Δημοσιεύθηκε στις : [ 10-03-2010 ]

Άρειος Πάγος Απόφαση 488/2010 Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων - άρθρο 19 Ν. 2523/1997. 1) Με το άρθρο 2 § 8 του Ν. 2954/ 2001 προστέθηκε στην ως άνω § 10 του άρθρου 21 του Ν.2 523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 Ν. 2523/1997 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 § 1 ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2-11-2001. 2) Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Απορρίπτει αίτηση

(Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων - άρθρο 19 Ν. 2523/1997. 1) Με το άρθρο 2 § 8 του Ν. 2954/ 2001 προστέθηκε στην ως άνω § 10 του άρθρου 21 του Ν.2 523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 Ν. 2523/1997 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 § 1 ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2-11-2001. 2) Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Απορρίπτει αίτηση)

Κατηγορία: Κ.Β.Σ.

Απόφαση 488 / 2010   

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.


Περίληψη:
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων - άρθρο 19 Ν. 2523/1997. 1) Με το άρθρο 2 § 8 του Ν. 2954/ 2001 προστέθηκε στην ως άνω § 10 του άρθρου 21 του Ν.2 523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 Ν. 2523/1997 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 § 1 ΠΚ και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2-11-2001. 2) Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Απορρίπτει αίτηση.


ΑΡΙΘΜΟΣ 488/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 9081/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1382/2009.


Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 πα. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν έχει εκ του νόμου, τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην ως άνω διάταξη, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν παύει την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά επιβάλλει για την παραγραφείσα πράξη ποινή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 9081/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε δεύτερο βαθμό για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ο συνήγορος τούτου προέβαλε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η πράξη ως άνω που φέρεται τελεσθείσα την 9.5.2000 έχει παραγραφεί καθόσον από τον εν λόγω χρόνο μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό την 20-6-2008 και κατ' έφεση την 18.5.2009, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών, ήτοι ο χρόνος των πέντε ετών της παραγραφής της και των τριών ετών της αναστολής της παραγραφής αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διέλαβε σχετικώς, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων ομοίων προς τις ανωτέρω εκτεθείσες ως προς το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής του συγκεκριμένου εγκλήματος, τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, διαπιστώθηκε στις 27-9-2006, καθόσον, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2746/2006 έκθεση ελέγχου των αρμοδίων οργάνων της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων Κεντρικής Μακεδονίας ο έλεγχος αυτός συντάχθηκε στις 9-11-2006, ελέγχθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ανωτέρω Υπηρεσίας στις 29-11-2006 και θεωρήθηκε απέ τον αρμόδιο προϊστάμενο της εν λόγω υπηρεσίας στις 4-12-2006. Με βάση το δεδομένα αυτά, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη της παρούσας, από το χρόνο της θεώρησης της έκθεσης ελέγχου της ανωτέρω Υπηρεσίας (4-12-2006) άρχισε τρέχουσα η πενταετής παραγραφή της πράξης αυτής, η οποίο όμως παραγραφή, όπως προκύπτει από το σε χρήση ημερολόγιο, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την 20-6-2008, οπότε ο κατηγορούμενος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, όπου εκδικάστηκε η υπόθεση του και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα. Κατά συνέπεια, η σχετική περί παραγραφής ένσταση του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Περαιτέρω, από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, και την ένσταση που υποβλήθηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στη ... στις 09-05-2000, ο ..., ο οποίος εμφανίζονταν, ως διατηρών ατομική επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας "γενικό εμπόριο", με έδρα επί της οδού ... στη ..., εξέδωσε το υπ' αριθμ. 5/09.05.2000 τιμολόγιο πώλησης ενδοκοινοτικών παραδόσεων (αθεώρητο), καθώς, επίσης, και το ταυτάριθμο δελτίο αποστολής τιμολογίου (θεωρημένο), που χρησιμοποιήθηκε ως συνοδευτικό δελτίο αποστολής στο όνομα ... για το ποσό των 4.212 τότε Γερμανικών Μάρκων και ήδη 12.153,56 ΕΥΡΩ. Στην πραγματικότητα, όμως τα προαναφερθέντα φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά, αφού αφορούσαν ανύπαρκτη συναλλαγή (και δη τη δήθεν προμήθεια φιαλών και μεταλλικών νερών), ο φερόμενος δεως εκδότης τους ουδέποτε ενεργοποιήθηκε επιχειρηματικά και η επ' ονόματι του ατομική επιχείρηση ποτέ δεν απέκτησε πραγματική υπόσταση συσταθείσα για την ανάπτυξη έννομης δραστηριότητας και μόνο. Ο κατηγορούμενος [...] ήταν υποκρυπτόμενο πρόσωπο, ήτοι πρόσωπο που η δική του δραστηριότητα εκαλύπτετο υπό την εικονικήτου ..., το οποίο δρώντας από κοινού με αυτόν ενήργησε ως συναυτουργός στην έκδοση των ως άνω εικονικών φορολογικών στοιχείων. Τα ανωτέρω στοιχεία ήταν εικονικά, ως εκδοθέντα για ανύπαρκτες συναλλαγές και από ατομική επιχείρηση που λειτούργησε μόνο τύποις καιυφίστατο μόνο προκειμένου να εκδίδει εικονικά τιμολόγια, σκοπός δε των κατηγορουμένων ήταν να αποστερήσουν το Δημόσιο από την είσπραξη δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων κατά παράβαση των διατάξεων περί λαθρεμπορίας. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, σύμφωνα με το διατακτικό".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, (φερομένου ως τελεσθέντος την 9-5-2000), που είναι εκείνη της χρονολογίας θεωρήσεως του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της Αρχής που διενήργησε τον έλεγχο, για την οποία δέχθηκε περαιτέρω ότι έλαβε χώρα την 4-12-2006, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προπαρατέθηκαν, απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμό και συνεπώς, με το να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα για την ως άνω πράξη που κατηγορείτο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, ο οποίος, μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω περί παραγραφής προβληθέντος ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και ειδικότερα διότι, "ενώ στο αιτιολογικό δέχεται ως χρόνο τελέσεως του εγκλήματος την 9-5-2000,με χρονική αφετηρία της παραγραφής στις 4-12-2006, στο διατακτικό της αντιφατικά δέχεται επί πλέον, ως χρονική αφετηρία της παραγραφής αναφέρει την 3-4-2007, ως ημερομηνία θεωρήσεως του πορίσματος", ενώ πάλιν ως χρόνο τελέσεως σημειώνει την 9-5-2000, οπότε στις 18-5-2009 που εκδικάσθηκε η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, είχε συμπληρωθεί η οκταετία της παραγραφής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, άλλος είναι ο χρόνος τελέσεως του εν λόγω εγκλήματος (9-5-2000) και άλλος ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής , που είναι, κατά το αιτιολογικό η 4-12-2006, ως ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου από 29-11-2006 πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της Αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Η αναγραφή δε στο διατακτικό της 3-4-2007, ως ημερομηνίας θεωρήσεως του πορίσματος του οικείου φορολογικού ελέγχου, που όμως είναι απλώς ημερομηνία υποβολής του πορίσματος και της δικογραφίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης από τη Διεύθυνση Δικαστικού της Περιφερειακής Διευθύνσεως Κεντρικής Μακεδονίας, όπως αυτό προκύπτει από την επισκόπηση των 4566/3-4-2007 και του 5966/3-4-2007 αναγνωσθέντων διαδικαστικών υπηρεσιακών εγγράφων, οφείλεται προφανώς σε παραδρομή και ουδεμία εκ τούτου ασάφεια δημιουργείται, αφού από το σύνολο των άνω παραδοχών συνάγεται ότι χρόνος ενάρξεως της παραγραφής είναι η 4-12-2006, που ορίζεται στο σκεπτικό. Σε κάθε περίπτωση, οποιοσδήποτε από τους δύο αυτούς χρόνους θεωρήσεως του πορίσματος και αν εκληφθεί ως αφετηρία της παραγραφής, δε συμπληρούται σύμφωνα με το εν χρήσει ημερολόγιο, ούτε ο πενταετής χρόνος της παραγραφής κατά τα παραπάνω και ορθά ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε ως ευμενέστερη και ειδική η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 β του ν. 2523/1997 για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής του υπό κρίση εγκλήματος της φοροδιαφυγής με έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων και όχι οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ και επαρκώς αιτιολογημένα απορρίφθηκε η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένσταση παραγραφής και η προσβαλλόμενη απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε ΚΠοινΔ ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης 9081/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος για φοροδιαφυγή με έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν ορισμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται και η 2746/2006 έκθεση ελέγχου των αρμοδίων οργάνων της υπηρεσίας ειδικών ελέγχων Κεντρικής Μακεδονίας. Η έκθεση όμως αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του προβαλλομένου σχετικού λόγου αναιρέσεως, είναι διαδικαστικό έγγραφο, υποβληθέν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με την υποβολή της με αριθ. πρωτ. 4566/ΤΔΙΚ/2746/06 και 2761/06/ 3-4-2007 μηνυτήριας αναφοράς και της σχηματισθείσας σε βάρος του κατηγορουμένου δικογραφίας από το Τμήμα Δικαστικού της Περιφερειακής Διευθύνσεως Κεντρικής Μακεδονίας και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή της στο ακροατήριο, ο δε αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωμένος ο διευθύνων τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αποριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-9-2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της 9081/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Παπαδημητριου
Up
Close
Close
Κλείσιμο