής>, (άλλως < εξυγίανσης> κατά το ισχύον δίκαιο) και β) «........................................», η οποία με αίτησή της στο αρμόδιο δικαστήριο έχει ζητήσει να υπαχθεί στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα, οι οποίες (εταιρείες) αμφότερες έχουν επίσης υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3299/2004 (Α-261) «Κίνητρα Ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη και την Περιφερειακή Σύγκλιση», η Διοίκηση υποχρεούται να καταβάλει την εγκεκριμένη επιδότηση σε επενδυτικά σχέδια αυτών, τα οποία έχουν ολοκληρωθεί σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές του κανονιστικού πλαισίου του παραπάνω νόμου» και 

2) αν διαφοροποιείται ο τρόπος προσέγγισης στην περίπτωση που το επενδυτικό σχέδιο είναι στο στάδιο υλοποίησης.

Επί των ανωτέρω ερωτημάτων, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Τμήμα Β') εγνωμοδότησε ως εξής: 

I. Ιστορικό

Από το έγγραφο της ερωτώσης υπηρεσίας και τα στοιχεία του φακέλου που σο συνοδεύουν προκύπτουν τα εξής:

Α.-. Η εταιρεία με την επωνυμία «....................................................», με την υπ' αριθμ. 28281/ΥΠΕ/4/ε/00859/Ν. 3299/2004/27-6-2007 απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, υπήχθη στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004 για την υλοποίηση επενδυτικού σχεδίου, που αφορούσε εκσυγχρονισμό ολοκληρωμένης μορφής και αναβάθμισης από 3* σε 5*, ξενοδοχειακής μονάδας «..................», δυναμικότητας 170 δωματίων - 323 κλινών και δημιουργίας συμπληρωματικών εγκαταστάσεων με την προσθήκη νέων χρήσεων και κοινόχρηστων χώρων στον Πλαταμώνα N. Πιερίας, συνολικής δαπάνης 9.300.000 Ευρώ. Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση υπαγωγής η χρηματοδότηση του επενδυτικού σχεδίου θα καλυπτόταν με ποσό ίδιας συμμετοχής 2.325.000 Ευρώ (ποσοστό 25%), τραπεζικό δάνειο 2.325.000 ευρώ (ποσοστό 25%) και την επιχορήγηση ποσού 4.650.000 Ευρώ (ποσοστό 50%). Το επενδυτικό σχέδιο υλοποιήθηκε, όπως προκύπτει από τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε από το αρμόδιο Κεντρικό Όργανο Ελέγχου και συντάχθηκε σχετικά η υπ' αριθμ. 2905/26-1- 2011 Έκθεση. Σύμφωνα με την Έκθεση αυτή η ξενοδοχειακή μονάδα «....................» ολοκληρώθηκε σε φυσικό και οικονομικό αντικείμενο την 7/12/2010 και το κόστος της διαμορφώθηκε στο ποσό των 9.330.259,06 ευρώ. Επίσης, σύμφωνα με την ίδια έκθεση του Κ.Ο.Ε, η επιχείρηση έχει ήδη κάνει χρήση του δικαιώματος είσπραξης προκαταβολής της επιχορήγησης, ύψους 1.395.000 ευρώ και στην συνέχεια εισέπραξε από το Δημόσιο επί πλέον επιχορήγηση 930.000 ευρώ για την πραγματοποίηση του 50% του επενδυτικού σχεδίου.

Στην ανωτέρω υπ' αριθμ. 2905/26-11-2011 Έκθεση του Κεντρικού Οργάνου Ελέγχου υπάρχει η επισήμανση ότι: «η επιχείρηση με την υπ'αριθμ. 177/2010/3-12-2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης έχει υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007) και ειδικότερα στο άρθρο 99 αυτού <περί προστασίας από τους πιστωτές>. Περαιτέρω, κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε, επιδείχθηκαν δαπάνες ύψους 11.157.090,54 ευρώ, εκ των οποίων 10.615.474,53 ευρώ λογίσθηκαν ως εξωφλημένες και ως εκ τούτου πιστοποιήθηκε αντίστοιχης αξίας φυσικό αντικείμενο. Δεν πιστοποιήθηκαν δαπάνες 1.228.474,94 ευρώ ως προϊόν εσόδων από συνδιαλλαγή, βάσει του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα και συνεπώς το συνολικό κόστος της επένδυσης διαμορφώθηκε στο ποσό των 9.330.259,06 ευρώ (οικονομικό αντικείμενο). Η επιχείρηση με την υπ' αριθμ. πρωτ. 28263/24-6-2011 αίτησή της στην Υπηρεσία ζήτησε την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης, την οριστικοποίηση του κόστους και την πιστοποίηση της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης.

Β.-. Η εταιρεία με την επωνυμία «.........................» και τον διακριτικό τίτλο «.........................» υπήχθη στις διατάξεις του ν. 3299/2004 δυνάμει της υπ' αριθμ. 28443/ΥΠΕ/4/1218/Ε/Ν. 3299/28-6-2007 απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών για την υλοποίηση σχεδίου που αφορούσε την ίδρυση ξενοδοχείου, τύπου επιπλωμένων διαμερισμάτων 5 αστέρων στην Πεζούλα Μαλλιών στο νομό Ηρακλείου, συνολικής δαπάνης 6.860.000 ευρώ. Η χρηματοδότηση του επενδυτικού σχεδίου θα καλυπτόταν, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση υπαγωγής, με ποσό ίδιας συμμετοχής 1.715.000 ευρώ (ποσοστό 25%), με μακροπρόθεσμο δανεισμό ποσού 2.744.000 ευρώ (ποσοστό 40%) και επιχορήγηση ποσού 2.401.000 ευρώ (ποσοστό 35%). Στον τόπο υλοποίησης της επένδυσης πραγματοποιήθηκε τελικός έλεγχος από το αρμόδιο Κεντρικό Όργανο Ελέγχου και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 50723/9-11-2010 Έκθεση. Κατά την έκθεση η επένδυση στην συγκεκριμένη ξενοδοχειακή μονάδα ολοκληρώθηκε σε φυσικό και οικονομικό αντικείμενο την 6/11/2011, με το κόστος της να διαμορφώνεται στο συνολικό ποσό των 7.655.173,67 ευρώ. Επίσης, σύμφωνα με την ίδια έκθεση του Κ.Ο.Ε., η εταιρεία δεν έχει εισπράξει μέχρι σήμερα τμήμα της επιχορήγησης.

Η ανωτέρω εταιρεία έχει ζητήσει την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης, την οριστικοποίηση του κόστους και την πιστοποίηση της έναρξης της παραγωγικής λειτουργικής της επένδυσης. Τέλος, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 9240/2011 Πιστοποιητικό του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, αυτή ζήτησε με τις υπ' αριθμ. 1) .ΓΑ 6877/ΕΠ/118/10, 2) ΓΑ 7279/ΕΠ/124/11 και 3) ΓΑ 305/ΕΠ/3/11 αιτήσεις της να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα «διαδικασία συνδιαλλαγής».

II. Νομοθετικό πλαίσιο

Α.- Στο άρθρο 8 παράγραφος β' του προϊσχύσαντος αναπτυξιακού νόμου 3299/2004 ( Α' 261 ), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, ορίζεται η διαδικασία με την οποία τελείται η πιστοποίηση της ολοκλήρωσης της επένδυσης και η έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας, ως και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την σχετική αίτηση του επενδυτή. 

Συγκεκριμένα ορίζεται ότι: 
«Η πιστοποίηση της ολοκλήρωσης της επένδυσης και έναρξης της παραγωγικής της λειτουργίας γίνεται μετά από αίτηση του επενδυτή, η οποία κατατίθεται μαζί με τα απαιτούμενα παραστατικά στην αρμόδια υπηρεσία το αργότερο εντός (6) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας ολοκλήρωσης της επένδυσης, όπως αυτή ισχύει. Τα απαιτούμενα παραστατικό που συνοδεύουν τη αίτηση της επένδυσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της, ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Μετά την πάροδο της παραπάνω εξάμηνης προθεσμίας, χωρίς να υποβληθεί αίτηση συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα παραστατικό, η επένδυση θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ως μη ολοκληρωθείσα και εκδίδεται απόφαση με την οποία ανακαλείται η απόφαση υπαγωγής και διατάσσεται η επιστροφή του ποσού της καταβληθείσας επιχορήγησης προσαυξημένο κατά το ποσό των νομίμων τόκων από της καταβολής».

Κατ' εξουσιοδότηση των παραπάνω διατάξεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 40929/04.11.2005 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Περί δικαιολογητικών καταβολής των ενισχύσεων-Προκαταβολή της επιχορήγησης και καθορισμός του περιεχομένου της εγγυητικής επιστολής» (Β' 1571), με την οποία, εκτός των άλλων, καθορίστηκαν τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούνται για την πιστοποίηση ολοκλήρωσης της επένδυσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επιχείρησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση μεταξύ των λοιπών παραστατικών που απαιτούνται είναι και «πιστοποιητικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο φορέας της επένδυσης δεν βρίσκεται σε πτώχευση, εκκαθάριση, παύση δραστηριοτήτων, αναγκαστική διαχείριση ή πτωχευτικό συμβιβασμό, καθώς και πιστοποιητικά από τα οποία να προκύπτει ότι δεν έχει κινηθεί εναντίον του διαδικασία κήρυξης σε πτώχευση, εκκαθάριση, αναγκαστική διαχείριση ή πτωχευτικό συμβιβασμό ή οποιαδήποτε άλλη παρόμοια διαδικασία προβλεπόμενη από τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις» (άρθρο 3 παράγραφος 3 περίπτωση ϋ).

Β.-. Εξ άλλου, στο άρθρο 10 του ίδιου ως άνω ν. 3299/2004 ορίζονται οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που έχουν υπαχθεί στο νόμο αυτόν,, τόσο κατά την διάρκεια υλοποίησης των επενδύσεων, όσο και μεταγενέστερα της έκδοσης της απόφασης ολοκλήρωσης της επένδυσης, όπως επίσης και οι κυρώσεις που επιβάλλονται όταν δεν τηρηθούν οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Ειδικότερα, στο άρθρο αυτό ορίζεται ότι:

1.Α. Επιχειρήσεις των οποίων επενδυτικά σχέδια έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου αυτού, μετά την υπαγωγή τους και μέχρι την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης οφείλουν: 
α) Να τηρούν τους όρους της υπαγωγής, 
β) Να αποκτούν την κυριότητα του μισθωμένου εξοπλισμού με τη λήξη της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, 
γ) Να μη διακόπτουν την παραγωγική δραστηριότητα της επένδυσης, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που προκαλούνται από φυσικά φαινόμενα, 
δ) Να μην παύσουν τη λειτουργία της επιχείρησης) εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που προκαλούνται από φυσικά φαινόμενα, 
ε) Να μη μεταβιβάζουν για οποιονδήποτε λόγο πάγια περιουσιακά στοιχεία που έχουν ενισχυθεί, εκτός εάν αυτά αντικατασταθούν εντός εξαμήνου από άλλα κυριότητας του φορέα και ανάλογης αξίας, που ανταποκρίνονται στην εξυπηρέτηση της παραγωγικής λειτουργίας της επιχείρησης, με υποχρέωση γνωστοποίησης της αντικατάστασης εντός τριών (3) μηνών στην αρμόδια υπηρεσία. Αιτήματα αντικατάστασης παγίων για κάθε ενισχυόμενη επένδυση δεν μπορούν να εγκριθούν πάνω από δύο φορές. 
Β. Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην περίπτωση Α' για το ίδιο χρονικό διάστημα δεν επιτρέπεται χωρίς έγκριση του αρμόδιου για την έκδοση της απόφασης υπαγωγής οργάνου: α)......β) Να εκμισθώσουν μέρος ή το σύνολο της ενισχυθείσας επένδυσης. Η έγκριση δίδεται με τον όρο της συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησης στο ίδιο παραγωγικό αντικείμενο και η ευθύνη για την τήρηση των όρων υπαγωγής παραμένει στον εκμισθωτή. 
Γ. Επιχειρήσεις των οποίων έχει ενισχυθεί η δημιουργούμενη απασχόληση οφείλουν να διατηρούν τον αριθμό των νέων θέσεων για τις οποίες επιχορηγούνται για τουλάχιστον πέντε (5) έτη μετά την δημιουργία τους. Δ. Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην περίπτωση Α ' οφείλουν, για διάστημα πέντε (5) ετών από τη δημοσίευση της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης, να αποστέλλουν στις κατά περίπτωση αρμόδιες υπηρεσίες στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η τήρηση των υποχρεώσεων τους που προβλέπονται στις διατάξεις του Ν. 3299/2004, όπως ισχύει, καθώς και της εγκριτικής απόφασης. Τα στοιχεία αυτά θα αποστέλλονται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη συμπλήρωση έκαστου έτους λειτουργίας της ενισχυθείσας επένδυσης και μέχρι τη λήξη του ως άνω διαστήματος των πέντε (5) ετών. Σε περίπτωση μη αποστολής των στοιχείων της παρούσας περίπτωσης ή αποστολής ανακριβών στοιχείων επιβάλλεται στην επιχείρηση πρόστιμο που ανέρχεται σε ποσοστό 5% επί του ποσού της επιχορήγησης. 
Το πρόστιμο αυτό εισπράττεται σύμφωνα με τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να καθορίζεται η διαδικασία, τα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ρυθμίσεων της περίπτωσης αυτής. 
2. Α. Εάν ενισχυθείσα επιχείρηση παραβεί τις υποχρεώσεις υπαγωγής πριν από την ολοκλήρωση και έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας: 
α) Ανακαλείται η απόφαση υπαγωγής και επιστρέφεται η ενίσχυση στην περίπτωση δ' της παραγράφου 1 Α. 
β) Δύναται να ανακληθεί η απόφαση υπαγωγής και να επιστραφεί η ενίσχυση ή να παρακρατηθεί ή επιστραφεί μέρος αυτής, στις περιπτώσεις α', γ' της παραγράφου ΙΑ και α', β' της παραγράφου 1Β. Β. Εάν ενισχυθείσα επιχείρηση παραβεί τις υποχρεώσεις υπαγωγής μετά τη δημοσίευση της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης και εντός του οριζόμενου στην παρ. ΙΑ χρονικού περιορισμού, επιστρέφεται το σύνολο ή μέρος της ενίσχυσης. Γ. Εάν ενισχυθείσα επιχείρηση παραβεί τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην περίπτωση ΙΑβ, επιστρέφεται η αναλογούσα στο συγκεκριμένο εξοπλισμό καταβληθείσα ενίσχυση στο σύνολο της. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση λύσης με οποιονδήποτε τρόπο της σύμβασης και επιστροφής του εξοπλισμού στην εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης. Δ. Εάν διαπιστωθεί μείωση του αριθμού των δημιουργούμενων θέσεων απασχόλησης, που προσδιόρισαν την επιδότηση του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης, επιστρέφεται το μέρος της ενίσχυσης, που αναλογεί στην θέση εργασίας που καταργήθηκε. Κάθε αλλαγή της εταιρικής σύνθεσης του φορέα της επένδυσης οφείλει να γνωστοποιείται στην αρμόδια υπηρεσία...».

Γ.-. Με τις διατάξεις των άρθρων 99-106 του ν. 3588/2007 «Νέος Πτωχευτικός Κώδικας» (Α' 133) εισήχθη από τη Γαλλία στο ελληνικό δικαιικό σύστημα ο θεσμός της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Σκοπός των σχετικών διατάξεων είναι η πρόληψη της πτώχευσης και η επιδίωξη - υπό την εγγύηση της δικαστικής αρχής - της ικανοποίησης των πιστωτών, μέσω της διάσωσης της επιχείρησης που απειλείται με οικονομική κατάρρευση. Η διαδικασία συνδιαλλαγής είναι μια συλλογική συναινετική διαδικασία, που λειτουργεί στα πλαίσια της συμβατικής αυτονομίας. Εν τούτοις με τις διατάξεις περί συνδιαλλαγής προβλέπεται τριπλή δικαστική παρέμβαση με την έκδοση τριών αποφάσεων. Η 1η απόφαση επιτρέπει το «άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής» (άρθρο 100 Πτωχ.Κ.), η 2η επικυρώνει ή μη τη συμφωνία που καταρτίζεται μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών, που έχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων, με τη συμμετοχή του μεσολαβητή (άρθρο 101 Πτωχ.Κ.) και η 3η απόφαση διατάσσει τη λύση της συμφωνίας, λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της (άρθρο 105 Πτωχ.Κ.)
 
Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη διαδικασία συνδιαλλαγής είναι η απόδειξη οικονομικής αδυναμίας της επιχείρησης, χωρίς όμως αυτή να βρίσκεται στο στάδιο της παύσης των πληρωμών, η δε οικονομική αδυναμία δεν απαιτείται να είναι παρούσα αλλά αρκεί, κατά αντικειμενική εκτίμηση, να προβλέπεται ότι η επιχείρηση στο άμεσο μέλλον θα αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες (άρθρο 99 παρ. 1). Αποδεικτικά στοιχεία της οικονομικής αυτής αδυναμίας μπορεί να είναι π.χ. ο αρνητικός ισολογισμός, η συνεχής έλλειψη κερδοφορίας, η αδυναμία μερισματικής πολιτικής, ο υπερβολικός βραχυπρόθεσμος δανεισμός, η επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων με πολλαπλές εμπράγματες ασφάλειες, η μείωση παραγγελιών, οι προβληματικές σχέσεις με προμηθευτές, οι συγκρούσεις με το προσωπικό κ.λπ. Ο οφειλέτης υποβάλλει σχετική αίτηση ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, ήτοι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας της έδρας της εταιρείας, (για νομικά πρόσωπα), ή στην περιφέρεια που έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του ο αιτών (άρθρο 4 παράγραφος 1 και 2 Πτωχ.Κ.). Η αίτηση αυτή δικάζεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία (άρθρο 741 επ. του ΚΠολΔικ). 

Το Δικαστήριο δύναται να ορίσει εμπειρογνώμονα για να διαπιστώσει την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, ο οποίος συντάσσει σχετική Έκθεση (άρθρο 99 παρ. 3). Προκειμένου να εκδώσει απόφαση το Δικαστήριο αρκείται σε πιθανολόγηση του ουσία βάσιμου της αίτησης. Αν εκδοθεί απόφαση για το «άνοιγμα της διαδικασία συνδιαλλαγής» η απόφαση ορίζει «μεσολαβητή» που τον επιλέγει από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων (άρθρο 100 παρ. 1). Ο «μεσολαβητής» έχει ως έργο να πετύχει τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του, που εκπροσωπούν τουλάχιστον την πλειοψηφία των απαιτήσεων κατ' αυτού και να προτείνει λύσεις για τη διάσωση της επιχείρησης (μείωση των χρεών, παράταση της λήξης αυτών κ.λ.π.), κατ' άρθρο 101 παρ. 1. 

Εάν επιτευχθεί συμφωνία, ο μεσολαβητής ενημερώνει τον Πρόεδρο του δικαστηρίου, ο οποίος την εισάγει προς συζήτηση. Το δικαστήριο δύναται να επικυρώσει τη συμφωνία συνδιαλλαγής. Με την επικύρωση αυτή επέρχονται τα κάτωθι αποτελέσματα, σύμφωνα το άρθρο 104 Πτωχ.Κ.: 

α) προσωρινή αναστολή, κατά τη διάρκεια της ισχύος της συμφωνίας, των ατομικών διώξεων κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν τη σύναψη της συμφωνίας της συνδιαλλαγής, 

β) αναστολή για την ίδια χρονική περίοδο της λήψης οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατά του οφειλέτη, 

γ) αυτοδίκαιη άρση της απαγόρευσης ή του κωλύματος έκδοσης επιταγών που είχε προηγουμένως επιβληθεί και 

δ) αναστολή για περίοδο έξι (6) μηνών από την επικυρωτική απόφαση της λήψης κάθε μέτρου συλλογικής, αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης και της κήρυξης σε πτώχευση (άρθρο 104). Σημειωθήτω ότι, σύμφωνα με την παράγραφο ζ' του ανωτέρω άρθρου 104 του Πτωχ.Κ.: «η συμφωνία δεσμεύει μόνο τον οφειλέτη και τους πιστωτές που την υπέγραψαν». Επίσης, η διάρκεια ισχύος της συμφωνίας δεν μπορεί να επεκτείνεται πέραν των τεσσάρων (4) ετών από την επικύρωσή της (άρθρο 103 παρ. 2 δ', όπως έχει τροποποιηθεί). Αν δεν τηρηθούν οι όροι της συμφωνίας ή αν προκύψει πρόδηλη αδυναμία βιώσιμης συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει τη λύση της συμφωνίας συνδιαλλαγής, μετά από αίτηση οποιουδήποτε συμβληθέντος πιστωτή. Στην περίπτωση αυτή όσοι πιστωτές προέβησαν σε οποιαδήποτε χρηματοδότηση του οφειλέτη προκειμένου να εξασφαλισθεί η συνέχιση της δραστηριότητάς του κατατάσσονται ως γενικοί προνομιούχοι πιστωτές πριν από κάθε άλλο ανέγγυο ή γενικό προνομιούχο πιστωτή του οποίου η απαίτηση γεννήθηκε πριν το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής (άρθρο 105 παρ. 4). Τέλος αυτοδικαίως επέρχεται η λύση της συμφωνίας σε περίπτωση τυχόν κήρυξης σε πτώχευση του οφειλέτη ή υπαγωγής του σε οποιαδήποτε διαδικασία αναδιοργάνωσης ή εκκαθάρισης της περιουσίας του (άρθρο 105 παράγραφος 3).

Δ.- Με τον πρόσφατο νόμο 4013/2011 «Ανεξάρτητη Αρχή Δημ. Συμβάσεων/ΠΤΩΧΕΥΠΚΟ/ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ/Επιμελητήρια κ.λπ.» (Α' 204/15-9-2011) αντικαταστάθηκε το έκτο κεφάλαιο του Πτωχευτικού Κώδικα με τίτλο «Προπτωχευτική Διαδικασία Εξυγίανσης και άλλες διατάξεις», δηλαδή οι προαναφερόμενες διατάξεις του ΠτΚ περί της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Η νέα αυτή ρύθμιση αποσκοπεί και επιβάλλει μια κυρίως ουσιαστικού περιεχομένου συνέπεια: από την επικύρωσή της η συμφωνία εξυγίανσης να δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών και οι απαιτήσεις τους να ρυθμίζονται από αυτήν, ακόμα και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι ή δεν ψήφισαν υπέρ της συμφωνίας εξυγίανσης. Σύμφωνα με τις νεότερες, ως άνω, διατάξεις προϋπόθεση για την υπαγωγή στην διαδικασία εξυγίανσης είναι η «κατά τρόπο γενικό αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων της επιχείρησης παρούσα η επαπειλούμενη», αντίθετα με την υπαγωγή στην διαδικασία συνδιαλλαγής που προϋπόθεση ήταν η «απόδειξη οικονομικής αδυναμίας, παρούσας ή προβλέψιμης, χωρίς η επιχείρηση να βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών». Περαιτέρω στο άρθρο 14 του νόμου αυτού, που περιέχει μεταβατικές διατάξεις, ορίζεται ότι: 

1. «Συμφωνίες συνδιαλλαγής που έχουν ήδη συναφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις που αντικαθίστανται με τον παρόντα νόμο δεν θίγονται και διέπονται από τις διατάξεις του έκτου κεφαλαίου του Πτωχευτικού Κώδικα όπως ίσχυε πριν από τον παρόντα νόμο, εκτός αν παρά τη συμφωνία συνδιαλλαγής συντρέχουν ως προς τον οφειλέτη οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 99, όπως ισχύει μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου και ο οφειλέτης ζητήσει την υπαγωγή του σε διαδικασία εξυγίανσης. 
2. Σε περίπτωση διαδικασιών συνδιαλλαγής που έχουν ήδη ανοίξει και εκκρεμούν κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, τα μέρη δύνανται κατά την επιλογή τους να συνάψουν είτε συμφωνία συνδιαλλαγής που επικυρώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που αντικαθίστανται με τον παρόντα νόμο και έχει τις έννομες συνέπειες που προβλέπονται με αυτές, είτε συμφωνία εξυγίανσης κατά τις διατάξεις που εισάγονται με τον παρόντα νόμο. Σε σχέση με εκκρεμούσες κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου διαδικασίες εξυγίανσης η προθεσμία του άρθρου 100 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα δεν λήγει πριν την πάροδο εξήντα (60) ημερών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος 
3. Εκκρεμείς αιτήσεις για το άνοιγμα διαδικασίας συνδιαλλαγής κρίνονται και μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου υπό τις προϊσχύσασες διατάξεις, εκτός αν οι αιτούντες τις μετατρέψουν σε αιτήσεις για το άνοιγμα διαδικασίας εξυγίανσης». 

Δηλαδή, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατ' αρχήν εκκρεμείς διαδικασίες συνεχίζονται και ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 99-106 στην αρχική τους μορφή, εναπόκειται δε στον οφειλέτη ή στα λοιπά μέρη (πιστωτές) να ζητήσουν ή όχι την υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης εφόσον υφίστανται οι προϋποθέσεις του νόμου. Μια σημαντική εξάλλου διαφοροποίηση των μεταγενέστερων ως άνω διατάξεων σε σχέση με τις αντικατασταθείσες, είναι ότι αν ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών με την αίτηση για υπαγωγή στη Διαδικασία εξυγίανσης πρέπει να συνυποβάλλεται με το ίδιο δικόγραφο και αίτηση για την κήρυξη της πτώχευσης. Αν το πτωχευτικό δικαστήριο δεχθεί την αίτηση υποβολής σε διαδικασία εξυγίανσης αναστέλλει την εξέταση της αίτησης κήρυξης πτώχευσης μέχρι τη λήξη της διαδικασίας εξυγίανσης, άλλως προχωρεί στην εξέταση της αίτησης πτώχευσης, (άρθρο 99 παράγραφος 6). Αν δε ο οφειλέτης περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης οφείλει να υποβάλλει αίτηση πτώχευσης (άρθρο 103 παράγραφος 8). Τέλος, η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να έχει ως αντικείμενο οποιαδήποτε ρύθμιση του ενεργητικού και του παθητικού του οφειλέτη (άρθρο 106 παράγραφος 1). Κατά τα λοιπά οι νεότερες, ως άνω, διατάξεις συμπλέουν με τις προϊσχύουσες διατάξεις περί της «διαδικασίες εξυγίανσης» που αντικατέστησαν.

III. Ερμηνεία των διατάξεων.

Α. Ο προϊσχύσας αναπτυξιακός νόμος 3299/2004 (Α' 261), όπως τροποποιήθηκε, (ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω), όπως και οι λοιποί επενδυτικοί νόμοι, περιλαμβανομένου και του ισχύοντος σήμερα επενδυτικού νόμου 3908/2011 (Α' 8), παρέχουν σε επιχειρήσεις κρατικές ενισχύσεις για την πραγματοποίηση επενδυτικών σχεδίων. Οι σχετικές διατάξεις συνάδουν με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, πολλές δε από τις ενισχυόμενες επενδύσεις συγχρηματοδοτούνται και με Κοινοτικά κονδύλια (προγράμματα Ε.Σ.Π.Α.). Για τη ένταξη μιας επιχείρησης στις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος αναπτυξιακού νόμου ακολουθείται συγκεκριμένη και οριζόμενη από το νόμο διαδικασία με πρωταρχικό στάδιο την υποβολή εκ μέρους του επενδυτή σχετικής αίτησης, η οποία συνοδεύεται από δικαιολογητικά και λοιπά στοιχεία που καθορίζονται από κανονιστική απόφαση, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση νόμου. Κατά το στάδιο της αξιολόγησης, ο πρωταρχικός έλεγχος αφορά κυρίως την βιωσιμότητα της προτεινόμενης επένδυσης, η οποία αξιολογείται με την βαθμολόγηση κριτηρίων ανά τομέα δραστηριότητας, όπως η εμπειρία, η φερεγγυότητα του φορέα, η οικονομική επιφάνεια του φορέα κ.ά. (Υ.Α. 8356/2005, Β' 350 ). Η εκδοθησόμενη σχετική απόφαση υπαγωγής της επιχείρησης στις διατάξεις του επενδυτικού νόμου δημιουργεί στον επενδυτή, εκτός από αξιώσεις για την είσπραξη της επιδότησης και υποχρεώσεις για την ακριβή τήρηση εκ μέρους του των όρων του νόμου και της εγκριτικής απόφασης υπαγωγής. Μετά από τον έλεγχο των προσκομισθέντων δικαιολογητικών από την Υπηρεσία και την εν γένει αξιολόγηση του επενδυτικού έργου εκδίδεται σχετική Υ.Α. περί υπαγωγής της επιχείρησης στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου, περίληψη της οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην απόφαση αυτή, εκτός των άλλων, καθορίζονται επακριβώς το αντικείμενο του επενδυτικού σχεδίου, τα πλήρη στοιχεία του φορέα της επένδυσης, οι παρεχόμενες ενισχύσεις, ο τρόπος καταβολής της επιχορήγησης, οι πηγές χρηματοδότησης του επενδυτικού σχεδίου, οι νέες μόνιμες θέσεις εξαρτημένης εργασίας, η ακριβής ημερομηνία έναρξης υλοποίησης και ολοκλήρωσης του επενδυτικού έργου με δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας ολοκλήρωσης, οι υποχρεώσεις της ενισχυόμενης επιχείρησης κ.λπ. Περαιτέρω, προκειμένου να εισπραχθεί από τον επενδυτή μέρος της επιδότησης, τηρουμένων των προϋποθέσεων που ορίζει ο επενδυτικός νόμος και η απόφαση υπαγωγής, πρέπει κάθε φορά αυτός να προσκομίσει πιστοποιητικά από τα οποία να προκύπτει ότι «δεν βρίσκεται σε πτώχευση, εκκαθάριση, παύση δραστηριοτήτων, αναγκαστική διαχείριση ή πτωχευτικό συμβιβασμό, καθώς και πιστοποιητικά από τα οποία να προκύπτει ότι δεν έχει κινηθεί εναντίον του διαδικασία κήρυξης σε πτώχευση, εκκαθάριση, αναγκαστική διαχείριση ή πτωχευτικό συμβιβασμό ή οποιαδήποτε άλλη παρόμοια διαδικασία προβλεπόμενη από τις εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις» (άρθρο 1 παράγραφος 3 περίπτωση ii υπ' αριθμ. 40929/04.11.2005 ΥΑ (Β-1571).

Στο άρθρο 10 του ανωτέρω νόμου 3299/2004 ορίζονται οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που έχουν υπαχθεί σ' αυτόν, και οι οποίες πρέπει να τηρηθούν μέχρι την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης. Οι πλέον ουσιώδεις εξ αυτών είναι οι κάτωθι: «να μην παύσουν τη λειτουργία της επιχείρησης, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που προκαλούνται από φυσικά φαινόμενα», «να μη μεταβιβάζουν για οποιονδήποτε λόγο πάγια περιουσιακά στοιχεία που έχουν ενισχυθεί, εκτός αν αυτά αντικατασταθούν εντός εξαμήνου από άλλα κυριότητας του φορέα και ανάλογης αξίας, που ανταποκρίνονται στην εξυπηρέτηση της παραγωγικής λειτουργίας της επιχείρησης», «να μην εκμισθώσουν μέρος ή το σύνολο της ενισχυθε/σας απαίτησης» (στην τελευταία περίπτωση δύναται να δοθεί έγκριση από την Υπηρεσία με τον όρο της συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησης στο ίδιο παραγωγικό αντικείμενο), «να διατηρούν τον αριθμό των νέων θέσεων για τις οποίες επιχορηγούνται για τουλάχιστον πέντε (5) έτη μετά τη δημιουργία τους» κ.α. Επιπλέον, μέχρι την συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος των πέντε ετών από την δημοσίευση της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης πρέπει, ανά έτος λειτουργίας, οι υπαχθείσες επιχειρήσεις να αποστέλουν στις αρμόδιες υπηρεσίες στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η τήρηση των υποχρεώσεων τους που απορρέουν από το νόμο και την εγκριτική απόφαση. Αν η επιχείρηση παραβεί τις ανωτέρω υποχρεώσεις της τότε, κατά περίπτωση, είτε ανακαλείται η απόφαση υπαγωγής και επιστρέφεται ολόκληρη η ενίσχυση ή μέρος αυτής, είτε επιστρέφεται μέρος της ενίσχυσης χωρίς να ανακληθεί η απόφαση υπαγωγής. Από το πλέγμα όλων των προαναφερόμενων διατάξεων περί επιβολής κυρώσεων στην επιχείρηση σε περίπτωση που αυτή προβεί σε παραβάσεις των υποχρεώσεών της που πηγάζουν από την υπαγωγή της στον επενδυτικό νόμο, συνάγεται ότι ο νομοθέτης με την θέσπιση αυτών έθεσε σημαντικές ασφαλιστικές δικλείδες για την διασφάλιση της επιδότησης με απώτερο στόχο αυτήν καθ' αυτήν την «λειτουργία της επιχείρησης» ως παραγωγικής μονάδας στα πλαίσια του συγκεκριμένου επιδοτούμενου επενδυτικού σχεδίου. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο ουσιωδέστερος σκοπός των εν γένει διατάξεων του εκάστοτε αναπτυξιακού νόμου, δεδομένου ότι μόνο με την λειτουργία της και την παραγωγική δραστηριότητα της μια επιχείρηση προσφέρει ποικιλοτρόπως στην οικονομία της χώρας, π.χ. με την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών, την καταβολή φόρων, την απασχόληση εργατικού δυναμικού κλπ.

Β.- Με τις προϊσχύουσες διατάξεις της «διαδικασίας συνδιαλλαγής», που θεσπίστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα με το άρθρο 99 επ. του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007), η επιχείρηση που βρίσκεται σε οικονομική αδυναμία, χωρίς όμως να έχει επέλθει και παύση πληρωμών των οφειλών της, δύναται να υπαχθεί στην συγκεκριμένη διαδικασία. Η διαδικασία συνδιαλλαγής δύναται να οριστεί ως το προβλεπόμενο στο νόμο σύνολο δικαστικών και εξώδικων ενεργειών με δικαστική εποπτεία που αποβλέπει στην κατάρτιση και δικαστική επικύρωση μιας συμφωνίας περί ρυθμίσεως οφειλών ενός οφειλέτη - έχοντας πτωχευτική ικανότητα και ευρισκόμενου σε οικονομική αδυναμία - με τους διαθέτοντες την πλειοψηφία των απαιτήσεων πιστωτές του, ώστε να διασωθεί η επιχείρησή του και να αποφευχθεί η κήρυξη της πτώχευσης. Οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, με τις διατάξεις περί της «διαδικασίας εξυγίανσης» του Πτωχευτικού Κώδικα, οι οποίες στην ουσία επιφέρουν το αυτό αποτέλεσμα στην επιχείρηση με τις διαφοροποιήσεις που αναπτύχθηκαν παραπάνω. Σε περίπτωση δε, που μια επιχείρηση έχει προηγουμένως υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο και έχει εγκριθεί το επενδυτικό της σχέδιο και ακολουθήσει στην συνέχεια η υπαγωγή στην ανωτέρω διαδικασία του άρθρου 99 επ. του Πτωχ. Κ., ο νόμος δεν προβλέπει αν η συγκεκριμένη υπαγωγή στερεί ή όχι στον επενδυτή την δυνατότητα να εισπράξει απαίτησή του, επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την εγκριθείσα επιδότηση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η διαδικασία συνδιαλλαγής θεσπίστηκε πρόσφατα στο δικαϊκό μας σύστημα. Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα τούτο θα πρέπει πρωτίστως να διερευνηθεί αν η διαδικασία συνδιαλλαγής, (ή εξυγίανσης μετά την πρόσφατη αντικατάσταση των διατάξεων), είναι ή όχι διαδικασία σχετική ή ανάλογη με τις λοιπές διαδικασίες που ορίζονται ως απαγορευτικές για την είσπραξη της επιδότησης όπως είναι: η κοινή εκκαθάριση του κ.ν. 2190/1920, (όπως εκάστοτε ισχύει), η ειδική εκκαθάριση του ν. 1892/1990 (όπως εκάστοτε ίσχυε), η πτώχευση, η αναγκαστική ή ειδική εκκαθάριση, η αναγκαστική διαχείριση ή τέλος ο πτωχευτικός συμβιβασμός. Από τα παραπάνω αναπτυσσόμενα, όσον αφορά τις προϋποθέσεις και την λειτουργία της «διαδικασίας συνδιαλλαγής», προκύπτει ότι αυτή, έχουσα ως προϋπόθεση την μη παύση πληρωμών του οφειλέτη και ως σκοπό την αποφυγή της πτώχευσης, συνάγεται ότι αυτή κατατάσσεται στο προπτωχευτικό στάδιο και ως εκ τούτου δεν εντάσσεται στην πτώχευση. Εξάλλου δεν δύναται να ταυτιστεί ούτε με την διαδικασία των άρθρων 47-49 του κ.ν. 2190/1920, δηλαδή την διαδικασία της κοινής εκκαθάρισης του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών, στην οποία περιέρχεται η εταιρεία μετά τη λύση της για την διανομή του, μετά την εκκαθάριση υφιστάμενου, πλεονάσματος στους εταίρους ή μετόχους. Εξάλλου η αναγκαστική διαχείριση και ο πτωχευτικός συμβιβασμός αποτελούν διαφορετικούς θεσμούς, τόσο ως προς τις προϋποθέσεις τους, όσο και ως προς τα αποτελέσματά τους (ΝΣΚ 285/2009).

IV.-. Από όλα τα προεκτεθέντα συνάγονται και τα εξής: Από τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3299/2004, στο οποίο απαριθμούνται οι υποχρεώσεις των επενδυτών συνάγεται ότι οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν κυρίως στην λειτουργία της επιχείρησης τουλάχιστον για μια πενταετία από την ημερομηνία της πιστοποιημένης έναρξης της παραγωγικής της δραστηριότητας. Το γεγονός δε της υπαγωγής μιας επιχείρησης στην διαδικασία συνδιαλλαγής ή εξυγίανσης δεν σημαίνει αυτό καθ' εαυτό ότι η επιχείρηση δεν θα ολοκληρώσει το επενδυτικό της σχέδιο, (αν δεν το έχει ολοκληρώσει), ή ότι δεν θα λειτουργήσει. Δηλαδή, η υπαγωγή στις προαναφερόμενες διαδικασίες δεν αποτελεί εμπόδιο στην λειτουργία της επιχείρησης και ως εκ τούτου δεν δύναται το γεγονός αυτό να αποτελέσει από μόνο του την αιτία είτε της ανάκλησης της υπαγωγής της επένδυσης, είτε της μη καταβολής της ενίσχυσης, η επιστροφής αυτής, ολόκληρης ή μέρους, (όταν έχει ήδη καταβληθεί). Αν η επιχείρηση, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, και σε οποιοδήποτε στάδιο και αν ευρίσκεται η υλοποίηση της επένδυσης, συνεχίσει και ολοκληρώσει την επένδυση και λειτουργήσει αυτή κανονικά με όλο το προσωπικό της, τηρώντας τους όρους της υπαγωγής της, όπως ορίζονται από την εγκριτική απόφαση και τον επενδυτικό νόμο και δεν διακόψει τη λειτουργία της εντός πενταετίας από την έκδοση της απόφασης ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου και έναρξης της παραγωγικής της δραστηριότητας, δεν συντρέχει λόγος ανάκλησης τη υπαγωγής και επιστροφής της ενίσχυσης, αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει για την επέλευση των αποτελεσμάτων αυτών το παραπάνω άρθρο 10 του ν. 3299/2004, ούτε και η εκάστοτε εκδοθείσα υπουργική απόφαση υπαγωγής της επένδυσης. Εξάλλου, το γεγονός της υπαγωγής της επιχείρισης στην συγκεκριμένη διαδικασία συνδιαλλαγής δημιουργεί εκ των πραγμάτων καλλίτερες συνθήκες λειτουργίας της και δυνατότητα αυτής να ορθοποδήσει νωρίτερα από το συνήθως αναμενόμενο. Η Υπηρεσία, όμως, οφείλει να αυξήσει τους ελέγχους της στην συγκεκριμένη επιχείρηση για την τήρηση των όρων υπαγωγής, ενόψει του ειδικού καθεστώτος που βρίσκεται αυτή και της εκδηλούμενης οικονομικής της αδυναμίας. Δηλαδή, η Διοίκηση οφείλει να αυξήσει την εποπτεία της στην συγκεκριμένη επιχείρηση με συνεχείς ελέγχους για την τήρηση του νόμου και ιδίως για την καταβολή της ίδιας συμμετοχής του επενδυτή στο επενδυτικό σχέδιο (ΝΣΚ 320/2009, που έκρινε ότι η υπαγωγή εταιρείας στο άρθρο 99 του ν. 3588/2007 δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της από την περαιτέρω εκτέλεση των ήδη εγκριθέντων και εκτελούμενων έργων του ΕΠΑΛ και ΝΣΚ 349/1994, που έκρινε ότι στην περίπτωση εταιρείας που τέθηκε υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, εφόσον αυτή είναι σε πλήρη λειτουργία με άπαν το προσωπικό της δεν υπάρχει υποχρέωση επιστροφής της ληφθείσας της επιχορηγήσεως). Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι αν η επιχείρηση εισπράξει την επιδότηση έχει πολλές πιθανότητες να επανέλθει και να μετατραπεί σε μια βιώσιμη επιχείρηση, ενώ, αντίθετα, αν δεν της καταβληθεί η επιδότηση, ενδέχεται να οδηγηθεί στην πτώχευση. Εξυπακούεται ότι, σε περίπτωση που τυχόν η επιδοτούμενη επιχείρηση περιέλθει σε πτώχευση πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας από την έκδοση της απόφασης ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου και έναρξης της παραγωγικής της δραστηριότητας, τότε η Διοίκηση οφείλει να ζητήσει, κατά περίπτωση, την επιστροφή ολόκληρης ή μέρους της επιδότησης, και την κατά διακριτική της ευχέρεια, αφού εκτιμήσει τις εκάστοτε συνθήκες όπως π.χ. το χρονικό διάστημα λειτουργίας της επιχείρησης κλπ (ΣτΕ 103/2009, που έκρινε ότι «... αν η επιχείρηση παύσει να λειτουργεί προ της παρόδου δεκαετίας, (κατά το προισχύσαν δίκαιο), από τη δημοσίευση της πράξης περί ολοκλήρωσης της επένδυσης ..., η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη να ανακαλέσει την πράξη υπαγωγής της επένδυσης και να προσδιορίσει το ύψος του επιστρεπτέου τμήματος της καταβληθείσας επιχορήγησης κατά διακριτική ευχέρεια και κατ' εκτίμηση των συγκεκριμένων συνθηκών όπως του συνολικού χρόνου της πραγματικής παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης ...». Τέλος, όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, σε περίπτωση που το επενδυτικό έργο δεν έχει ολοκληρωθεί και η επιχείρηση υπαχθεί στη διαδικασία συνδιαλλαγής (άλλως εξυγίανσης), η Διοίκηση οφείλει για τους ίδιους λόγους, όπως αυτοί αναπτύσσονται παραπάνω, να αντιμετωπίσει την επιχείρηση αυτή με τον ίδιο ως άνω τρόπο, τηρούμενων των διατάξεων του νόμου που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση.

V.-. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, στα τεθέντα ερωτήματα αρμόζουν οι εξής απαντήσεις:

Επί του πρώτου ερωτήματος: 

Στις περιπτώσεις των εταιρειών 1) «......................» η οποία έχει υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο 3299/2004, και με την υπ' αριθμ. 177/2012/3-12-2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, έχει υπαχθεί επίσης στις διατάξεις του άρθρου 99 του Πτωχ.Κ., και έχει ζητήσει την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης, οριστικοποίηση του κόστους και την πιστοποίηση της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης, και 2) «.......................», που έχει επίσης υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3299/2004, και έχει ζητήσει να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα, και με σχετική αίτησή της ζήτησε από την Υπηρεσία την πιστοποίηση ολοκλήρωσης του έργου, όταν αυτές συνεχίσουν να λειτουργούν χωρίς καμιά διακοπή, τηρήσουν τους λοιπούς όρους της υπαγωγής τους και τις σχετικές διατάξεις του νόμου 3299/2004 (άρθρο 10), όσον αφορά την ολοκλήρωση του επενδυτικού σχεδίου (συμπεριλαμβανομένου μεταξύ των άλλων και του καθοριζόμενου χρόνου ολοκλήρωσης της επένδυσης, ως και της καταβολής της ίδιας συμμετοχής) και διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας που ορίζονται από την εγκριτική απόφαση υπαγωγής, τότε δεν υφίσταται λόγος μη καταβολής της ενίσχυσης από την Διοίκηση μέσα στο χρονοδιάγραμμα που ορίζει ο νόμος και η απόφαση υπαγωγής. Επίσης, δεν υφίσταται λόγος για την επιστροφή από την επιχείρηση της τυχόν ήδη καταβληθείσας επιχορήγησης.

Επί του δεύτερου ερωτήματος: 

Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να ενεργήσει η Υπηρεσία και στην περίπτωση που υπαχθείσες στο ν. 3299/2004 εταιρείες δεν έχουν ολοκληρώσει το επενδυτικό έργο, δηλαδή βρίσκονται στο στάδιο υλοποίησης αυτού και έχουν υπαχθεί στη διαδικασία συνδιαλλαγής, τηρουμένων κάθε φορά των διατάξεων του νόμου που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση.


ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ 
Αθήνα, 24η Απριλίου 2012


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
Up
Close
Close
Κλείσιμο