Δημοσιεύθηκε στις : [ 19-12-2011 ]

ΣτΕ 824/2011 Έκδοση πλαστών και εικονικών στοιχείων ως προς την συναλλαγή. Ο κατηγορούμενος, αν και είχε θεωρήσει τα στοιχεία που κρίθηκαν εικονικά, που αφορούσαν σε πωλήσεις φωτογραφικού υλικού, ουδέποτε ασχολήθηκε επαγγελματικά με το εμπόριο του από φωτογραφικού υλικού. Εικονικές αποδείξεις εισπράξεως, δε συνιστούν φορολογικά στοιχεία, δε δημιουργείται κάποια ασάφεια ή επιβάρυνση της θέσεως του κατηγορουμένου από την έκδοση αυτών.

(Έκδοση πλαστών και εικονικών στοιχείων ως προς την συναλλαγή. Ο κατηγορούμενος, αν και είχε θεωρήσει τα στοιχεία που κρίθηκαν εικονικά, που αφορούσαν σε πωλήσεις φωτογραφικού υλικού, ουδέποτε ασχολήθηκε επαγγελματικά με το εμπόριο του από φωτογραφικού υλικού. Εικονικές αποδείξεις εισπράξεως, δε συνιστούν φορολογικά στοιχεία, δε δημιουργείται κάποια ασάφεια ή επιβάρυνση της θέσεως του κατηγορουμένου από την έκδοση αυτών.)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΣτΕ 824/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο -Εισηγητή, σύμφωνα με την 56/21.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικόλαου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Λ. του Λ., κάτοικο .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κωνσταντόπουλο, περί αναιρέσεως της ΒΤ 6384/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Χρήστο Κοραντζάνη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, καθώς και στο από 16 Μαρτίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 125/2011.
Αφού άκουσε,

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ` αυτής πρόσθετοι λόγοι,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι` αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 πα. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου.

Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ` αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει.

Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα και την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ`αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 6384/2010 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, σχετικά με την κατηγορία, ότι από τα αναφερόμενα κατ` είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στις ..., κατά το χρονικό διάστημα, από 3.1.2003 μέχρι και 2.7.2003, από πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, που αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές, ή συναλλαγές που είχαν πραγματοποιηθεί από πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που αναγραφόταν στα στοιχεία, το δε σχετικό πόρισμα φορολογικού ελέγχου του κατηγορουμένου, που θεωρήθηκε στις 15-6-2007 από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε το σχετικό πόρισμα φορολογικού ελέγχου, με αποτέλεσμα, διατηρώντας ο κατηγορούμενος επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων στην ... να έχει δηλώσει προς την εδρεύουσα στη  υπό το διακριτικό τίτλο επιχείρηση με την επωνυμία ...................., τα παρακάτω αναφερόμενα συνημμένα στην παρούσα 204 τιμολόγια - δελτία αποστολής και αποδείξεων είσπραξης φωτογραφικού υλικού, τα οποία μετά από έλεγχο που διενήργησαν υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ) Περιφερειακής Διεύθυνσης - Β` Υποδιεύθυνσης Ελέγχων, προέκυψε ότι ήταν εικονικά, ως προς τις συναλλαγές που περιέγραφαν, καθώς ο κατηγορούμενος, αν και είχε θεωρήσει τα προαναφερόμενα ως άνω εικονικά φορολογικά στοιχεία στα τιμολόγια δελτίων αποστολής και αποδείξεων είσπραξης, που αφορούσαν σε πωλήσεις φωτογραφικού υλικού, με το εμπόριο του από φωτογραφικού υλικού, που φερόταν ότι προμήθευσε τη λήπτρια εταιρεία, ουδέποτε ασχολήθηκε επαγγελματικά ο κατηγορούμενο που συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στις ... εντός του διαστήματος την 3/1/2003 έως την 2/7/2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλαδή στοιχεία που αφορούσαν σε ανύπαρκτες συναλλαγές ή σε συναλλαγές που είχαν πραγματοποιηθεί από πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που αναγραφόταν στα στοιχεία, η δε παραγραφή της πράξης του άρχισε την 15/6/2007, οπότε και θεωρήθηκε το σχετικό πόρισμα του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο (ΥΠΕΕ - Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής - Β' Υποδιεύθυνση Ελέγχων). Συγκεκριμένα, διατηρώντας επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων στην ..., εξέδωσε προς την εδρεύουσα στη επιχείρηση...................τα πιο κάτω τιμολόγια - δελτία αποστολής και αποδείξεις είσπραξης που αφορούσαν σε πωλήσεις φωτογραφικού υλικού: ..............

Μετά όμως από έλεγχο που διενήργησαν υπάλληλοι της ΥΠΕΕ - Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής - Β` Υποδιεύθυνση Ελέγχων προέκυψε ότι τα ανωτέρω τιμολόγια ήταν εικονικά ως προς τις συναλλαγές που περιέγραφαν, καθώς ο κατηγορούμενος, αν και είχε θεωρήσει τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία, ουδέποτε ασχολήθηκε με το εμπόριο φωτογραφικών υλικών που φερόταν ότι προμήθευσε την λήπτρια εταιρεία". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 6384/2010 απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1 ΠΚ και 19 και 21 του Ν. 2523/1997 και 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως.

Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού : α) εκτίθενται αναλυτικά στο διατακτικό σε πίνακα τα συγκεκριμένα εικονικά φορολογικά στοιχεία που θεώρησε στην αρμόδια ΔΟΥ, ήτοι τα εικονικά τιμολόγια - δελτία αποστολής που εξέδωσε ο κατηγορούμενος προς την εταιρεία .................. και αφορούσαν δήθεν σε πωλήσεις φωτογραφικού υλικού, από δε την αναφορά στον πίνακα αυτόν και 54 εικονικών αποδείξεων εισπράξεως, που δε συνιστούν φορολογικά στοιχεία, δε δημιουργείται κάποια ασάφεια ή επιβάρυνση της θέσεως του κατηγορουμένου, αφού οι αποδείξεις αυτές παρατέθηκαν στον πίνακα του διατακτικού εκ περισσού και απλώς συμπληρώνουν και διευκρινίζουν τα ανωτέρω αναφερόμενα εικονικά τιμολόγια, αφορούν δε τις ίδιες εικονικές συναλλαγές και όχι άλλες πέραν των εκτιθεμένων τιμολογίων- δελτίων αποστολής πρόσθετες συναλλαγές, β) από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού "από την κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας", σε πληθυντικό αριθμό, ενόψει του ότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι εξετάστηκε ένας μάρτυρας κατηγορίας και μία μάρτυρας υπερασπίσεως, σαφώς συνάγεται ότι πρόκειται για από παραδρομή μη αναφορά και στη μάρτυρα υπερασπίσεως και ότι λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, γ) από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού "από την αποδεικτική διαδικασία και το έγγραφο του οποίου έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο ...", ενόψει του ότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο μόνον τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και κανένα άλλο έγγραφο, δεν υπάρχει ασάφεια και αμφιβολία για την ταυτότητα του αναγνωσθέντος και χρησιμοποιηθέντος για τη δικανική κρίση αποδεικτικού εγγράφου και δη συνάγεται ότι το αναγνωσθέν αυτό μοναδικό έγγραφο είναι τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που ήταν γνωστά στον εκκαλούντα κατηγορούμενο και τον παριστάμενο συνήγορό του και έτσι δε στερήθηκε ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Επομένως, οι αντίθετοι προς τ` ανωτέρω λόγοι της αιτήσεως, κύριοι και πρόσθετοι, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, αλλά και για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 61 ΚΠοινΔ, λόγω εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο ή, κατ` αναλογία, στο διοικητικό δικαστήριο, που έχει σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Προϋποτίθεται, όμως, ότι το αίτημα αυτό αναβολής είναι παραδεκτό και ειδικότερα ότι υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο ήτοι με προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η πολιτική ή, αναλόγως, η διοικητική δίκη, του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης αυτής, των διαδίκων που μετέχουν σ` αυτήν, του ζητήματος το οποίο εκκρεμεί και πρόκειται να κριθεί εκεί και της σχέσεως του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία που εκκρεμεί στο ποινικό δικαστήριο. Αν δεν υποβάλλεται το ανωτέρω αίτημα κατά τρόπο ορισμένο, η μη απάντηση του δικαστηρίου σ` αυτό ή η μη αιτιολογημένη απόρριψή του, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 6384/2010 απόφαση, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων δια του συνηγόρου του, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης διότι, κατά λέξη, "αναμένουμε απόφαση για προσφυγή που έχουμε κάνει στο Διοικητικό Δικαστήριο". Το αίτημα αυτό, έτσι όπως υποβλήθηκε ως αίτημα αναβολής, κατ` άρθρο 61 ΚΠοινΔ, ήταν αόριστο, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ` αυτό, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του, στην οποία (αιτιολόγηση) και μάλιστα ειδική, πλεοναστικά προέβη, με την παρεμπίπτουσα και συμπροσβαλλόμενη, κατ` άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ, απόφασή του, αναφέροντας ότι "είναι αβάσιμο, γιατί ο αιτών κατηγορούμενος δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ως προς τη βασιμότητα του ουσιαστικού περιεχομένου της αιτήσεως αναβολής".

Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ`και Ε` του ΚΠοινΔ συναφής δεύτερος και τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η αιτιολογία απορρίψεως του ως άνω αιτήματος αναβολής δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν εκθέτει τα προκύψαντα σχετικώς πραγματικά περιστατικά, ούτε αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο για να καταλήξει στην ως άνω απορριπτική παρεμπίπτουσα απόφασή του και ότι, κατά παραβίαση των άρθρων 4 και 20 του Συντάγματος, έγινε μη παροχή έννομης προστασίας με τη μη αποδοχή του εν λόγω αιτήματός του αναβολής της δίκης, είναι απορριπτέος.

Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα  και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Γ. Λ. του Λ., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 16 Μαρτίου 2011 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 6384/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου, που ανέρχονται σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Δηλώσεις 2017
Up
Close
Close
Κλείσιμο