Δημοσιεύθηκε στις : [ 23-01-2009 ]

Άρειος Πάγος Απόφαση 189/2009 Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ. Συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων. Ερημοδικία τριών διαδίκων. Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη γι’ αυτούς, μετά την απόρριψη αιτήματος αναβολής. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την θέση και την ευθύνη του αναιρεσείοντος (προέδρου του ΔΣ) στην ανώνυμη εταιρεία για την καταβολή των εισφορών. Απορρίπτει αναίρεση

(Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ. Συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων. Ερημοδικία τριών διαδίκων. Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη γι’ αυτούς, μετά την απόρριψη αιτήματος αναβολής. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την θέση και την ευθύνη του αναιρεσείοντος (προέδρου του ΔΣ) στην ανώνυμη εταιρεία για την καταβολή των εισφορών. Απορρίπτει αναίρεση)

Κατηγορία: Ασφαλιστικά - ΙΚΑ - ΤΕΒΕ - Λοιπά (ΠΡΟ ΕΦΚΑ)

Απόφαση 189 / 2009

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση ασφαλιστικών εισφορών, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ανώνυμη εταιρία.


Περίληψη
Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ. Συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων. Ερημοδικία τριών διαδίκων. Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη γι’ αυτούς, μετά την απόρριψη αιτήματος αναβολής. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την θέση και την ευθύνη του αναιρεσείοντος (προέδρου του ΔΣ) στην ανώνυμη εταιρεία για την καταβολή των εισφορών. Απορρίπτει αναίρεση.


Αριθμός 189/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη- Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο και 4. Χ4, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Φωτεινή Μαυρίδου, περί αναιρέσεως της 1891/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Απριλίου 2008 και 29 Απριλίου 2008 χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 877/2008.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι από 18 Απριλίου 2008, τρεις αυτοτελείς αιτήσεις αναίρεσης των τριών πρώτων αναιρεσειόντων και β) να απορριφθεί ως αβάσιμη εκείνη του τετάρτου των αναιρεσειόντων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες 1) 28/18-4-2008, 2) 30/18-4-2008, 3) 29/18-4-2008 και 4) από 29/4/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3, και δ) Χ4, αντίστοιχα, για αναίρεση της 1891/07.02.2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι για παράβαση του Α.Ν 86/67, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

IΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 του ΚΠΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο, όμως μόνο σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Σχινάς και υπέβαλε, για λογαριασμό των αναιρεσειόντων Χ1, Χ2 και Χ3, αίτημα αναβολής, για το λόγο ότι, "η πληρεξούσια δικηγόρος αυτών Ιωάννα Βοζίκη, δικηγόρος Θεσσαλονίκης δεν κατάφερε να ταξιδέψει από τη ..... λόγω κακοκαιρίας". Το αίτημα αυτό, πρέπει να απορριφθεί, λαμβανομένης υπόψη και της δηλώσεως της παριστάμενης, για λογαριασμό του αναιρεσείοντος Χ4, δικηγόρου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Μαυρίδου, η οποία είπε, ότι "και η ίδια ταξίδεψε από τη ..... για να παραστεί σήμερα στο Δικαστήριο και δεν συναινεί στην αναβολή συζητήσεως της υπόθεσης".

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, αποδεχόμενο σχετικό αίτημα ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση ακόμη και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Αν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται (514 εδ.α.ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία α) 13/6/2008 και 19/6/2008, αποδεικτικά επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..... και από το 9/5/2008 αποδεικτικό επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ....., β) από 13/6/2008 και 25/6/2008 αποδεικτικά επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..... και της Δικαστικής Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ....., αντίστοιχα, και γ) από13/6/2008 αποδεικτικό επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ....., οι αναιρεσείοντες α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, αντίστοιχα, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν δια του συνηγόρου τους στην αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση (5/12/2008). Αυτοί όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συνεδρίαση αυτή, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως αυτών, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν αυτοί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του ΑΝ 1846/1951, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, εκ της ασκήσεως επιχείρησης, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου, και, αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών, ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Κατ' ακολουθία αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων. Ειδικότερα πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας - εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως- και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Δεν αποτελεί, όμως, στοιχείο προς θεμελίωση τη αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί, και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση όμως της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος , δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. IV. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1891/2008 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "... Στη ..... κατά το χρονικό διάστημα από 1η/3/2003 έως και 1η/5/2005 οι κατηγορούμενοι Χ1 (1ος) και Χ4 (3ος) ως εργοδότες και δη Διευθύνων Σύμβουλος και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, αντίστοιχα, της ενταύθα εδρεύουσας επιχείρησης Γυμναστηρίου με την επωνυμία "ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ Α.Ε." δεν προέβησαν για το προσωπικό που απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2003 έως και Μάρτιο του 2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην ως άνω επιχείρηση στην καταβολή προς το ΙΚΑ ήτοι στον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υποχρεωτικά κάλυπτε ασφαλιστικά το προσωπικό αυτό των ασφαλιστικών εισφορών (ΠΕΕ 489/2005) συνολικού ποσού 180.177,22 ευρώ καθόσον, ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση να καταβάλουν τις βαρύνουσες αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές), ποσού 120.518,15 ευρώ και ενώ παρακράτησαν τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (εργατικές), ποσού 60.259,07 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στον παραπάνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλλαν μέσα σ'ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και ανά πρώτη ήμερα των εφεξής μηνών και έτσι έγιναν υπαίτιοι υπεξαίρεσης των ποσών αυτών, πράξεις για τις οποίες πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Περαιτέρω από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από τον Απρίλιο 2005 μέχρι και Μάιο 2005 οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, δεν είχαν την ιδιότητα του εργοδότη της άνω επιχείρησης, καθόσον κατά τους δύο αυτούς μήνες Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρίας, υπεύθυνοι για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της ήταν οι κατηγορούμενοι Χ2 (2ος) και Χ3 (4ος),αντίστοιχα ...". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, Χ4, καθώς και τον συγκατηγορούμενό του Χ1 του ότι στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ως εργοδότες, με την έννοια των νομίμων εκπροσώπων της πιο πάνω αναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, πρόεδρος της οποίας ήταν ο αναιρεσείων, "καθυστέρησαν την αγορά των ενσήμων για καταβολή εισφοράς των μισθωτών που απασχόλησε κατά την χρονική περίοδο από 1°/03 μέχρι και 3°/05 (ΠΕΕ ή ΚΔ 489/05) ύψους 180.777,22 ευρώ στην επιχείρηση του σε εξαρτημένη με αμοιβή εργασία, προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ δηλ. στον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπάγονταν στο Υπουργείο Υγείας - Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προς το οποίο έπρεπε να καταβάλουν για την ασφαλίσει του προσωπικού τις παρακάτω εισφορές (μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία) τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις, δηλαδή: Α) ενώ είχαν νόμιμη υποχρέωση, να καταβάλουν τις βαρύνουσες αυτούς τους ίδιους ασφαλιστικές εισφορές (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ) ύψους 120.516,15 € δεν τις κατέβαλαν στον ανωτέρω Οργανισμό μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές. Β) ενώ παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ύψους 60.259,07 € με σκοπό να τις αποδώσουν στον παραπάνω Οργανισμό δεν τις κατέβαλαν αυτές μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και έτσι έγιναν υπαίτιοι για υπεξαίρεση του ποσού αυτού ...". Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων (όπως και ο συγκατηγορούμενός του Χ1), κρίθηκε ένοχος των δύο πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ.1 του ΠΚ και 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951, που κυρώθηκε από τον Ν.2113/52 και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών και χρηματική ποινή χιλίων ευρώ, για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως 14 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, καθώς και συνολική χρηματική ποινή 1400 ευρώ.

V. Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", και ήταν υπόχρεος, για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της ανώνυμης αυτής εταιρείας που απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2003 έως και Μάρτιο του 2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως συνάγεται και από την παραδοχή αυτής, ότι δεν είχε την υποχρέωση αυτή ο αναιρεσείων για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (για το οποίο αυτός και συγκατηγορούμενός του Χ1 κρίθηκαν αθώοι). Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται για την επάρκεια της αιτιολογίας, επιπλέον και τα αναφερόμενα στην αίτηση του αναιρεσείοντος περιστατικά, όπως, από πού προκύπτει η γνώση του αναιρεσείοντος για τις εταιρικές υποχρεώσεις και από πού προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του στην ανώνυμη εταιρία, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωσή του, για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Όπως δε σαφώς συνάγεται από τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, και γίνεται δεκτό και με την κρινόμενη αίτηση (σελ.7), ο αναιρεσείων είχε την πιο πάνω υποχρέωση καταβολής της εισφορών, κατά το καταστατικό της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας, ως πρόεδρος του διοικητικού αυτής συμβουλίου, και ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται εκ του ότι στο διατακτικό της δε επαναλαμβάνεται η ιδιότητά του αυτή (του προέδρου του Δ.Σ.), αλλά αναφέρεται μόνο ως "εργοδότης", ενώ, εξάλλου, κατά τις σαφείς, επίσης, παραδοχές της απόφασης, την πιο πάνω υποχρέωση την είχε, αυτοτελώς και ο αναιρεσείων και συγκατηγορούμενός του.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις αντίθετες πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

VI. Ο αναιρεσείων προβάλει περαιτέρω τις αιτιάσεις, ότι από την από 10.8.2004 εξώδικη δήλωση, που αναγνώστηκε, αποδεικνύεται ότι δεν είχε συμμετοχή με ενεργό τρόπο στην διαχείριση της εταιρίας "ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", και ότι, για το χρονικό διάστημα του έτους 1/1/2003 μέχρι 30/9/2003 και 1/8/2004 μέχρι 30/4/2005, δεν προέκυψε καμία απολύτως ευθύνη, γνώση ή ενεργός συμμετοχή του στη διοίκηση και διαχείριση των θεμάτων της οφειλέτιδος εταιρίας απέναντι στο Ι.Κ.Α., και από τα λοιπά μνημονευόμενα στην αίτηση έγγραφα, προκύπτει ότι επί της οδού ..... "δεν έδρευε εκεί και δεν απασχολήθηκε στη συγκεκριμένη διεύθυνση προσωπικό για το οποίο να βεβαιώθηκαν σε βάρος της ανωτέρω εταιρία εισφορές". Επίσης προβάλει ο αναιρεσείων ότι, "από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και από την κατάθεση της μάρτυρος Α", προκύπτει, ότι δεν είχε, κατά το ένδικο διάστημα, ενεργό ανάμιξη στην εταιρία, ότι η επιχείρηση γυμναστηρίου ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ παρέδωσε το μίσθιο λύοντας τη μισθωτική σύμβαση τον Ιανουάριο του 2004, και ότι στην ..... έδρευε από τον Ιανουάριο του 2004 και ασκούσε επιχείρηση γυμναστηρίου το πρώτο επίσημο με φορολογικά στοιχεία υποκατάστημα της ΕΠΕ με την επωνυμία ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΕΠΕ και, συνεπώς, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, "με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ... η αιτιολογία της είναι ελλιπής, διότι δεν υπάρχουν παραδοχές σχετικά με την ενεργό συμμετοχή του αναιρεσείοντος στις εταιρικές δραστηριότητες ... κλπ ...". Ο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας.

VII. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις 1) 28/18-4-2008, 2) 30/18-4-2008 , 3) 29/18-4-2008 και 4) από 29-4-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3, και δ) Χ4,αντίστοιχα, για αναίρεση της 1891/07.02.2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο