Δημοσιεύθηκε στις : [ 28-01-1997 ]

ΠΟΛ.1031/28.1.1997 Κοινοποίηση γνωμοδότησης - Απαιτήσεις Δημοσίου έναντι κατόχου ακινήτου

(Κοινοποίηση γνωμοδότησης - Απαιτήσεις Δημοσίου έναντι κατόχου ακινήτου)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

 Αθήνα, 28 Ιανουαρίου 1997
Αριθμ.Πρωτ.: 1027484/1784-2/0016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ 16η (Εισ. Δημ. Εσόδων)
ΤΜΗΜΑ Α'

ΠΟΛ.: 1031

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση γνωμοδότησης.

Σας κοινοποιούμε, ως έχει, την αριθ. 106/1995 γνωμοδότηση του Δ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία έγινε δεκτή από τον κ. Υφυπουργό Οικονομικών.
Με τη γνωμοδότηση αυτή γίνεται δεκτό ότι η αλληλέγγυα και σε ολόκληρο ευθύνη, που καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν.1587/1950 για τον κάτοχο του μεταβιβασθέντος από τον αρχικό αγοραστή ακινήτου, καταλαμβάνει πέραν της φορολογικής (σε ευρεία έννοια) βεβαιωμένης απαίτησης του Δημοσίου και το σύνολο των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής που επιβαρύνουν την απαίτηση αυτή. Η διάταξη αυτή αναφέρεται μεν στο φόρο μεταβίβασης και τις προσαυξήσεις του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, δηλαδή τον πρόσθετο φόρο που επιβάλλεται επί παραλείψεως υποβολής δηλώσεως ή υποβολής δηλώσεως, ανακριβούς ή εκπροθέσμου,
χωρίς βεβαίως να αποκλείει την ευθύνη του κατόχου και για τις ταμειακές προσαυξήσεις. Συνεπώς, εφόσον έγινε ταμειακή βεβαίωση του χρέους (φόρος και προσαυξήσεις του άρθρου 9) σε βάρος του αρχικού αγοραστή, όλες οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής επιβαρύνουν τόσο τον αρχικό αγοραστή - πρωτοφειλέτη, όσο και τον κάτοχο, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα του τελευταίου και χωρίς να απαιτείται νέα επιβολή και βεβαίωση του φόρου σε βάρος του κατόχου. Τίτλο εκτελεστό κατά του κατόχου του ακινήτου, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 εδάφ. β' του ΚΕΔΕ, αποτελεί η βεβαίωση σε βάρος του αρχικού αγοραστή, σε συνδυασμό με την ιδιότητά του ως κατόχου του ακινήτου που προκύπτει από έγγραφα και συνεπώς είναι δυνατό να διενεργηθεί διοικητική εκτέλεση κατά του κατόχου εντός πενταετίας από την αρχική μεταβίβαση του ακινήτου, χωρίς πρόσθετη βεβαίωση (φορολογική και ταμειακή) στο όνομα του κατόχου.

Αρ. Γνωμ. 106/2.2.1995

Περίληψη Ερωτήματος: Ζητήματα που ανακύπτουν κατά την επιδίωξη εισπράξεως του οφειλομένου φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων παρά του περαιτέρω κατόχου του μεταβιβασθέντος ακινήτου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν.1587/1950, όσον αφορά τον τρόπο βεβαιώσεως της σχετικής οφειλής και την έκταση της ευθύνης του τελευταίου κατόχου. Επί του άνω ερωτήματος το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Δ' τμήμα) εγνωμοδότησε ως ακολούθως.

Ι. Με το παραπάνω έγγραφο της ερωτώσας υπηρεσίας δίδεται το εξής πραγματικό:

"Ο Κ.Χ. οφείλει στο Δημόσιο από Φ.Μ.Α. Η αρμόδια Δ.Ο.Υ. Α' Λάρισας, στην οποία είναι βεβαιωμένη η συγκεκριμένη οφειλή, επιδιώκοντας την είσπραξη και θέλοντας να λάβει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα να προβεί σε κατάσχεση του ακινήτου, διεπίστωσε ότι αυτό είχε μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο.
Για το λόγο αυτό, η Δ.Ο.Υ. βεβαίωσε τα παραπάνω ποσά στην τρίτη διακάτοχο Φ.Μ., σύμφωνα και με την αρ. 764/1966 γνωμοδότηση του Ν. Συμβουλίου του Κράτους. Στη συνέχεια, η τρίτη διακάτοχος Φ.Μ. κατέβαλε εξ ολοκλήρου την οφειλή στη Δ.Ο.Υ. χωρίς καμία επιβάρυνση.
Τα ερωτήματα που χρήζουν απάντηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι τα ακόλουθα:

1) Θα πρέπει να πιστωθεί η οφειλή του τρίτου διακατόχου (η νέα βεβαίωση σε βάρος του) με το ποσό που κατέβαλε και ταυτόχρονα να γίνει διαγραφή ιδίου ποσού από την οφειλή σε βάρος του πρωτοφειλέτη (αρχική βεβαίωση), χωρίς να μείνει υπόλοιπο σε βάρος του ή θα γίνει διαγραφή ποσού από την βεβαίωση σε βάρος του
πρωτοφειλέτη, αναλύοντας το καταβληθέν από τον τρίτο διακάτοχο ποσό σε Κεφάλαιο και Προσαυξήσεις, ως εάν η καταβολή αυτή να εγίνετο από τον πρωτοφειλέτη, σύμφωνα με τα στοιχεία της βεβαίωσης.

2) Μήπως η Δ.Ο.Υ., κατά τη διενέργεια της πράξης της βεβαίωσης σε βάρος του τρίτου διακατόχου, έπρεπε να βεβαιώσει το ποσό που είχε βεβαιωθεί, σε βάρος του πρωτοφειλέτη, μαζί με τις αναλογούσες μέχρι την ημερομηνία αυτή, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, οπότε κατά την πληρωμή του ποσού από τον τρίτο διακάτοχο
δεν θα εγεννάτο το παραπάνω ερώτημα.

3) Ποία η έννοια της διενέργειας νέας βεβαίωσης σε βάρος του τρίτου διακατόχου, λαμβανομένου υπ' όψη ότι οι διατάξεις της παρ. 3 άρθρ. 5 Ν.1587/1950 είναι σαφείς, όσον αφορά την ευθύνη του τρίτου διακατόχου ακινήτου για τον οφειλόμενο Φ.Μ.Α., ενώ στην περίπτωση των διατάξεων του άρθρου 83 του Ν.Δ.118/1973, στο οποίο ορίζεται η ευθύνη του κατόχου κληρονομιαίου ακινήτου για την καταβολή του οφειλόμενου φόρου κληρονομίας, δεν απαιτείται η διενέργεια νέας βεβαίωσης σε βάρος του νέου κατόχου, αλλά επιδιώκεται η είσπραξη του οφειλόμενου φόρου με βάση την αρχική βεβαίωση.
Θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι, στην περίπτωση που ενεργείται νέα βεβαίωση σε βάρος του τρίτου διακατόχου και πιστώνεται η οφειλή του, ενώ συγχρόνως γίνεται διαγραφή από την οφειλή σε βάρος του πρωτοφειλέτη, χωρίς να μένει υπόλοιπο (χωρίς να υπολογίζονται προσ/σεις εκπρόθεσμης καταβολής σε βάρος του πρωτοφειλέτη), το Δημόσιο υφίσταται μεγάλη ζημιά από τη μη είσπραξη των προσαυξήσεων, που θα έπρεπε κανονικά να εισπραχθούν από τους υποχρέους αν η είσπραξη γινόταν σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης. Σημειώνεται, ότι σε πολλές περιπτώσεις μπορεί η πληρωμή της οφειλής από τον τρίτο διακάτοχο να γίνεται σε συνεννόηση με τον πρωτοφειλέτη για να μην καταβάλλονται στο Δημόσιο οι προσ/σεις εκπρόθεσμης καταβολής".

ΙΙ. Α. Στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν.1587/1950 "Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ' αριθμ. 1521/1950 Α.Ν. "περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων" (Φ.Ε.Κ. Α' 294), ορίζεται ότι: ".....3. Επί πέντε έτη από της ημέρας της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου ευθύνεται αλληλεγγύως μετά του αγοραστού και πας οπωσδήποτε κάτοχος του μεταβιβασθέντος περιουσιακού στοιχείου δια τον φόρον μεταβιβάσεως και τας προσαυξήσεις του άρθρου 9 του παρόντος". Στο μνημονευόμενο δε στην άνω διάταξη άρθρο 9 του ίδιου νόμου, ως προσαυξήσεις του κυρίου φόρου προσδιορίζονται αναλυτικώς οι πρόσθετοι φόροι που επιβάλλονται επί παραλείψεως υποβολής δηλώσεως, ανακριβούς και εκπροθέσμου τοιαύτης. Με την προπαρατιθεμένη διάταξη (άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.1597/1950), η οποία θεσπίσθηκε με σκοπό να εξασφαλισθεί το Δημόσιο προς είσπραξη του οφειλομένου φόρου μεταβίβασης, είναι φανερό ότι νομιμοποιείται παθητικώς στα πλαίσια της διοικητικής εκτέλεσης ο κάτοχος του ακινήτου, στον οποίο μεταβιβάσθηκε αργότερα αυτό από τον αγοραστή, για την πληρωμή του κυρίου φόρου και των προσαυξήσεων του ως άνω άρθρου 9, αλλά δεν διαλαμβάνεται σ' αυτή ο τρόπος είσπραξης της εν λόγω οφειλής από τον κάτοχο, ούτε ορίζεται εάν ο κατά του αρχικού αγοραστή υπάρχων νόμιμος τίτλος εκτελείται και κατά του κατόχου ακινήτου. Επί του παραπάνω ζητήματος ανεπτύχθησαν, τόσο στη θεωρία, όσο και στη νομολογία, διάφορες απόψεις, τελικώς δε υιοθετήθηκε από τη Διοίκηση η θέση της υπ' αριθμ. 764/1966 γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Β' Τμήμα), σύμφωνα με την οποία, για να χωρήσει διοικητική εκτέλεση κατά του οπωσδήποτε γενομένου κατόχου μεταβιβασθέντος ακινήτου, πρέπει να γίνει νέα βεβαίωση του φόρου μεταβίβασης, ως δημοσίου εσόδου (ταμειακή ή σε στενή έννοια βεβαίωση), στο όνομα του κατόχου του ακινήτου από το διώκοντα Ταμία, χωρίς παρεμβολή πλέον του Οικoνομικού Εφόρου, προς τούτο δε ο εν λόγω Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου (ήδη Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ.) θα λάβει υπόψη του το ύψος του δια του φύλλου ελέγχου (που έχει εκδοθεί στο όνομα του αρχικού αγοραστή) προσδιορισθέντος φόρου μετά των φορολογικών προσαυξήσεων (άρθρου 9 του Ν.1587/1950), εφ' όσον τούτο κατέστη οριστικό λόγω της παρόδου απράκτου της νομίμου προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων ή το τελικώς δι' αποφάσεως του εν λόγω δικαστηρίου προσδιορισθέν ποσό του φόρου, μνημονεύοντας συγχρόνως και την καθιερούσα την αλληλέγγυα και εις ολόκληρο ευθύνη του κατόχου ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν.1587/1950.
Την ως άνω θέση του Ν.Σ.Κ. υιοθετεί και η υπ' αριθμ. 84/1972 απόφαση του Αρείου Πάγου (ΝοΒ 20.636).

Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι στη συνέχεια επηκολούθησαν πολλές αποφάσεις του Αρείου Πάγου (ενδεικτικώς: 693/1973 ΝοΒ 22-181, 975/1973 Ε.Ε.Ν. 41-389, 803/1976 ΝοΒ 25-178 κ.ά.), με τις οποίες κρίθηκε ότι τίτλο εκτελεστό κατά του κατόχου του ακινήτου, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. β' του ΝΕΔΕ (και ήδη ΚΕΔΕ), αποτελεί και η για τον αρχικό αγοραστή βεβαίωση, σε συνδυασμό με την ιδιότητά του ως κατόχου του ακινήτου που προκύπτει από έγγραφα και συνεπώς είναι δυνατό, κατά τις αποφάσεις αυτές, να διενεργηθεί διοικητική εκτέλεση κατά του κατόχου εντός πενταετίας από την αρχική μεταβίβαση του ακινήτου, χωρίς την παρεμβολή του οικονομικού εφόρου και χωρίς πρόσθετη βεβαίωση από τον Ταμία στο όνομα του κατόχου.

Β. Περαιτέρω, την ερωτώσα υπηρεσία φαίνεται να προβληματίζει κυρίως το γεγονός ότι σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, από την παράλληλη κατά τα άνω ταμειακή βεβαίωση του εκ Φ.Μ.Α. χρέους σε βάρος δύο ή και περισσοτέρων προσώπων (αρχικού αγοραστή και κατόχου ή και περαιτέρω τρίτου κατόχου κ.ο.κ.) ανακύπτει το ζήτημα μέχρι πού εξικνείται η ευθύνη εκάστου αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ευθυνομένου προσώπου, στην περίπτωση κατά την οποία ο αρχικός αγοραστής επιβαρύνεται, πέραν της αμιγώς φορολογικής του υποχρέωσης, με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, ο δε κάτοχος μετά την εις βάρος του ταμειακή βεβαίωση, καταβάλλει αμέσως και χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής το χρέος, όπως αυτό προσδιορίζεται μέσα στα πλαίσια της εις ολόκληρο ευθύνης του από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν.1587/1950.
Διερωτάται, δηλαδή, η άνω υπηρεσία ποία η τύχη της οφειλής του αρχικού αγοραστή από προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής, η οποία γεννήθηκε λόγω μη πληρωμής υπ' αυτού του σε βάρος του βεβαιωμένου εκ Φ.Μ.Α. βασικού χρέους, το οποίο μετέπειτα κατέβαλε εγκαίρως ο κάτοχος του μεταβιβασθέντος ακινήτου βάσει της σε βάρος του διενεργηθείσης ταμειακής βεβαιώσεως κατά τ' ανωτέρω. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 6, όταν γίνεται είσπραξη δημοσίων εσόδων, εισπράττεται υποχρεωτικώς και η επί του καταβαλλομένου ποσού της οφειλής
αναλογούσα προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής.
Αναγκαία προϋπόθεση της έναρξης των προσαυξήσεων είναι να έχει γίνει το βασικό χρέος ληξιπρόθεσμο έπειτα από νόμιμη ταμειακή βεβαίωση (Γνωμ. Ν.Σ.Κ.441/1978 Ελλ.Δικ. 1978, 590 επ.).
Ειδικά ως προς τη φύση και το χαρακτήρα των προσαυξήσεων, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Κατά το προ του ΚΕΔΕ ισχύον δίκαιο έγινε δεκτό ότι η προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής δεν αποτελούσε ποινή ή πρόστιμο, αλλά είχε ως σκοπό να υποχρεώσει τους οφειλέτες του Δημοσίου στην εμπρόθεσμη καταβολή των χρεών τους
(Α.Π.335/1954, Θ.ΞΕ'-627 ΝοΒ 2, 799).
Σήμερα και μετά την ισχύ του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ, οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής έχουν άμεση εξάρτηση από το ταμειακό ληξιπρόθεσμο των απαιτήσεων του Δημοσίου και δεν συνάπτονται με το ληξιπρόθεσμο του ουσιαστικού (αστικού ή φορολογικού) δικαίου (Β. Παπαχρήστου, Η διοικητική εκτέλεση, σελ. 155 επ.).

Γ. Επί των ως άνω αναφυομένων ζητημάτων στο Συμβούλιο υποστηρίχθηκαν δύο απόψεις:

Κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, που απαρτίσθηκε από τους: Ε. Κορουγένη, Θ. Αμπλιανίτη, Χ. Τσεκούρα, Γ. Κρόμπα, Θ. Ρεντζεπέρη, Ε. Λουδάρο, Γ. Κατράνη, προς την οποία προσεχώρησαν και οι (άνευ ψήφου) Πάρεδροι: Π. Κιούσης, Β. Χασαπογιάννης, Α. Φυτράκης, από το αρ. 5 παρ. 3 του Ν.1521/1950 προκύπτει ότι επί μία πενταετία από την κατάρτιση του συμβολαίου ο κάτοχος του πωληθέντος ακινήτου ευθύνεται αλληλεγγύως μετά του αγοραστού. Με το άρθρο αυτό θεσπίζεται κατ' ουσία εγγυητική ευθύνη του τρίτου κατόχου, για τη διευκόλυνση της είσπραξης του φόρου, καίτοι ο κάτοχος αυτός δεν μετέσχε στην κατάρτιση του οικείου συμβολαίου. Η προφανής έννοια της διάταξης αυτής είναι ότι ο κάτοχος ευθύνεται για την εκάστοτε έκταση της φορολογικής οφειλής και ειδικότερα για τις συνέπειες εκ της μη έγκαιρης εξόφλησης της οφειλής αυτής εκ μέρους του αρχικού αγοραστού (βλ. άρ. 851 Α.Κ.). Το αντίθετο δε συνάγεται από την επίμαχη διάταξη του αρ. 5 παρ. 3 του Ν.1521/1950, η οποία αναφέρεται μεν στο φόρο μεταβίβασης και τις προσαυξήσεις του άρ. 9 του ίδιου νόμου, καθορίζοντας το περιεχόμενό της σε ευρεία έννοια (φορολογικής) βεβαίωσης, χωρίς βεβαίως να αποκλείει την ευθύνη του κατόχου και για τις ταμειακές προσαυξήσεις. Συνεπώς, εφόσον έγινε ταμειακή βεβαίωση του ως άνω χρέους (φόρος και προσαυξήσεις του αρ. 9) σε βάρος του (αρχικού) αγοραστή, όλες οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής επιβαρύνουν τόσο τον αγοραστή αυτό, όσο και τον κάτοχο, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα του τελευταίου αυτού και χωρίς να απαιτείται νέα επιβολή και βεβαίωση του φόρου σε βάρος του κατόχου. Τούτο διότι ο σχηματισθείς ως άνω νόμιμος τίτλος εκτελείται και κατά του καθ' οιονδήποτε τρόπο γενομένου κατόχου του ακινήτου, με μόνη την απόδειξη της ως άνω ιδιότητος του τρίτου ως κατόχου του ακινήτου. Περί του τελευταίου αυτού παγία είναι πλέον η νομολογία του Α.Π. (απόφ. 693/1973, 975/1973, 803/1976 κ.ά.).

Διάσπαση της συνευθύνης των ως άνω αρχικού αγοραστού και κατόχου, κατά τρόπον ώστε ο τελευταίος να ευθύνεται για τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής αλληλεγγύως με τον πρώτο (αγοραστή) μόνο κατόπιν ταμειακής βεβαιώσεως σε βάρος του της οφειλής και από το χρόνο αυτής, θα περιόριζε τη σκοπούμενη από το
νομοθέτη εγγυητική ευθύνη του κατόχου και θα παρεβίαζε τη νομοθετική βούληση. Συναφώς σημειώνεται ότι η ως άνω ορθή άποψη θεσπίζεται ήδη ρητά από το άρ. 83 του Α.Ν.118/1973, καθόσον αφορά τη συνευθύνη τρίτων κατόχων των κληρονομιαίων ακινήτων μετά των κληρονόμων ή κληροδόχων, ως προς το φόρο κληρονομίας. Κατά τη μειοψηφήσασα όμως γνώμη, που απαρτίσθηκε από τους: Π. Κυριαζή, Ε. Βολάνη και Α. Τζεφεράκο, προς την οποία προσεχώρησε και ο (άνευ ψήφου) εισηγητής - Πάρεδρος Σ. Δέτσης, για να χωρήσει διοικητική εκτέλεση κατά του οπωσδήποτε γενομένου κατόχου μεταβιβασθέντος ακινήτου πρέπει να γίνει νέα βεβαίωση του φόρου μεταβίβασης, ως δημοσίου εσόδου (ταμειακή ή σε στενή έννοια βεβαίωση) και στο όνομα του κατόχου του ακινήτου, δεδομένου ότι με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν.1587/1950, καθιερώνεται μεν η εις ολόκληρο ευθύνη του κατόχου του ακινήτου, στον οποίο μεταγενεστέρως μεταβιβάσθηκε αυτό από τον αρχικό αγοραστή, για την πληρωμή του βεβαιωθέντος Φ.Μ.Α., δεν παρέπεται όμως εξ αυτού ότι ο στο όνομα του αρχικού αγοραστή υπάρχων νόμιμος τίτλος βεβαιώσεως μπορεί να εκτελεσθεί και κατά του κατόχου, διότι περί αυτού ουδέν διαλαμβάνει η εν λόγω διάταξη. Αλλωστε, εκείνο όπου ο νομοθέτης ηθέλησε όπως, ο υπάρχων σε βάρος κάποιου από τους εις ολόκληρο ευθυνομένους οφειλέτες νόμιμος τίτλος εκτελείται και κατά των λοιπών οφειλετών όρισε τούτο ρητώς όπως στην περίπτωση του άρθρου 920 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία: "Με βάση τον εκτελεστό τίτλο κατά της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση και κατά των ομορρύθμων εταίρων", ευθυνομένων, ως γνωστόν, εις ολόκληρο μετά του νομικού προσώπου της εταιρίας (άρθρο 22 Εμπ. Νόμου) και στην περίπτωση του άρθρου 83 του Ν.Δ.118/1973 "Περί Κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών προικών και κερδών εκ λαχείων", κατά το οποίο οι δυνάμει συμβάσεως τελευταίοι κάτοχοι κληρονομιαίων ακινήτων είναι αλληλεγγύως υπεύθυνοι μετά των κληρονόμων και κληροδόχων δια την πληρωμήν του βαρύνοντος αυτά φόρου, που έχει βεβαιωθεί βάσει του δια τον κληρονόμο ή κληροδόχο αποκτηθέντος τίτλου, που ισχύει και ως προς τον τελευταίο κάτοχο, ως προς τη δίωξη αυτού προς είσπραξη του φόρου. Ενόψει των προεκτεθέντων καθίσταται σαφές, πάντα κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη, ότι η αλληλέγγυα και εις ολόκληρο ευθύνη, που καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν.1587/1950 για τον κάτοχο του μεταβιβασθέντος από τον αρχικό αγοραστή ακινήτου, αναφέρεται μόνο στη βασική φορολογική υποχρέωση και στην έκταση, που προσδίδει σ' αυτή την υποχρέωση η ίδια διάταξη, που ομιλεί για αλληλέγγυα ευθύνη του κατόχου "....δια τον φόρον μεταβιβάσεως και τας προσαυξήσεις του άρθρου 9 του παρόντος......".

Γίνεται, δηλαδή, φανερό ότι ο φορολογικός νομοθέτης ηθέλησε η αλληλέγγυα και εις ολόκληρο ευθύνη του κατόχου να καταλαμβάνει μόνο τη φορολογική (σε ευρεία έννοια) βεβαιωμένη απαίτηση του Δημοσίου.
Και τούτο ευλόγως, διότι με τη διενέργεια στη συνέχεια ταμειακής βεβαίωσης και στο όνομα του κατόχου προς δημιουργία τίτλου εκτελέσεως σε βάρος του, η έκταση της ευθύνης του κάθε προσώπου είναι πλέον απόρροια της ιδικής του συμπεριφοράς (βλ. και άρθρο 486 Α.Κ.), αφού η εμπρόθεσμος, μετά την ταμειακή βεβαίωση, εξόφληση του βασικού χρέους δεν επιβαρύνει αυτό με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.

Συνεπώς, στην περίπτωση του τεθέντος ερωτήματος, η εκ μέρους του κατόχου μεταβιβασθέντος ακινήτου καταβολή της βασικής οφειλής, μετά την επ' ονόματί του γενομένη ταμειακή βεβαίωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν.1587/1950, δεν απαλλάσσει τον αρχικό αγοραστή από την υποχρέωση καταβολής των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, που αναλογούν στην επ' ονόματί του αρχικώς γενομένη ταμειακή βεβαίωση της βασικής οφειλής, δεδομένου ότι για την καταβολή αυτών η ευθύνη του παραμένει ακέραιη, ως απόρροια της αδυναμίας του να εξοφλήσει εμπροθέσμως το επ' ονόματί του βεβαιωθέν χρέος από λόγους αναγομένους αποκλειστικώς και μόνο στο πρόσωπό του.

ΙΙΙ. Ενόψει, συνεπώς των προεκτεθέντων, στο τιθέμενο ερώτημα το Ν.Σ.Κ. (Δ' Τμήμα), κατά πλειοψηφία, εγνωμοδότησε ότι, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν.1587/1950, για τη δίωξη παντός περαιτέρω κατόχου μεταβιβασθέντος ακινήτου προς είσπραξη της επ' ονόματι του αρχικού αγοραστή βεβαιωθείσης οφειλής, δεν απαιτείται νέα βεβαίωση και επ' ονόματι του κατόχου, αρκούντος για τη νομιμότητα της κατ' αυτού διοικητικής εκτελέσεως του υπάρχοντος επ' ονόματι του αρχικού αγοραστή τίτλου βεβαιώσεως, η αλληλέγγυα δε και εις ολόκληρο ευθύνη του κατόχου καλύπτει, πέραν της αμιγώς φορολογικής οφειλής και το σύνολο των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος του πρωτοφειλέτη - αρχικού αγοραστή.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο