Δημοσιεύθηκε στις : [ 23-05-2011 ]

ΣτΕ αριθ. 2024/2010 Τα αναφερόμενα στο άρθρο 14 του Ν.2523/1997 μέτρα, τα οποία επιβάλλονται όταν η Φορολογική Αρχή διαπιστώσει παράβαση συνισταμένη στη λήψη και χρήση εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην έκδοση εικονικών ή πλαστών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση φορολογικών στοιχείων και αίρονται κατά τους όρους των παραγράφων 5 και 6, σκοπούν στο να εξασφαλισθεί η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού από τις σχετικές πράξεις επιβολής φόρων κ.λπ., μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων.

(Τα αναφερόμενα στο άρθρο 14 του Ν.2523/1997 μέτρα, τα οποία επιβάλλονται όταν η Φορολογική Αρχή διαπιστώσει παράβαση συνισταμένη στη λήψη και χρήση εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην έκδοση εικονικών ή πλαστών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση φορολογικών στοιχείων και αίρονται κατά τους όρους των παραγράφων 5 και 6, σκοπούν στο να εξασφαλισθεί η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού από τις σχετικές πράξεις επιβολής φόρων κ.λπ., μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων.)

Κατηγορία: Είσπραξη δημοσίων Εσόδων

Αριθμός 2024/2010
TO ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 12 Μαΐου 2010 με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Μ. Σταματελάτου- Μπεριάτου, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, I. Σύμπλης, I. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 29 Οκτωβρίου 2008 αίτηση: του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και ήδη Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Μαρία-Λουϊζα Μπακαλάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του Ι.Μ., κατοίκου Κηφισιάς Αττικής (οδός E..... αρ. ...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Δημ. Κούτσικα (A.M. 12202), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 999/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου I. Δημητρακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 999/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 13.861/2006 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη αυτή απόφαση ακυρώθηκε, κατ' αποδοχή προσφυγής του αναιρεσίβλητου, η σιωπηρή απόρριψη από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών της από 22.6.2005 αίτησης του ήδη αναιρεσίβλητου για άρση των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και τα οποία είχαν επιβληθεί σε βάρος του με την 14252/6.5.2005 πράξη της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς.

3. Επειδή, στο άρθρο 14 του Ν. 2523/1997 (Α' 179), το οποίο επιγράφεται «Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής», ορίζονται τα εξής:
«1. Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί στο Δημόσιο ποσό πάνω από πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές απά Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου θυρίδων του φορολογουμένου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών. Το παραπάνω ποσό μπορεί να αυξομειώνεται με αποφάσεις του Υπουργού οικονομικών, που εκδίδονται το βραδύτερο μέχρι 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους. Οι κυρώσεις αυτής της παραγράφου επιβάλλονται και στους φορολογούμενους στους οποίους έχουν επιβληθεί τα πρόστιμα των τρίτου και τέταρτου εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 4. Τα παραπάνω μέτρα λαμβάνονται και για τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 του άρθρου 20 του παρόντος νόμου.

2. Αντίγραφο της πιο πάνω ειδικής έκθεσης ελέγχου υποβάλλεται από την αρχή που τη συνέταξε στη Διεύθυνση Σχεδιασμού και Συντονισμού Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία υποχρεώνεται να ενημερώσει με οποιονδήποτε τρόπο όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα. Οι ανωτέρω υπηρεσίες και οι φορείς από της ενημερώσεως τους υποχρεώνονται να εφαρμόσουν αμέσως τις απαγορεύσεις και δεσμεύσεις της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση.

3. Η ενέργεια αυτή της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Συντονισμού Φορολογικών Ελέγχων κοινοποιείται συγχρόνως και στο φορολογούμενο με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορεί μέσα σε ένα (1) μήνα από την ειδοποίησή του να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό οικονομικών την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων. Ο Υπουργός Οικονομικών αποφαίνεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή της αίτησης. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται η κατά τον Κ.Φ.Δ. προσφυγή.

4. Κατ' εξαίρεση των όσων ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά, όταν ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλλει ποσό πάνω από εβδομήντα τοις εκατό (70%) των προς απόδοση στο Δημόσιο ποσών από Φ.Π.Α., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη, εισφορές και των νόμιμων προσαυξήσεων αυτών και προστίμων. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου ο υπόχρεος φορολογούμενος υποβάλει σχετική αίτηση στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ο οποίος υποχρεώνεται μέσα σε δύο (2) μήνες να εκδώσει προσωρινή ή μερική καταλογιστική πράξη. Η άσκηση προσφυγής κατά της πράξης αυτής δεν αίρει την ισχύ των μέτρων που έχουν ληφθεί. Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί τα προσωρινά φύλλα - ελέγχου ή οι προσωρινές πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με αυτό το άρθρο αίρονται αυτοδικαίως.».

Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Ν. 2992/2002 (Α' 54) ορίζεται ότι «Μετά το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α') προστίθενται δύο νέα εδάφια που έχουν ως εξής: "Επίσης οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανομένη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Για τον προσδιορισμό του ορίου του προηγούμενου εδαφίου από παραβάσεις που διαπράχθηκαν μέχρι 31.12.2001 τα ποσά που εμφανίζονται στα πλαστά, εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία σε δραχμές μετατρέπονται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία δραχμής και ευρώ, στρογγυλοποιούμενα στην πλησιέστερη προς τα κάτω μονάδα."» (παρ. 6) και ότι «Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997 προστίθεται νέο εδάφιο, που έχει ως εξής: "Ειδικά για τις περιπτώσεις του πέμπτου εδαφίου [της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού] τα μέτρα ] αίρονται υποχρεωτικά όταν ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλλει το 100% του τελικού ποσού του οικείου προστίμου που επιβλήθηκε σε αυτόν κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 και 9 του Ν. 2523/1997."» (παρ. 7).

Με την παρ. 1 του άρθρου 27 του Ν. 3296/2004 (Α' 253), το ως άνω άρθρο 14 του ν. 2523/1997 αντικαταστάθηκε ως εξής: «1. Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί συνολικά στο Δημόσιο ποσό πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ ί από Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών. Οι δεσμεύσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται για ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων. Οι κυρώσεις της παραγράφου αυτής επιβάλλονται και στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών, πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανομένη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ. Κατ' εξαίρεση οι ανωτέρω κυρώσεις δεν επιβάλλονται στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων στην περίπτωση που η εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη. Επίσης οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και στους φορολογούμενους στους οποίους έχουν επιβληθεί τα πρόστιμα των τρίτου και τέταρτου εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 4.

2. [...]

3. Η αρμόδια για την έκδοση των οικείων καταλογιστικών πράξεων των φόρων, τελών και εισφορών ή των αποφάσεων επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων φορολογική αρχή, υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα. Οι ανωτέρω υπηρεσίες και οι φορείς από της ενημερώσεώς τους υποχρεούνται να εφαρμόσουν αμέσως τις απαγορεύσεις και δεσμεύσεις της παραγράφου 1, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση ενημερώνοντας την αρμόδια για την επιχείρηση Δ.Ο.Υ.

4. Η ενέργεια αυτή της φορολογικής αρχής κοινοποιείται με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου συγχρόνως και στη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στο φορολογούμενο στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών μέσω της αρμόδιας για την έκδοση των πράξεων φορολογικής αρχής, την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων. Κατά της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

5. Στις περιπτώσεις που επιτυγχάνεται διοικητική επίλυση ή δικαστικός συμβιβασμός ή κατ' άλλο τρόπο διοικητική περαίωση της φορολογικής διαφοράς και αφορά το συνολικό ποσό των οικείων φόρων, τελών και εισφορών, μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, αίρεται περιοριστικά και μόνον η δέσμευση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1. Η άρση της δέσμευσης του προηγούμενου εδαφίου παύει να ισχύει σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής δύο (2) συνεχόμενων εκ των προβλεπόμενων δόσεων του ως άνω οφειλόμενου ποσού. Για την εφαρμογή της διάταξης του πρώτου εδαφίου ο υπόχρεος φορολογούμενος υποβάλλει σχετική αίτηση στον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής αρχής, ο οποίος υποχρεούται μέσα σε δύο (2) μήνες να εκδώσει τις οικείες καταλογιστικές πράξεις. Η άσκηση προσφυγής κατά των πράξεων αυτών δεν αίρει την ισχύ των μέτρων που έχουν ληφθεί. Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί οι οικείες καταλογιστικές ττράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με αυτό το άρθρο αίρονται αυτοδικαίως.

6. Τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά στο σύνολο τους εφόσον ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλει ποσό πάνω από εβδομήντα τοις εκατό (70%) του συνόλου των οφειλόμενων οικείων ποσών φόρων, τελών και εισφορών μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Σε κάθε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού η αρμόδια φορολογική αρχή υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο τη Διεύθυνση Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα.

7. Τα ποσά και τα ποσοστά που ορίζονται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 6 μπορούν να αυξομειώνονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται το βραδύτερο μέχρι 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους.».

Τέλος, με την παρ. 2 του αυτού άρθρου 27 του Ν. 3296/2004 ορίζεται ότι «Οι διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997, όπως αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για τις υποθέσεις για τις οποίες έχουν συνταχθεί ειδικές εκθέσεις ελέγχου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου και δεν έχουν ληφθεί τα μέτρα που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο. Οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του ανωτέρω άρθρου και νόμου εφαρμόζονται και για τις υποθέσεις για τις οποίες έχουν ήδη ληφθεί τα παραπάνω μέτρα.».

(ί) Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 (παρ. 6 και 7) του Ν. 2992/2002 και, στη συνέχεια, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του Ν. 3296/2004, σε περίπτωση διαπίστωσης από τη φορολογική αρχή, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, φορολογικής παράβασης συνιστάμενης, μεταξύ άλλων, στη λήψη και χρήση εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην έκδοση εικονικών ή πλαστών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση φορολογικών στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενη κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το οριζόμενο στο νόμο ποσό, επιβάλλονται στους παραβάτες τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 μέτρα, τα οποία αίρονται κατά τους όρους των παραγράφων 5 και 6. Όπως προκύπτει τόσο από τον τίτλο του ανωτέρω άρθρου 14 όσο και από το περιεχόμενο των μέτρων αυτών και τη μερική ή ολική άρση τους στις οριζόμενες στο νόμο περιπτώσεις διοικητικής περαίωσης της διαφοράς ή πληρωμής άνω του 70% του συνόλου των οφειλόμενων ποσών, τα εν λόγω μέτρα σκοπούν στο να εξασφαλισθεί η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ' αυτού από τις σχετικές πράξεις επιβολής φόρων κ.λπ., μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων (πρβλ. ΣτΕ 2797/2009 επταμ.). Ως τέτοια, τα ανωτέρω μέτρα, παρά το νομοθετικό χαρακτηρισμό τους και ως κυρώσεων, δεν έχουν γνήσιο κυρωτικό χαρακτήρα ούτε, άλλωστε, προσλαμβάνουν τέτοιο χαρακτήρα λόγω του ότι ενδέχεται να κατατείνουν και στη συμμόρφωση των παραβατών προς τις σχετικές καταλογιστικές πράξεις που εκδίδονται σε βάρος τους. Περαιτέρω, εφόσον δεν είναι δυσανάλογα προς τον προαναφερόμενο σκοπό τους, τα ίδια μέτρα περιορίζουν θεμιτά την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του καθού και επιτρεπτώς επιβάλλονται αναδρομικά, δηλαδή σε σχέση με αποδιδόμενες παραβάσεις που ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της θέσπισης της ανωτέρω ρύθμισης, χωρίς να παραβιάζεται εντεύθεν η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία δεν προστατεύει του ς παραβάτες της φορολογικής νομοθεσίας από τη λήψη τέτοιων μέτρων εξασφάλισης της πληρωμής των οφειλών τους και του δημοσίου συμφέροντος.

5. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και η από 1.4.2004 Ειδική Έκθεση ελέγχου του 9ου ΤΕΚ, προκύπτουν τα εξής:

Μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στην επιχείρηση του ήδη αναιρεσίβλητου, με αντικείμενο εργασιών την εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων, διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση αυτή, για τις χρήσεις 1993, 1994 και 1995, έλαβε εικονικά και πλαστά/νοθευμένα φορολογικά στοιχεία, η συνολική καθαρή αξία των οποίων υπερέβαινε τα όρια του εδαφίου δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Ν. 2523/1997, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το Ν. 3296/2004. Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, με την 14252/6.5.2005 πράξη της Προϊσταμένης της Δ.Ο. Υ. Κηφισιάς λήφθηκαν σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Με την από 22.6.2005 αίτησή του, ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε την άρση των ανωτέρω μέτρων, αλλά το αίτημα του απορρίφθηκε σιωπηρά με την άπρακτη πάροδο της προβλεπόμενης δεκαπενθήμερης προθεσμίας. Κατά της σιωπηρής αυτής άρνησης ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 21.10.2005 προσφυγή, που έγινε δεκτή με την 13.861/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 6 του Ν. 2992/2002, κατ' επίκληση των οποίων είχαν ληφθεί τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα, αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης στο μέτρο που εφαρμόζονται και για παραβάσεις που διαπράχθηκαν πριν από την 20.3.2002, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, και, περαιτέρω, ακυρώθηκε η ως άνω σιωπηρή άρνηση καθώς και η θεωρηθείσα ως συμπροσβαλλόμενη 1065110/12650/ΔΕ-Γ722.3.2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία απορρίφθηκε ρητώς το προαναφερόμενο αίτημα του αναιρεσίβλητου.

Με την έφεσή του κατά της προαναφερόμενης απόφασης, το Δημόσιο προέβαλε ότι η ως άνω κρίση του Πρωτοδικείου δεν είναι νόμιμη, δεδομένου ότι πρόκειται όχι για φορολογικές κυρώσεις αλλά περί μέτρων διασφάλισης των συμφερόντων του, τα οποία μπορούν να επιβληθούν ακόμα κι αν δεν προβλέπονταν κατά το χρόνο τέλεσης των παραβάσεων.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού με αυτήν κρίθηκαν τα εξής:
«Τα μέτρα [του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2523/1997] έχουν το χαρακτήρα διοικητικών κυρώσεων, γιατί αποσκοπούν όχι μόνο στη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, αλλά και στη συμμόρφωση των παραβατών. Η λήψη των εν λόγω μέτρων περιορίζει σημαντικά την οικονομική ελευθερία και επαγγελματική δραστηριότητα του υπόχρεου φορολογούμενου, αφού απαγορεύεται η κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, αναστέλλεται, έναντι του Δημοσίου, το απόρρητο των καταθέσεων κ.λπ. και δεσμεύεται το 50% αυτών. Ενόψει, όμως, του ότι από τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 16 του ν. 2992/2002 συνάγεται ευθέως ότι τα μέτρα αυτά λαμβάνονται και για παραβάσεις που διεπράχθησαν σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου έναρξης ισχύος της (δηλαδή πριν από τις 20.3.2002) η διάταξη αυτή, στο βαθμό που προσδίδει αναδρομική ισχύ στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997, αντίκειται στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, που αποτελεί κριτήριο για τη συνταγματικότητα των νομοθετικών ρυθμίσεων [...], γιατί επιφέρει απρόβλεπτη ανατροπή καταστάσεων, εννόμων σχέσεων και δικαιολογημένων προσδοκιών του φορολογούμενου, βάσει των οποίων αυτός έχει προγραμματίσει και υλοποιήσει την οικονομική και επαγγελματική του ελευθερία.».

6. Επειδή, σύμφωνα με τα κριθέντα στη σκέψη 4 της παρούσας απόφασης, η προαναφερόμενη κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, η δε υπόθεση, που χρήζει διευκρίνισης κατά το πραγματικό της, πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, για νέα νόμιμη κρίση.

Δια ταύτα

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.

Αναιρεί την 999/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

H διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Ιουνίου 2010.



Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος
Ε.Γαλανού

Η Γραμματέας
Α. Ζυγουρίτσα


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο