Δημοσιεύθηκε στις : [ 22-11-2011 ]

Αριθ. 21/2/4.11.2011 Κανονισμός ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων

(Κανονισμός ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων)

Κατηγορία: Λοιπά

Συνεδρίαση 21/2/4.11.2011

Κανονισμός ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων.

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

Αφού έλαβε υπόψη:

α) το άρθρο 55Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος,

β) την ΠΔΤΕ 336/29.2.1984 σχετικά με τη σύσταση επιτροπών στην Τράπεζα της Ελλάδος για την άσκηση αρμοδιοτήτων της (ΦΕΚ Α΄ 28), όπως ισχύει (τελευταία τροποποιητική αυτής η ΠΔΤΕ 2638/14.12.2010 «Τροποποίηση των διατάξεων της ΠΔΤΕ 336/29.2.1984, όπως ισχύει, σχετικά με τη μετονομασία και τη Διεύρυνση της Σύνθεσης και των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων» − ΦΕΚ Β΄ 1953),

γ) το ν. 3601/2007 «Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 178), όπως ισχύει, και ιδίως το άρθρο 68 αυτού,

δ) την υπ’ αριθμ. 975/1/12.7.1956 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής «Κανονισμός Εκκαθαρίσεως Τραπεζών εν ανακλήσει αδείας λειτουργίας των» (ΦΕΚ Α΄ 168),

ε) ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκύπτει δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού,

αποφασίζει τα εξής:

Προοίμιο

Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρ. 68 παρ. 2 ν. 3601/2007. Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα.

Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Σχέδιο αναδιοργάνωσης με την έννοια των άρ. 107 επ. ΠτΚ δεν χωρεί, όπως δεν χωρεί άλλωστε ήδη κατά το άρ. 68 παρ. 1 στοιχ. α ν. 3601/2007 και η διαδικασία εξυγίανσης των άρ. 99 επ. ΠτΚ. Εν τούτοις, μέτρα αντιστοιχούντα στην αναδιοργάνωση του ΠτΚ δεν αποκλείονται εν γένει, αλλά μπορούν να ληφθούν εκτός της προβλεπόμενης στην παρούσα Πράξη διαδικασίας, βάσει των άρ. 63Δ, 63Ε ν. 3601/2007, τα οποία σύμφωνα με το άρ. 68 παρ. 1 στοιχ. στ ν. 3601/2007 εφαρμόζονται και μετά τη θέση του πιστωτικού ιδρύματος σε ειδική εκκαθάριση.

Τα όργανα της ειδικής εκκαθάρισης καθορίζονται σύμφωνα με το άρ. 68 παρ. 1 στοιχ. γ−δ ν. 3601/2007 και σύμφωνα με την αντίληψη στο άρ. 68 παρ. 1 για την ειδική εκκαθάριση ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, κινούμενη από την εποπτική αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγούσα οπωσδήποτε, και χωρίς δυνατότητα λήψης διαφορετικής απόφασης εντός της προβλεπόμενης στην παρούσα Πράξη διαδικασίας, στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος,

Άρθρο 1
Όργανα της ειδικής εκκαθάρισης

1. Όργανα της ειδικής εκκαθάρισης είναι ο ειδικός εκκαθαριστής και η Τράπεζα της Ελλάδος. Για τις αναφερόμενες στην παρούσα δίκες αρμόδιο είναι σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πτωχευτικού Κώδικα το πολυμελές πρωτοδικείο της έδρας του πιστωτικού ιδρύματος, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

2. Ο ειδικός εκκαθαριστής επιλέγεται μεταξύ προσώπων αναγνωρισμένου κύρους και επαγγελματικής εμπειρίας σε τραπεζικά θέματα. Η αμοιβή του καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

3. Ο ειδικός εκκαθαριστής, χωρίς ανάγκη λήψεως άδειας, ασκεί το δικαίωμα εκπλήρωσης των εκκρεμών συμβάσεων με την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του Πτωχευτικού Κώδικα, αποδίδει κατά το άρθρο 37 του Πτωχευτικού Κώδικα και την παράγραφο 3 του άρθρου 68 του ν. 3601/2007 αντικείμενα, για τα οποία ασκείται δικαίωμα αποχωρισμού, και κινεί τον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 73 του Πτωχευτικού Κώδικα.

4. Ο ειδικός εκκαθαριστής μπορεί να συνάπτει συμβιβασμό με άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, επιφυλασσομένης της εφαρμογής της παραγράφου 4 του άρθρου 74 του Πτωχευτικού Κώδικα. Άδεια για τον συμβιβασμό δεν απαιτείται, αν η απαίτηση, την οποία αυτός αφορά, δεν υπερβαίνει στο σύνολο της σύμφωνα με το δανειστή της τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€ 15.000).

5. Ο ειδικός εκκαθαριστής μπορεί να συνάπτει τις απαιτούμενες προς υποβοήθηση των εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης συμβάσεις, τα δε οφειλόμενα στους αντισυμβαλλομένους λογίζονται ως έξοδα της ειδικής εκκαθάρισης. Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο συμβάσεις συνάπτονται με άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος, εκτός αν πρόκειται για τρέχουσες συναλλαγές.

Άρθρο 2
Απογραφή

1. Ο ειδικός εκκαθαριστής αμελλητί μετά την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης ορισμού του και καθ’ όλη τη διάρκεια της ειδικής εκκαθάρισης λαμβάνει όλα τα αναγκαία εξασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και να προστατευθεί η αξία της υπό ειδική εκκαθάριση περιουσίας.

2. Ο ειδικός εκκαθαριστής απογράφει την υπό ειδική εκκαθάριση περιουσία και υποβάλλει έκθεση απογραφής στην Τράπεζα της Ελλάδος εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τον ορισμό του, δυναμένης να παραταθεί άπαξ για όχι περισσότερο από άλλους δύο (2) μήνες, με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Άρθρο 3
Αναγγελία

1. Ο ειδικός εκκαθαριστής καλεί εντός δέκα (10) ημερών από τον ορισμό του τους πιστωτές του πιστωτικού ιδρύματος να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Η πρόσκληση αυτή δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και, μία φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες, σε πέντε ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, εκ των οποίων δύο τουλάχιστον εκδίδονται στην έδρα του πιστωτικού ιδρύματος και μία είναι οικονομική. Ατομική ενημέρωση των πιστωτών δεν χωρεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του νόμου 3458/2006 (ΦΕΚ Α΄ 94). Οι πιστωτές αναγγέλλονται εντός μηνός από την τελευταία δημοσίευση της πρόσκλησης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο. Η αναγγελία γίνεται εγγράφως στον ειδικό εκκαθαριστή, έχει το περιεχόμενο που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 92 του Πτωχευτικού Κώδικα και συνοδεύεται από τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση.

2. Για πιστωτές που ενημερώνονται από τον ειδικό εκκαθαριστή για τη διαδικασία εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου 3458/2006, η προθεσμία του τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 1 δεν αρχίζει πριν λάβει χώρα η ως άνω ενημέρωση. Η ενημέρωση αυτών των πιστωτών πρέπει να έχει λάβει χώρα έως το τέλος της προθεσμίας του τέταρτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου.

3. Η επαλήθευση των απαιτήσεων που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο με ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 92 του Πτωχευτικού Κώδικα.

4. Ο ειδικός εκκαθαριστής συμπεριλαμβάνει στον πίνακα διανομής κατά το άρθρο 6 και μη αναγγελθείσες απαιτήσεις, αν πρόκειται για απαιτήσεις από καταθέσεις με την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του νόμου 3746/2009 (ΦΕΚ Α΄ 27).

Άρθρο 4
Επαλήθευση

1. Η επαλήθευση των αναγγελθεισών απαιτήσεων γίνεται από τον ειδικό εκκαθαριστή, εγγράφως και χωρίς παράσταση των πιστωτών, σε προθεσμία που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας αναγγελίας κατά το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 3, δύναται δε να παραταθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος άπαξ για όχι περισσότερο από δύο (2) μήνες. Η επαλήθευση γίνεται με αντιπαραβολή των εγγράφων του πιστωτή προς τα βιβλία και λοιπά έγγραφα του πιστωτικού ιδρύματος, ο δε ειδικός εκκαθαριστής προβάλλει σύμφωνα με το επόμενο εδάφιο και το δεύτερο εδάφιο της επόμενης παραγράφου αντιρρήσεις κατά όσων αναγγελθεισών απαιτήσεων δεν επαληθεύει.

Ο ειδικός εκκαθαριστής υποβάλλει στην Τράπεζα της Ελλάδος έκθεση για την επαλήθευση των απαιτήσεων, στην οποία αναφέρονται η ταυτότητα των πιστωτών, σύντομη περιγραφή των κατατεθέντων αποδεικτικών εγγράφων, σημείωση των διορθώσεων και διαγραφών, καθώς και οι αντιρρήσεις του ειδικού εκκαθαριστή κατά αναγγελθεισών απαιτήσεων. Η υποβολή της έκθεσης ανακοινώνεται στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και, μία φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες, σε δύο ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, εκ των οποίων μία τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα του πιστωτικού ιδρύματος. Κάθε πιστωτής δικαιούται να λάβει, με δικά του έξοδα, από τον ειδικό εκκαθαριστή αντίγραφο της έκθεσης.

2. Αντιρρήσεις κατά των αναγγελθεισών απαιτήσεων δύνανται να προβάλουν εγγράφως προς τον ειδικό εκκαθαριστή, το αργότερο δεκαπέντε (15) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση περί της υποβολής της έκθεσης για την επαλήθευση σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, το υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα και οι λοιποί πιστωτές. Οι αντιρρήσεις κατά απαιτήσεων από τον ειδικό εκκαθαριστή και οι αντιρρήσεις κατά το προηγούμενο εδάφιο εισάγονται αμελλητί από κοινού στο σύνολο τους ενώπιον του δικαστηρίου από τον ειδικό εκκαθαριστή σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 95 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Άρθρο 5
Εκποίηση

1. Μετά την υποβολή της έκθεσης απογραφής ο ειδικός εκκαθαριστής εκποιεί, χωρίς ανάγκη λήψεως άδειας, τα περιουσιακά στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος, εφαρμοζόμενης και της παραγράφου 2 του άρθρου 133 του Πτωχευτικού Κώδικα. Η εκποίηση γίνεται ελεύθερα, γνωστοποιείται δε προ πέντε (5) ημερών στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία μπορεί να αντιταχθεί στην εκποίηση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων ή να προβλέψει διατυπώσεις για την εκποίηση τους. Στην παρούσα και την επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου υπόκειται και η σύναψη σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων για απαιτήσεις του πιστωτικού ιδρύματος από δάνεια.

2. Ο ειδικός εκκαθαριστής μπορεί να ζητήσει από την Τράπεζα της Ελλάδος άδεια προς εκποίηση περιουσιακών στοιχείων πριν από την υποβολή της έκθεσης απογραφής ή πριν από την πάροδο της προθεσμίας κοινοποίησης της προηγούμενης παραγράφου, αν αυτό επιβάλλει το συμφέρον των πιστωτών. Με τη λήψη της άδειας η εκποίηση γίνεται χωρίς άλλη διατύπωση πέραν των τυχόν οριζομένων στην άδεια.

3. Ειδικώς τα ακίνητα του πιστωτικού ιδρύματος εκποιούνται από τον ειδικό εκκαθαριστή, αν οι ενέγγυοι πιστωτές δεν κίνησαν τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης πριν από την υποβολή της έκθεσης απογραφής, εφαρμοζόμενης και της παραγράφου 2 του άρθρου 147 του Πτωχευτικού Κώδικα.

4. Η εκποίηση των ακινήτων του πιστωτικού ιδρύματος γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 148−150 του Πτωχευτικού Κώδικα, με την επιφύλαξη ότι ο ειδικός εκκαθαριστής ασκεί τις προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές αρμοδιότητες του εισηγητή, καθώς και ότι οι αποφάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 148 και του άρθρου 150 λαμβάνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Άρθρο 6
Διανομή

1. Αμελλητί με το τέλος της εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων κατά το προηγούμενο άρθρο, ο ειδικός εκκαθαριστής συντάσσει πίνακα διανομής, τον οποίο υποβάλλει στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η υποβολή του πίνακα ανακοινώνεται στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και, μία φορά την εβδομάδα επί δύο συνεχείς εβδομάδες, σε δύο ημερήσιας εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, εκ των οποίων μία τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα του πιστωτικού ιδρύματος. Κάθε πιστωτής δικαιούται να λάβει, με δικά του έξοδα, από τον ειδικό εκκαθαριστή αντίγραφο του πίνακα.

2. Κατά τη διάρκεια της ειδικής εκκαθάρισης, ο ειδικός εκκαθαριστής μπορεί να προβεί σε προσωρινές διανομές με την άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος. Στην περίπτωση αυτή συντάσσεται προσωρινός πίνακας διανομής, στον οποίο εφαρμόζονται οι διατυπώσεις της προηγούμενης παραγράφου.

3. Για αναγγελθείσες απαιτήσεις, κατά των οποίων έχουν προβληθεί αντιρρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 4, παρακρατείται από τον ειδικό εκκαθαριστή κατάλληλο ποσό σύμφωνα με το αναγγελθέν ύψος της απαίτησης και την εκτίμηση της πιθανότητας αναγνώρισης της. Αντιρρήσεις κατά της παρακράτησης αυτής εισάγονται ενώπιον του δικαστηρίου από όποιον έχει έννομο συμφέρον με ανακοπή κατά του πίνακα διανομής σύμφωνα με το άρθρο 161 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Άρθρο 7
Λογοδοσία

1. Ο ειδικός εκκαθαριστής υποβάλλει ανά έτος στην Τράπεζα της Ελλάδος έκθεση για την πορεία της εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης.

2. Εάν η διάρκεια της ειδικής εκκαθάρισης υπερβεί την πενταετία, ο ειδικός εκκαθαριστής υποβάλλει στην Τράπεζα της Ελλάδος σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της εκκαθάρισης. Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει έκθεση για τις μέχρι τότε εργασίες της εκκαθάρισης, τους λόγους της καθυστέρησης και τα μέτρα που προτείνονται για την ταχεία περάτωση της. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν παραίτηση του πιστωτικού ιδρύματος από δικαιώματα, δικόγραφα και αιτήσεις, αν η επιδίωξη τούτων είναι ασύμφορη σε σχέση με τα προσδοκώμενα οφέλη ή αβέβαιη ή απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα ανωτέρω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν και συμβιβασμούς, αναδιαπραγματεύσεις ή καταγγελία συμβάσεων ή και σύναψη νέων. Εάν το σχέδιο εγκριθεί, ο ειδικός εκκαθαριστής ολοκληρώνει τη διαχείριση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο σχέδιο. Εάν το σχέδιο δεν εγκριθεί, η Τράπεζα της Ελλάδος αντικαθιστά τον ειδικό εκκαθαριστή.

3. Εντός μηνός από την περάτωση της ειδικής εκκαθάρισης, ο ειδικός εκκαθαριστής υποβάλλει έκθεση λογοδοσίας στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Άρθρο 8
Τελικές διατάξεις

1. Η απόφαση υπ’ αριθμ. 975/1/12.7.1956 της Νομισματικής Επιτροπής «περί κανονισμού εκκαθαρίσεως τραπεζών εν ανακλήσει αδείας λειτουργίας των» καταργείται, χωρίς να θίγεται η εφαρμογή της σε εκκρεμείς εκκαθαρίσεις που δεν εμπίπτουν στην παράγραφο 2.

2. Η παρούσα εφαρμόζεται εφεξής σε κάθε ειδική εκκαθάριση που άρχισε μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου 4021/2011.

Για τις ως άνω ήδη εκκρεμείς ειδικές εκκαθαρίσεις, η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 3 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ της παρούσας.


Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και να αναρτηθεί στον ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος.

Αθήνα, 4 Νοεμβρίου 2011

Ο Πρόεδρος
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΡΟΒΟΠΟΥΛΟΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
Up
Close
Close
Κλείσιμο