Δημοσιεύθηκε στις : [ 26-09-2003 ]

Εισηγητική Έκθεση Στο Σχέδιο Νόμου: «Κανόνες τιμολόγησης, ρυθμίσεις Φ.Π.Α. ηλεκτρονικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις».

(Στο Σχέδιο Νόμου: «Κανόνες τιμολόγησης, ρυθμίσεις Φ.Π.Α. ηλεκτρονικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις».)

Κατηγορία: Φ.Π.Α.

Στο Σχέδιο Νόμου: «Κανόνες τιμολόγησης, ρυθμίσεις Φ.Π.Α. ηλεκτρονικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις».

Εισηγητική Έκθεση



Στο Σχέδιο Νόμου: «Κανόνες τιμολόγησης, ρυθμίσεις Φ.Π.Α. ηλεκτρονικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις».

Κεφάλαιο Α

Γενικά

Με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α του σχεδίου νόμου ενσωματώνονται στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας οι διατάξεις της οδηγίας 2001/115/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 20ης Δεκεμβρίου 2001, για την τροποποίηση της Οδηγίας 77/388/ΕΟΚ (6ης Οδηγίας), σχετικά με την απλοποίηση, τον εκσυγχρονισμό και την εναρμόνιση των όρων που επιβάλλονται στην τιμολόγηση όσον αφορά το φόρο προστιθέμενης αξίας, κατά το μέρος που οι ρυθμίσεις αυτές δεν καλύπτονται από το ισχύον εσωτερικό δίκαιο (Π.Δ. 186/1992 - Κ.Β.Σ.).

Ο τίτλος του κεφαλαίου αποτελεί μεταφορά του τίτλου της σχετικής Κοινοτικής Οδηγίας.

Με την οδηγία αυτή:

α) καθιερώνεται η υποχρέωση του υποκείμενου στο φόρο (επιτηδευματία) να εξασφαλίζει την έκδοση τιμολογίου, από τον ίδιο, καθώς και από τον πελάτη του ή από τρίτο μέρος, εξ ονόματος και για λογαριασμό του, για τις παραδόσεις αγαθών ή τις παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιεί και δίνεται η ευχέρεια στα κράτη μέλη να υιοθετούν τους όρους και τις προϋποθέσεις, βάσει των οποίων ανατίθεται από τον υποκείμενο στο φόρο η έκδοση τιμολογίου στον πελάτη του ή στο τρίτο μέρος.

β) υιοθετούνται οι ενδείξεις που αναγράφονται υποχρεωτικά στα τιμολόγια που εκδίδονται από τον υποκείμενο στο φόρο, ή από τον πελάτη του ή το τρίτο μέρος, εξ ονόματός του και για λογαριασμό του.

γ) καθιερώνεται η διαβίβαση των τιμολογίων σε χαρτί ή με ηλεκτρονικά μέσα και υιοθετούνται οι κανόνες που εξασφαλίζουν την γνησιότητα της προέλευσης και την ακεραιότητα του περιεχομένου των στοιχείων αυτών.

Παρέχεται επίσης η ευχέρεια στα κράτη μέλη να προβλέπουν ειδικούς όρους για την ηλεκτρονική έκδοση τιμολογίων, όσον αφορά τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο έδαφός τους από χώρα με την οποία δεν υφίσταται νομική πράξη για την αμοιβαία συνδρομή ανάλογης εμβέλειας, με την προβλεπόμενη από ορισμένες Κοινοτικές Οδηγίες και κανονισμούς.

δ) καθιερώνεται υποχρέωση αποθήκευσης από τον υποκείμενο στο φόρο των αντιγράφων των τιμολογίων που εκδίδονται από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του, καθώς και όλων των τιμολογίων που λαμβάνει, καθορίζοντας για το σκοπό αυτό τον τόπο αποθήκευσης και με την προϋπόθεση ότι σε κάθε περίπτωση ο υποκείμενος στο φόρο θέτει στη διάθεση των αρμοδίων αρχών όλα τα τιμολόγια ή τις πληροφορίες που έχουν αποθηκευτεί.

Παρέχεται επίσης η ευχέρεια στα κράτη μέλη να επιβάλλουν σε ορισμένες περιπτώσεις, την αποθήκευση των στοιχείων στο εσωτερικό της χώρας ή να επιβάλλουν ειδικούς όρους που να απαγορεύουν ή να περιορίζουν την αποθήκευση των στοιχείων σε ορισμένες χώρες.

ε) Διευκρινίζεται για τις ανάγκες εφαρμογής των οδηγιών αυτών ο όρος «διαβίβασης και αποθήκευσης τιμολογίου με ηλεκτρονικά μέσα», και ορίζεται ότι τα κράτη μέλη αποδέχονται ως τιμολόγια όλα τα έγγραφα ή μηνύματα, σε οποιαδήποτε μορφή, που πληρούν τους όρους που καθορίζονται με την οδηγία αυτή.

Ειδικότερα

Με τις διατάξεις του άρθρου 1 που προσθέτει στον ΚΒΣ το άρθρο 18α εξασφαλίζεται από τον επιτηδευματία - υποκείμενο στο φόρο η έκδοση τιμολογίου ή άλλου στοιχείου που επέχει θέση τιμολογίου, εξ ονόματός του και για λογαριασμό του από τον πελάτη του (αυτοτιμολόγηση) ή από τρίτο μέρος (ανάθεση τιμολόγησης), για παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιεί προς άλλους επιτηδευματίες � υποκείμενους στο φόρο ή προς νομικά πρόσωπα μη υποκείμενα στο φόρο.

Οι συναλλαγές αυτές μπορεί να πραγματοποιούνται:

· εντός του εσωτερικού της χώρας (έδαφος της χώρας)

· εντός της κοινότητας (έδαφος της κοινότητας)

· σε τρίτες χώρες (εκτός της κοινότητας)

Ο πελάτης ή ο τρίτος που εκδίδουν τα τιμολόγια εξ ονόματος και για λογαριασμό του επιτηδευματία, μπορεί να είναι πρόσωπα εγκατεστημένα:

· εντός του εσωτερικού της χώρας

· εντός της κοινότητας

· σε τρίτη χώρα, με ή χωρίς αμοιβαία συνδρομή ανάλογης εμβέλειας με την προβλεπόμενη από ορισμένες κοινοτικές οδηγίες ή κανονισμούς

Για τον περιορισμό του κινδύνου καταστρατήγησης και για τη διασφάλιση του επιτηδευματία στην περίπτωση έκδοσης τιμολογίων από τα ανωτέρω πρόσωπα, τίθενται διάφορες προϋποθέσεις, όπως να αποδεικνύεται ότι τα πρόσωπα αυτά είναι φορολογικά υπαρκτά, να υπάρχει εκ των προτέρων συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών με προσδιορισμένο περιεχόμενο, να υφίσταται αποδοχή του κάθε τιμολογίου από τον επιτηδευματία στην περίπτωση της αυτοτιμολόγησης.

Σε κάθε περίπτωση έκδοσης των τιμολογίων από τα πρόσωπα αυτά, η ευθύνη όσον αφορά την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων ή οποιαδήποτε παρατυπία, παραμένει πάντοτε στον επιτηδευματία.

Η έκδοση των τιμολογίων από τον ίδιο τον επιτηδευματία, καλύπτεται ήδη από τις ισχύουσες διατάξεις του Κ.Β.Σ.

Θεσπίζονται οι ενδείξεις που υποχρεωτικά αναγράφονται για τους σκοπούς του Φ.Π.Α. στα τιμολόγια που εκδίδονται από τον επιτηδευματία ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του.

Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι στο εσωτερικό δίκαιο (π.δ. 186/92 - Κ.Β.Σ.) υφίστανται ήδη διατάξεις που καθορίζουν το υποχρεωτικό περιεχόμενο (ενδείξεις) του εκδιδόμενου τιμολογίου, με τις συγκεκριμένες διατάξεις θεσπίζονται πρόσθετες ενδείξεις πέραν αυτών που ήδη προβλέπονται.

Οι νέες διατάξεις λειτουργούν συμπληρωματικά με τις υφιστάμενες και προσδιορίζουν από κοινού το πλήρες περιεχόμενο του τιμολογίου.

Καθιερώνεται η δυνατότητα διαβίβασης των τιμολογίων που εκδίδονται από τον επιτηδευματία ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του, σε χαρτί ή με ηλεκτρονικά μέσα, υπό τον όρο της αποδοχής του παραλήπτη.

Τα τιμολόγια που διαβιβάζονται με ηλεκτρονικά μέσα γίνονται δεκτά υπό την προϋπόθεση ότι η γνησιότητα της προέλευσής τους και η ακεραιότητα του περιεχομένου τους εξασφαλίζεται είτε μέσω προηγμένης ηλεκτρονικής υπογραφής κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων της οδηγίας 1999/93/ΕΚ είτε μέσω ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων (EDI) όπως αυτή ορίζεται με τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 1964/820/ΕΚ της Επιτροπής.

Επίσης προκειμένου για συναλλαγές με το εξωτερικό, θεσπίζεται η υποχρέωση ύπαρξης ενός συνοπτικού εγγράφου σε χαρτί.

Επιτρέπεται η διαβίβαση των τιμολογίων με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με άλλες μεθόδους, υπό τον όρο της αποδοχής τους από το οικείο ή τα οικεία κράτη μέλη.

Επιτρέπεται στην περίπτωση παρτίδων τιμολογίων (διακεκριμένη τιμολόγηση πολλών παραδόσεων) που διαβιβάζονται με ηλεκτρονικά μέσα στον ίδιο αποδέκτη, οι κοινές ενδείξεις (στοιχεία υπόχρεου σε έκδοση, λήπτη κ.λπ.) στα διάφορα τιμολόγια να αναφέρονται μία μόνο φορά με την προϋπόθεση ότι είναι δυνατή η πρόσβαση στο σύνολο των πληροφοριών κάθε τιμολογίου.

Θεσπίζεται η υποχρέωση για τον επιτηδευματία αποθήκευσης των αντιγράφων των τιμολογίων που εκδίδονται από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του, καθώς και όλων των τιμολογίων που λαμβάνει.

Ο επιτηδευματίας μπορεί να καθορίζει τον τόπο αποθήκευσης. Ειδικά στην περίπτωση που ο τόπος αυτός είναι εκτός της χώρας υποχρεούται πριν την αποθήκευση να γνωστοποιεί τον τόπο αυτό στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., καθώς και κάθε μεταβολή του.

Προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, αποτελεί η υποχρέωση του επιτηδευματία να θέτει στη διάθεση των αρμοδίων αρχών, έπειτα από αίτησή τους, όλα τα τιμολόγια ή τις πληροφορίες που έχουν αποθηκευτεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Ο επιτηδευματίας υποχρεούται να αποθηκεύει στο εσωτερικό της χώρας τα τιμολόγια που εκδίδονται από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του καθώς και όλα τα τιμολόγια που λαμβάνει όταν η αποθήκευση δεν πραγματοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα που να εξασφαλίζουν την πλήρη και επιγραμμική (on line) πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα.

Ο επιτηδευματίας υποχρεούται επίσης να αποθηκεύει στο εσωτερικό της χώρας όλα τα στοιχεία που εκδίδονται κατά τα οριζόμενα στον Κ.Β.Σ. ή λαμβάνονται από αυτόν όταν η αποθήκευση γίνεται σε χώρα με την οποία δεν υφίσταται νομική πράξη για την αμοιβαία συνδρομή ανάλογης εμβέλειας, με την προβλεπόμενη από ορισμένες κοινοτικές οδηγίες και κανονισμούς.

Η γνησιότητα της προέλευσης, η ακεραιότητα του περιεχομένου και το ευανάγνωστο των τιμολογίων που αποθηκεύονται με ηλεκτρονικά μέσα, πρέπει να διασφαλίζονται για όσο χρόνο προβλέπεται από τις διατάξεις του Κ.Β.Σ. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η αναπαραγωγή του περιεχομένου των στοιχείων αυτών υφίσταται παράβαση μη διαφύλαξης των σχετικών στοιχείων.

Οι νέες διατάξεις λειτουργούν συμπληρωματικά με τις ήδη υφιστάμενες στον Κ.Β.Σ., οι οποίες καθορίζουν την υποχρέωση φύλαξης των στοιχείων σε χαρτί από τον επιτηδευματία.

Όταν τα τιμολόγια αποθηκεύονται ή διαβιβάζονται με ηλεκτρονικά μέσα πρέπει να αποθηκεύονται και τα δεδομένα που διασφαλίζουν την γνησιότητα της προέλευσης και την ακεραιότητα του περιεχομένου του κάθε τιμολογίου για όσο χρόνο προβλέπεται, χωρίς να μπορούν να τροποποιηθούν.

Όταν ο επιτηδευματίας είναι εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας, οι αρμόδιες αρχές έχουν το δικαίωμα πρόσβασης με ηλεκτρονικά μέσα, τηλεφόρτωσης και χρήσης των τιμολογίων που εκδίδει ή λαμβάνει με ηλεκτρονικά μέσα, στην περίπτωση που ο τόπος αποθήκευσης βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος.

Για τις ανάγκες εφαρμογής των υπόψη διατάξεων με τον όρο «διαβίβαση και αποθήκευση του τιμολογίου με ηλεκτρονικά μέσα» νοείται η διαβίβαση ή η θέση στη διάθεση του αποδέκτη και η αποθήκευση που πραγματοποιούνται μέσω ηλεκτρονικών εξοπλισμών για την επεξεργασία (συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης) και την αποθήκευση δεδομένων και μέσω τηλεφωνικής γραμμής, ραδιοφωνικής μετάδοσης, οπτικής ίνας ή άλλων ηλεκτρομαγνητικών μέσων.

Ως στοιχεία που επέχουν θέση τιμολογίου γίνονται δεκτά όλα τα έγγραφα ή μηνύματα σε χαρτί ή με ηλεκτρονική μορφή τα οποία πληρούν τους όρους που καθορίζονται από τις κατ� ιδίαν διατάξεις του Κώδικα αυτού.

Οι παραβάσεις που αφορούν τα εκδιδόμενα τιμολόγια από οποιοδήποτε πρόσωπο για λογαριασμό του επιτηδευματία, επιβάλλονται σε βάρος του αρχικά υπόχρεου για την έκδοσή τους επιτηδευματία. Επίσης κυρώσεις επιβάλλονται και στα πρόσωπα που εκδίδουν τιμολόγια για λογαριασμό του επιτηδευματία στις περιπτώσεις που προβλέπεται.

Δίδεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών:

α) να επιβάλλει στους επιτηδευματίες που πραγματοποιούν παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών στο εσωτερικό της χώρας και άλλους όρους έκδοσης των τιμολογίων από τους πελάτες τους, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής τους ή ειδικούς όρους στην περίπτωση που ο πελάτης ή ο τρίτος που εκδίδει τα τιμολόγια είναι εγκατεστημένος σε χώρα με την οποία δεν υφίσταται νομική πράξη για την αμοιβαία συνδρομή ανάλογης εμβέλειας με την προβλεπόμενη από τις κοινοτικές οδηγίες.

β) να προβλέπει ειδικούς όρους για την ηλεκτρονική έκδοση τιμολογίων σχετικά με συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο έδαφος της χώρας, από χώρα με την οποία δεν υφίσταται νομική πράξη ανάλογης εμβέλειας με την προβλεπόμενη από σχετικές κοινοτικές οδηγίες, καθώς και να απαγορεύει ή να περιορίζει την αποθήκευση των τιμολογίων στη χώρα αυτή.

γ) να καθορίζει τους όρους της αποδοχής και άλλων μεθόδων για τη διαβίβαση των τιμολογίων με ηλεκτρονικά μέσα.

Οι διατάξεις του άρθρου 2 αφορούν την επέκταση προθεσμιών έκδοσης στοιχείων αξίας (τιμολογίων) τα οποία εκδίδονται και σημαίνονται με τη χρήση Ε.Α.Φ.Δ.Σ.Σ. στο τέλος του μήνα, μέχρι την 10η ημέρα του επόμενου μήνα με σκοπό τη διευκόλυνση των επιχειρήσεων και την αποφυγή καταλογισμού τυπικών παραβάσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

Γενικά



Με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β του σχεδίου νόμου, ενσωματώνονται στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας μας οι διατάξεις της οδηγίας 2002/38/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Μαΐου 2002 (L128/41) για την τροποποίηση και προσωρινή τροποποίηση της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ (6ης Οδηγίας) όσον αφορά το σύστημα του φόρου προστιθέμενης αξίας που εφαρμόζεται στις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές υπηρεσίες και σε ορισμένες υπηρεσίες που παρέχονται ηλεκτρονικά.

Ο τίτλος του κεφαλαίου αυτού αποτελεί μεταφορά του τίτλου της σχετικής Κοινοτικής Οδηγίας και η χρήση των λέξεων «τροποποίηση και προσωρινή τροποποίηση» αναφέρεται σε διατάξεις που έχουν μόνιμη ισχύ και σε διατάξεις με ενδεχόμενη περιορισμένη χρονική διάρκεια ισχύος.

Με την οδηγία αυτή

α) υιοθετούνται κανόνες που αφορούν τον τόπο φορολογίας των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών καθώς και ορισμένων υπηρεσιών που παρέχονται ηλεκτρονικά ώστε οι υπηρεσίες αυτές να φορολογούνται στην Κοινότητα όταν ο λήπτης των υπηρεσιών βρίσκεται στην Κοινότητα και να μην φορολογούνται όταν ο λήπτης των υπηρεσιών βρίσκεται εκτός Κοινότητας, για την αποφυγή των στρεβλώσεων των όρων του ανταγωνισμού στον τομέα αυτό προς όφελος της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.

β) καθιερώνεται ειδικό καθεστώς προκειμένου να διευκολυνθούν στην τήρηση των φορολογικών τους υποχρεώσεων οι οικονομικοί φορείς που δεν είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα και παρέχουν τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες σε μη υποκείμενους στο φόρο εγκατεστημένους στην Κοινότητα.

γ) δίνεται η ευχέρεια στα κράτη μέλη να επιτρέπουν ή να απαιτούν την υποβολή ορισμένων δηλώσεων Φ.Π.Α. ηλεκτρονικά.

Οι κανόνες που αφορούν τον τόπο φορολογίας των ραδιοτηλεοπτικών και ηλεκτρονικών υπηρεσιών καθώς και την καθιέρωση ειδικού καθεστώτος θεσπίζονται για προσωρινή περίοδο τριών ετών αρχής γενομένης από 1-7-2003. Η περίοδος εφαρμογής τους μπορεί να παραταθεί, αφού όπως προβλέπεται από την Οδηγία η εφαρμογή των τροποποιήσεων αυτών θα επανεξετασθεί από το Συμβούλιο.

Οι κανόνες που αφορούν την ηλεκτρονική υποβολή δηλώσεων Φ.Π.Α. θεσπίζονται επί μονίμου βάσεως αρχής γενομένης από 1-7-2003.

Ειδικότερα

Aρθρο 3

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού αλλάζει ο τόπος φορολογίας των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών καθώς και ορισμένων υπηρεσιών που παρέχονται ηλεκτρονικά ώστε οι υπηρεσίες αυτές να φορολογούνται στην Ελλάδα όταν παρέχονται από Τρίτη χώρα σε οποιοδήποτε λήπτη εγκατεστημένο στην Ελλάδα καθώς και όταν παρέχονται από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε λήπτη υποκείμενο στο φόρο εγκατεστημένο στην Ελλάδα.

Οι αλλαγές αυτές τροποποιούν και τους κανόνες φορολόγησης των υπηρεσιών αυτών, όταν παρέχονται από υποκείμενο στο φόρο εγκατεστημένο στην Ελλάδα ώστε στην περίπτωση που ο λήπτης των υπηρεσιών είναι εγκατεστημένος σε Τρίτη χώρα ή είναι υποκείμενος στο φόρο εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος οι υπηρεσίες αυτές να μην φορολογούνται στην Ελλάδα.

Επίσης, στην διάταξη της παραγράφου αυτής αναφέρονται ενδεικτικά υπηρεσίες που θεωρούνται ως ηλεκτρονικά παρεχόμενες υπηρεσίες.

Aρθρο 4

Με τη διάταξη αυτή ορίζεται ότι για τις ηλεκτρονικά παρεχόμενες υπηρεσίες δεν εφαρμόζεται μειωμένος συντελεστής Φ.Π.Α., αλλά οι υπηρεσίες αυτές σε κάθε περίπτωση υπάγονται στον κανονικό συντελεστή Φ.Π.Α..

Aρθρο 5

Σύμφωνα με την Οδηγία 2002/38/ΕΚ, από 1.7.2003 τίθεται σε προσωρινή εφαρμογή (διάρκειας 3 ετών), το ειδικό καθεστώς φορολόγησης των προσώπων που είναι εγκαταστημένα σε Τρίτες χώρες (μη κοινοτικές) και τα οποία για οποιοδήποτε λόγο δεν ασκούν άλλη εμπορική δραστηριότητα σε κάποιο κράτος μέλος, συνεπώς δεν διαθέτουν κοινοτικό ΑΦΜ/ΦΠΑ, και τα οποία παρέχουν ηλεκτρονικές υπηρεσίες σε μη υποκείμενα στο ΦΠΑ πρόσωπα εγκαταστημένα σε κράτη μέλη της Ε.Ε.

Για τις ανάγκες παρακολούθησης των εν λόγω συναλλαγών καθώς και της απόδοσης του αναλογούντος ΦΠΑ, είναι απαραίτητη η δημιουργία αφενός μίας Διοικητικής αφετέρου μίας Μηχανογραφικής υποδομής, η οποία θα υποστηρίζει την παρακολούθηση των εν λόγω συναλλαγών και ειδικότερα:

α. Την χορήγηση «ειδικού κωδικού αναγνώρισης» στα εν λόγω πρόσωπα τρίτων χωρών,

β. Την υποβολή των σχετικών ειδικών δηλώσεων ΦΠΑ,

γ. Την καταβολή του αναλογούντος φόρου, και

δ. Την διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών αφενός για ενημέρωση αφετέρου για την καταβολή του αναλογούντος φόρου στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών.

Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να επεκταθεί το κοινό σύστημα ανταλλαγής ορισμένων πληροφοριών σχετικά με τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, που προβλέπονται από το άρθρο 6 του Κανονισμού 218/92.

Για το σκοπό αυτό, με το εν λόγω σχέδιο νόμου, θεσπίζονται διαδικασίες για την ανταλλαγή, με ηλεκτρονικά μέσα, πληροφοριών σχετικά με το φόρο προστιθεμένης αξίας που επιβάλλεται στις υπηρεσίες που παρέχονται ηλεκτρονικά σύμφωνα με το ειδικό καθεστώς, το οποίο προβλέπει το άρθρο 26γ της Οδηγίας 77/388/ΕΟΚ, καθώς επίσης και για κάθε μεταγενέστερη ανταλλαγή πληροφοριών και, όσον αφορά τις υπηρεσίες που καλύπτονται από το εν λόγω ειδικό καθεστώς, για τη μεταφορά χρηματικών ποσών μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών.

Λαμβάνοντας υπόψη αφενός το γεγονός ότι στην Δ/νση 14η Φ.Π.Α. υφίσταται ήδη η απαιτούμενη μηχανογραφική υποδομή αφετέρου ότι το εν λόγω ειδικό καθεστώς τίθεται σε προσωρινή εφαρμογή διάρκειας (3) ετών καθώς και ότι δεν είναι εφικτό να εκτιμηθεί ο όγκος των μη εγκατεστημένων υποκείμενων στο φόρο που θα επιλέξουν την χώρα μας ως κράτος μέλος αναγνώρισης, κρίνεται σκόπιμο, κατ� αρχήν, η αρμοδιότητα διαχείρισης όλου του νέου συστήματος να παραμείνει σε κεντρικό επίπεδο. Άλλη επιλογή θα προκαλούσε μεγάλη δαπάνη για τη δημιουργία εξ� αρχής μιας υποδομής που για τους λόγους που προαναφέρονται δεν θεωρείται σκόπιμο να δημιουργηθεί.

Στα πρόσωπα που υπάγονται στο ειδικό αυτό καθεστώς φορολόγησης παρέχεται το δικαίωμα επιστροφής του φόρου των εισροών τους ο οποίος καταβλήθηκε στο εσωτερικό της χώρας. Με τον τρόπο αυτό εξομοιώνονται με τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας.

Η διαδικασία επιστροφής του φόρου θα εφαρμοσθεί με την υποβολή αίτησης του υποκειμένου στο ειδικό αυτό καθεστώς στην Δ/νση Φ.Π.Α. του ΥΠ.ΟΙΚ.. Η επεξεργασία των υποβληθέντων στοιχείων καθώς και η επιστροφή του φόρου θα εφαρμοσθεί σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται στην Α.Υ.Ο. ΠΟΛ. 1390/2001.

Aρθρο 6

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζεται, προς το σκοπό εναρμόνισης των διατάξεων αυτών με αντίστοιχη οδηγία της Ε.Ε., ότι οι δηλώσεις έναρξης δραστηριότητας, μεταβολών, μετάταξης και οριστικής παύσης εργασιών, επιτρέπεται να υποβάλλονται ηλεκτρονικά.

Με την ίδια διάταξη δίδεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών να ορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων αυτών, καθώς και την υποχρεωτική ηλεκτρονική υποβολή τους.

Aρθρο 7

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού διευκρινίζεται σαφώς και περιλαμβάνεται ευθέως στο κείμενο του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, προς εναρμόνιση του κειμένου με την αντίστοιχη οδηγία της Ε.Ε., ώστε να προκύπτει η Κοινοτική προέλευση της διάταξης, ότι οι περιοδικές και εκκαθαριστικές δηλώσεις Φ.Π.Α, καθώς και οι ανακεφαλαιωτικοί πίνακες των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, επιτρέπεται να υποβάλλονται ηλεκτρονικά. Με την ίδια διάταξη δίδεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών να ορίζει την ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων αυτών υποχρεωτική.

Σημειώνεται ότι ανάλογη ρύθμιση, για όλα τα φορολογικά αντικείμενα, ισχύει με τις διατάξεις της παραγρ.5 του άρθρου 18 του ν.2753/1999 (ήδη υποβάλλονται περιοδικές δηλώσεις ηλεκτρονικά). Επειδή όμως δε διευκρινίζεται σαφώς στην ισχύουσα διάταξη, θεωρούμε για νομοτεχνικούς λόγους ότι απαιτείται εξειδίκευση της διάταξης, δεδομένης και της υποχρέωσης της χώρας μας για κοινοποίηση στα όργανα της Ε.Ε. των διατάξεων με τις οποίες εναρμονίζεται το Εθνικό μας δίκαιο με τις διατάξεις της 6ης Κοινοτικής Οδηγίας.

Κεφάλαιο Γ

Άλλες διατάξεις

΄Aρθρο 8



Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού τροποποιείται το Καταστατικό της Τράπεζας της Ελλάδος και σκοπείται ο εκσυγχρονισμός ορισμένων εκ των παλαιοτέρων διατάξεών του, προς το σκοπό να ανταποκριθούν πληρέστερα στις σημερινές ανάγκες, καθώς και η περαιτέρω προσαρμογή, υπό το φως της εμπειρίας από την πρώτη εφαρμογή τους, κάποιων από τις διατάξεις που εισήχθησαν πρόσφατα, στο πλαίσιο της εναρμόνισης του Καταστατικού προς τις διατάξεις της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ειδικότερα τροποποιούνται τα ακόλουθα άρθρα του καταστατικού:

Aρθρο 2 στοιχ. ε΄

Η διάταξη διαμορφώνεται ανάλογα, με προφανή σκοπό να διευκρινισθεί, χάριν της ασφαλείας δικαίου, η αυτονόητη αρμοδιότητα της Τράπεζας και επί των μέσων πληρωμής.

Aρθρο 27 στοιχ. θ΄

Η διάταξη διαμορφώνεται έτσι ώστε να εναρμονίσει την εν σχέσει προς την απόκτηση ακινήτων αρμοδιότητα του Γενικού Συμβουλίου με το νέο περιεχόμενο των οικείων ουσιαστικών διατάξεων του Καταστατικού.

Aρθρο 35 Α΄

Οι προσθήκες στη διάταξη ευθυγραμμίζουν το περιεχόμενό της με εκείνο της διάταξης του άρθρου 2 στοιχ. ε΄.

Aρθρο 44

Η νέα διατύπωση παρέχει τη δυνατότητα εφαρμογής και στην Τράπεζα των σύγχρονων μορφών ελέγχου των ανωνύμων εταιρειών, χωρίς να αποκλείεται και η, χάριν οικονομίας της διαδικασίας, σύμπτωση του προβλεπομένου από το Καταστατικό ελέγχου με τον επιβαλλόμενο από το Καταστατικό του ΕΣΚΤ/ΕΚΤ.

Aρθρο 52

Η διάταξη διαμορφώνεται κατά τρόπο που να απηχεί την τηρούμενη παγίως πρακτική, η οποία κρατεί και στο πλαίσιο του ΕΣΚΤ.

Aρθρο 55 αρ. 5

Η προτεινόμενη διατύπωση στοιχεί προς την τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 2 στοιχ. ε΄, την οποία και επαρκώς εξειδικεύει.

Aρθρο 55 αρ. 18

Με την αντικατάσταση δύο λέξεων στο υπάρχον εδάφιο διευκρινίζεται, αιρομένης κάθε αμφιβολίας, ότι οι προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εργασίες μπορούν να διενεργούνται από την Τράπεζα και δι� ίδιον λογαριασμό. Εξ άλλου, με την προτεινόμενη προσθήκη παρέχεται η δυνατότητα αξιοποίησης του εργοστασίου, του εξοπλισμού και του προσωπικού της Τράπεζας με τη διεύρυνση των εργασιών της, τόσο προς την κατεύθυνση της διενέργειας πάσης φύσεως εκτυπωτικών εργασιών, όσο και της προώθησης στην αγορά των παραγόμενων στις εγκαταστάσεις της αντικειμένων. Επίσης, η προσθήκη του προτεινομένου εδαφίου προσφέρει μόνιμο και ασφαλές νομικό έρεισμα σε εργασίες που κατά παράδοση διενεργεί η Τράπεζα και οι οποίες, μέχρι σήμερα, νομιμοποιούνται ad hoc δια της υπαγωγής των εκάστοτε συμφωνιών σε νομοθετική κύρωση.

Aρθρο 55 Β΄

Με την προσθήκη του �προστίμου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου� στον κατάλογο των κυρώσεων του άρθρου 55 Β΄ παρέχεται η δυνατότητα επιβολής από την Τράπεζα κυρώσεων οι οποίες να προσιδιάζουν και σε άλλα, εκτός των πιστωτικών ιδρυμάτων, πρόσωπα, όταν αυτά παραβιάζουν διατάξεις συνδεόμενες με τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής. Διευκρινίζεται ότι η κύρωση αυτή δεν μπορεί να επιβληθεί αν προσκρούει σε κανόνες που ισχύουν στο πλαίσιο του ΕΣΚΤ, όπως, ιδίως, επί παραβάσεων για τις οποίες οι κανόνες αυτοί προβλέπουν περιοριστική απαρίθμηση των επιβλητέων κυρώσεων αποκλείουσα την επιβολή προστίμου.

Aρθρο 55 Δ΄

Η ως άνω διάταξη προβλέπει αρμοδιότητα της Τράπεζας προς έλεγχο βιβλίων και στοιχείων και επί μη εποπτευομένων από αυτή προσώπων, �εφόσον υπάρχουν κατά την κρίση της ενδείξεις παραβάσεων κατά την άσκηση οποιασδήποτε δραστηριότητας σχετικής με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 2 αρμοδιότητές της�. Η αντικατάσταση, στη διάταξη αυτή, των λέξεων �προβλεπόμενες στο άρθρο 2 αρμοδιότητές της� (που είναι μόνον οι κύριες αρμοδιότητες της Τράπεζας) με τη γενικότερη έκφραση �αρμοδιότητές της� προσδίδει στην, ελεγκτικής φύσεως, ως άνω διάταξη το επιθυμητό εύρος.

Aρθρο 56 αρ.3

Με την προτεινόμενη διατύπωση σκοπείται η άμβλυνση της άκαμπτης διατύπωσης της απαγόρευσης που εισάγει η διάταξη (η οποία πάντως διατηρείται ως κανόνας, συναρτώμενος και προς την εξαγγελλόμενη, στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, απαγόρευση άσκησης εμπορίας), ώστε να καταστεί δυνατή η διατήρηση ακινήτων της Τράπεζας από τυχόν συρρίκνωση των εργασιών της ή και η περιέλευση υπό την κυριότητά της ακινήτων, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης μετακίνησης περιουσίας νομοθετικώς επιβαλλόμενης ή για γενικότερους λόγους αποδεκτής.

Aρθρο 56 αρ. 4

Η διάταξη, υπό τη νέα διατύπωσή της, εγκαταλείπει την απόλυτη απαγόρευση απόκτησης από την Τράπεζα των ιδίων αυτής μετοχών (η οποία, κατά το χρόνο θέσπισής της, αποτελούσε κοινή αρχή επί των ανωνύμων εταιρειών) προς το σκοπό να εναρμονίσει τη σχετική ρύθμιση του Καταστατικού προς τις ήδη προβλεπόμενες, στο πλαίσιο της έκτοτε νομοθετικής εξέλιξης, αποκλίσεις από την απαγόρευση αυτή, που, πάντως, εξακολουθεί να αποτελεί τον κανόνα (άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 2190/20). Με την απάλειψη της απαγόρευσης και σε συνδυασμό με τη ρητή διάταξη του άρθρου 72 του Καταστατικού (�Αι διατάξεις των περί Ανωνύμων Εταιρειών και Τραπεζών νόμων δεν έχουσιν εφαρμογήν επί της Τραπέζης της Ελλάδος, εφ� όσον αντιβαίνουσι προς το παρόν Καταστατικόν�) ισχύουν και επί της Τράπεζας της Ελλάδος οι περιοριστικώς αναφερόμενες στο νόμο (άρθρο 16 παρ. 2 και 5 Ν. 2190/20) περιπτώσεις θεμιτών αποκτήσεων, οι οποίες, σημειωτέον, απηχούν Κοινοτική Οδηγία.

Aρθρο 56 αρ. 5

Η ως άνω διάταξη προβλέπει, ως μία των εξαιρέσεων από τη βασική (και διατηρούμενη) απαγόρευση παροχής από την Τράπεζα τόκου σε καταθέσεις ή τρεχούμενους λογαριασμούς, τη δυνατότητα αυτής �να παρέχει τόκον διά παρ� αυτή εις εξωτερικόν μετατρέψιμον συνάλλαγμα καταθέσεις επί προθεσμία τραπεζών ή άλλων νομικών ή φυσικών προσώπων εδρευόντων εν τω εξωτερικώ και διά παρεχομένας αυτή πιστώσεις εις εξωτερικόν μετατρέψιμον συνάλλαγμα παρά των άνω προσώπων�. Η απάλειψη της προϋπόθεσης του τοκοφόρου των καταθέσεων (δηλαδή να είναι αυτές σε εξωτερικό μετατρέψιμο συνάλλαγμα) προτείνεται εξ αφορμής ευλόγων αιτημάτων νομικών προσώπων εδρευόντων στην αλλοδαπή (π.χ. Επιτροπή Ε.Κ.) αλλά και, ειδικότερα, εν σχέσει προς καταθέσεις σε νομίσματα κρατών � μελών της Ε.Ε. επ� ονόματι νομικών προσώπων εδρευόντων στην αλλοδαπή, οι οποίες, ενώ απέφεραν τόκο, ως καταθέσεις σε συνάλλαγμα, απώλεσαν αυτήν την ιδιότητα, αφ� ης μετετράπησαν σε καταθέσεις σε ευρώ.

Aρθρο 58

Η προτεινόμενη τροποποίηση εναρμονίζει το περιεχόμενο της διάταξης προς την αναμορφωμένη, σχετικά με την κτήση ακινήτων, διάταξη του άρθρου 56 αρ. 3.

Aρθρο 68

Η διάταξη αυτή, καθ� ο μέτρο αναφέρεται σε απόσυρση μη νομίμου, πλέον, χρήματος θα μπορούσε (και μάλιστα με την προηγούμενη αυτής παράγραφο, δηλαδή συνολικά το άρθρο 68) να καταργηθεί εντελώς. Τούτο δεν κρίνεται, επί του παρόντος, νομοτεχνικά δόκιμο, ενόψει του γεγονότος ότι η διαδικασία απόσυρσης των δραχμών ευρίσκεται σε εξέλιξη και, κυρίως, της ρητής παραπομπής που κάνουν στο άρθρο 68, τόσον η απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας, η οποία ανακοινώνει τα της αποσύρσεως και ανταλλαγής των δραχμών, όσο και ο νόμος 2948/2001 (άρθρο 5) περί του αυτού θέματος. Εξ άλλου η προβλεπόμενη στο πρώτο εδάφιο της διάταξης δυνατότητα αφαίρεσης �από του ποσού των εν κυκλοφορία τραπεζικών γραμματίων σε δραχμές, του ποσού των μη προσαχθέντων και μη πληρωθέντων γραμματίων�.�, ώστε τα τελευταία αυτά να μην �θεωρώνται του λοιπού εν κυκλοφορία�, ως συνδεόμενη αποκλειστικά με τη νομισματική κυκλοφορία, δεν μπορεί πλέον να τελεί υπό χρονικό περιορισμό (καθ� όσον αναφέρεται σε νόμισμα που αποσύρθηκε στο σύνολό του) και είναι δυνατόν να ασκείται από τούδε. Με την προτεινόμενη, επομένως, τροποποίηση αίρεται και ρητώς από τη διάταξη ο χρονικός περιορισμός (της διετίας), ώστε ο ουσιαστικά νόμιμος και επιβαλλόμενος χειρισμός του θέματος που ρυθμίζει η διάταξη να μην εμφανίζεται ως γενόμενος contra litteram legis.

Aρθρο 9

Με τη ρύθμιση του άρθρου αυτού επιδιώκεται να εισαχθεί ως στοιχείο εκτιμήσεως της αξίας των ακινήτων η αντικειμενική τους αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθώς και η λήψη υπόψη στοιχείων προγενέστερων της κηρύξεως των απαλλοτριώσεων, ούτως ώστε να παρέχεται μέτρο κρίσεως ασφαλές και αντικειμενικό.

Aρθρο 10

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί αναδασμού (ν. 647/1977), η Επιτροπή Αναδασμών καταρτίζει κτηματολογικό πίνακα για κάθε αγροτεμάχιο και εγγράφει ως δικαιούχο το νομέα αυτού, βάσει της δήλωσης περί νομής που αυτός προσκομίζει, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση προσκόμισης από αυτόν πιστοποιητικού φόρου κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής. Επίσης, κατά την έκδοση των παραχωρητηρίων, τα οποία αποτελούν κατά νόμο, μεταγραπτέους τίτλους κυριότητας, δεν απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιητικού κληρονομιάς στις περιπτώσεις που πριν από την έκδοση του παραχωρητηρίου έχει λάβει χώρα αιτία θανάτου κτήση, με την αιτιολογία ότι στο στάδιο σύνταξης του κτηματολογικού πίνακα εγγράφεται ως δικαιούχος του αναδασμού ο κατά την κρίση της Επιτροπής Αναδασμών νομέας των ακινήτων. Έτσι, με βάση τη μέχρι σήμερα νομοθεσία, διέφευγε ο φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής.

Για το λόγο αυτό, προκειμένου να αποφευχθεί η καταστρατήγηση της φορολογικής νομοθεσίας με τη μεθόδευση παραχώρησης της νομής, με την προτεινόμενη διάταξη αφενός θεσμοθετείται η παραχώρηση του τίτλου κτήσης συνεπεία αναδασμού στον πραγματικό κύριο ων αναδιανεμητέων ακινήτων, και όχι στο νομέα αυτών, και αφετέρου υποχρεώνεται ο κύριος, προκειμένου να του χορηγηθεί ο οριστικός τίτλος κυριότητας, στην υποβολή της οικείας δήλωσης φόρου κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής κατά περίπτωση και στην προσκόμιση του σχετικού πιστοποιητικού.

Μάλιστα, από την προτεινόμενη διάταξη προκύπτει ότι ο έλεγχος της κυριότητας στο πρόσωπο των δικαιούχων του αναδασμού θα γίνεται τόσο κατά τη σύνταξη του κτηματολογικού πίνακα όσο και κατά την έκδοση των οριστικών παραχωρητηρίων, αφού είναι πιθανό να έχουν επέλθει μεταβολές στο πρόσωπο αυτών.

Δεδομένου δε ότι, από τη μέχρι σήμερα ισχύουσα νομοθεσία, δεν προέκυπτε φορολογική υποχρέωση για το νομέα � δικαιούχο του αναδασμού, με την προτεινόμενη διάταξη ορίζεται ότι η πιο πάνω διαδικασία, παραχώρησης τίτλων ιδιοκτησίας λόγω αναδασμού στον κύριο και όχι στο νομέα, θα ισχύσει για τους

αναδασμούς που θα κηρυχθούν μετά τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και όχι στους ήδη κηρυχθέντες αναδασμούς, άσχετα αν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία έκδοσης των παραχωρητηρίων. Στους τελευταίους αυτούς αναδασμούς, εφόσον έχει ήδη επιβληθεί φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής, θα διαγραφεί οίκοθεν από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία και ο τυχόν καταβληθείς θα επιστραφεί.

Aρθρο 11

Με τον ν. 2579/1998 το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών μετατράπηκε από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ στον νόμο αυτό (άρθρο 24 παρ.3) έχει περιληφθεί διάταξη που αφορά τον κανονισμό προμηθειών που δημιουργεί προβλήματα στην εκτέλεσή του και γι΄αυτό πρέπει να αποσαφηνισθεί. Με την προτεινόμενη διάταξη διορθώνεται η σχετική διάταξη για να επιλυθούν τα προβλήματα που δυσχεραίνουν την οικονομική διαχείριση του ΚΕ.Π.Ε.

Aρθρο 12

Με το άρθρο αυτό δίνεται η δυνατότητα στις Ακτοπλοϊκές Ναυτιλιακές Εταιρείες να προχωρήσουν στην εφάπαξ αναπροσαρμογή της αξίας των πλοίων τους. Στόχος της ρύθμισης αυτής είναι η πληρέστερη απεικόνιση της αξίας των στοιχείων του ενεργητικού των επιχειρήσεων αυτών. Η ρύθμιση αφορά το σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου και μπορεί να συμβάλλει στην εξυγίανση των ισολογισμών τους και κατά συνέπεια στη δημιουργία υγιών και ανταγωνιστικών επιχειρήσεων.

Aρθρο 13

Με την παράγραφο 1 μειώνεται το ανώτατο όριο προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ν.δ.356/74 (Κ.Ε.Δ.Ε.) από τριακόσια τοις εκατό (300%) του χρέους που οφείλεται κάθε φορά, σε διακόσια τοις εκατό (200%).

Με την παράγραφο 2 ορίζεται ότι τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο των οποίων οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής έχουν υπερβεί το διακόσια τοις εκατό (200%) του χρέους που οφείλεται κατά την ημέρα δημοσίευσης του νόμου αυτού, σταματούν στο όριο που βρίσκονται χωρίς τα χρέη αυτά να επιβαρύνονται με περαιτέρω προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.

Με την παράγραφο 3 διευκρινίζεται ότι ποσά προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής που έχουν εισπραχθεί, ή έχουν αποσβεστεί λόγω συμψηφισμού, πέραν του νέου ανωτάτου ορίου μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του νόμου, δεν επιστρέφονται.

Με την παράγραφο 4 παρέχεται η δυνατότητα στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. μετά από γνώμη του νόμιμου αναπληρωτή του και του προϊσταμένου του δικαστικού τμήματος της ίδιας υπηρεσίας να απαλλάσσει τον οφειλέτη από προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής μέχρι τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000), από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ που είχε αρμοδιότητα μέχρι σήμερα, εφόσον η εκπρόθεσμη καταβολή οφείλεται σε μη ειδοποίησή του ή σε υπαιτιότητα γενικά των οργάνων του Δημοσίου.

Aρθρο 14

Με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, προστίθεται παράγραφος στο άρθρο 13 του νόμου 2648/98, σύμφωνα με την οποία, οι οφειλέτες που είναι συνεπείς στην καταβολή των δόσεων διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής που τους έχει χορηγηθεί από τα αρμόδια όργανα, απαλλάσσονται από την πληρωμή ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής που επιβαρύνουν τις δόσεις της διευκόλυνσης από την ημέρα χορήγησής της και μετά.

Με την παράγραφο 2 διευκρινίζεται ότι η παραπάνω απαλλαγή χορηγείται και για τις πληρωμές των δόσεων των διευκολύνσεων τμηματικής καταβολής που έχουν χορηγηθεί πριν τη δημοσίευση του νόμου.

Με την παράγραφο 3 αυξάνεται η αρμοδιότητα των προϊσταμένων των Δ.Ο.Υ. και των Τελωνείων να χορηγούν διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής για οφειλές μέχρι ποσού διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, αντί εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ που ίσχυε μέχρι σήμερα. Επίσης, παρέχεται η αρμοδιότητα στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. μετά όμως από γνώμη του νόμιμου αναπληρωτή του και του προϊσταμένου του δικαστικού τμήματος της ίδιας υπηρεσίας, να χορηγεί διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής, για οφειλές πάνω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ και μέχρι ποσού (600.000) ευρώ. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκε μέχρι σήμερα για ποσά πάνω από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ και μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ σε τοπική επιτροπή της Δ.Ο.Υ., η οποία όμως παρουσίαζε προβλήματα συγκρότησης και λειτουργίας και από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) έως εξακόσιες χιλιάδες (600.000) ευρώ ανήκε μέχρι σήμερα στον Υπουργό Οικονομικών. Η αύξηση του ποσού των οφειλών για τις οποίες είναι αρμόδιος να χορηγεί διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. γίνεται για λόγους αποκέντρωσης της όλης διαδικασίας, άμεσης εξυπηρέτησης του φορολογούμενου και δεδομένου ότι για οφειλές άνω των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, οι διευκολύνσεις χορηγούνται με βάση τα κριτήρια και τους συντελεστές βαρύτητας αυτών που ορίζονται στα άρθρα 16 και 17 του ν.2648/98 και επομένως, θα υπάρχει ίση και ενιαία αντιμετώπιση των οφειλετών αυτών σε ολόκληρη τη χώρα.

Με την παράγραφο 4 παρέχεται το δικαίωμα στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. να χορηγεί διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής, για ποσά οφειλών μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, απευθείας σε σαράντα οκτώ (48) ίσες μηνιαίες δόσεις, με την υποβολή της αίτησης του οφειλέτη, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τα κριτήρια και τους συντελεστές βαρύτητας αυτών, εκτός αν ζητηθεί από τον ίδιο τον οφειλέτη μικρότερος αριθμός δόσεων.

Επίσης, παρέχεται το δικαίωμα στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. να χορηγήσει και δεύτερη διευκόλυνση στον ίδιο οφειλέτη σε περίπτωση απώλειας της πρώτης, με εφαρμογή όμως των κριτηρίων και συντελεστών βαρύτητας και με την προϋπόθεση ότι η πρώτη δόση να είναι ίση με το δέκα τοις εκατό (10%) τουλάχιστον του ποσού, για το οποίο ζητείται η διευκόλυνση.

Η ρύθμιση αυτή θα εξυπηρετήσει μεγάλο αριθμό μικρών και μεσαίων οφειλετών του Δημοσίου οι οποίοι αδυνατούν να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, σε μέχρι είκοσι έξι (26) μηνιαίες δόσεις, που είχε δικαίωμα να χορηγεί ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. μέχρι σήμερα.

Με την παράγραφο 5 αντικαθiσταται η παράγραφος 3 του άρθρου 18 του νόμου 2648/98 και έτσι δίδεται η ευχέρεια σε όλους τους οφειλέτες που σήμερα δεν μπορούν να υπαχθούν σε διευκόλυνση τμηματικής καταβολής επειδή έχουν απωλέσει δύο προηγούμενες διευκολύνσεις να υποβάλουν αίτηση και να τους χορηγηθεί νέα διευκόλυνση ή δόσεις της οποίας όμως δεν μπορεί να υπερβαίνουν τον αριθμό των δόσεων της διευκόλυνσης για την καταβολή των οποίων δεν είχε συμμορφωθεί ο οφειλέτης.

Με την παράγραφο 6 δίδεται η ευχέρεια σε όσους έχουν βεβαιωμένα χρέη στις Δ.Ο.Υ. ή στα Τελωνεία, μέχρι 31.12.2002, τα οποία έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα να τα εξοφλήσουν μέσα σε ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και να τύχουν απαλλαγής ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής που επιβαρύνουν αυτές τις οφειλές, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

Aρθρο 15

Με την προτεινόμενη διάταξη της παρ. 1 συμπληρώνεται η β΄ περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002 με την οποία παρέχεται εξαίρεση από τον ειδικό φόρο για ακίνητα εταιρειών που ασκούν και άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα πλην της κατοχής και εκμετάλλευσης ακινήτων, καθόσον η διάταξη αυτή στη σημερινή της μορφή, δεν διευκρινίζει τον τρόπο φορολογικής αντιμετώπισης ακινήτων τα οποία βρίσκονται στο στάδιο της ανέγερσης και διαμόρφωσης των εγκαταστάσεων, μέχρι την άσκηση σε αυτά της σχετικής επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η επιλογή της επταετούς εξαίρεσης βασίζεται στο γεγονός κατ� αρχήν ότι, η ανέγερση τέτοιων οικοδομημάτων διαρκεί συνήθως περί τα τρία έτη, ενώ στη συνέχεια ακολουθείται από την περίοδο της αρχικής λειτουργίας της επιχείρησης που κατά κανόνα δεν είναι κερδοφόρα πριν από την παρέλευση τετραετίας. Εξάλλου η ίδια επταετής απαλλαγή ισχύει και στη φορολογία μεγάλης ακίνητης περιουσίας (περίπτωση στ΄, άρθρο 23, ν. 2459/1997). Επίσης ο όρος της ιδιοχρησιμοποίησης των ακινήτων συνάδει με το πνεύμα της ήδη ισχύουσας διάταξης της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του ν. 3091/2002 αλλά και με τις παρεμφερείς εξαιρέσεις από το φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας (άρθρο 23 ν. 2459/1997). Σημειώνεται τέλος, ότι η εξαίρεση αυτή θα ανατρέπεται αναδρομικά, εφόσον δεν πληρωθούν οι τασσόμενες προϋποθέσεις.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις των παραγράφων 2,3,4 και 5 διευρύνονται και διευκρινίζονται ορισμένες εξαιρέσεις από την υποχρέωση καταβολής του ειδικού φόρου επί των ακινήτων (της παρ. 3 άρθρου 15 ν. 3091/2002), διότι το πνεύμα του νόμου με τον οποίο θεσπίστηκε ο ειδικός φόρος επί των ακινήτων, δεν ήταν να δημιουργήσει εμπόδια σε θεσμικούς και άλλους διεθνείς επενδυτές, που με υγιείς δραστηριότητες συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας ή σε Έλληνες κυρίως πλοιοκτήτες οι οποίοι διέθεσαν συνάλλαγμα από ναυτιλιακές δραστηριότητες για αγορά και ανέγερση ακινήτων στην Ελλάδα.

Με την παρ. 6, δεδομένου ότι πρόκειται για την πρώτη εφαρμογή του φόρου αυτού, για διευκόλυνση τόσο των φορολογουμένων, όσο και των υπηρεσιών, κρίθηκε αν παραστεί ανάγκη να παραταθούν οι προθεσμίες της μεταβατικής διάταξης (άρθρο 18 ν. 3091/2002).

Aρθρο 16

Επειδή από την μέχρι σήμερα εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν διενεργήθηκαν πράξεις, οι οποίες, ενδεχομένως, ανατρέπονται από την αναδρομική εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου θεωρήθηκε αναγκαίο, για την ίση μεταχείριση, η θέσπιση της προτεινόμενης μεταβατικής διάταξης.

Aρθρο 17

Η έναρξη ισχύος αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός των περιπτώσεων που η έναρξη ισχύος ορίζεται από την οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αν αναφέρεται σχετικός λόγος σε επιμέρους διάταξη.

Αθήνα 2003



Ο Υπουργός

Οικονομίας και Οικονομικών



Νίκος Χριστοδουλάκης



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΦΠΑ
  • Εκμισθωσεις
  • ΕΚΜΙΣΘΩΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΜΕ Ν.4172/13
  • Φορολογικά
Up
Close
Close
Κλείσιμο