Δημοσιεύθηκε στις : [ 02-02-2012 ]

ΣτΕ 3733/2008 Μεταφορά ζημιάς προς συμψηφισμό με κέρδη. Είναι δυνατή η μεταφορά ζημίας ανώνυμης εταιρείας προς συμψηφισμό της με κέρδη περιόδου επόμενης από εκείνη κατά την οποία προέκυψε. Δεν ασκεί δε από την άποψη αυτή επιρροή, καθώς δεν σχετίζεται με τις εν λόγω προϋποθέσεις μεταφοράς, η τυχόν κατά την εμπορική νομοθεσία περί ανωνύμων εταιρειών (κατά τον κρίσιμο χρόνο Κ.Ν. 2190/1920) αντίστοιχη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου τής εταιρείας προς κάλυψη του ποσού τής ζημίας και η συνακόλουθη μη εμφάνιση της τελευταίας στον ισολογισμό τού έτους τής μεταφοράς

(Μεταφορά ζημιάς προς συμψηφισμό με κέρδη. Είναι δυνατή η μεταφορά ζημίας ανώνυμης εταιρείας προς συμψηφισμό της με κέρδη περιόδου επόμενης από εκείνη κατά την οποία προέκυψε. Δεν ασκεί δε από την άποψη αυτή επιρροή, καθώς δεν σχετίζεται με τις εν λόγω προϋποθέσεις μεταφοράς, η τυχόν κατά την εμπορική νομοθεσία περί ανωνύμων εταιρειών (κατά τον κρίσιμο χρόνο Κ.Ν. 2190/1920) αντίστοιχη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου τής εταιρείας προς κάλυψη του ποσού τής ζημίας και η συνακόλουθη μη εμφάνιση της τελευταίας στον ισολογισμό τού έτους τής μεταφοράς)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΣτΕ 3733/2008

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ  ΤΜΗΜΑ Β΄

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2008 με την εξής  σύνθεση: Φ. Στεργιόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Αικ.  Συγγούνα, Κ. Βιολάρης, Ε. Αναγνωστοπούλου, Ι. Γράβαρης, Σύμβουλοι, Α.  Σδράκα, Κ. Λαζαράκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

 Για να δικάσει την από 22 Ιουνίου 2005 αίτηση:
 του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, ο οποίος παρέστη με τον Α. Τσιοκάνη,  Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
 κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..............................που εδρεύει  στον........................, η οποία παρέστη με  τον δικηγόρο Κων. Κοννίδα (Α.Μ. 955), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’  αριθμ. 83/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.

 Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Ι.  Γράβαρη.

 Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος  Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους  αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της  αναιρεσίβλητης εταιρείας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

 Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του  δικαστηρίου και
 Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

 Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε κατά το νόμο χωρίς καταβολή  παραβόλου, έχει δε εισαχθεί, λόγω σπουδαιότητας, στην επταμελή σύνθεση του  Τμήματος, με την από 19.12.2005 πράξη τού Προέδρου του.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 83/2005  αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε έφεση  του Δημοσίου κατά τής 3494/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου  Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση, κατ’ αποδοχή προσφυγής τής  αναιρεσίβλητης εταιρείας, είχε ακυρωθεί η 11120/23.7.2002 πράξη τού  Προϊσταμένου τής Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Φορολογίας Ανωνύμων  Εταιρειών Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί επιφύλαξη που είχε διαλάβει  η εταιρεία αυτή στη δήλωσή της φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2002,  ως προς τη μεταφορά στο έτος αυτό ζημιών προηγουμένων ετών, περαιτέρω δε είχε  γίνει δεκτή η εν λόγω επιφύλαξη, είχε αναγνωρισθεί η μεταφορά των ένδικων  ζημιών και είχε διαταχθεί, κατόπιν αυτού, νέα εκκαθάριση του οφειλόμενου από  την αναιρεσίβλητη φόρου και επιστροφή σ’ αυτήν τού ποσού που είχε τυχόν  αχρεωστήτως καταβάλει.

3. Επειδή, στο άρθρο 4 παρ. 3 τού Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ν.  2238/1994, Α'151, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (πριν από την προσθήκη εδαφίου στην παράγραφο 11 του άρθρου 105 του Κώδικα αυτού, με την παράγραφο 3 τού άρθρου 9 τού ν. 3522/2006 – ΦΕΚ Α 407, καταλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων,  σύμφωνα με τα άρθρα 101 παρ.1 και 105 παρ.11 τού ίδιου Κώδικα, και τις  ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ορίζονται τα εξής: «Για να βρεθεί το συνολικό  εισόδημα, αθροίζονται τα επί μέρους εισοδήματα των κατηγοριών Α έως Ζ της  προηγούμενης παραγράφου [...] Κατά την άθροιση αυτή συμψηφίζονται τα θετικά  και αρνητικά στοιχεία των επί μέρους εισοδημάτων. Ειδικά, το αρνητικό  στοιχείο (ζημία) του εισοδήματος από εμπορικές [...] επιχειρήσεις που  προκύπτει από τα βιβλία του υποχρέου που τηρούνται επαρκώς και ακριβώς, αν  δεν καλύπτεται με συμψηφισμό θετικού στοιχείου εισοδήματος άλλης πηγής, είτε  γιατί δεν υπάρχει τέτοιο στοιχείο εισοδήματος είτε γιατί αυτό που υπάρχει  είναι ανεπαρκές, μεταφέρεται για να συμψηφισθεί ολόκληρο στην πρώτη  περίπτωση ή κατά το υπόλοιπο αυτού στη δεύτερη, διαδοχικώς στα πέντε (5)  επόμενα οικονομικά έτη κατά το υπόλοιπο που απομένει κάθε φορά, με την  προϋπόθεση ότι κατά τα έτη αυτά τα βιβλία του υποχρέου τηρούνται επαρκώς και  ακριβώς».

4. Επειδή, το ζήτημα της μεταφοράς ζημίας εμπορικής επιχειρήσεως από πλευράς  φορολογίας εισοδήματος, ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις πιο πάνω διατάξεις. Εφ’ όσον, συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών, είναι  δυνατή η μεταφορά ζημίας ανώνυμης εταιρείας προς συμψηφισμό της με κέρδη  περιόδου επόμενης από εκείνη κατά την οποία προέκυψε. Δεν ασκεί δε από την  άποψη αυτή επιρροή, καθώς δεν σχετίζεται με τις εν λόγω προϋποθέσεις  μεταφοράς, η τυχόν κατά την εμπορική νομοθεσία περί ανωνύμων εταιρειών (κατά τον κρίσιμο χρόνο Κ.Ν. 2190/1920) αντίστοιχη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου  τής εταιρείας προς κάλυψη του ποσού τής ζημίας και η συνακόλουθη μη εμφάνιση  της τελευταίας στον ισολογισμό του έτους τής μεταφοράς .
 
5. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,  η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με αντικείμενο την εκμετάλλευση  κινηματογράφων και εμπορικών καταστημάτων στην περιοχή .......................  δήλωσε για το οικονομικό έτος 2000 ζημία 622.831.130 δρχ., για δε το  οικονομικό έτος 2001 ζημία 2.489.572.125 δρχ. Εξ άλλου, «λόγω του ότι το  σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της [...] κατά την 31.12.2000 ήταν κατώτερο του  μισού του μετοχικού κεφαλαίου, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 47 του Κ.Ν.  2190/1920, συνέτρεχε περίπτωση λύσης της εταιρείας, αν δεν υιοθετείτο άλλη  λύση, η έκτακτη γενική συνέλευση αυτής αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού  κεφαλαίου από 454.000.000 σε 3.254.500.000 και, στη συνέχεια, τη μείωση  αυτού κατά το ποσό των δρχ. 3.114.738.255, με σκοπό το συμψηφισμό ισόποσης  αξίας των συσσωρευμένων ως άνω ζημιών της». Με τη δήλωσή της φορολογίας  εισοδήματος του ένδικου οικονομικού έτους 2002, η αναιρεσίβλητη δήλωσε  φορολογητέα κέρδη 806.507.536 δρχ., διαλαμβάνοντας παράλληλα επιφύλαξη κατά  την οποία εδικαιούτο να μεταφέρει προς συμψηφισμό με τα κέρδη αυτά την  ανωτέρω ζημία των προηγούμενων χρήσεων (3.112.403.225 δρχ.). Η φορολογική  αρχή, με την επίδικη πράξη, απέρριψε την επιφύλαξη «για το λόγο, μεταξύ  άλλων, ότι το εν λόγω ποσό ζημιών (δρχ. 3.112.403.225) είχε αποσβεστεί με τη  μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου, είχε μετακυλιστεί στους μετόχους της και,  επομένως, δεν υφίστατο ζημία για μεταφορά στις επόμενες χρήσεις». Το  διοικητικό εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του Δημοσίου κατά τής πρωτόδικης  απόφασης, με την οποία είχε ακυρωθεί η πιο πάνω πράξη, έκρινε, όπως και το  πρωτοδικείο,ότι η απόρριψη της επιφύλαξης δεν ήταν νόμιμη, γιατί η κατά το  εμπορικό δίκαιο μείωση του μετοχικού κεφαλαίου τής αναιρεσίβλητης προς κάλυψη  των ζημιών της δεν εμπόδιζε τη μεταφορά των τελευταίων, κατά τον Κώδικα  Φορολογίας Εισοδήματος, για συμψηφισμό με τα κέρδη τής κρινόμενης χρήσης. Η  κρίση αυτή, είναι, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, νομίμως και  επαρκώς, κατ’ αρχήν, αιτιολογημένη, τα δε περί τού αντιθέτου προβαλλόμενα με  την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
 
6. Επειδή, κατά τα γενόμενα δεκτά με την πρωτόδικη απόφαση, η ένδικη  επιφύλαξη της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ειδικώς ως προς τη ζημία τού οικονομικού έτους 2000, απορρίφθηκε και «για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν είχε  αναγραφεί ως ζημία παρελθουσών χρήσεων στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του  οικονομικού έτους 2001». Το διοικητικό πρωτοδικείο, αφού παρέθεσε στην  απόφασή του τις διατάξεις των άρθρων 61 παρ.1 τού Κώδικα Φορολογίας  Εισοδήματος και 4 παρ.16 τού ν. 2753/1999 περί δηλώσεως των προς μεταφορά  ζημιών και δέχθηκε ότι δεν είναι επιτρεπτή η μεταφορά ζημίας σε ζημιογόνο  επίσης χρήση και ότι σε τέτοια περίπτωση διατηρείται το δικαίωμα μεταφοράς  τής ζημίας προς συμψηφισμό με κέρδη επόμενων χρήσεων, έκρινε ότι η πιο πάνω  αιτιολογία τής επίδικης πράξης δεν ήταν νόμιμη, με τη σκέψη ότι «εφ’ όσον [η  αναιρεσίβλητη] κατά το οικονομικό έτος 2001 δεν είχε κέρδος αλλά και πάλι  ζημία, δεν επιτρεπόταν [...] να μεταφέρει προς συμψηφισμό τη ζημία της  παρελθούσας χρήσης [...] και ότι «η περίπτωση της αναιρεσίβλητης] δεν  καταλαμβάνεται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.16 του ν. 2753/1999, αφού αυτή  αφορά τις επιχειρήσεις, που έπρεπε κατά το νόμο να μεταφέρουν τη ζημία της  παρελθούσας χρήσης στην επομένη και όχι εκείνες που όπως η [αναιρεσίβλητη]  δεν επιτρεπόταν, κατά τα ανωτέρω, λόγω της ύπαρξης επίσης ζημίας, να  μεταφέρουν τη ζημία της προηγούμενης χρήσης». Κατά τής ειδικής αυτής, επί τού  ζητήματος της κατά το ενδιάμεσο έτος δηλώσεως της ζημίας, αιτιολογίας τής  πρωτόδικης απόφασης, το Δημόσιο δεν προέβαλε με την έφεσή του συγκεκριμένο  παράπονο, αλλά περιορίσθηκε σε επιχειρηματολογία επί τού κατά την  προηγούμενη σκέψη ζητήματος της μειώσεως του μετοχικού κεφαλαίου. Τέτοιο, εξ  άλλου, συγκεκριμένο λόγο εφέσεως κατά τής πιο πάνω αιτιολογίας, δεν συνιστά,  μόνη η αναφορά στο εφετήριο ότι, κατά το άρθρο 61 του Κώδικα Φορ.  Εισοδήματος, «η δήλωση στην οποία αναγράφεται η ζημία πρέπει να υποβληθεί  μέχρι το τέλος τού οικείου οικονομικού έτους, άλλως επέρχεται απώλεια του  δικαιώματος συμψηφισμού της ζημίας». Υπό τα δεδομένα, συνεπώς αυτά, ορθώς το  δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε θέση επί τού μη αμφισβητηθέντος κατ’ έφεση  ως άνω ζητήματος, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη  αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
 
 
7. Επειδή, κατόπιν αυτών, και δεδομένου ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος  αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της.
 
 Διά ταύτα
 Απορρίπτει την αίτηση.
 
 Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη τής αναιρεσίβλητης, η οποία  ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2008
 
Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος                  Η Γραμματέας             Φ. Στεργιόπουλος                         Α. Ζυγουρίτσα

 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 17ης Δεκεμβρίου 2008.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
Up
Close
Close
Κλείσιμο