Δημοσιεύθηκε στις : [ 27-03-1997 ]

ΠΟΛ.1110/27.3.1997 Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του Ν.2459/1997, οι οποίες αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος

(Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του Ν.2459/1997, οι οποίες αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα 27 Μαρτίου 1997
Αριθμ. Πρωτ.: 1036149/632/Α0012

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛ. ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
ΤΜΗΜΑΤΑ Α΄ - Β΄

ΠΟΛ.: 1110

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν. 2459/1997, οι οποίες αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος.

1. Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 1, 7, 8, 9, 12 και 17 του Ν.2459/1997 "Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 17), οι οποίες αναφέρονται σε θέματα φορολογίας εισοδήματος.

2. Για κάθε ένα από τα πιο πάνω άρθρα σας παρέχουμε τις ακόλουθες ερμηνευτικές οδηγίες με σκοπό την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

Αρθρο 1
Κατάργηση απαλλαγών και εκπτώσεων από τη φορολογία εισοδήματος

Οσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος καταργούνται:

1. Με την περίπτωση 1 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονoμικό έτος 1997 το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν.2238/1994, με το οποίο προβλέπεται η μεταφορά του ποσού των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης του φορολογουμένου και των λοιπών προσώπων που τον βαρύνουν, το οποίο υπερβαίνει το ετήσιο εισόδημά τους, για να εκπέσει από τα εισοδήματά τους των δύο επόμενων ετών.

2. Με την περίπτωση 2 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονομικό έτος 1997 το τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν.2238/1994, με το οποίο προβλέπεται η μεταφορά του ποσού των δωρεών που υπερβαίνει το ετήσιο εισόδημα του φορολογουμένου, για να εκπέσει από τα εισοδήματά του των δύο επόμενων ετών.

3. Με την περίπτωση 3 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονομικό έτος 1997 η περίπτωση η' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν.2238/1994, με την οποία προβλέπεται η έκπτωση ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) και μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές, της δαπάνης που καταβάλλεται για αμοιβή δικηγόρου για τις νομικές υπηρεσίες του.

4. Με την περίπτωση 4 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονομικό έτος 1997, η περίπτωση ε' του άρθρου 18 του Ν.2238/1994, με την οποία προβλέπεται η εξαίρεση από την εφαρμογή του τεκμηρίου της δαπάνης που καταβάλλεται για την αγορά κτηματικών ομολόγων του Δημοσίου, για την αγορά δημόσιων κτημάτων, εφόσον αυτά εκποιούνται σε δημόσιο πλειστηριασμό από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, καθώς και για την αγορά δημόσιων εκτάσεων κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 του Ν.1947/1991.

5. Με την περίπτωση 5 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονομικό έτος 1997, η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 73 του Ν.2238/1994, με την οποία προβλέπεται η μείωση του φόρου που αναλογεί επιμεριστικά στα εισοδήματα που απόκτησε ο φορολογούμενος από την άσκηση εμπορικής επιχείρησης ή ελευθέριου επαγγέλματος, κατά δέκα τοις εκατό (10%) και μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές, σε περίπτωση που κρίνονται ειλικρινείς οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και των άλλων συναφών φορολογικών αντικειμένων.

6. Με την περίπτωση 6 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργήθηκαν οι διατάξεις α) της περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 103 του Ν.2238/1994, με εξαίρεση αυτές που αναφέρονται στην απαλλαγή από το φόρο των εισοδημάτων του Αγίου Ορους και β) της περ. δ' της παρ. 1 του άρθρου 103 του Ν.2238/1994. Η κατάργηση των πιο πάνω διατάξεων ισχύει, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της περ. 20 του άρθρου 1 του Ν.2459/1997 για εισοδήματα που κτώνται από 1 Ιανουαρίου 1996 και μετά. Κατά συνέπεια, τα εισοδήματα από εκμίσθωση γαιών και ακινήτων, τα οποία αποκτούν από την 1 Ιανουαρίου 1996 και μετά οι Ιεροί Ναοί, οι Ιερές Μητροπόλεις, οι Ιερές Μονές, η Αποστολική Διακονία, ο Πανάγιος Τάφος, η Ιερά Μονή Σινά και Πάτμου (περίπτωση β'), τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς και τα κοινωφελή ιδρύματα (περίπτωση δ') δεν απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος. Το καθαρό εισόδημα από τα πιο πάνω μισθώματα φορολογείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της περίπτ. γ', της παρ. 1 του άρθρου 109 του Ν.2238/1994, όπως αυτές προστέθηκαν με την παρ. 19 του άρθρου 13 του Ν.2459/1997, με συντελεστή δέκα τοις εκατό 10% (1026536/10164/ΠΟΛ.1079/4.3.1997 εγκύκλιός μας).

Διευκρινίζεται ότι, παρά το γεγονός ότι στις καταργηθείσες διατάξεις αναφέρετο ότι από το φόρο απαλλάσοντο τα εισοδήματα από οικοδομές γενικά, δηλαδή και αυτά από την ιδιόχρηση, τα τελευταία εξακολουθούν να απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος καθόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. ε' της παραγρ. 1 του άρθρου 99 του Ν.2238/1994 αντικείμενο φόρου στα ημεδαπά νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα είναι το καθαρό εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή μόνο από την εκμίσθωση ακινήτων καθώς και από κινητές αξίες.

7. Με την περίπτωση 7 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργήθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 112 του Ν.2238/1994, με το οποίο προεβλέπετο μείωση του φόρου εισοδήματος των Νομικών Προσώπων σε περίπτωση που οι δηλώσεις τους φορολογίας εισοδήματος και άλλων συναφών φορολογικών αντικειμένων εκρίνοντο ειλικρινείς, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού της πιο πάνω μείωσης.

Οι διατάξεις των περιπτώσεων 1 έως και 7 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται ή δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

Συνεπώς, τα υπόλοιπα των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, καθώς και των δωρεών που πραγματοποιήθηκαν από τους φορολογουμένους κατά τα οικονομικά έτη 1995-1996 (διαχειριστικές περιόδους 1994-1995) και δεν καλύφθηκαν από τα εισοδήματα αυτών των ετών, δεν μεταφέρονται πλέον για να εκπεσθούν από το εισόδημα του οικονομικού έτους 1997 και επομένων.

8. Με την περίπτωση 8 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από 1.1.1997 (οικονομικό έτος 1998) η παράγραφος 5 του άρθρου 4 του Ν.2238/1994, με την οποία προβλέπεται μείωση κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του εισοδήματος των συντακτών και δημοσιογράφων, καθώς και των εικονοληπτών επικαίρων τηλεόρασης.

9. Με την περίπτωση 9 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από 1.1.1997 (οικονομικό έτος 1998) η παράγραφος 6 του άρθρου 4 του Ν.2238/1994, με την οποία προβλέπεται μείωση κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) της κύριας σύνταξης των συντακτών και δημοσιογράφων.

10. Με την περίπτωση 10 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από 1.1.1997 (οικονομικό έτος 1998) η περίπτωση β' της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του Ν.2238/1994, με την οποία προβλέπεται η απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των εξόδων παράστασης που παρέχονται στους νομάρχες, δημάρχους, αντιδημάρχους και προέδρους κοινοτήτων, τα οποία θα φορολογούνται στο εξής αυτοτελώς με συντελεστή φόρου 15%, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του Ν.2238/1994, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 10 του κοινοποιούμενου νόμου.

11. Με την περίπτωση 11 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονομικό έτος 1998 η περίπτωση γ' της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του Ν.2238/1994, με την οποία προβλέπεται η απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των αποδοχών των κατώτερων πληρωμάτων των εμπορικών πλοίων, οι οποίες θα φορολογούνται στο εξής με συντελεστή φόρου 4% το έτος 1997 και 6% το έτος 1998 και επόμενα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Ν.2238/1994, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 10 του κοινοποιούμενου νόμου.

12. Με την περίπτωση 12 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονομικό έτος 1998, η περίπτωση στ' της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του Ν.2238/1994, με την οποία προβλέπεται η απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των ειδικών επιδομάτων επικίνδυνης εργασίας: πτητικό, καταδυτικό, ναρκαλιείας, αλεξιπτωτιστών, δυτών και υποβρύχιων καταστροφών, που καταβάλλονται σε αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες των ενόπλων δυνάμεων της ελληνικής αστυνομίας, της πυροσβεστικής υπηρεσίας και του λιμενικού σώματος, το επίδομα ναρκαλιείας που καταβάλλεται σε ιδιώτες, καθώς και το επίδομα επικίνδυνης εργασίας, που καταβάλλεται στους δικαιούχους με βάση την παράγραφο 5 του άρθρου 14 του Ν.1505/1984 και την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Ν.1711/1987, τα οποία θα φορολογούνται στο εξής αυτοτελώς με συντελεστή φόρου 15%, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 14 του Ν.2238/1994, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 10 του κοινοποιούμενου νόμου.

13. Με την περίπτωση 13 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονομικό έτος 1998, η περίπτωση η' της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του Ν.2238/1994, με την οποία προβλέπεται η απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος του στεγαστικού επιδόματος που καταβάλλεται στο στρατιωτικό προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων, της ελληνικής αστυνομίας, της πυροσβεστικής υπηρεσίας και του λιμενικού σώματος.

14. Με την περίπτωση 14 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονομικό έτος 1998, η περίπτωση α' της παραγράφου 6 του άρθρου 6 του Ν.2238/1994, με την οποία προβλέπεται η απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των αμοιβών που καταβάλλονται από το Ελληνικό Δημόσιο, τους Δήμους και τις Κοινότητες του Κράτους, τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, τον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και το Σύλλογο "Οι φίλοι της Μουσικής" σε ξένα καλλιτεχνικά συγκροτήματα ή μεμονωμένους καλλιτέχνες για τη συμμετοχή τους σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, οι οποίες θα φορολογούνται στο εξής αυτοτελώς με συντελεστή φόρου 15%, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 13 του Ν.2238/1994, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 10 του κοινοποιούμενου νόμου.

15. Με την περίπτωση 15 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονομικό έτος 1998 το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α' της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Ν.2238/1994, με το οποίο ορίζεται ότι δε θεωρείται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκειται σε φόρο το πενήντα τοις εκατό (50%) των αποζημιώσεων υπαλλήλων του Δημοσίου, που παρέχονται με διάταξη νόμου κατ' αποκοπή για κάλυψη δαπανών ειδικής υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί. Με την κατάργηση αυτής της διάταξης θα φορολογούνται πλέον στο σύνολό τους τα ακόλουθα, ενδεικτικά αναφερόμενα, ποσά αποζημιώσεων:

α) Η κατ' αποκοπή αποζημίωση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν.1153/1981, όπως έχει αναπροσαρμοστεί μέχρι σήμερα, η οποία καταβάλλεται για αντιμετώπιση δαπανών λόγω ειδικών συνθηκών άσκησης λειτουργήματος, στους δικαστικούς λειτουργούς και το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και στους υπαλλήλους των γραμματειών των πολιτικών - ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών, του Συμβουλίου της Επικρατείας, των διοικητικών δικαστηρίων, της Γενικής Επιτροπείας των διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και στους υπαλλήλους των έμμισθων υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων.

β) Το επίδομα στολής που καταβάλλεται σε προσωπικό ασφαλείας (στρατιωτικό προσωπικό, προσωπικό νομικών προσώπων, οργανισμών ή επιχειρήσεων κ.λπ.) για την ορισμένη στολή που υποχρεούται να φέρει κατά τη διάρκεια της εργασίας. γ) Η μηνιαία αποζημίωση που καταβάλλεται κατ' αποκοπή για την αντιμετώπιση των δαπανών στις οποίες υποβάλλονται, λόγω των ειδικών συνθηκών άσκησης του επαγγγέλματός τους, στους πρυτάνεις, αντιπρυτάνεις καθηγητές κ.τ.λ. ΑΕΙ και ΤΕΙ, καθώς και τους σχολικούς συμβούλους πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

δ) Το επίδομα για δαπάνες βιβλιοθήκης που καταβάλλεται στους ιατρούς του ΕΣΥ λόγω των ειδικών συνθηκών του επαγγέλματος.

ε) Η αποζημίωση που καταβάλλεται στα αρμόδια όργανα για την επίδοση πράξεων καταλογισμού φόρων, δασμών, τελών κ.τ.λ.

16. Με την περίπτωση 16 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονομικό έτος 1998, το άρθρο 3 του Ν.1303/1972 και η παράγραφος 12 του άρθρου 131 του Ν.419/1976, με τα οποία απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, λόγω της καθιέρωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Ν.2238/1994, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 10 του κοινοποιούμενου νόμου, αυτοτελούς φορολογίας με συντελεστή φόρου 15% στο καθαρό ποσό των αποδοχών που παίρνουν οι δημόσιοι υπάλληλοι κ.τ.λ. που υπηρετούν στην αλλοδαπή, πέρα από τις αποδοχές που θα έπαιρναν αν υπηρετούσαν στο εξωτερικό.

17. Με την περίπτωση 17 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργούνται από το οικονομικό έτος 1998, οι περιπτώσεις η' και ι' της παραγράφου 9 του άρθρου 51 του Ν.1882/1990, με τις οποίες κυρώθηκαν οι 1104641/2046/Α0012/ΠΟΛ.1222/2.10.1989 και 1106686/2050/Α0012/ΠΟΛ.1230/6.10.1989 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών με τις οποίες θεωρείται απαλλασσόμενο το 50% της αποζημίωσης που καταβάλλεται στους δικαιούχους από τους λογαριασμούς των ΔΕΤΕ και ΔΕΧΕ, για κάλυψη δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται λόγω της υπηρεσίας που τους ανατίθεται. Μετά την κατάργηση του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης α' της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Ν.2238/1994, με την περίπτωση 15 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου, δεν υπάρχει ο δικαιολογητικός λόγος για τη διατήρηση της ισχύος των παραπάνω αποφάσεων. Την ίδια μεταχείριση έχουν και οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους δικαιούχους από το λογαριασμό των ΔΙΒΕΕΤ, καθώς και από τα ποσοστά που προβλέπονται από τις παραγράφους 7 και 38 του άρθρου 27 του Ν.2166/1993. Το 50% των ως άνω αποζημιώσεων, που ήταν απαλλασσόμενο, θα φορολογείται στο εξής αυτοτελώς με συντελεστή φόρου 15%, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 14 του Ν.2238/1994, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 10 του κοινοποιούμενου νόμου.

18. Με την περίπτωση 18 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από το οικονομικό έτος 1998, η παράγραφος 20 του άρθρου 14 του Ν.2328/1995, με την οποία ορίζεται ότι δεν θεωρείται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες η αποζημίωση που καταβάλλει η ΕΡΤ ΑΕ στο προσωπικό της για τις εκτός έδρας μετακινήσεις του, η οποία θα φορολογείται στο εξής αυτοτελώς με συντελεστή φόρου 15%, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 14 του Ν.2238/1994, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 10 του κοινοποιούμενου νόμου.

Οι διατάξεις των περιπτώσεων 8 έως και 18 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

19. Με την περίπτωση 19 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργήθηκαν οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 43 των παρ. 2 και 3 του άρθρου 44, του τρίτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 45 και της παρ. 6 του άρθρου 46 του Ν.1416/1984, βάσει των οποίων απαλλάσσοντο του φόρου εισοδήματος οι δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις ορισμένων μορφών. Οι επιχειρήσεις αυτές με τις αντίστοιχες απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος ήσαν οι εξής:

α) Οι δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις συνεταιριστικού χαρακτήρα. Οι επιχειρήσεις αυτές απολάμβαναν των απαλλαγών που είχαν οι συνεταιρισμοί γενικά και επιπλέον, για τα πέντε πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους απαλλάσσοντο από το φόρο εισοδήματος (άρθρο 43 παρ. 2).

β) Οι ανώνυμες εταιρίες που συνιστούν οι ΟΤΑ (οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης) και τοπικές ενώσεις δήμων και κοινοτήτων. Οι εταιρίες αυτές απαλλάσσοντο της φορολογίας εισοδήματος κατά τα πέντα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους (άρθρο 44 παρ. 2). Επίσης, καταργήθηκε η απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος (άρθρο 44 παρ. 3) του μέρους των κερδών των διαλαμβανομένων στην περίπτωση αυτή εταιριών, που διαθέτουν (διανέμουν) στους ΟΤΑ, στις τοπικές ενώσεις δήμων και κοινοτήτων και τους εργαζομένους.

γ) Οι δημοτικές εταιρίες λαϊκής βάσης, οι οποίες απαλλάσσοντο του φόρου εισοδήματος για την πρώτη διετία της λειτουργίας τους (άρθρο 45 παρ. 3 εδάφιο τρίτο).

δ) Οι ανώνυμες εταιρίες που συνιστώνται μόνο από φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και στις οποίες μπορούν να συμμετάσχουν και φορείς του δημόσιου τομέα με κοινές μετοχές που αντιπροσωπεύουν, αθροιστικά, μέχρι το 20% του κεφαλαίου.

Οι εταιρίες αυτές απαλλάσσοντο του φόρου εισοδήματος για την πρώτη πενταετία της λειτουργίας τους.

Η κατάργηση των πιο πάνω απαλλαγών ισχύει, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της περίπτ. 20 του άρθρου 1 του Ν.2459/1997 για ισολογισμούς που κλείνουν με 31 Δεκεμβρίου 1996 και μετά. Κατά συνέπεια τα κέρδη των πιο πάνω δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων οικονομικών ετών 1997 και επομένων θα φορολογούνται με συντελεστή 35%.

20. Με την περίπτωση 20 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται η παράγραφος 4 του άρθρου 52 του Ν.Δ/τος 400/1970, με την οποία προβλέπεται έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων του ποσού των ασφαλίστρων που καταβάλλουν αυτές για ομαδική ασφάλιση ζωής ή θανάτου του εργατοϋπαλληλικού προσωπικού τους, μετά την αντιμετώπιση του θέματος αυτού με τις διατάξεις της υποπερίπτωσης δδ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Ν.2238/1994, όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 14 του άρθρου 14 του κοινοποιούμενου νόμου. Η κατάργηση αυτή ισχύει για ισολογισμούς που κλείνουν την 31η Δεκεμβρίου 1996 και μετά.

Αρθρο 7
Αντικειμενικά κριτήρια

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι οι ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών που τηρούν προαιρετικά βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων υπάγονται πλέον στα αντικειμενικά κριτήρια και κατά συνέπεια θα προσδιορίζεται και γι' αυτές ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος με βάσει τις διατάξεις του άρθρου 33 του Ν.2238/1994. Αντίθετα, δεν υπάγονται στα αντικειμενικά κριτήρια οι εμπορικές επιχειρήσεις που τηρούν προαιρετικά βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. και οι οποίες έχουν αντικείμενο εργασιών την αγορά και πώληση εμπορευμάτων, την παραγωγή και μεταπώληση των παραγόμενων προϊόντων και γενικά οι επιχειρήσεις των οποίων τα ακαθάριστα έσοδα δεν προέρχονται κατά κύριο λόγο από παροχή υπηρεσιών. Σημειώνεται ότι οι μεταφερόμενες και φορολογικά εκπιπτόμενες ζημιές, των παραπάνω επιχειρήσεων, χρήσεων που έληξαν μέχρι 31.12.1996, θα συμψηφιστούν με το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που θα προσδιοριστεί σύμφωνα με τις νέες διατάξεις.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά και κατά συνέπεια υπάγονται στα αντικειμενικά κριτήρια και τέτοιες επιχειρήσεις με διαχείριση 1.7.1996 - 30.6.1997, καθόσον το εισόδημα στην περίπτωση αυτή προκύπτει μετά την 1.1.1997.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου προστέθηκαν δύο εδάφια στην παράγραφο 6 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994. Με το πρώτο από τα δύο αυτά νέα εδάφια ορίζεται ως ανώτατο όριο η επιφάνεια των εξήντα (60) τετραγωνικών μέτρων, προκειμένου να προσδιοριστεί η έκταση της επαγγελματικής εγκατάστασης, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, στην περίπτωση που χρησιμοποιείται ως επαγγελματική εγκατάσταση η κατοικία του φορολογουμένου. Πιο συγκεκριμένα, όπως είναι γνωστό, στην περίπτωση που ως επαγγελματική εγκατάσταση χρησιμοποιείται η κατοικία του φορολογούμενου, για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας λαμβάνεται ως επιφάνεια το ένα τρίτο (1/3) της επιφάνειας της κατοικίας, η οποία πλέον όμως, με βάση τις νέες διατάξεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εξήντα (60) τετραγωνικά μέτρα. Για παράδειγμα αν o φορολογούμενος χρησιμοποιεί την κατοικία του ως επαγγελματική εγκατάσταση της οποίας η επιφάνεια είναι 210 τετραγωνικά μέτρα, το ένα τρίτο αυτής είναι 70 τετραγωνικά μέτρα. Στην περίπτωση αυτή, με βάση τις νέες διατάξεις για τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας θα ληφθεί υπόψη επιφάνεια 60 τετραγωνικών μέτρων και όχι τα 70 τετραγωνικά μέτρα.

Διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δηλώνει ότι χρησιμοποιεί μεγαλύτερη έκταση επιφάνειας της κατοικίας του, π.χ. στο παραπάνω παράδειγμα 70 τετραγωνικά μέτρα, θα ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας τα 80 τετραγωνικά μέτρα. Αν αντίθετα δηλώνει ότι χρησιμοποιεί μικρότερη επιφάνεια π.χ. 40 τετραγωνικά μέτρα, θα ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας 60 τετραγωνικά μέτρα.

Περαιτέρω, με το δεύτερο από τα δύο νέα εδάφια ορίζεται ότι για τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται θαλάσσια ποδήλατα, ταξί θαλάσσης, τζετ - σκι (jet - ski), σκάφη για θαλάσσια σπορ και συναφή είδη και ομπρέλλες για τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας, θα λαμβάνεται υπόψη επιφάνεια εξήντα (60) τετραγωνικών μέτρων. Επισημαίνεται ότι στην περίπτωση τέτοιων επιχειρήσεων που έχει δηλωθεί ως έδρα της επιχείρησης η κατοικία του φορολογουμένου, θα εφαρμοσθεί, ως ειδικότερο, αυτό το δεύτερο εδάφιο και όχι όσα ορίζονται στο παραπάνω πρώτο εδάφιο για τις περιπτώσεις που χρησιμοποιείται η κατοικία του φορολογουμένου ως επαγγελματική εγκατάσταση.

Τέλος, διευκρινίζεται ότι και σε αυτήν την περίπτωση, αν ο φορολογούμενος δηλώνει ότι χρησιμοποιεί ως επιφάνεια έκταση μεγαλύτερη από εξήντα (60) τετραγωνικά μέτρα, για τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας θα ληφθεί υπόψη αυτή η μεγαλύτερη επιφάνεια.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 10 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος στην περίπτωση που ο φορολογούμενος εκτός από την άσκηση ατομικής εμπορικής επιχείρησης αποκτά και εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες. Πιο συγκεκριμένα με τις νέες διατάξεις περιορίζεται στο μισό το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος της επιχείρησης, όταν ο φορολογούμενος δηλώνει και εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, αλλά όμως θα πρέπει το άθροισμα του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες και του υπολοίπου, μετά τον περιορισμό αυτό, του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος να μην είναι κατώτερο από το συνολικό ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12 του άρθρου 33. Για παράδειγμα αν δηλώνονται εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες (μισθούς, συντάξεις κ.τ.λ.) 2.500.000 δρχ. και το συνολικό ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από εμπορική επιχείρηση είναι 4.000.000 δρχ., τότε το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος θα περιορισθεί στα 2.000.000 δρχ., καθόσον στην περίπτωση αυτή τα 2.000.000 δρχ. του μειωμένου ελάχιστου ποσού αθροιζόμενα με τα 2.500.000 δρχ. του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες (2.000.000 + + 2.500.000 = 4.500.000 δρχ.) υπερβαίνουν το συνολικό ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος των 4.000.000 δρχ.

Αν στο προηγούμενο παράδειγμα το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που δηλώθηκε είναι 1.500.000 δρχ., τότε το συνολικό ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος δεν θα περιορισθεί στο μισό (4.000.000 Χ 50% = 2.000.000) αλλά θα διαμορφωθεί σε 2.500.000 δρχ. (4.000.000 - 1.500.000) δρχ. σε τρόπο, ώστε το υπόλοιπο αυτό του ελάχιστου ποσού πλέον το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες να ισούται με το συνολικό ελάχιστο ποσό του καθαρού εισοδήματος (2.500.000 + 1.500.000 = 4.000.000). Διευκρινίζεται ότι για τις επιχειρήσεις της παραγράφου 13 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994 (εκμεταλλευτές αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, εκμεταλλευτές ενοικιαζόμενων επιπλωμένων δωματίων κ.τ.λ.) δεν έχουν εφαρμογή τα παραπάνω.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις της νέας αυτής παραγράφου ορίζεται ότι, στην περίπτωση που ο φορολογούμενος ασκεί ατομική εμπορική επιχείρηση (Δ' κατηγορίας εισόδημα) αλλά και ελευθέριο επάγγελμα (Ζ' κατηγορίας εισόδημα) και υπάγεται στα αντικειμενικά κριτήρια και για τις δύο αυτές δραστηριότητες, τότε ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος και για τις δύο δραστηριότητες λαμβάνεται το μεγαλύτερο ελάχιστο ποσό που προκύπτει από αυτές τις δύο δραστηριότητες και αυτό προσαυξάνεται με το 50% του μικρότερου ελάχιστου ποσού που προκύπτει από την άλλη δραστηριότητα.

Για παράδειγμα, φορολογούμενος ασκεί ατομική εμπορική επιχείρηση για την οποία και προσδιορίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος 3.500.000 δρχ. και ελευθέριο επάγγελμα για το οποίο προσδιορίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος 4.000.000 δρχ.

Στην περίπτωση αυτή ως συνολικό ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος και για τις δύο δραστηριότητες θα ληφθεί το ποσό των 5.750.000 (4.000.000 + 3.500.000 Χ 50%) δρχ. και αν τα συνολικά καθαρά κέρδη που έχουν δηλωθεί με βάση τα βιβλία και τα στοιχεία και για τις δύο αυτές δραστηριότητες, αθροιστικά είναι μεγαλύτερα από 5.750.000 δρχ., τότε ο φόρος εισοδήματος θα υπολογισθεί επί αυτών των δηλουμένων καθαρών κερδών και όχι με βάση το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος. Αν αντίθετα τα συνολικά καθαρά κέρδη που έχουν δηλωθεί είναι μικρότερα από το ποσό των 5.750.000 δρχ., τότε ο φόρος εισοδήματος θα υπολογισθεί επί του ποσού των 5.750.000 δρχ., το οποίο και αναλύεται σε ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από εμπορική επιχείρηση 1.750.000 και σε ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από το ελευθέριο επάγγελμα 4.000.000 δρχ. Διευκρινίζεται ότι η παραπάνω ρύθμιση δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις των υπόχρεων της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Ν.2238/1994 (ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες εταιρίες κ.τ.λ.) που αποκτούν εισοδήματα τόσο από εμπορικές επιχειρήσεις όσο και από ελευθέρια επαγγέλματα, αλλά ούτε και στις περιπτώσεις των φορολογουμένων που ασκούν ελευθέριο επάγγελμα από αυτά που υπάγονται στα αντικειμενικά κριτήρια και συγχρόνως αποκτούν εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις που υπάγονται στα ειδικά αντικειμενικά κριτήρια της παραγράφου 13 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994 (εκμετάλλευση ενοικιαζόμενων επιπλωμένων δωματίων κ.τ.λ.).

Τέλος, με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου αυτής της παραγράφου ορίζεται ότι, όταν ασκείται εμπορική δραστηριότητα ατομικά ή εταιρικά σε κάποια από τις παραμεθόριες περιοχές των νομών Ξάνθης, Ροδόπης, Εβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Δωδεκανήσου, καθώς και σε περιοχή των νομών Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Καστοριάς, Φλώρινας, Πέλλης, Κιλκίς, Σερρών και Δράμας, η οποία περιλαμβάνεται σε ζώνη βάθους είκοσι (20) χιλιομέτρων από τη μεθοριακή γραμμή παρέχεται έκπτωση κατά ποσοστό 20% στο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα αυτή.

Διευκρινίζεται ότι δεν παρέχεται η έκπτωση αυτή στις εμπορικές επιχειρήσεις που υπάγονται στα ειδικά αντικειμενικά κριτήρια της παραγράφου 13 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994. Σημειώνεται ότι η έκπτωση αυτή υπολογίζεται στο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει με την εφαρμογή των αντικειμενικών κριτηρίων για κάθε επαγγελματική εγκατάσταση που βρίσκεται στην παραπάνω περιοχή. Για παράδειγμα αν εμπορική επιχείρηση έχει την έδρα της στην πόλη της Λάρισας και υποκατάστημα στο νησί της Λέσβου, η παραπάνω έκπτωση θα υπολογισθεί μόνο στο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει από την επαγγελματική εγκατάσταση του υποκαταστήματος.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 40, του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου προστέθηκαν στο τέλος της περίπτωσης β' της παραγράφου 13 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994 νέα εδάφια που αφορούν την εφαρμογή των αντικειμενικών κριτηρίων σε ορισμένες επιχειρήσεις εκμετάλλευσης ενοικιαζόμενων επιπλωμένων δωματίων και διαμερισμάτων.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές αν η επιχείρηση που εκμεταλλεύεται ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια και διαμερίσματα ασχολείται παράλληλα και με την εκμετάλλευση σνακ ή καφέ - μπαρ, μέσα στο ενιαίο χώρο του οικοπέδου που βρίσκονται τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και διαμερίσματα, για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά των προσώπων που διαμένουν σε αυτά τα ενοικιαζόμενα δωμάτια ή διαμερίσματα, ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος αυτών των παράλληλων εκμεταλλεύσεων σνακ ή καφέ - μπαρ λαμβάνεται το ποσό που προκύπτει από τον πολλαπλασιαμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος των ενοικιαζομένων δωματίων και διαμερισμάτων με το ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%). Το ποσό που προκύπτει με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει για την εκμετάλλευση του σνακ ή καφέ - μπαρ με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια των παραγράφων 1 έως και 12 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994, διαφορετικά περιορίζεται σε αυτό.

Παράδειγμα:

Φορολογούμενος εκμεταλλεύεται είκοσι (20) ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δίχωρα διαμερίσματα, για τα οποία και δηλώνονται με βάσει τα βιβλία και στοιχεία καθαρά κέρδη 2.000.000 δρχ. και ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο εκμεταλλεύεται σνακ - μπαρ για την εξυπηρέτηση των αναγκών των πελατών του. Το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει για την εκμετάλλευση του σνακ - μπαρ, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994 ανέρχεται στο ποσό των 3.000.000 δρχ., ενώ τα καθαρά κέρδη των βιβλίων και στοιχείων της δραστηριότητα αυτής είναι 1.200.000 δρχ. Με βάση τα δεδομένα αυτά το ελάχιστο
ποσό καθαρού εισοδήματος προσδιορίζεται ως εξής:

- Ενοικιαζόμενα διαμερίσματα: 20 Χ 378.000 = 7.560.000 δρχ.

- Εκμετάλλευσης σνακ - μπαρ: 7.560.000 Χ 30% = 2.268.000 δρχ. το οποίο ελάχιστο ποσό είναι μικρότερο από αυτό που προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια των παραγράφων 1 έως 12 του άρθρου 33, το οποίο είναι 3.000.000 δρχ. και μεγαλύτερο από το ποσό των καθαρών κερδών που προκύπτουν από τα βιβλία, το οποίο είναι 1.200.000 δρχ. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο φόρος εισοδήματος θα υπολογισθεί επί ποσού εισοδήματος 9.828.000 δρχ. (7.560.000 από την εκμετάλλευση των ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων + 2.268.000 από την εκμετάλλευση του σνακ - μπαρ).

Τα παραπάνω εφαρμόζονται τόσο στις ατομικές επιχειρήσεις όσο και στους υποχρέους της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Ν.2238/1994.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου προστέθηκε στην παράγραφο 13 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994, πριν από το τελευταίο εδάφιο, νέο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο σε περίπτωση που οι επιχειρήσεις που υπάγονται στα ειδικά αντικειμενικά κριτήρια της παραγράφου αυτής, δηλαδή επιχειρήσεις εκμετάλλευσης αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ενοικιαζόμενων επιπλωμένων δωματίων, επιπλωμένων διαμερισμάτων και κάμπινγκ, έκαναν έναρξη εργασιών ή διέκοψαν τη λειτουργία τους μέσα στην κρινόμενο περίοδο, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος περιορίζεται σε τόσο δωδέκατα όσοι οι μήνες λειτουργίας της επιχείρησης μέσα στην κρινόμενη περίοδο.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

6. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου προστέθηκαν στο τέλος της περίπτωσης δ' της παραγράφου 16 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994 δύο εδάφια που αναφέρονται σε εξαίρεση ή μείωση του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος ορισμένων επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου από τα εδάφια αυτά, εξαιρούνται από τα αντικειμενικά κριτήρια οι εμπορικές επιχειρήσεις που είναι εγκαταστημένες σε νησιά με πληθυσμό, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, μέχρι 500 κατοίκους. Η εξαίρεση αυτή, εφαρμόζεται τόσο στις ατομικές επιχειρήσεις όσο και στους υποχρέους της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Ν.2238/1994. Διευκρινίζεται ότι η εξαίρεση από τα αντικειμενικά κριτήρια αφορά τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από επαγγελματική εγκατάσταση, η οποία βρίσκεται σε ένα από τα παραπάνω νησιά,ανεξάρτητα αν πρόκειται για την έδρα της επιχείρησης ή για υποκατάστημα αυτής. Δηλαδή, αν εμπορική επιχείρηση πώλησης π.χ. σιδηρικών και χρωμάτων με έδρα την Αθήνα διατηρεί υποκατάστημα σε νησί με πληθυσμό μέχρι 500 κατοίκους, τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από το κατάστημα της Αθήνας υπάγονται στα αντικειμενικά κριτήρια, ενώ τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από το υποκατάστημα που βρίσκεται στο νησί εξαιρούνται από αυτά.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του δευτέρου νέου εδαφίου, αν εμπορική επιχείρηση βρίσκεται σε δήμο ή κοινότητα ή οικισμό που έχει πληθυσμό κάτω από 4.000 κατοίκους και ο δήμος ή η κοινότητα ή ο οικισμός βρίσκεται σε νησί που έχει χαρακτηρισθεί (ολόκληρο το νησί) ως τουριστικός τόπος, εφόσον η επιχείρηση αυτή είναι εγκατεστημένη σε μη παραλιακή περιοχή του δήμου ή της κοινότητας ή του οικισμού, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος μειώνεται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) εκτός βέβαια αν το νησί έχει πληθυσμό μέχρι 500 κατοίκους οπότε δεν εφαρμόζονται τα αντικειμενικά κριτήρια.

Η μείωση αυτή του ελαχίστου ποσού καθαρού εισοδήματος παρέχεται τόσο στις ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις, όσο και στους υποχρέους της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Ν.2238/1994 και αφορά τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από επαγγελματική εγκατάσταση, η οποία βρίσκεται στην υπόψη περιοχή, ανεξάρτητα αν πρόκειται για την έδρα της επιχείρησης ή για υποκατάστημα αυτής.

Επισημαίνεται ότι στην περίπτωση που επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες σε δήμο, κοινότητα ή οικισμό του οποίου τα διοικητικά όρια επεκτείνονται μέχρι την παραλία, δεν θα έχουν την παραπάνω μείωση του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος οι επιχειρήσεις εκείνες που βρίσκονται στο παραλιακό τμήμα των ορίων του δήμου, της κοινότητας ή του οικισμού, δηλαδή μόνο εκείνες που βρίσκονται στο παραλιακό εκείνο τμήμα των διοικητικών ορίων που παρουσιάζεται ως ξεχωριστό τμήμα από την υπόλοιπη διοικητική αρμοδιότητα του δήμου, της κοινότητας ή του οικισμού.

Διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις της παραγράφου 16 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994, εφαρμόζεται μόνο σε επιχειρήσεις που υπάγονται στα γενικά αντικειμενικά κριτήρια των παραγράφων 1 έως 12 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994 και όχι στις επιχειρήσεις που υπάγονται στα ειδικά αντικειμενικά κριτήρια της παραγράφου 13 του ίδιου άρθρου. Συνεπώς, οι επιχειρήσεις εκμετάλλευσης ενοικιαζόμενων επιπλωμένων δωματίων ή διαμερισμάτων, κάμπινγκ και αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης δεν δικαιούνται την παραπάνω μείωση κατά ποσοστό 50% του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

7. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 19 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι οι υπόχρεοι της παραγράφου 4 του άρθρου 2 (ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες, κοινωνίες, κοινοπραξίες κ.τ.λ.) που παρέχουν υπηρεσίες και τηρούν προαιρετικά βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. δεν εξαιρούνται πλέον από τα αντικειμενικά κριτήρια.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά και συνεπώς υπάγονται στα αντικειμενικά κριτήρια επιχειρήσεις με διαχειριστική περίοδο 1.7.1996 - 30.6.1997.

8. Με την παράγραφο 8 του άρθρου 8 του κοινοποιούμενου νόμου προστέθηκαν νέα εδάφια στην παράγραφο 23 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες αυτές διατάξεις παρέχεται η ευχέρεια στους φορολογούμενους ειδικά για λόγους εκπλήρωσης της στρατιωτικής θητείας, νοσηλείας σε νοσοκομείο ή κλινική, καθώς και φυλάκισης, το εισόδημα που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου μπορεί να αμφισβητηθεί από το φορολογούμενο, με αίτησή του η οποία υποβάλλεται μέσα στο μεθεπόμενο μήνα από το μήνα που έγινε η εκκαθάριση του φόρου της δήλωσης ενώπιον του προϊστάμενου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, αν από τα στοιχεία που προσκομίζει και τις εγγραφές των τηρούμενων βιβλίων του, αποδεικνύεται ότι δεν αποκτήθηκε εισόδημα ή αυτό που αποκτήθηκε είναι κατώτερο από αυτό που προσδιορίζεται με τις διατάξεις αυτού του άρθρου. Η αίτηση αυτή δεν αναστέλει τη βεβαίωση και την είσπραξη του φόρου που οφείλεται. Στην περίπτωση αυτή ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μπορεί, εφόσον κρίνει το αίτημα βάσιμο, με απόφασή του και με τη σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου επιθεωρητή δημοσίων οικονομικών υπηρεσιών, να αποδεχθεί τη διαγραφή ή τη μείωση, κατά περίπτωση, του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος που προσδιορίζεται με το εκκαθαριστικό σημείωμα, με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου. Στο φορολογούμενο αποστέλλεται με απόδειξη αντίγραφο της απόφασης και στην περίπτωση που θα απορριφθεί το αίτημά του, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υπογραφή της. Αντίγραφο της απόφασης και της αίτησης του φορολογουμένου αποστέλλεται στη Διεύθυνση Φορολογίας Εισοδήματος της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την υπογραφή της. Τυχόν προσφυγή κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, ασκείται μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 77 του Ν.4125/1960 (ΦΕΚ 202 Α'), από την ημερομηνία παραλαβής της απόφασης από το φορολογούμενο. Η υποβολή της παραπάνω αίτησης δεν κωλύει την άσκηση προσφυγής, στην περίπτωση όμως άσκησής της πριν από τη λήψη απόφασης παύει κάθε ενέργεια για τη λήψη απόφασης από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που προκύπτουν από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

9. Με την παράγραφο 9 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι ειδικά για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος των εμπορικών επιχειρήσεων της διαχειριστικής περιόδου 1996, αυξάνεται το ποσοστό της μισθωτικής αξίας από 6% σε 6,75%.

Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας της διαχειριστικής περιόδου 1996 θα ληφθεί υπόψη η τιμή ζώνης που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1995 και όχι αυτή που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1996. Το ίδιο ποσοστό και η ίδια τιμή ζώνης θα χρησιμοποιηθεί και για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής εγκατάστασης των ελευθέρων επαγγελματιών που υπάγονται στα αντικειμενικά κριτήρια.

10. Με την παράγραφο 10 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος των εμπορικών επιχειρήσεων της διαχειριστικής περιόδου 1996, θα ληφθεί υπόψη ο συντελεστής εμπορικότητας που ίσχυσε για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου.

11. Με τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι ειδικά για τα εισοδήματα της διαχειριστικής περιόδου 1996, οι διατάξεις του άρθρου 33 του Ν.2238/1994, δεν εφαρμόζονται για τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια και διαμερίσματα, εφόσον όλες οι προβλεπόμενες από το νόμο σχετικές περιοδικές δηλώσεις απόδοσης του φόρου προστιθέμενης αξίας του έτους αυτού, έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα και από αυτές προκύπτει ότι δεν πραγματοποιήθηκαν ακαθάριστα έσοδα από τις εκμεταλλεύσεις αυτές.

12. Με την παράγραφο 12 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες που αναφέρονται στο άρθρο 51 του Ν.2238/1994 (δικηγόροι, ιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, ψυχολόγοι, φυσιοθεραπευτές, οικονομολόγοι, σύμβουλοι επιχειρήσεων, λογιστές, φοροτέχνες, αναλυτές - προγραμματιστές), που τηρούν προαιρετικά βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ., δεν εξαιρούνται από τα αντικειμενικά κριτήρια.
Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

13. Με την παράγραφο 13 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου, αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 51 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι οι καλλιτέχνες ή τραγουδιστές που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε κέντρα διασκέδασης, αναψυκτήρια ή συναυλίες, που τηρούν προαιρετικά βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ., δεν εξαιρούνται από τα αντικειμενικά κριτήρια.
Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

14. Με την παράγραφο 14 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου, αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 11 του άρθρου 51 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι και στην περίπτωση που τηρούνται προαιρετικά βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ., αν το δηλούμενο ποσό εισοδήματος από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος είναι μικρότερο από το ποσό που προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια, η διαφορά προσαυξάνει το εισόδημα που δηλώνεται ως προερχόμενο από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

15. Με την παράγραφο15 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 13 του άρθρου 51 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζονται ποιες διατάξεις του άρθρου 33 του Ν.2238/1994, που αναφέρονται στα αντικειμενικά κριτήρια των εμπορικών επιχειρήσεων, εφαρμόζονται ανάλογα και για τους ελεύθερους επαγγελματίες, όπως ίσχυε και με τις προηγούμενες διατάξεις και επιπλέον ορίζεται ότι εξαιρούνται από τα αντικειμενικά κριτήρια οι ελεύθεροι επαγγελματίες που είναι εγκαταστημένοι σε νησιά με πληθυσμό μέχρι 500 κατοίκους.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

16. Με την παράγραφο16 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου, αντικαθίστανται τα τρία πρώτα εδάφια της περίπτωσης β' της παραγράφου 3 του άρθρου 51 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις μεταβάλλονται οι παρονομαστές των συντελεστών εμφάνισης, δισκογραφίας και προβολής, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος του καλλιτέχνη ή του τραγουδιστή των κέντρων διασκέδασης με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια. Ειδικότερα:

- Ως συντελεστής εμφάνισης ορίζεται η μονάδα προσαυξημένη με κλάσμα που έχει αριθμητή τον αριθμό των εμφανίσεων του καλλιτέχνη ή του τραγουδιστή στα κέντρα διασκέδασης, αναψυκτήρια ή συναυλίες και παρονομαστή τον αριθμό τρακόσια τριάντα (330).

1 + (αριθμός εμφανίσεων)


330

- Ως συντελεστής δισκογραφίας ορίζεται η μονάδα προσαυξημένη με κλάσμα που έχει αριθμητή τον αριθμό των διατεθέντων στην αγορά δίσκων, κασετών και λοιπών συναφών, μειωμένου όμως κατά τον αριθμό χίλια πεντακόσια (1.500) και παρονομαστή τον αριθμό τριάντα χιλιάδες (30.000).

1 + (αριθμός διατεθέντων δίσκων και συναφών - 1.500)


30.000

- Ως συντελεστής προβολής ορίζεται η μονάδα προσαυξημένη με κλάσμα που έχει αριθμητή το γινόμενο του αριθμού εμφανίσεων στα κέντρα διασκέδασης, αναψυκτήρια ή συναυλίες με τον αριθμό των διατεθέντων δίσκων, κασετών και λοιπών συναφών και παρονομαστή το διπλάσιο ποσό της επαγγελματικής αμοιβής, όπως αυτή ορίζεται στην υποπερίπτωση στστ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 3 του άρθρου 51 του Ν.2238/1994.

1 + (αριθμός εμφανίσεων Χ αριθμός διατεθέντων δίσκων και συναφών)


επαγγελματική αμοιβή Χ 2

17. Με την παράγραφο 17 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η υποπερίπτωση αα' της περίπτωσης β' της παραγράφου 3 του άρθρου 51 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις, η εμφάνιση του καλλιτέχνη ή του τραγουδιστή των κέντρων διασκέδασης σε κάθε συναυλία προσμετράται πλέον με τρεις (3) εμφανίσεις αντί για 5 που προβλεπόταν από τις προηγούμενες διατάξεις.

Τονίζεται ότι οι διατάξεις της υποπερίπτωσης ββ' και τα επόμενα αυτής εδάφια της περίπτωσης β' της παραγράφου 3 του πιο πάνω άρθρου και νόμου, ισχύουν όπως αυτές προστέθηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν.2390/1996.

18. Οι διατάξεις των πιο πάνω παραγράφων 16 και 17, σύμφωνα με την παράγραφο 18 του άρθρου 7 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

Αρθρο 8
Κίνητρα ανάπτυξης μικρών νησιών

Με το άρθρο 8 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται άρθρο 118 στο Ν.2238/1994.

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 118 του Ν.2238/1994 ορίζεται ότι για τα φυσικά πρόσωπα που κατοικούν μόνιμα σε νησιά με πληθυσμό, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους το ποσό του πρώτου κλιμακίου εισοδήματος της κλίμακας της παραγράφου 1 του άρθρου 9, προκειμένου να υπολογισθεί ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημά τους, αυξάνεται σε τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Τα επόμενα κλιμάκια εισοδήματος της κλίμακας παραμένουν ως έχουν. Δηλαδή, για τους φορολογούμενους που κατοικούν μόνιμα στα παραπάνω νησιά το ποσό του πρώτου κλιμακίου, εισοδήματος της φορολογικής κλίμακας στο οποίο υπολογίζεται φόρος με συντελεστή μηδέν (0), γίνεται 3.000.000 δρχ. αντί 1.000.000 δρχ. και τα επόμενα κλιμάκια παραμένουν ως έχουν.

Παράδειγμα:

Φορολογούμενος μόνιμος κάτοικος νησιού με πληθυσμό κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους δηλώνει εισόδημα 7.000.000 δρχ.
Ακόμη, δηλώνει δαπάνες του άρθρου 8 του Ν.2238/1994, 1.000.000 δραχμές.

Συνεπώς:

Εισόδημα που δηλώθηκε 7.000.000 δρχ.
Εκπτώσεις άρθρου 8 1.000.000 δρχ.
Εισόδημα επί του οποίου υπολογίζεται ο φόρος 6.000.000 δρχ.

Υπολογισμός φόρου:

3.000.000 εισόδημα με συντελεστή 0% φόρος 0
1.500.000 εισόδημα με συντελεστή 5% φόρος 75.000 δρχ.
1.500.000 ειδόδημα με συντελεστή 15% φόρος 225.000 δρχ.


Σύνολο φόρου 300.000 δρχ.



2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 118 του Ν.2238/1994 ορίζεται ότι για τα νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δικαίου, οι συντελεστές φορολογίας που προβλέπονται από την παράγραφο 1 των άρθρων 10 και 109 του Ν.2238/1994, μειώνεται κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) για τα κέρδη που προκύπτουν από δραστηριότητες, οι οποίες ασκούνται στα νησιά της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου.

Ετσι, ο φορολογικός συντελεστής 35% που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 10 και τις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 109 του Ν.2238/1994, μειώνεται σε 21%. Επίσης, ο φορολογικός συντελεστής 40% που προβλέπεται από την περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 109 του Ν.2238/1994 μειώνεται σε 24%.

Τονίζεται ότι μειώνεται κατά ποσοστό 40% ο συντελεστής φορολογίας των νομικών προσώπων, κοινοπραξιών και κοινωνιών αστικού δικαίου μόνο για τα κέρδη που προκύπτουν από δραστηριότητες που ασκούνται στα νησιά αυτά.

Συνεπώς, αν οι υπόψη επηχειρήσεις αποκτούν εισόδημα από δραστηριότητες που ασκούνται έξω από τα παραπάνω νησιά αυτά, θα φορολογηθούν με τον ακέραιο συντελεστή 35% ή 40%.

3. Οι παραπάνω φορολογικές απαλλαγές και μειώσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 118 του Ν.2238/1994, παρέχονται για μία δεκαετία από τη δημοσίευση του κοινοποιούμενου νόμου, δηλαδή για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

4. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 118 του Ν.2238/1994 παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών να καθορίζει με αποφάσεις του τα δικαιολογητικά που απαιτούνται, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου.

Αρθρο 9
Τεκμήρια δαπανών διαβίωσης

Με τις διατάξεις του άρθρου 9 του κοινοποιούμενου νόμου τροποποιούνται ορισμένες διατάξεις του άρθρου 16 του Ν.2238/1994, το οποίο αναφέρεται στον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης με βάση τις δαπάνες διαβίωσης. Ειδικότερα:

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις περιορίζεται στα 10 τετραγωνικά μέτρα, από τα 120 τετραγωνικά μέτρα που ίσχυε προηγούμενα, το όριο της συνολικής επιφάνειας της δευτερεύουσας ή δευτερευουσών κατοικιών του φορολογουμένου πέραν του οποίου το τεκμαρτό ή καταβαλλόμενο μίσθωμα για αυτές (πολλαπλασιαζόμενο με το συντελεστή

2) θεωρείται τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης. Ετσι, αν το συνολικό εμβαδόν της δευτερεύουσας κατοικίας (ή όλων των δευτερευουσών κατοικιών ιδιοκατοικουμένων και μισθωμένων) του φορολογουμένου, υπερβαίνει τα 100 τετραγωνικά μέτρα, τότε το διπλάσιο ποσό του συνολικού τεκμαρτού και καταβαλλόμενου ετήσιου μισθώματος για δευτερεύουσες κατοικίες θεωρείται ως τεκμαρτή δαπάνη του φορολογουμένου.

Επίσης, η εξαίρεση από το τεκμήριο αυτό της δευτερεύουσας κατοικίας που βρίσκεται σε χωριό ή πόλη με πληθυσμό κάτω από 5.000 κατοίκους περιήλθε στο φορολογούμενο ή τη σύζυγό του από κληρονομιά, προίκα ή γονική παροχή (εκτός από τις κατοικίες που βρίσκονται σε περιοχές, οι οποίες χαρακτηρίζονται κατά την κείμενη νομοθεσία ως τουριστικοί τόποι), αφορά πλέον μόνο δευτερεύουσα κατοικία με επιφάνεια μέχρι 100 τετραγωνικά μέτρα. Ετσι η δευτερεύουσα κατοικία εμβαδού πάνω από 100 (π.χ. 101) τετραγωνικά μέτρα, που έχει περιέλθει στο φορολογούμενο ή στη σύζυγό του από κληρονομιά κ.τ.λ., λαμβάνεται υπόψη κατά την εφαρμογή αυτής της διάταξης.

Τέλος, τονίζεται ότι για τον υπολογισμό του τεκμαρτού μισθώματος από ιδιοκατοίκηση δευτερεύουσας ή εξοχικής κατοικίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του Ν.2238/1994.

Για τον υπολογισμό της δαπάνης αυτής, στην περίπτωση συνιδιοκτησίας της δευτερεύουσας κατοικίας, θα έχουν ανάλογη εφαρμογή όσα έχουν γίνει δεκτά με την 1037956/356/0012/ΠΟΛ.1094/23.3.1989 διαταγή μας.

Επιπρόσθετα σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

α) Εάν ο φορολογούμενος, η σύζυγός του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας σε μία (μοναδική και για τους δύο συζύγους και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν) δευτερεύουσα κατοικία με πρόσωπα που δεν βαρύνουν το φορολογούμενο ή τη σύζυγό του, τότε για να κριθεί εάν η κατοικία αυτή αποτελεί τεκμήριο, πολλαπλασιάζεται το άθροισμα των ποσοστών του συζύγου, της συζύγου και των προσώπων που τους βαρύνουν με το εμβαδό της κατοικίας αυτής. Εάν το γινόμενο υπολείπεται των 100 τ.μ., το τεκμαρτό μίσθωμά της δεν αποτελεί τεκμήριο για το φορολογούμενο ή τη σύζυγό του.

Εάν το γινόμενο αυτό υπερβαίνει τα 100 τ.μ., το τεκμαρτό μίσθωμά της αποτελεί τεκμήριο.

Για να βρεθεί το μέρος της τεκμαρτής δαπάνης που βαρύνει τον κάθε σύζυγο, η δαπάνη αυτή για κάθε δευτερεύουσα κατοικία επιμερίζεται μεταξύ των συζύγων, ανάλογα με το άθροισμα των ποσοστών συνιδιοκτησίας του καθενός συζύγου και των προσώπων που βαρύνουν αυτόν, σε αυτή την κατοικία.

β) Αν ο φορολογούμενος Α' έχει με τον αδελφό του Β' (που δεν τον βαρύνει), συνιδιοκτησία με ποσοστό 50% ο καθένας σε μια (μοναδική γι' αυτούς) δευτερεύουσα κατοικία εμβαδού 150 τ.μ. (με συνολικό ετήσιο μίσθωμα 1.000.000 δρχ. για το χρονικό διάστημα ιδιοκατοίκησής της μέσα στο έτος), για κανένα από τους δύο αδελφούς δεν υπολογίζεται τεκμαρτή δαπάνη με βάση το τεκμαρτό μίσθωμα αυτής της κατοικίας.

Αν στην παραπάνω περίπτωση ο αδελφός Α' είχε ποσοστό συνιδιοκτησίας 80% (που αντιστοιχεί σε επιφάνεια 120 τ.μ.) και ο Β' 20% (που αντιστοιχεί σε επιφάνεια 30 τ.μ.), τότε για τον αδελφό Α' θα υπολογισθεί τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης 2 Χ (80% Χ 1.000.000) = 1.600.000 δρχ., ενώ για τον αδελφό Β' δεν υπολογίζεται τεκμαρτή δαπάνη ακόμη και αν αυτός (αδελφός Β') έχει και άλλες δευτερεύουσες κατοικίες των οποίων το συνολικό εμβαδόν δεν υπερβαίνει τα 70 τ.μ. (δηλαδή εφόσον προστιθέμενων και των 30 τ.μ., που του αντιστοιχεί από την προαναφερθείσα δευτερεύουσα κατοικία που είχε συνιδιοκτησία 20%, στο εμβαδόν των λοιπών δευτερευουσών κατοικιών, η συνολική επιφάνεια όλων των δευτερευουσών δεν υπερβαίνει τα 100 τ.μ.).

Αν συνιδιοκτήτες της παραπάνω δευτερεύουσας κατοικίας είναι οι δύο σύζυγοι, τότε λαμβάνεται υπόψη η τεκμαρτή δαπάνη και για τους δύο συζύγους, η οποία επιμερίζεται στον καθένα σύζυγο κατά ποσοστό της συνιδιοκτησίας τους, δηλαδή για τον ένα 1.600.000 δραχμές και για τον άλλο 400.000 δρχ.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 9 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται ο πίνακας του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994, που αναφέρεται στην ετήσια τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης με βάση τους φορολογήσιμους ίππους επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 9 του κοινοποιούμενου νόμου περιορίζονται τα ποσοστά μείωσης, λόγω παλαιότητας κ.τ.λ., της τεκμαρτής δαπάνης των επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, ως ακολούθως:

α) Από 20% σε 15% για αυτοκίνητα που έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα πάνω από 5 έτη και μέχρι 10 έτη.

β) Από 30% σε 25% για αυτοκίνητα που έχουν κυκλοφορήσει πάνω από 10 έτη και μέχρι 15 έτη.

γ) Από 50% σε 40% για αυτοκίνητα που έχουν κυκλοφορήσει πάνω από 15 έτη, καθώς και για όσα αγοράζονται από τον ΟΔΔΥ ή ανήκαν στην κυριότητα του φορολογουμένου για χρονικό διάστημα πάνω από 10 έτη, εφόσον αυτός έχει ηλικία πάνω από 60 ετών και αποκτά αποκλειστικώς εισοδήματα από συντάξεις ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας, καθώς και όταν πρόκειται για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, τα οποία είναι ειδικά διασκευασμένα για αναπήρους.

4. Με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 9 του κοινοποιούμενου νόμου που προαναφέρθηκαν, τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης που αντιστοιχούν στην φορολογήσιμη ιπποδύναμη των επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής ή μεικτής χρήσης διαμορφώνονται από το οικονομικό έτος 1997 (χρήση 1996) ως εξής:

5. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 9 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις καταργείται η εξαίρεση από το τεκμήριο δαπάνης διαβίωσης με βάση το ποσό της δαπάνης που καταβάλλεται για οικιακό βοηθό, στην περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει τέκνο ηλικίας μέχρι 12 ετών που τον βαρύνει και διατηρείται η εξαίρεση αυτή μόνο στην περίπτωση που ο φορολογούμενος ή πρόσωπο
που τον βαρύνει παρουσιάζει αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και πάνω ή έχει ηλικία πάνω από 65 ετών.

6. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 9 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζονται τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης, που ισχύουν για το έτος 1993, με βάση το ολικό μήκος των σκαφών αναψυχής που κατέχει ο φορολογούμενος και έτσι:

α) Προκειμένου για μηχανοκίνητα σκάφη ανοιχτού τύπου, ταχύπλοα και μη, ολικού μήκους μέχρι 3 μέτρα, η οικεία δαπάνη ορίζεται στο ποσό των 400.000 δραχμών, που προσαυξάνεται με το ποσό των 200.000 δραχμών για κάθε μέτρο μήκους πάνω από τα 3 μέτρα.

β) Προκειμένου για σκάφη αναψυχής (ιστιοφόρα ή μηχανοκίνητα ή μικτά) με χώρο ενδιαίτησης, διευρύνεται ο πίνακας με τα ποσά της οικείας δαπάνης σε σχέση με το μήκος των σκαφών και αναπροσαρμόζονται τα ποσά της δαπάνης. Τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης αυτής της κατηγορίας μειώνονται κατά ποσοστό 50%, προκειμένου για ιστιοφόρα ναυταθλητικά σκάφη που χρησιμοποιούνται για ναυταθλητικούς αγώνες. Για τη μείωση αυτή απαιτείται σχετική βεβαίωση που χορηγείται από την Ελληνική Ιστιοπλοϊκή Ομοσπονδία θεωρημένη από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού.

Η τεκμαρτή δαπάνη από κάθε σκάφος και των δύο παραπάνω κατηγοριών (δηλαδή τόσο για τα μηχανοκίνητα ανοικτού τύπου, όσο και για τα μηχανοκίνητα, τα ιστιοφόρα στα οποία περιλαμβάνονται και τα ναυταθλητικά, τα μικτά, με χώρο ενδιαίτησης) μειώνεται ανάλογα με την παλαιότητα του σκάφους κατά ποσοστό 10% αν έχει περάσει χρονικό διάστημα πάνω από 5 έτη και μέχρι 10 έτη από το έτος που νηολογήθηκε για πρώτη φορά και 20% αν έχει περάσει χρονικό διάστημα πάνω από 10 έτη.

Προκειμένου για ιστιοφόρα ή μηχανοκίνητα ή μικτά σκάφη με χώρους ενδιαίτησης και με μόνιμο πλήρωμα ναυτολογημένο για ολόκληρο ή μέρος του έτους, στην οικεία δαπάνη προστίθεται και η αμοιβή του πληρώματος πολλαπλασιαζόμενη με συντελεστή 2.

Τα σκάφη επαγγελματικής χρήσης δεν λαμβάνονται υπόψη για το τεκμήριο της δαπάνης, εφόσον βέβαια πληρούν τις προϋποθέσεις κατάταξής τους ως επαγγελματικών.

Οι διατάξεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994 (τεκμήριο διαβίωσης με βάση τους φορολογήσιμους ίππους επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης), εκτός των διατάξεων που αναφέρονται στην ακινησία των αυτοκινήτων, εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή. Κατά συνέπεια, το ποσό της οικείας τεκμαρτής δαπάνης δεν μειώνεται λόγω ακινησίας του σκάφους. Με βάση τα παραπάνω ο φορολογούμενος βαρύνεται:

α) Με τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης 900.000 δραχμών λόγω κατοχής μηχανοκίνητου σκάφους αναψυχής ανοικτού τύπου μήκους 5 μέτρων και 40 εκατοστών του μέτρου, που νηολογήθηκε για πρώτη φορά πριν από 7 έτη, (δηλαδή όταν το μήκος δεν είναι ακέραιος αριθμός μέτρων, τότε υπολογίζεται η τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης με βάση των αμέσως επόμενο ακέραιο αριθμό μέτρων).

β) Με τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης 7.740.000 δραχμών λόγω κατοχής ενός ιστιοφόρου σκάφους με θάλαμο ενδιαίτησης μήκους 10 μέτρων και 30 εκατοστών του μέτρου, χωρίς πλήρωμα, που νηολογήθηκε πριν από 7 έτη. Εάν το υπόψη ιστιοφόρο σκάφος είναι ναυταθλητικό που χρησιμοποιείται σε ναυταθλητικούς αγώνες, η οικεία δαπάνη διαβίωσης μειώνεται κατά 50% και προσδιορίζεται στο ποσό των 3.870.000 δραχμών.

γ) Εάν τα σκάφη των πιο πάνω περιπτώσεων α' και β' πουλήθηκαν στις 20 Σεπτεμβρίου (οπότε δεδομένου ότι το Σεπτέμβριο ήταν στην κατοχή του φορολογουμένου περισσότερες από 15 ημέρες και θεωρείται ότι ολόκληρο το μήνα αυτό ήταν στην κατοχή του), το ποσό της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης που του αναλογεί περιορίζεται στα 9/12 των παραπάνω ποσών, ενώ αντίθετα εάν από την ίδια ημερομηνία τα είχε θέσει σε ακινησία βαρύνεται με ολόκληρο (12/12) των αντίστοιχων ποσών, λόγω της κατάργησης, με τις νέες διατάξεις, της ακινησίας. Επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση ως μήκος του σκάφους θεωρείται το μήκος της ευθείας γραμμής που ενώνει τα πιο απομακρυσμένα σημεία της πλώρης και της πρύμνης του σκάφους.

Σύμφωνα με τα παραπάνω η τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης με βάση την κυριότητα ή την κατοχή των ιστιοφόρων ή μηχανοκίνητων ή μικτών σκαφών αναψυχής, με χώρο ενδιαίτησης σε συνδυασμό με το μήκος και την παλαιότητά τους, διαμορφώνεται ως εξής:

7. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 9 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίστανται οι υποπεριπτώσεις αα', ββ' και γγ' της περίπτωσης στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζονται τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης που ορίζονται για αεροσκάφη με κινητήρα κοινό, εσωτερικής καύσης και στροβιλοελικοφόρα, για ελικόπτερα, για αεροσκάφη αεριοπροωθούμενα (JET) και για ανεμόπτερα και καθορίζονται ως εξής:

α) Για αεροσκάφη με κινητήρα κοινό, εσωτερικής καύσης και στροβιλοελικοφόρα, καθώς και ελικόπτερα, στο ποσό των 9.000.000 δραχμών (αντί των 6.000.000 δραχμών που ίσχυε) για τους εκατόν πενήντα (150) πρώτους ίππους, που προσαυξάνεται με το ποσό των 75.000 δραχμών (αντί των 50.000 δραχμών που ίσχυε) για κάθε ίππο πάνω από τους 150 ίππους του κινητήρα αυτών.

β) Για αεροσκάφη αεριοπροωθούμενα (JET) στο ποσό των 27.000 δραχμών (αντί των 18.000 δραχμών που ίσχυε) για κάθε λίμπρα ώθησης.

γ) Για ανεμόπτερα στο ποσό των 1.800.000 δραχμών (αντί του 1.200.000 δραχμών που ίσχυε).

Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Ν.2238/1994 που εξακολουθεί να ισχύει, οι διατάξεις της περίπτωσης β' της ίδιας παραγράφου 1 (τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης με βάση τους φορολογήσιμους ίππους επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης) εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση της τεκμαρτής δαπάνης με βάση την κυριότητα ή την κατοχή αεροσκάφους, ελικόπτερου και ανεμόπτερου. Συνεπώς, τα ποσοστά μείωσης της οριζόμενης, κατά τα ανωτέρω, τεκμαρτής δαπάνης ισχύουν όπως αυτά καθορίζονται για τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, καθώς επίσης ισχύουν αναλόγως και όσα ορίζονται, για τα αυτοκίνητα των εταιριών, εάν τα αεροσκάφη ανήκουν σε εταιρία κ.τ.λ.

8. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται υποπερίπτωση γγ' στο τέλος της περίπτωσης δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις δεν απαιτείται η δικαιολόγηση του συναλλάγματος, την εισαγωγή του οποίου επικαλείται ο φορολογούμενος για κάλυψη ή περιορισμό της προστιθέμενης διαφοράς τεκμηρίων δαπανών, από τα πρόσωπα που είχαν διαμείνει πέντε τουλάχιστον συνεχή χρόνια στην αλλοδαπή και το επικαλούμενο ποσό συναλλάγματος προέρχεται από καταθέσεις στο όνομά τους ή στο όνομα του άλλου συζύγου σε τράπεζα της Ελλάδας (ανεξάρτητα από το εάν είναι ελληνική τράπεζα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα αλλοδαπής τράπεζας) ή σε υποκατάστημα ελληνικής τράπεζας στην αλλοδαπή, κατά το χρόνο που διέμεναν στην αλλοδαπή ή από καταθέσεις τους μέσα σε ένα χρόνο από τη μετοικεσία τους στην Ελλάδα, χωρίς το συνάλλαγμα αυτό να έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή. Η προϋπόθεση της μη επανεξαγωγής του συναλλάγματος δεν απαιτείται για το ποσό εκείνο του συναλλάγματος που έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή για την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 17 του Ν.2238/1994 (π.χ. αγορά αυτοκινήτου, σκάφους, για τη συμμετοχή του σε αλλοδαπή επιχείρηση κ.τ.λ.) εφόσον η δαπάνη για την απόκτηση αυτού του στοιχείου έχει ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή των άρθρων 17 ή 19 του Ν.2238/1994.
Για καλύτερη κατανόηση παραθέτουμε τα εξής παραδείγματα:

Παράδειγμα 1ο

Φορολογούμενος αγοράζει κατά τη χρήση 1996 (οικονομικό έτος 1997) στην αλλοδαπή αυτοκίνητο, με συνάλλαγμα που επανεξήγαγε από καταθέσεις που είχε σε ελληνική τράπεζα (για τις οποίες συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν). Στη δήλωση του οικονομικού έτους 1997 θα αναγράψει το τίμημα της αγοράς (άρθρο 17 του Ν.2238/1994) προσαυξημένο με τα ποσά άλλων δαπανών που κατέβαλε στην αλλοδαπή για αυτή την αγορά (π.χ. μεταφορικά), καθώς και με τα ποσά που κατέβαλε στην ημεδαπή (π.χ. εισφορά για την απόκτηση ελληνικών πινακίδων). Επίσης, θα δηλώσει, προκειμένου να μειώσει την προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων (άρθρο 19 του Ν.2238/1994) ως συνάλλαγμα (πλάσμα του νόμου συνάλλαγμα), το ποσό που κατέβαλε στην αλλοδαπή σε ξένο νόμισμα για αυτή την αγορά, χωρίς να προσκομίσει βεβαίωση εισαγωγής συναλλάγματος (δεδομένου ότι δεν έγινε δραχμοποίηση αυτού του συναλλάγματος). Το ποσό αυτό του συναλλάγματος δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του συναλλάγματος που επανεξήγαγε στην αλλοδαπή για αυτή την αιτία.

Παράδειγμα 2ο

Ο ίδιος φορολογούμενος το οικονομικό έτος 1998 (χρήση 1997) προκειμένου να καλύψει άλλα τεκμήρια (π.χ. το άθροισμα της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης με βάση τους φορολογήσιμους ίππους του αυτοκινήτου που αγόρασε και τη δαπάνη για αγορά καταστήματος) επικαλείται:

α) Ανάλωση κεφαλαίων προηγούμενων ετών.

β) Εισαγωγή συναλλάγματος που προέρχεται από τις καταθέσεις που προαναφέρθηκαν. Τότε κατά το σχηματισμό του κεφαλαίου του οικονομικού έτους 1997, θα ληφθούν υπόψη μεταξύ των άλλων:

α) Ως έσοδο το συνάλλαγμα που είχε επανεξαχθεί στην αλλοδαπή, μέχρι το ποσό που κάλυψε την οικεία δαπάνη αγοράς του αυτοκινήτου στην αλλοδαπή.

β) Ως έξοδο (προστιθέμενο στα λοιπά τεκμήρια ή δαπάνες που αφαιρούνται από τα έσοδα προκειμένου να προσδιορισθεί το κεφάλαιο του αντίστοιχου έτους) το σύνολο της δαπάνης στην αλλοδαπή και την ημεδαπή για την αγορά αυτού του αυτοκινήτου.

9. Με την παράγραφο 8 του άρθρου 9 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του Ν.2238/1994.

Η μόνη ουσιώδης μεταβολή που επέρχεται με αυτή την αντικατάσταση είναι ότι, οι πρόεδροι των ανώνυμων εταιριών έχουν υποχρέωση να υποβάλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος, εφόσον οι ανώνυμες εταιρίες των οποίων είναι πρόεδροι έχουν κυριότητα ή στην κατοχή τους τα μεταφορικά μέσα που αναφέρονται στη διάταξη, ανεξάρτητα από το εάν ασκούν ή όχι πραγματική διοίκηση. Ετσι η διάταξη αυτή εναρμονίζεται πλέον με την υποπερίπτωση ιιιι της περίπτωσης β' του άρθρου 16 του Ν.2238/1994 (τεκμήριο διαβίωσης με βάση τα αυτοκίνητα
ανώνυμης εταιρίας).

Αρθρο 12
Απαλλαγές από το φόρο και εκπτώσεις δαπανών από το εισόδημα

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίστανται τα δύο πρώτα εδάφια της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις περιορίζεται η απαλλαγή του ακαθάριστου τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση κύριας κατοικίας σε 150 τ.μ. από 200 τ.μ. που ίσχυε. Αν η κύρια κατοικία είναι μικρότερη από 150 τ.μ. η διαφορά λαμβάνεται υπόψη για απαλλαγή μιας μόνο ιδιοκατοικούμενης δευτερεύουσας κατοικίας. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση ε' της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις καταργείται η απαλλαγή των τόκων καταθέσεων των τραπεζών και των συνεταιριστικών τραπεζών σε άλλες τράπεζες, με εξαίρεση τους τόκους που προέρχονται από υποχρεωτικές καταθέσεις αυτών στην Τράπεζα της Ελλάδος. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση γ' του άρθρου 40
του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για κέρδη των πιο πάνω φορέων που προκύπτουν από ισολογισμούς που κλείνουν με 31 Δεκεμβρίου 1996 και μετά.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται εδάφιο α' στην περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι η μείωση του φόρου που προκύπτει από την αφαίρεση από το συνολικό εισόδημα του φορολογούμενου των ασφαλίστρων ασφαλίσεως ζωής ή θανάτου, ασφαλίσεων προσωπικών ατυχημάτων, καθώς και των ασφαλίστρων για ασφαλιστήρια ασθένειας, για την ασφάλιση του υποχρέου, του άλλου συζύγου και των τέκνων τους που τους βαρύνουν, δεν μπορεί να υπερβεί για κάθε σύζυγο ποσοστό 15% της δαπάνης που αφαιρείται από το εισόδημά του.
Για καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε το ακόλουθο παράδειγμα.

Παράδειγμα:

Εστω ότι φορολογούμενος δηλώνει συνολικό εισόδημα (δεν περιλαμβάνεται σε αυτό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες) 4.500.000 δρχ. και δαπάνη ασφαλίστρων 260.000 δρχ.
Το 4% του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος είναι 4.500.000 Χ 4% = 180.000 δρχ. Επομένως, το ποσό των ασφαλίστρων που θα αφαιρεθεί περιορίζεται από 260.000 δρχ. σε 180.000 δρχ.
- Ο φόρος με βάση την κλίμακα πριν την αφαίρεση των ασφαλίστρων είναι: 450.000 δρχ.
- Ο φόρος μετά την αφαίρεση των ασφαλίστρων είναι: 396.000 δρχ.
- Η ωφέλεια από την έκπτωση των ασφαλίστρων είναι: 54.000 δρχ.

Η ωφέλεια όμως αυτή δεν μπορεί να είναι ανώτερη από το 15% της εκπιπτόμενης δαπάνης, δηλαδή το 15% των 180.000 δρχ. που είναι 27.000 δρχ. Συνεπώς, η μείωση του φόρου λόγω αφαίρεσης των ασφαλίστρων περιορίζεται στο ποσό των 27.000 δρχ. και ο φόρος που αναλογεί στο συνολικό εισόδημα είναι 423.000 δρχ. (450.000 - 27.000).

Σημειώνεται ότι για να γίνει η έκπτωση των ασφαλίστρων πρέπει να υπάρχει αρχική εμπρόθεσμη δήλωση. Αν ο φορολογούμενος υποβάλλει αρχική δήλωση, με την οποία δηλώνει και δαπάνη ασφαλίστρων, η δαπάνη αυτή δεν αφαιρείται. Ενώ αν έχει υποβάλλει αρχική εμπρόθεσμη δήλωση, με την οποία δεν δήλωσε τη δαπάνη ασφαλίστρων, την οποία δηλώνει με εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη συμπληρωματική δήλωση, τότε διενεργείται η έκπτωση, γιατί υπάρχει εισόδημα αρχικής εμπρόθεσμης δήλωσης προκειμένου να υπολογισθεί το 4% του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις περιορίζεται, η έκπτωση δαπάνης ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης. Ειδικότερα, αν το συνολικό οικογενειακό φορολογούμενο, με τις γενικές διατάξεις, εισόδημα είναι μέχρι 10.000.000 δραχμές, τότε αφαιρείται το σύνολο αυτής της δαπάνης. Σε αυτή την περίπτωση, αν το συνολικό ποσό της δαπάνης υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δρχ., το πάνω από τα 10.000.000 δρχ. ποσό της δαπάνης δεν μεταφέρεται στα επόμενα έτη. Αν το συνολικό οικογενειακό φορολογούμενο, με τις γενικές διατάξεις, εισόδημα είναι πάνω από 10.000.000 δρχ. και μέχρι 15.000.000 δρχ. και το ποσό των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης είναι πάνω από 10.000.000 δρχ. για το τμήμα των εξόδων το πάνω από 10.000.000 δρχ. αφαιρείται ποσό ίσο με το 50% αυτών, το οποίο δεν μπορεί να υπερβεί το 50% του πάνω από 10.000.000 και μέχρι 15.000.000 δρχ. ποσού εισοδήματος. Δηλαδή αν το εισόδημα είναι 15.000.000 δρχ. και η δαπάνη 15.000.000 δρχ. το συνολικό ποσό που αφαιρείται είναι 10.000.000 + + 50% Χ 5.000.000 = 12.500.000 δρχ.

Αν το εισόδημα είναι 15.000.000 δρχ. και η δαπάνη 12.000.000 δρχ. αφαιρείται συνολικό ποσό 10.000.000 + 50% Χ 2.000.000 = 11.000.000 δρχ.

Αν το εισόδημα είναι 12.000.000 δρχ. και η δαπάνη 14.000.000 δρχ. αφαιρείται ποσό 10.000.000 + 50% Χ 4.000.000 = 12.000.000 δρχ. και επειδή για το ποσό της δαπάνης το πάνω από τα 10.000.000 δρχ., το ποσό που αφαιρείται περιορίζεται στο 50% του πάνω από 10.000.000 και μέχρι 15.000.000 δρχ., εισοδήματος το ποσό που αφαιρείται περιορίζεται στα 10.000.000 + 50% Χ 2.000.000 = 11.000.000 δρχ.

Αν το εισόδημα είναι 17.000.000 δρχ. και η δαπάνη 15.000.000 δρχ. αφαιρείται ποσό δαπάνης 12.500.000 (10.000.000 + 50% Χ 5.000.000) δρχ. Αν το εισόδημα είναι 17.000.000 δρχ. και η δαπάνη 18.000.000 δρχ. αφαιρείται ποσό 12.500.000 δρχ.
Δηλαδή το ανώτερο ποσό της δαπάνης αυτής που μπορεί να αφαιρεθεί σε οικογενειακό επίπεδο είναι 12.500.000 δρχ. Το ποσό της δαπάνης που δεν αφαιρείται από το εισόδημα του φορολογούμενου δεν μεταφέρεται στα επόμενη έτη. Το ποσό των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης κάθε συζύγου αφαιρείται από το δικό του εισόδημα και εφόσον αυτό δεν επαρκεί, το υπόλοιπο μεταφέρεται για να αφαιρεθεί από το εισόδημα του άλλου συζύγου. Αν όμως το συνολικό ποσό των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης είναι μεγαλύτερο από το συνολικό οικογενειακό εισόδημα και πάνω από 10.000.000 δραχμές, το ποσό της δαπάνης που αφαιρείται μερίζεται μεταξύ των συζύγων ανάλογα με το ύψος του φορολογούμενου (όχι απαλλασσόμενου) με τις γενικές
διατάξεις εισοδήματος του καθενός, όπως αυτό δηλώθηκε με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωσή τους.

Παράδειγμα 1ο:

Εστω ότι ο σύζυγος δηλώνει με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση συνολικό ετήσιο εισόδημα 6.500.000 δρχ. και η σύζυγος 4.000.000 δρχ. Επίσης, ο σύζυγος δηλώνει δαπάνη ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης 1.500.000 δρχ. και η σύζυγος 10.000.000 δρχ. Δηλαδή δηλώνεται συνολικό οικογενειακό εισόδημα 10.500.000 δρχ. και ποσό οικογενειακής δαπάνης για ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη 11.500.000 δρχ. Επειδή το ποσό της δαπάνης της συζύγου είναι μεγαλύτερο από το εισόδημά της και το συνολικό ποσό αυτής της δαπάνης είναι μεγαλύτερο από το συνολικό οικογενειακό εισόδημα, πρέπει να γίνει επιμερισμός της αφαιρούμενης συνολικής δαπάνης μεταξύ των δύο συζύγων ανάλογα με το καθεστώς του καθενός. Το συνολικό ποσό της οικογενειακής δαπάνης που θα αφαιρεί είναι 10.250.000 δρχ. (10.000.000 + 50% Χ 500.000).

Εισόδημα υποχρέου + εισόδημα συζύγου (6.500.000 δρχ. + 4.000.000 δρχ.) = Συνολικό οικογενειακό εισόδημα 10.500.000 δρχ.
Δαπάνη υποχρέου + δαπάνη συζύγου (1.500.000 δρχ. + 10.000.000 δρχ.) = Συνολική οικογενειακή δαπάνη 11.500.000 δρχ.
Από το συνολικό οικογενειακό εισόδημα των 10.500.000 δρχ. θα αφαιρεθεί συνολική οικογενειακή δαπάνη 10.250.000 δρχ.
Από το εισόδημα της συζύγου των 4.000.000 δρχ. θα αφαιρεθεί συνολική οικογενειακή δαπάνη Χ = 10.250.000 Χ 4.000.000/10.500.000 = 3.904.762 δρχ.

Από το εισόδημα του συζύγου θα αφαιρεθεί 10.250.000 - 3.904.762 = 6.345.238 δρχ.

Αν η ανωτέρω δαπάνη υποβληθεί με αρχική εμπρόθεσμη δήλωση ή με εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη συμπληρωματική, τότε δεν γίνεται επιμερισμός της συνολικής οικογενειακής δαπάνης. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό της δαπάνης που θα εκπεστεί (10.250.000 δρχ.) θα επιμερισθεί ανάλογα με το ποσό της δαπάνης κάθε συζύγου και θα εκπεστεί:

1.500.000
από το σύζυγο ποσό: 10.250.000 Χ


11.500.000

10.000.000
από τη σύζυγο ποσό: 10.250.000 Χ


11.500.000

Επειδή το εισόδημα της συζύγου δεν φτάνει για να καλύψει τη δαπάνη που της αναλογεί, το επιπλέον ποσό (8.913.044 - 4.000.000) = 4.913.044 δρχ. θα αφαιρεθεί από το εισόδημα του συζύγου.

Παράδειγμα 2ο:

Εστω ότι ο σύζυγος δηλώνει με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση συνολικό ετήσιο εισόδημα 10.000.000 δρχ. και η σύζυγος 4.000.000 δρχ. Επίσης, ο σύζυγος δηλώνει δαπάνη ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης 4.000.000 δρχ. και η σύζυγος 8.000.000 δρχ.
Συνολικό οικογενειακό εισόδημα = 10.000.000 + 4.000.000 = 14.000.000 δρχ.
Συνολική οικογενειακή δαπάνη = 4.000.000 + 8.000.000 = 12.000.000 δρχ.
Συνολικό ποσό δαπάνης που θα αφαιρεθεί = 10.000.000 + 50% Χ 2.000.000 = 11.000.000 δρχ.
Επειδή το συνολικό ποσό της δαπάνης είναι πάνω από 10.000.000 δρχ., αλλά μικρότερο από το συνολικό οικογενειακό εισόδημα, το ποσό της δαπάνης που θα εκπεστεί (11.000.000 δρχ.) θα επιμερισθεί ανάλογα με το ποσό της δαπάνης κάθε συζύγου και θα αφαιρεθεί:

4.000.000
από το σύζυγο: 11.000.000 Χ


12.000.000

8.000.000
από τη σύζυγο: 11.000.000 Χ


12.000.000

Επειδή το εισόδημα της συζύγου δεν φτάνει για να καλύψει τη δαπάνη που της αναλογεί, το επιπλέον ποσό (7.333.333 - 4.000.000) = 3.333.333 δρχ. θα αφαιρεθεί από το εισόδημα του συζύγου.
Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου, στην περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν.2238/1994 προστίθενται δύο εδάφια. Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι υπάρχει υποχρέωση παρακράτησης φόρου με συντελεστή 20% στα χρηματικά ποσά των δωρεών και χορηγιών, προκειμένου αυτά να αφαιρεθούν από το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου, όταν υπερβαίνουν αθροιστικά για κάθε δωρεοδόχο το ποσό των 100.000 δρχ. ετησίως. Σημειώνεται ότι η παρακράτηση φόρου, δεν γίνεται στις δωρεές ακινήτων, ιατρικών μηχανημάτων και ασθενοφόρων αυτοκινήτων. Η παρακράτηση γίνεται από το δωρητή, κατά την καταβολή της δωρεάς ή χορηγίας, στο πάνω από 100.000 δρχ. ποσό. Αν ο δωρητής καταβάλλει λόγω δωρεάς σε δωρεοδόχο ποσό μικρότερο από 100.000 δρχ. και με δεύτερη δωρεά στον ίδιο δωρεοδόχο μέσα στο ίδιο έτος υπερβεί το ποσό των 100.000 δρχ., για να αφαιρεθεί από το εισόδημά του το συνολικό ποσό των δύο δωρεών, θα πρέπει να παρακρατηθεί και να αποδοθεί στη δημόσια οικονομική υπηρεσία φόρος για το πάνω από 100.000 δρχ. ποσό των δωρεών αυτών αθροιστικά. Ο φόρος αποδίδεται σε οποιαδήποτε δημόσια οικονομική υπηρεσία μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Το πρωτότυπο του παραστατικού καταβολής του φόρου αυτού συνυποβάλλεται με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του δωρητή, προκειμένου να αφαιρεθούν τα ποσά των δωρεών από το εισόδημά του.

Ο φόρος αυτός δεν συμψηφίζεται με φόρο που προκύπτει από τυχόν φορολογικές υποχρεώσεις του δωρεοδόχου (π.χ. φόρος εισοδήματος). Επίσης, ο φόρος αυτός δεν επιστρέφεται.

Διευκρινίζεται ότι αν ο φορολογούμενος θέλει να δωρίσει χρηματικό ποσό, χωρίς να το αφαιρέσει από το εισόδημά του, δεν υποχρεούται να παρακρατήσει και να αποδώσει στη δημόσια οικονομική υπηρεσία τον παραπάνω φόρο.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή για δωρεές και χορηγίες που γίνονται από 18 Φεβρουαρίου 1997 και μετά.

6. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου, προστίθεται εδάφιο στην παράγραφο 8 του άρθρου 9 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι η διάταξη με την οποία επιβάλλεται φόρος με συντελεστή 5% στο τμήμα του εισοδήματος μέχρι 1.000.000 δρχ. στους κατοίκους αλλοδαπής που αποκτούν εισόδημα από πηγή που βρίσκεται στην Ελλάδα, δεν εφαρμόζεται σε όσους κατοικούν σε όσους κατοικούν σε χώρες που είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης και αποκτούν εισόδημα στην Ελλάδα, το οποίο αποτελεί ποσοστό μεγαλύτερο του 90% του συνολικού παγκόσμιου εισοδήματός τους. Δηλαδή και οι κάτοικοι των χωρών - μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης αντιμετωπίζονται φορολογικά όπως οι κάτοικοι Ελλάδας, υποβαλλόμενοι σε φόρο με βάση τη φορολογική κλίμακα, στην οποία ο συντελεστής του πρώτου κλιμακίου του 1.000.000 δρχ. εισοδήματος είναι μηδέν, με την προϋπόθεση ότι το εισόδημα που αποκτούν στην Ελλάδα αντιπροσωπεύει ποσοστό μεγαλύτερο από το 90% του συνολικού εισοδήματος που αποκτούν οπουδήποτε στον κόσμο. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θα πρέπει ο κάτοικος της αλλοδαπής να υποβάλει στη δημόσια οικονομική υπηρεσία, που είναι αρμόδια για τη φορολογία του στην Ελλάδα, πιστοποιητικό της αντίστοιχης υπηρεσίας της χώρας όπου έχει τη φορολογική κατοικία του, για το ύψος του συνολικού παγκόσμιου εισοδήματός του.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

7. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται παράγραφος 9 στο άρθρο 9 του Ν.2238/1994.
Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ρητά ότι οι κάτοικοι της αλλοδαπής που αποκτούν εισόδημα από κάποια πηγή στην Ελλάδα δεν δικαιούνται τις μειώσεις φόρου για τα τέκνα του φορολογουμένου και την πρόσθετη μείωση γι' αυτά λόγω εργασίας ή κατοικίας σε παραμεθόρια περιοχή. Η ρητή αναγραφή της εξαίρεσης αυτής στο νόμο κρίθηκε απαραίτητη για να μην υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία για το θέμα αυτό, αν και αυτό σαφώς προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 7 και της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν.2238/1994, καθώς και από την παράγραφο 6 του άρθρου 5 της εισηγητικής έκθεσης του Ν.2065/1992, σύμφωνα με την οποία οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν.Δ.3323/1955 (που κωδικοποιήθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου 9 του Ν.2238/1994) μειώσεις, καθιερώθηκαν λόγω της κατάργησης των αφορολόγητων ποσών, με το φόρο των οποίων μειωνόταν ο φόρος που αναλογούσε στο συνολικό εισόδημα, κατά το προηγούμενο φορολογικό καθεστώς και τα οποία αφορολόγητα ποσά λαμβάνονται υπόψη μόνο για τους κατοίκους ημεδαπής.

Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι οι κάτοικοι των χωρών που είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης δικαιούνται τις μειώσεις φόρου για τα τέκνα τους, αν το εισόδημα που αποκτούν στην Ελλάδα αποτελεί ποσοστό μεγαλύτερο από το 90% του συνολικού παγκόσμιου εισοδήματός τους.

Για την εφαρμογή αυτής της διάταξης πρέπει ο κάτοικος της χώρας - μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης να υποβάλει στη δημόσια οικονομική υπηρεσία, που είναι αρμόδια για τη φορολογία του στην Ελλάδα, πιστοποιητικό της αντίστοιχης υπηρεσίας της χώρας όπου έχει τη φορολογική κατοικία του, για το ύψος του συνολικού παγκόσμιου εισοδήματός του. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

8. Με την παράγραφο 8 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση β' της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες οι δαπάνες που καταβάλλονται στα πρόσωπα που μετακινούνται με εντολή του Δημοσίου εντός και εκτός της Επικράτειας για εκτέλεση υπηρεσίας, όπως αυτές ορίζονται με τις διατάξεις του Ν.2346/1995 (ΦΕΚ 220 Α') και του Π.Δ.200/1993 (ΦΕΚ 75 Α').

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Ν.2346/1995, ως δαπάνες σε βάρος του Δημοσίου για μετακινήσεις των υπαγόμενων στις διατάξεις του νόμου αυτού προσώπων, αναγνωρίζονται:

α) Το αντίτιμο των εισιτηρίων των συγκοινωνιακών μέσων.

β) Η δαπάνη έκδοσης κάρτας απεριόριστων διαδρομών, καθώς και η δαπάνη χρήσης ιδιόκτητου μεταφορικού μέσου ή μισθωμένου οχήματος, στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η χρησιμοποίησή τους.

γ) Η ημερήσια εκτός έδρας αποζημίωση για δαπάνες διατροφής.

δ) Τα έξοδα διανυκτέρευσης.

ε) Τα έξοδα μετάθεσης, τοποθέτησης, απόσπασης και αποχώρησης των υπαλλήλων από την υπηρεσία.

Επίσης με το Π.Δ.200/1993 ορίζονται τα οδοιπορικά έξοδα των στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων που μετακινούνται με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας. Τα έξοδα αυτά διακρίνονται σε:

α) Οδοιπορικά έξοδα μετάθεσης, στην οποία περιλαμβάνεται και η αρχική τοποθέτηση.

β) Οδοιπορικά έξοδα εκτέλεσης υπηρεσίας.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

9. Με την παράγραφο 9 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ως ανώτατο όριο το ποσό του 1.200.000 δραχμών μέχρι το οποίο δεν θεωρούνται εισόδημα οι αποζημιώσεις για οδοιπορικά, λοιπά έξοδα ταξιδίων και διατροφή που καταβάλλονται από αθλητικά σωματεία και ενώσεις αυτών σε ερασιτέχνες αθλητές.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

10. Με την παράγραφο 10 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η παράγραφος 3 του άρθρου 47 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις επεκτείνεται και στους υπαλλήλους του Εθνικού Οργανισμού Μικρομεσαίων Μεταποιητικών Επιχειρήσεων (ΕΟΜΜΕΧ) που υπηρετούν στις Βρυξέλλες, η απαλλαγή των επιπλέον αποδοχών που παίρνουν στην αλλοδαπή από τη φορολόγησή τους με τις γενικές διατάξεις του Ν.2238/1994 και η φορολόγησή τους αυτοτελώς, με συντελεστή φόρου 15%, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Ν.2238/1994, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 10 του κοινοποιούμενου νόμου.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β', του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

Αρθρο 17
Απόδοση φόρων και διαδικαστικές διατάξεις

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 17 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η παράγραφος 7 του άρθρου 9 του Ν.2238/1994.
Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι ο φόρος, που αναλογεί στο συνολικό καθαρό εισόδημα ή το υπόλοιπο που απομένει μετά τις εκπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, δηλαδή μετά την αφαίρεση του φόρου που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε ή καταβλήθηκε στην αλλοδαπή, καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες δόσεις από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου μήνα από τη βεβαίωση του φόρου και η καθεμία από τις επόμενες την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του τρίτου και πέμπτου μήνα, αντίστοιχα, από τη βεβαίωση του φόρου. Αν ο φόρος βεβαιώνεται μέσα στους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του οικείου οικονομικού έτους, καταβάλλεται σε δύο (2) ίσες δόσεις από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου μήνα από τη βεβαίωση του φόρου και η δεύτερη την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του τρίτου μήνα από τη βεβαίωση του φόρου. Αν ο φόρος βεβαιώνεται κατά το μήνα Οκτώβριο του οικείου οικονομικού έτους και μετά, καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από τη βεβαίωση του φόρου. Αν το συνολικό ποσό της οφειλής, η οποία προκύπτει με βάση την αρχική δήλωση του υποχρέου είναι μέχρι το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών για τον ίδιο και για τη σύζυγό του, αθροιστικά λαμβανόμενο, τότε το ποσό αυτό πρέπει να καταβληθεί μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από τη βεβαίωση του φόρου. Εξάλλου, όταν ο οφειλόμενος με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση φόρος καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, παρέχεται έκπτωση 5%, όταν οι δόσεις ορίζονται σε τρεις και 3% όταν οι δόσεις ορίζονται σε δύο.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 18 Φεβρουαρίου 1997.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 17 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθενται εδάφια στην περίπτωση ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 54 του Ν.2238/1994.

Σημειώνεται ότι, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή, παρεμβλήθηκε το άρθρο 16α με την παράγραφο 3 του οποίου αναριθμήθηκαν οι παράγραφοι 3, 4 και 5 του άρθρου 54 του Ν.2238/1994 σε 4, 5 και 6 αντίστοιχα. Συνεπώς, τα υπόψη εδάφια προστίθενται στην παράγραφο 5 του άρθρου 54 και όχι στην παράγραφο 4 αυτού.

Με τις νέες διατάξεις αντιμετωπίζεται η παρακράτηση φόρου στο εισόδημα από τόκους, όταν ο οφειλέτης των τόκων είναι φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν ασκεί επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα. Στην περίπτωση αυτή το φυσικό πρόσωπο που είναι ο οφειλέτης των τόκων δεν θα προβαίνει σε παρακράτηση φόρου, αλλά ο δικαιούχος του εισοδήματος των τόκων έχει υποχρέωση να αποδώσει το φόρο εισοδήματος που αναλογεί στο ποσό των τόκων με συντελεστή 20% στην αρμόδια για τη φορολογία του δημόσια οικονομική υπηρεσία, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα, από αυτόν μέσα στον οποίο έγινε η καταβολή των τόκων. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή για τόκους που καταβάλλονται ή γράφονται στα βιβλία του οφειλέτη σε πίστωση του δανειστή, από 18 Φεβρουαρίου 1997.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 17 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι ο φόρος που παρακρατείται από τις αμοιβές που αποκτούν οι αξιωματικοί του εμπορικού ναυτικού και το κατώτερο πλήρωμα από την παροχή υπηρεσιών σε εμπορικά πλοία, υπολογίζεται με αναλογικό συντελεστή 8% για τους αξιωματικούς και 4% για το κατώτερο πλήρωμα στις αμοιβές που αποκτώνται στο ημερολογιακό έτος 1997 και 9% για τους αξιωματικούς και 6% για το κατώτερο πλήρωμα στις αμοιβές που αποκτώνται στο ημερολογιακό έτος 1998 και επόμενα. Επίσης, ο φόρος που παρακρατείται από τις αμοιβές που αποκτά το ιπτάμενο προσωπικό της πολιτικής αεροπορίας από την παροχή υπηρεσιών σε αεροσκάφη υπολογίζεται με αναλογικό συντελεστή 10% στις αμοιβές που αποκτώνται στο ημερολογιακό έτος 1997, 12,5% στις αμοιβές που αποκτώνται στο ημερολογιακό έτος 1998 και 15% στις αμοιβές που αποκτώνται στο ημερολογιακό έτος 1999 και επόμενα.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση β' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 17 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η παράγραφος 1 του άρθρου 59 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, όσοι παρακρατούν φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 14 του Ν.2238/1994, των περιπτώσεων α', ε' και η' της παραγράφου 1 του άρθρου 55 και των άρθρων 56, 57 και 58 του ίδιου νόμου, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν με εφάπαξ καταβολή στη δημόσια οικονομική υπηρεσία της περιφέρειας στην οποία έγινε η καταβολή των ποσών, για τα οποία έγινε η παρακράτηση, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Απριλίου, Ιουλίου, Οκτωβρίου και Ιανουαρίου κάθε έτους με προσωρινή δήλωση, η οποία περιλαμβάνει τα ακαθάριστα ποσά που έχουν καταβληθεί στο προηγούμενο ημερολογιακό τρίμηνο και το φόρο που παρακρατήθηκε. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 18 Φεβρουαρίου 1997.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 17 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται η παράγραφος 3 του άρθρου 60 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, όσοι παρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 8, 9, 10 και 11 του άρθρου 13, των περιπτώσεων β', γ', δ', στ' και ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 55 και της παραγράφου 4 του άρθρου 57 του Ν.2238/1994, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν με σχετική δήλωση που πρέπει να υποβάλουν μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα στη δημόσια οικονομική υπηρεσία, στην περιφέρεια της οποίας έγινε η καταβολή των ποσών για τα οποία παρακρατήθηκε ο φόρος, ο οποίος αποδίδεται εφάπαξ με την υποβολή της οικείας δήλωσης.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 18 Φεβρουαρίου 1997.

6. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 17 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 64 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις επεκτείνονται και στις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες, κοινωνίες, κοινοπραξίες κ.λπ. οι διατάξεις του άρθρου 61 του Ν.2238/1994 που ισχύουν για τα φυσικά πρόσωπα και οι οποίες αναφέρονται στην υποχρέωση υποβολής εμπρόθεσμης δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, προκειμένου να αναγνωρισθεί η ζημία για συμψηφισμό ή μεταφορά στα επόμενα έτη, στην υποχρέωση υποβολής δήλωσης εφόσον προσκληθούν εγγράφως από τον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, στο δικαίωμα ανάκλησης της δήλωσης και στο δικαίωμα υποβολής δήλωσης με επιφύλαξη. Επίσης, επεκτείνονται και στους υπόχρεους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Ν.2238/1994, οι διατάξεις του άρθρου 89 του ίδιου νόμου οι οποίες αφορούν στην επιβολή κυρώσεων σε όσους δεν δηλώνουν το εισόδημα από γεωργικές επιχειρήσεις. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 18 Φεβρουαρίου 1997.

7. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 17 του κοινοποιούμενου νόμου, αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 68 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνεται από 1.500 δραχμές σε 5.000 δραχμές το ποσό για το οποίο δεν εκδίδεται φύλλο ελέγχου, αθροιστικά λαμβανόμενο για το φορολογούμενο και τη σύζυγό του.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 18 Φεβρουαρίου 1997.

8. Με την παράγραφο 8 του άρθρου 17 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 74 του Ν.2238/1994.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνεται από δύο χιλιάδες (2.000) δραχμές σε πέντε χιλιάδες (5.000) δραχμές το ποσό για το οποίο αμελείται η βεβαίωση, αθροιστικά λαμβανόμενο για το φορολογούμενο και τη σύζυγό του και το οποίο προκύπτει από οποιοδήποτε τίτλο βεβαίωσης.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε' του άρθρου 40 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 18 Φεβρουαρίου 1997.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΦΠΑ
  • Εκμισθωσεις
  • ΕΚΜΙΣΘΩΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΜΕ Ν.4172/13
  • Φορολογικά
Up
Close
Close
Κλείσιμο