Δημοσιεύθηκε στις : [ 08-12-2011 ]

Άρειος Πάγος 611/2010 Ανακριβής Δήλωση Περιουσιακής Καταστάσεως (Πόθεν Έσχες) από πρόθεση (άρθρο 27 παρ. 3 του Ν. 2429/1996).

(Ανακριβής Δήλωση Περιουσιακής Καταστάσεως (Πόθεν Έσχες) από πρόθεση (άρθρο 27 παρ. 3 του Ν. 2429/1996).)

Κατηγορία: Πόθεν Έσχες

Α) Στο έγκλημα της υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, στην οποία ο υπόχρεος δράστης δήλωσε από πρόθεση εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, η αιτιολογία, επειδή απαιτείται άμεσος δόλος από μέρους του υπαιτίου και δεν αρκεί απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος και διώκεται το εν λόγω έγκλημα και από αμέλεια, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή της ανακρίβειας και παραλείψεως δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση και την ηθελημένη ενέργεια αποκρύψεως περιουσιακών στοιχείων εν γνώσει του δράστη ότι υποβάλλει ανακριβή δήλωση περιουσιακής καταστάσεως.

Β) Το δικάσαν Εφετείο, για τη θεμελίωση του δόλου του κατηγορουμένου, αξιολόγησε την πορεία άλλης ποινικής υποθέσεως σε βάρος του και δέχθηκε ως δεδομένη την ενοχή του για άλλες σοβαρές κατηγορίες επί των οποίων δεν έχει υπάρξει ακόμα ούτε παραπεμπτικό βούλευμα και ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο και παραβίασε, επελθούσας ακυρότητας της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, διότι παραβιάστηκε υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου, αφού επλήγη ως άνω το κατοχυρούμενο με το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ.2 του ΔΣΑΠΔ, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα με το νδ 53/1974 και το ν. 2462/1997 αντίστοιχα, τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται άμεση ή έμμεση πρόκριση ενοχής προ της καταδίκης ( βλ. Ολ. ΑΠ 8/2002). Γ) Η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.


Αριθμός 611/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλείο Σπανουδάκη και Αντώνιο Βγόντζα, περί αναιρέσεως της 1122/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2009 αίτησή του και στους από 22 Ιανουαρίου 2010 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1115/09.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 24 περ. ιβ' του Ν. 2429/1996, στα πρόσωπα που υποχρεούνται να υποβάλουν στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση της περιουσιακής τους καταστάσεως, περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί. Κατά δε τις διατάξεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2836/2000, "η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε 30 ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους ή την απόκτηση της άδειας ή την έναρξη της επιχειρήσεως ή του επαγγέλματος τους και επανυποβάλλεται αυτή κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης της δραστηριότητος ή της διατήρησης της ιδιότητος των υπόχρεων και επί τρία χρόνια μετά την απώλεια ή τη λήξη της, το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την πάροδο της εκάστοτε προβλεπόμενης μακρύτερης προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων". Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του ίδιου Ν. 2429/1996, "Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία δηλώνονται: α) Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. β) Τα πλωτά μέσα, τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα, γ) Η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, δ) Τα χρεόγραφα και οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα, ε) Τα εισοδήματα και οι οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Η δήλωση υποβάλλεται από τον υπόχρεο και υπογράφεται από τον ίδιο, αν σε αυτή αναγράφονται μόνο δικά του περιουσιακά στοιχεία, από τη σύζυγο του, αν αναγράφονται μόνο δικά της περιουσιακά στοιχεία, και από αμφότερους τους συζύγους, αν αναγράφονται περιουσιακά στοιχεία και των δύο ή των ανηλίκων τέκνων τους". Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 27 του ιδίου Ν. 2429/1996, " Ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών". Στη συνέχεια οι παραπάνω διατάξεις και γενικώς όλες οι ρυθμίσεις που περιείχαν τα άρθρα 24 έως και 29 του πιο πάνω νόμου 2429/1996 επαναδιατυπώθηκαν στα άρθρα 1 μέχρι και 4 του Ν. 3213/2003 "Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών κ.λ.π.", του οποίου η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (31.12.2003) και ο οποίος με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού, κατήργησε τα παραπάνω άρθρα 24 έως και 29 του πρώτου νόμου (Ν. 2429/1996). Έτσι στο νέο Ν. 3213/2003, με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. ια' ορίστηκε, ότι δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης και της περιουσιακής κατάστασης των συζύγων τους και των ανηλίκων τέκνων τους υποβάλλουν και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου καθορίσθηκαν συγκεκριμένες προθεσμίες μέσα στις οποίες υποβάλλονται οι δηλώσεις της περιουσιακής κατάστασης από του υπόχρεους, με το άρθρο 2 παρ. 1α αυτού προσδιορίσθηκε το περιεχόμενο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρέπει να περιέχει, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία, όπως είναι, ιδίως, τα έσοδα από κάθε πηγή κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις, τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, οι μετοχές, τα ομόλογα, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, οι καταθέσεις σε τράπεζες ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα και η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση. Επίσης με το άρθρο 3 παρ. 2εδ. α, βί, δ, 4 και 5 αυτού ορίστηκε, πλην άλλων, ότι οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων στ' έως και ιε' της παρ. 1 του άρ. 1, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, υποβάλλονται σε πενταμελή Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και προεδρεύεται από Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ότι οι δηλώσεις των προσώπων της περίπτωσης ια' της παρ. 1 του άρθρου 1 (δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών) ελέγχονται υποχρεωτικώς κάθε έτος, ότι μετά το πέρας του ελέγχου συντάσσεται έκθεση, στην οποία περιέχονται οι διαπιστώσεις σχετικά με το περιεχόμενο των δηλώσεων και τυχόν παραβάσεις του νόμου και αν ανακύπτει περίπτωση ποινικής ευθύνης η έκθεση αποστέλλεται στο αρμόδιο για την άσκηση ποινικής δίωξης όργανο και ότι κατά τη διάρκεια του ελέγχου οι Επιτροπές, δια των προέδρων τους, μπορούν να καλούν τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία, εντός ρητής προθεσμίας είκοσι ημερών. Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ίδιου Ν. 3213/2003 ορίστηκε οτι "ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του προσχύσαντος Ν. 2429/1996, αλλά και του Ν. 3213/2003 συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο ελεγχόμενος δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός από αμέλεια του παραλείπει να υποβάλει, μέσα στην οριζόμενη από το νόμο προθεσμία, τη σχετική δήλωση περιουσιακής κατάστασης ή υποβάλει από αμέλεια του ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης, δηλαδή δήλωση που δεν περιέχει όλα τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής της περιουσιακά στοιχεία (άρθρο 2 παρ. 1α του Ν. 3213/2003 και πριν την ισχύ αυτού άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 2429/1996), στοιχειοθετείται σε βάρος του, αντικειμενικά και υποκειμενικά, η αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδ. τελευταίο του Ν. 3213/2003 και πριν από την ισχύ αυτού (31.12.2003) από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 27 του Ν. 2429/1996. Η πράξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση της οποίας πραγματώνεται με την παράλειψη από τον υπόχρεο δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης ή με την υποβολή από αυτόν ανακριβούς τέτοιας δήλωσης, προβλέπεται και τιμωρείται από τις ως άνω διατάξεις, ως αυτοτελές έγκλημα (πλημμέλημα), πραττόμενο με πρόθεση, αλλά και από αμέλεια. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ.2 εδ.α' του ΠΚ, "όπου ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος". Από τις παραπάνω διατάξεις και ειδικότερα, εκείνη του άρθρου 27 παρ. 3 εδ. τελ. Ν. 2429/96 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 27 παρ.2 α ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως με εν γνώσει ανακριβή στοιχεία απαιτείται, αντικειμενικώς, η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης), ότι τα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία δεν έχουν συμπεριληφθεί στην ανωτέρω δήλωση του σύμφωνα προς την ενδόμυχη πεποίθηση του και τη θέληση του υπόχρεου προς δήλωση να προβεί στην πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Επομένως, στο εν λόγω έγκλημα της υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, στην οποία ο υπόχρεος δράστης δήλωσε εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, η αιτιολογία, της καταδικαστικής αποφάσεως εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια του εγκλήματος και την τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, επειδή απαιτείται άμεσος δόλος από μέρους του υπαιτίου και δεν αρκεί απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος και διώκεται το εν λόγω έγκλημα και από αμέλεια, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή της ανακρίβειας και παραλείψεως δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση και την ηθελημένη ενέργεια αποκρύψεως περιουσιακών στοιχείων εν γνώσει του δράστη ότι υποβάλλει ανακριβή δήλωση περιουσιακής καταστάσεως.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Τέλος, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1122/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων Εισαγγελικός λειτουργός κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφίαν, υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως με πρόθεση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη των μελών του, ότι από τα μνημονευόμενα , κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής : "Ο κατηγορούμενος έχει την ιδιότητα του ισόβιου εισαγγελικού λειτουργού από το έτος 1978 και κατά το κρίσιμο χρόνο υπηρετούσε ως Αντεισαγγελέας Εφετών Χανίων.

Συνεπώς, αυτός είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να υποβάλλει κάθε χρόνο στον αρμόδιο για τον έλεγχο της περιουσιακής καταστάσεως δικαστικών λειτουργών Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση περιουσιακής καταστάσεως (δήλωση πόθεν έσχες) του ίδιου και της συζύγου του. Στη δήλωση περιουσιακής καταστάσεως για το έτος 2002 που υποβλήθηκε την 2/7/2002 στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο κατηγορούμενος κάτω από την ένδειξη "χρεώγραφα και καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα", δήλωσε ότι είχε κατάθεση ύψους 5.399 ευρώ στην Τράπεζα Πίστεως στον λογαριασμό με αριθμό ..., ο οποίος ήταν κοινός με την σύζυγο του ..., και κατάθεση ύψους 15,64 ευρώ στην Εθνική Τράπεζα, στον κοινό με την σύζυγο του λογαριασμό με αριθμό ..., καθώς και κατάθεση ποσού 5.431 ευρώ στο όνομα της συζύγου του στην Αγροτική Τράπεζα, στον κοινό λογαριασμό με αριθμό ... . Όμως, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο (2/7/2002) ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή τους άυλους τίτλους ονομαστικής αξίας 25.694,78 ευρώ, στον κοινό με την σύζυγο του λογαριασμό αύλων τίτλων με αριθμό ... της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ. Τους τίτλους αυτούς τους αγόρασε την 15/4/2002 η σύζυγος του, η οποία έκανε για το σκοπό αυτό ανάληψη ποσού 5.200,53 ευρώ από τον κοινό τους λογαριασμό με αριθμό ... και κατέβαλε και σε μετρητά ποσό 21.800 ευρώ. Από το αναγνωσθέν κατά τα άνω από 4/11/2005 έγγραφο της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, προκύπτει ότι η συναλλαγή αυτή, αλλά και άλλες συναλλαγές, έγιναν πράγματι από την συζυγό του, η οποία διαχειριζόταν τα οικονομικά τους, προδήλως λόγω της μεγαλύτερης άνεσης χρόνου που διέθετε αυτή σε σχέση με τον κατηγορούμενο, ο οποίος υπηρετούσε τότε στα Χανιά, όμως η απόφαση αυτή, κατά την κρίση του δικαστηρίου, λήφθηκε από κοινού και από τους δύο συζύγους, οι οποίοι διατηρούσαν κοινούς λογαριασμούς στην ΑLPHΑ ΒΑΝΚ κυρίως, και μάλιστα με κίνηση μεγάλων χρηματικών ποσών (επενδύσεις σε άυλους τίτλους, repos κ.τ.λ. Άλλωστε το παραπάνω ποσό που επενδύθηκε για την αγορά των άυλων τίτλων δεν είναι αμελητέο για να λάβει την σχετική απόφαση μόνη της η σύζυγος του, της οποίας σημειωτέον τα ετήσια εισοδήματα υπολείπονται κατά πολύ αυτών του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από τις κατά τα άνω δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης που αναγνώσθηκαν. Το Δικαστήριο, κατά την άποψη που επικράτησε σ'αυτό, δεν πείστηκε από την περί του αντιθέτου κατάθεση της συζύγου του και των λοιπών μαρτύρων υπεράσπισης, αλλά και των αναγνωσθέντων εγγράφων, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος αγνοούσε την ύπαρξη των άϋλων αυτών τίτλων που αγόρασε η σύζυγος του, η οποία (κατά τους ισχυρισμούς του πάντα) δεν τον ενημέρωσε για την συγκεκριμένη συναλλαγή, με άμεση συνέπεια να αγνοεί την ύπαρξη του εν λόγω τίτλου κατά τον χρόνο συμπλήρωσης και υποβολής της δήλωσης του, για το λόγο ότι το διάστημα εκείνο είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις τους από ένα άτυχο γάμο που είχε συνάψει η κόρη τους ..., για τον οποίο επέμενε η σύζυγος του να γίνει, ενώ εκείνος είχε αντιρρήσεις. Και τούτο διότι ο όντως ατυχής γάμος της κόρης τους από τον οποίο απέκτησε δύο τέκνα, στη συνέχεια λύθηκε, και μάλιστα ο γαμπρός τους μετά την διάσταση τους και την έγερση αγωγής εις βάρος του, με την από 20/10/1998 δήλωσή του, αναγνώρισε ότι ανήκε στην τέως σύζυγο του (κόρη του κατηγορουμένου) το ποσόν των 23.900.000 δραχμών και εκδόθηκε σχετικώς η 337/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που αναγνώσθηκε κατά τα άνω. Επομένως, την 15/4/2002, δηλαδή μετά παρέλευση δύο ετών, που αγόρασε η σύζυγος του τους επίδικους άυλους τίτλους, αλλά και την 2/7/2002 που υπέβαλε την ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης είχε προδήλως περάσει η ένταση από τον χωρισμό της κόρης τους και είχαν αποκατασταθεί οι σχέσεις τους, κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου, και λειτουργούσαν, όπως και πριν ως οικογένεια ( βλ. επ αυτού την απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία το 1998 χειροτέρεψε η κατάσταση στις σχέσεις τους, ήταν δύο κρίσιμα χρόνια). Γνώριζε, συνεπώς ο κατηγορούμενος την αγορά των αύλων τίτλων από την σύζυγο του την 15/4/2002, διότι την απόφαση την είχαν λάβει από κοινού, όπως επίσης γνώριζε ότι κατά την υποβολή της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης την 2/7/2002,την οποία έχει υπογράψει ο ίδιος,(βλ. δήλωση του στα πρακτικά), υπήρχαν οι άυλοι αυτοί τίτλοι στον προαναφερθέντα κοινό λογαριασμό της ως άνω Τράπεζας, και παρά ταύτα δολίως ενεργών, δεν τους δήλωσε. Και είναι μεν γεγονός ότι από την παρούσα αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχθηκε ότι τα χρήματα που διατέθηκαν για την αγορά των άυλων τίτλων είχαν αποκτηθεί με παράνομο τρόπο, πράγμα που δεν αποτελεί μεν στοιχείο του αδικήματος της ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων, αλλά είναι προφανές ότι συνδέεται ευθέως με συγκεκριμένο κίνητρο του υποβάλλοντος ανακριβή δήλωση να αποκρύψει περιουσιακά του στοιχεία από την υπηρεσία, η οποία πρόθεση υπάρχει κατά βάση για ένα τέτοιο λόγο. Όμως το γεγονός ότι εις βάρος του εκκρεμεί ποινική δίωξη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, αλλά και για κατάχρηση εξουσίας, αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως και παράβασης καθήκοντος, και η υπόθεση βρίσκεται στα χέρια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προκειμένου να υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ( βλ. το 669/7/7/2008 έγγραφο της Προέδρου Εφετών Αθηνών Ιωάννας Λούκα (τμήμα βουλευμάτων) προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ενισχύει την ήδη σχηματισμένη κρίση του δικαστηρίου για την πρόθεση του κατηγορουμένου να υποβάλλει ανακριβή δήλωση, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, από κοινού με την σύζυγο του πήραν την απόφαση για την συγκεκριμένη επένδυση της αγοράς των άυλων τίτλων, και έτσι γνώριζε ότι οι τίτλοι υπήρχαν στο κοινό τους κατά τα άνω λογαριασμό την 2/7/2002, που υπέβαλε την ανακριβή δήλωση περιουσιακής κατάστασης, χρόνο κατά τον οποίο είχαν ήδη αποκατασταθεί οι σχέσεις τους. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος, το ήθος και η προσωπικότητα του οποίου δεν αμφισβητείται στις εκθέσεις επιθεωρήσεως των ετών 1999 έως 2004,έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα για τους παραπάνω λόγους, όπως δήλωσε ο ίδιος απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Με βάση τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ούτε αμέλεια συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ούτε πραγματική πλάνη ( νόμιμος αυτοτελής ισχυρισμός, κατ άρθρο 30 παρ. 1 του Π.Κ. ,ορισμένος, περιέχων τα πραγματικά που προαναφέρθηκαν), γι αυτό όλα τα περί του αντιθέτου που αυτός ισχυρίζεται είναι απορριπτέα ως αβάσιμα στην ουσία Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, από πρόθεση, κατά πλειοψηφία, του αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ., (προτέρου εντίμου βίου), που του αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως "Σύμφωνα με τα προκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τις άνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όσον αφορά τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, για το οποίο και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, της από πρόθεση ανακριβούς δηλώσεως, αποκρυβέντων εν γνώσει του αϋλων τίτλων, ποσού 25.694,78 ευρώ, που κατείχε σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τη σύζυγο του, είναι ελλιπής. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ στο αιτιολογικό του δέχεται ότι την αγορά των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων, όπως και όλων των τραπεζικών συναλλαγών έκανε μόνη η σύζυγος του κατηγορουμένου, η οποία διαχειριζόταν τα οικονομικά τους και διέμενε στο ..., αυτός δε (ο κατηγορούμενος) διέμενε στα ... όπου και υπηρετούσε ως εισαγγελέας, προκειμένου να απορρίψει τον προβληθέντα στο ακροατήριο ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι αγνοούσε την εν λόγω συναλλαγή και κατοχή των τραπεζικών τίτλων σε κοινό συζυγικό τραπεζικό λογαριασμό και ότι συντρέχει στο πρόσωπο του πραγματική πλάνη, αναφέρει ότι η απόφαση για αγορά των τίτλων λήφθηκε από κοινού και από τους δύο συζύγους, διότι το ποσό δεν είναι αμελητέο, ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο υποβολής της δηλώσεως, την 2-7-2002 γνώριζε ότι υπήρχαν οι τίτλοι αυτοί και παρά ταύτα δολίως ενεργών , δεν τους δήλωσε και δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος αγνοούσε την ύπαρξη των τίτλων αυτών. Όμως με τις παραδοχές αυτές, στο άνω αιτιολογικό, δεν αιτιολογείται επαρκώς ο απαιτούμενος άμεσος δόλος του κατηγορουμένου, διότι ουδόλως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται η κατά το χρόνο υποβολής της δηλώσεως γνώση αυτού περί της υπάρξεως σε κοινό λογαριασμό των άνω τραπεζικών τίτλων που είχε αγοράσει μόνη η σύζυγος του και η ηθελημένη ενέργεια του κατηγορουμένου αποκρύψεως περιουσιακών στοιχείων από τις Αρχές. Περαιτέρω μάλιστα το Δικαστήριο, ενώ δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα χρήματα που διατέθηκαν για την αγορά των τίτλων αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο, συνδέει ευθέως, την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, με το γεγονός ότι εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορουμένου Εισαγγελέα ποινική δίωξη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, για κατάχρηση εξουσίας, αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως και παράβαση καθήκοντος, ποινική κατηγορία η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές, δεν έχει εισαχθεί ακόμα στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο προς κρίση. Όμως έτσι, το δίκασαν Εφετείο, για τη θεμελίωση του δόλου του κατηγορουμένου, αξιολόγησε την πορεία άλλης ποινικής υποθέσεως σε βάρος του για άλλες κατηγορίες επί των οποίων δεν έχει υπάρξει ακόμα ούτε παραπεμπτικό βούλευμα και ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο και παραβίασε, επελθούσας ακυρότητας της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ. διότι παραβιάστηκε υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου, αφού επλήγη ως άνω το κατοχυρούμενο με το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ.2 του ΔΣΑΠΔ, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα με το νδ 53/1974 και το ν. 2462/1997 αντίστοιχα, τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται άμεση ή έμμεση πρόκριση ενοχής προ της καταδίκης. ( βλ. Ολ. ΑΠ 8/2002). Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Α του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας , είναι βάσιμοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ή την επιβολή ποινής ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του, οπότε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 1122/2009 αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, για υποβολή ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Στο αιτιολογικό του όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ειδικότερα για να απορρίψει αρνητικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι δεν γνώριζε την εκ μέρους της συζύγου του αγορά και κατοχή αϋλων τίτλων ποσού 25.694,78 ευρώ, αναφέρει ότι "... με την από 20-10-1998 δήλωση του ο γαμβρός του κατηγορουμένου, μετά τη διάσταση του γάμου του, αναγνώρισε ότι ανήκε στην τέως σύζυγο του - κόρη του κατηγορουμένου το ποσό των 23.900.000 δραχμών, ότι μετά παρέλευση δύο ετών, από τότε είχε περάσει η ένταση του χωρισμού της κόρης και λειτουργούσαν όπως πριν σαν οικογένεια και επομένως στις 2-7-2002 την απόφαση για αγορά των τίτλων είχαν πάρει από κοινού, ο κατηγορούμενος γνώριζε την εκ μέρους της συζύγου του αγορά αυτή και παρά ταύτα δεν τους δήλωσε". Όμως το παραπάνω έγγραφο - δήλωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αλλ', ούτε και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε το περιεχόμενό του, προκύπτει από άλλο αποδεικτικό μέσο, με τη μη ανάγνωση δε του κειμένου αυτού στο ακροατήριο στους παράγοντες της δίκης, δεν κατέστη αυτό γνωστό κατά το περιεχόμενο του στον αναιρεσείοντα και τους δύο συνηγόρους του, ώστε αυτοί να είχαν την πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο του και έτσι παραβιάστηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου κάθε αναγιγνωσκόμενου εγγράφου και να προβεί κατ'άρθρο 358 ΚΠοινΔ , σε δηλώσεις και παρατηρήσεις και να αντικρούσει το σε βάρος του χρησιμοποιηθέν περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως( άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 1122/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


 Ετικέτες:

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο