Δημοσιεύθηκε στις : [ 24-05-2010 ]

Σ.τ.Ε. Αριθμός 265/2010 Πότε είναι νόμιμος ο εξωλογιστικός προσδορισμός των ακαθαρίστων εσόδων και των καθαρών κερδών εμπορικής επιχείρησης.

(Πότε είναι νόμιμος ο εξωλογιστικός προσδορισμός των ακαθαρίστων εσόδων και των καθαρών κερδών εμπορικής επιχείρησης.)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

HTML clipboard

Πότε είναι νόμιμος ο εξωλογιστικός προσδορισμός των ακαθαρίστων εσόδων και των καθαρών κερδών εμπορικής επιχείρησης.

Αριθμός 265/2010

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2007 με την εξής  σύνθεση: Δ. Κωστόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ν. Σκλίας, Κ. Βιολάρης,  Σύμβουλοι, Α. Σδράκα, Κ. Λαζαράκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 30 Ιουνίου 2000 αίτηση:

του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Ελευθερούπολης, ο οποίος παρέστη με τον Ευριπίδη Τσιτσέλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... ...... .......", που  εδρεύει στην ....... ............. του Νομού Καβάλας, η οποία παρέστη με την
δικηγόρο Ιωάννα Χαμάκου-Παπαχριστοδούλου (Α.Μ. 8604), που την διόρισε με  ειδικό πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμένος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ'αριθ. 12/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Κ.  Λαζαράκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους
αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την πληρεξούσια της  αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του  δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε κατά το νόμο χωρίς καταβολή τελών και παραβόλου.

2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση κατόπιν της υπ?αριθ. 369/2007  απόφασης, με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά τη δικάσιμο της 29-3- 2006 συζήτηση αυτής.

3. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της υπ` αριθ.  12/2000 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, η οποία εκδόθηκε μετά την προδικαστική υπ?αριθ. 9/1999 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Με την  ανωτέρω οριστική απόφαση έγινε δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας και εξαφανίσθηκε η υπ` αριθ. 234/1997 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού  Πρωτοδικείου Καβάλας. Με την τελευταία είχε γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά της υπ?αριθ. 10/25-1-1996 πράξης προσδιορισμού  αποτελεσμάτων, οικονομικού έτους 1993, της Προϊσταμένης της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Ελευθερούπολης και είχαν προσδιορισθεί τα  καθαρά κέρδη της σε 4.602.600 δραχμές. Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η προσφυγή, μεταρρυθμίσθηκε η ως άνω πράξη και  προσδιορίσθηκαν τα αποτελέσματα χρήσεως της αναιρεσίβλητης εταιρείας από τον κλάδο παροχής υπηρεσιών σε ζημία 9.263.485 δραχμών και από τον κλάδο  εκμεταλλεύσεως «μίνι-μάρκετ» σε κέρδος 5.697.457 δραχμών .
 

4. Επειδή στο άρθρο 33α παρ. 1 του ν. δ/τος 3323/1955 «περί φορολογίας του  εισοδήματος» (Α 214), όπως ίσχυε κατά την ένδικη διαχειριστική περίοδο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 9 του ν. 814/1978 (Α 144), ορίζονται τα  εξής : «Ο προσδιορισμός του καθαρού κέρδους των εμπορικών επιχειρήσεων ενεργείται κατά τας επομένας διακρίσεις : α) ... γ) Επί των ... επιχειρήσεων  των τηρουσών βιβλία και στοιχεία πρώτης ή δευτέρας κατηγορίας του Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων, ως και επί των επιχειρήσεων αίτινες δεν τηρούν βιβλία  και στοιχεία ή τηρούν τοιαύτα κατωτέρας της προσηκούσης κατηγορίας ή τηρούν ανακριβή ή ανεπαρκή βιβλία και στοιχεία και εφ` όσον εις την τελευταίαν  ταύτην περίπτωσιν η ανεπάρκεια καθιστά αδύνατον την διενέργειαν των ελεγκτικών επαληθεύσεων, το καθαρόν κέρδος προσδιορίζεται εξωλογιστικώς κατά  τα εν άρθρω 36 οριζόμενα». Εξ άλλου στην παρ. 2 του άρθρου 34 του ίδιου ν. δ/τος, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 814/1978, ορίζονται τα  επόμενα : «Ο προσδιορισμός των ακαθαρίστων εσόδων των εμπορικών επιχειρήσεων ενεργείται ως ακολούθως : α) ... γ) Επί μη τηρουσών βιβλία και στοιχεία του  Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων ή τηρουσών τοιαύτα ανεπαρκή ή ανακριβή ..., τα ακαθάριστα έσοδα προσδιορίζονται εξωλογιστικώς επί τη βάσει των υπό του
Οικονομικού Εφόρου διατιθεμένων στοιχείων και πληροφοριών περί της εκτάσεως  της συναλλακτικής δράσεως της επιχειρήσεως και των εν γένει συνθηκών λειτουργίας αυτής.

Δια τον τοιούτον προσδιορισμόν λαμβάνονται ιδία υπ` όψιν  αι υπό της επιχειρήσεως εμφανιζόμεναι αγοραί και πωλήσεις, το εμφανιζόμενον
μικτόν κέρδος, ως και το πραγματοποιούμενον τοιούτον παρ` ετέρων ομοειδών  επιχειρήσεων εργαζομένων υπό παρομοίας συνθήκας, το απασχολούμενον προσωπικόν, το ύψος των επενδεδυμένων κεφαλαίων ως και των ιδίων κεφαλαίων  κινήσεως, το ποσόν των δανείων και πιστώσεων, το ποσόν των εξόδων παραγωγής  και διαθέσεως των εμπορευμάτων, των εξόδων διαχειρίσεως και πάσης εν γένει  επαγγελματικής δαπάνης». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 36 του αυτού ν.δ/τος, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.δ. 587/1970 (Α 143),  ορίζεται ότι «Ο εξωλογιστικός προσδιορισμός του καθαρού κέρδους των εμπορικών επιχειρήσεων, περί ων ορίζει η διάταξις του εδαφίου γ της παραγράφου 1 του  άρθρου 33α, ενεργείται διά πολλαπλασιασμού των ακαθαρίστων εσόδων της επιχειρήσεως επί ειδικούς κατά γενικάς κατηγορίας επιχειρήσεων συντελεστάς
καθαρού κέρδους ...».

Εξάλλου, το Π.Δ.186/1992 "Κώδικας Βιβλίων και  Στοιχείων" (Α 84) ορίζει στο άρθρο 30 ότι

«1. Με την επιφύλαξη των όσων
ορίζονται στις επόμενες παραγράφους του άρθρου αυτού το κύρος και η  αξιοπιστία των βιβλίων και στοιχείων του Κώδικα αυτού δε θίγεται από τη
διαπίστωση παρατυπιών ή παραλείψεων σ` αυτά και ο προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. υποχρεούται να αναγνωρίζει τα δεδομένα που προκύπτουν από αυτά, κατά τον προσδιορισμό των κατά περίπτωση φορολογικών υποχρεώσεων του  επιτηδευματία. Οι κατά τα ανωτέρω παρατυπίες ή παραλείψεις επισύρουν, εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης, μόνο οικονομικές και διοικητικές κυρώσεις  ανάλογες με το είδος και την έκτασή τους, σε συνάρτηση με τα οικονομικά μεγέθη που προκύπτουν από τα τηρούμενα βιβλία.

2. Τα βιβλία και στοιχεία
κρίνονται ανεπαρκή ή ανακριβή και συνεπάγονται εξωλογιστικό προσδιορισμό της  φορολογητέας ύλης, κατά περίπτωση, μόνο εφόσον τούτο προβλέπεται από τις επόμενες παραγράφους 3, 4, 6 και 7. 3. Τα βιβλία και στοιχεία της τρίτης  κατηγορίας κρίνονται ανεπαρκή όταν ο υπόχρεος διαζευκτικά ή αθροιστικά: α)  β) γ) τηρεί ή εκδίδει ή διαφυλάσσει τα βιβλία και στοιχεία του Κώδικα αυτού κατά τρόπο που αντιβαίνει τις διατάξεις αυτού ή τηρεί βιβλία κατηγορίας κατώτερης εκείνης στην οποία εντάσσεται, δ) Οι πράξεις ή οι παρατυπίες ή οι  παραλείψεις της παραγράφου αυτής τότε μόνο συνιστούν ανεπάρκεια, όταν δεν οφείλονται σε παραδρομή ή συγγνωστή πλάνη ή όταν καθιστούν αντικειμενικά  αδύνατο και όχι απλώς δυσχερή το λογιστικό έλεγχο των φορολογικών υποχρεώσεων. Η ανεπάρκεια πρέπει να αναφέρεται σε αδυναμία διενέργειας  συγκεκριμένων ελεγκτικών επαληθεύσεων για οικονομικά μεγέθη μεγάλης έκτασης σε σχέση με τα μεγέθη των βιβλίων και στοιχείων και να είναι αιτιολογημένη.


4. Τα βιβλία και στοιχεία της τρίτης κατηγορίας κρίνονται ανακριβή όταν ο  υπόχρεος διαζευκτικά ή αθροιστικά: α) β) δεν απογράφει περιουσιακά στοιχεία ή απογράφει αυτά ανακριβώς, γ) Οι πράξεις ή οι παραλείψεις της παραγράφου  αυτής, για να συνεπάγονται εξωλογιστικό προσδιορισμό των αποτελεσμάτων, πρέπει να είναι μεγάλης έκτασης σε σχέση με τα οικονομικά μεγέθη των βιβλίων,  ώστε να τα επηρεζουν σημαντικά ή να οφείλονται σε πρόθεση του υπόχρεου για  απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Δε λογίζεται ως ανακρίβεια η υπερτίμηση ή υποτίμηση κατά την απογραφή των εμπορεύσιμων περιουσιακών στοιχείων, 5. ,  στο δε άρθρο 27 ότι «1. Ο επιτηδευματίας που τηρεί βιβλία τρίτης κατηγορίας  κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου και μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται από το άρθρο 17 του Κώδικα αυτού, προβαίνει σε καταμέτρηση,  καταγραφή και αποτίμηση στο βιβλίο απογραφών όλων των στοιχείων της επαγγελματικής του περιουσίας. 2. ?3. Η ποσοτική καταμέτρηση των αποθεμάτων  και η καταγραφή τους στο βιβλίο απογραφών ή σε καταστάσεις στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου γίνεται διακεκριμένα για κάθε αποθηκευτικό χώρο. Η
καταχώρηση, η οποία περιλαμβάνει το είδος, τη μονάδα μέτρησης και την  ποσότητα, γίνεται με μία εγγραφή για ολόκληρη την ποσότητα κάθε είδους
αγαθού, για κάθε αποθηκευτικό χώρο. Μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του ισολογισμού καταχωρείται η κατά μονάδα αξία, στην οποία αποτιμήθηκε κάθε
είδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του Κώδικα αυτού, καθώς και η  συνολική του αξία. 4..

5. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: «Η  εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) επιχείρηση κατά την ένδικη περίοδο είχε ως
αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση CAMPING και ΜΙΝΙ MARKET που  λειτουργούσε μέσα σε αυτό, στην παραλία ……………….. Για την
παρακολούθηση των εργασιών της τήρησε κατά την περίοδο αυτή βιβλία και στοιχεία Γ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., από τα στοιχεία των οποίων προκύπτουν
αγορές 19.419.317 δρχ. αποτίμηση στοιχείων απογραφής έναρξης και λήξης 614.049 δρχ. και 2.606.362 δρχ. αντίστοιχα ακαθάριστα έσοδα από παροχή
υπηρεσιών (μισθώσεις χώρων, τηλεφωνικές συνδιαλέξεις) 11.108.816 δρχ.  και  σύνολο δαπανών 35.347.674 δρχ. Η Οικονομική Έφορος Ελευθερούπολης Καβάλας,  κατόπιν ελέγχου των βιβλίων απογραφών-ισολογισμών της επιχειρήσεως και την  διαπίστωση ότι κατά την ένδικη περίοδο στο βιβλίο απογραφής στη σελίδα 62  είχαν αναγραφεί στο ΚΑ εμπορεύματα συνολικά τα ποσά της απογραφής λήξης κατά  συντελεστή ΦΠΑ και ότι δεν είχε συνταχθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 και 28 του Κ.Β.Σ. απογραφή για τα κυκλοφορούντα περιουσιακά  στοιχεία της, στην οποία να γίνεται αναλυτική αναφορά του είδους αυτών, της ποιότητας και της αξίας τους καθώς και των [γνωρισμάτων] κάθε είδους, ώστε να  μην δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και λαμβάνοντας υπόψη της το γεγονός ότι σε προηγούμενο έλεγχο των εφοριακών ελεγκτικών οργάνων είχε  διαπιστωθεί ότι η εκκαλούσα δεν είχε εκδώσει δύο αποδείξεις λιανικής πωλήσεως  αξίας 5.150 κα 6.500 δρχ. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι παραλείψεις αυτές έχουν σαν αποτέλεσμα την ουσιώδη ανεπάρκεια αλλά και την ανακρίβεια των  βιβλίων της. Ακολούθως μετά την απόρριψη της ενστάσεως της εκκαλούσης από την Τριμελή Επιτροπή [του] άρθρου 30 παρ. 5 του Κ.Φ.Σ. η Φορολογική Αρχή  προσδιόρισε εξωλογιστικώς τα καθαρά κέρδη της επιχειρήσεως κατά την χρήση αυτή με την εφαρμογή μοναδικού συντελεστή 4,5% (ΚΑ 5315) και 34% (ΚΑ 8051)  αντίστοιχα στα ακαθάριστα έσοδα από την λειτουργία του ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ (23.283.981) και του CAMPING (11.108.816 δρχ.) που προκύπτουν από το βιβλίο  της και ειδικότερα σε 4.824.776 δρχ. (23.283.981 Χ 4,5%=1.047.779 + 11.108.816 Χ 34%=3.776.997), επί πλέον δε λογιστικώς με την προσθήκη  λογιστικών διαφορών από αποτελέσματα που προέκυψαν από τα βιβλία της. Στη συνέχεια κατά της οικείας 10/25.1.1996 πράξης προσδιορισμού αποτελεσμάτων η  εκκαλούσα άσκησε προσφυγή η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την εκκαλουμένη 234/1997 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας». Την κρίση αυτή
αμφισβήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με έφεση. Το δευτεροβάθμιο  δικαστήριο με την υπ` αριθ. 9/1999 απόφασή του ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε συμπλήρωση αποδείξεων (άρθρα 172 παρ. 2 και 95 παρ. 2  Κ.Φ.Δ.) υποχρεώνοντας «τη διάδικο φορολογική αρχή (Δ.Ο.Υ. Ελευθερούπολης) nα καταθέσει έκθεση επανελέγχου στην οποία να αναφέρεται αν με βάση τα  εμφανιζόμενα στα βιβλία της επιχειρήσεως στοιχεία είναι εφικτός ο διαχωρισμός των δαπανών που βαρύνουν κάθε κλάδο της επιχειρήσεως σε τρόπο ώστε αφού γίνει  ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των εσόδων που αφορούν τον κλάδο της επιχειρήσεως που αναφέρεται στην εκμετάλλευση του «μίνι-μάρκετ» να  προσδιορισθούν με τη λογιστική μέθοδο τα καθαρά κέρδη από την εκμετάλλευση των υπολοίπων (πέραν του «μίνι-μάρκετ») δύο κλάδων της επιχειρήσεως. Σε  καταφατική περίπτωση να διενεργηθεί ο λογιστικός αυτός προσδιορισμός, δεδομένου ότι κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσης τα ακαθάριστα έσοδα της  επιχειρήσεως και των τριών κλάδων εμφανίζονται κεχωρισμένως, να διενεργηθεί ο   ιαχωρισμός των δαπανών των υπολοίπων κλάδων πλην του «μίνι-μάρκετ» για το οποίο δεν συντάχθηκε αναλυτική απογραφή των ειδών που διακινούσε και εν τέλει  ο λογιστικός προσδιορισμός των υπολοίπων κλάδων της επιχειρήσεως για τους οποίους δεν διαπιστώθηκαν πλημμέλειες ή ανακρίβειες στην τήρηση των βιβλίων  και στοιχείων». Περαιτέρω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το δικάσαν  διοικητικό εφετείο «λαμβάνοντας υπόψη τα εξής : α) την σε εκτέλεση της  μνησθείσας προδικαστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου κατατεθείσα από την Φορολογική Αρχή από 14.4.1999 έκθεση επανελέγχου των εφοριακών ελεγκτών  ........ .... ... ........... .... στην οποία αναφέρονται εκτός των άλλων ότι στην διαχείριση 1992 (οικ. έτος 1993) ?εν είναι εφικτός ο διαχωρισμός  των δαπανών που βαρύνουν κάθε κλάδο εκμετάλλευσης της επιχειρήσεως, ενώ είναι εφικτός ο διαχωρισμός των αγορών εμπορευμάτων ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ καθ'ότι υπάρχει
μοναδικός εμπορικός κλάδος?[? β) την από 8-154-1999 ειδική έκθεση των  Ορκωτών Λογιστών-Ελεγκτών ... ...... και των .... ........... [ η οποία
κατετέθη από τον εκκαλούντα στην Φορολογική Αρχή, έχει περιληφθεί στην έκθεση επανελέγχου και υποβλήθηκε στο Δικαστήριο με το υπ?αριθμ. πρωτ.
2821/19.4.1999 έγγραφο «αποστολής έκθεσης επανελέγχου» της ΔΟΥ Ελευθερουπόλεως, σύμφωνα με την οποία αφού κατά την διενέργεια του ελέγχου
τους εκτελέσθηκαν οι ειδικές λογιστικές διαδικασίες ελέγχου των δεδομένων των Ημερολογίων με τα παραστατικά στοιχεία των εγγραφών, τα συγκεντρωτικά στοιχεία του Γενικού Καθολικού με τα στοιχεία των Ημερολογίων, τα δεδομένα  του Βιβλίου Απογραφών και Ισολογισμών με τα αντίστοιχα δεδομένα των  Ημερολογίων και Γενικού Καθολικού, και ελέγχθηκε η εφαρμογή του Ελληνικού  Λογιστικού Σχεδίου (ΠΔ 1123/1980, ΦΕΚ ΤΑ 283/15.12.1980) η οποία είναι υποχρεωτική από 1.1.1993, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είναι δυνατός ο  προσδιορισμός των Εσόδων και Εξόδων και η έκδοση Αποτελεσμάτων της ένδικης επιχειρήσεως (κέρδη ή ζημίες) χωριστά για τους δύο κλάδους της επιχείρησης,  δηλαδή σύμφωνα με τον τρόπο που έχουν τηρηθεί τα λογιστικά φορολογικά βιβλία και οι λογιστικές εγγραφές είναι «εφικτός και άνετος» ο λογιστικός  προσδιορισμός των οικονομικών αποτελεσμάτων, σύμφωνα με τις αρχές της Λογιστικής Επιστήμης των Κλάδων : α) Παροχής υπηρεσιών (Παιδικές  κατασκηνώσεις εστιατόριο CAMPING) και β) ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ (Μικρό Παντοπωλείο).

Περαιτέρω στην ίδια έκθεση των ως άνω ορκωτών Λογιστών αναφέρεται συμπερασματικά ότι ο επιμερισμός των δαπανών στις επί μέρους εκμεταλλεύσεις έγινε σύμφωνα με τις εξής παραδοχές : 1) Ο επιμερισμός των ενοικίων που  αναλογούν στην εκμετάλλευση του ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ έγινε σύμφωνα με το μισθωτήριο συμβόλαιο και την έκταση σε τετραγωνικά μέτρα του κτίσματος του ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ  σε σχέση με την συνολική έκταση των κτισμάτων του οικοπέδου που εκμισθώθηκε 2) ο επιμερισμός των αμοιβών προσωπικού δεν έγινε, αφού η διαχείριση του ΜΙΝΙ  ΜΑΡΚΕΤ όπως προκύπτει από τα στοιχεία της εταιρείας, γινόταν από μέλος της οικογενείας ......, το οποίο ήταν και εταίρος της εταιρείας. 3) Ο επιμερισμός  των τιμολογίων αγοράς του ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ έγινε ορθολογικά και πραγματικά διότι σε καμμία περίπτωση τα είδη που πουλούσε το ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο εστιατόριο των κατασκηνώσεων ή το αντίθετο. 4) Ο  επιμερισμός των τόκων έγινε όλος στον Κλάδο της Παροχής Υπηρεσιών διότι αυτοί οι τόκοι αφορούσαν δάνεια ανεγέρσεως κτιριακών συγκροτημάτων συντήρησης αυτών  και όχι του μικρού σε επιφάνεια κτιρίου του ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ, το οποίο άλλως τε η εταιρία εκμίσθωνε. 5) Ο επιμερισμός των αποσβέσεων επιβάρυνε την εκμετάλλευση  της παροχής Υπηρεσιών διότι οι αποσβέσεις αφορούν σε πάγια και εξοπλισμό του κλάδου αυτού και όχι του ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ. 3) Το γεγονός ότι η ως άνω Ειδική  έκθεση των Ορκωτών Λογιστών-Ελεγκτών, την οποία υπέβαλε ο εκκαλών στην αντίδικη Φορολογική Αρχή, περιελήφθη στην έκθεση επανελέγχου της τελευταίας
πρβλ. ΣτΕ 1126/92, 893/91) και το περιεχόμενο της οποίας εκτιμάται μεν κατ'αρχήν ελευθέρως (κατ?άρθρο 144 παρ. 2 ΚΦΔ), πλην όμως, όπως ορίζεται στην νεωτέρα και ευμενεστέρα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 171 του ήδη ισχύοντος  ΚΔΔ (Ν. 2717, ΦΕΚ 97/17.5.1999, τ. Α΄) (αντίστοιχο άρθρο 447 ΚΠολΔ), τα  έγγραφα αυτά αποδεικνύουν υπέρ εκείνου που τα συνέταξε στην περίπτωση που  προσκομίζονται από τον αντίδικό του. 4) Ότι η φέρουσα κατά νόμο το βάρος της αποδείξεως των ισχυρισμών της Φορολογική Αρχή (άρθρο 122 παρ. 1 ΚΦΔ) δεν  αποδεικνύει το ανέφικτο του λογιστικού προσδιορισμού των κερδών της ένδικης επιχειρήσεώς, η οποία ενώ δεν αποδίδει και δεν διαπιστώνει συγκεκριμένη  πλημμέλεια προς τις δαπάνες αυτής στους ως άνω δύο ?μη αμφισβητουμένους- κλάδους της επιχειρήσεως προσδιορίζει τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως,  στα οποία αναφέρονται οι διαπιστωθείσες δήθεν πλημμέλειες, σύμφωνα με τα εκ των αμφισβητουμένων- βιβλίων αυτής προκύπτοντα δεδομένα με την προσθήκη κατ?
αρχήν λογιστικών διαφορών, αντιφάσκει όμως καθ'εαυτήν διότι θεωρεί τελικώς  ανέφικτο τον λογιστικό προσδιορισμό των καθαρών κερδών της και προσδιορίζει αυτά εξωλογιστικώς με την εφαρμογή μοναδικού συντελεστή στα ακαθάριστα έσοδα,  επικουρικώς δε, διότι προφανώς διατηρεί αμφιβολίες για την βασιμότητα της μεθόδου αυτής, λογιστικώς με την προσθήκη λογιστικών διαφορών στα  αποτελέσματα που προέκυψαν από τα βιβλία της, μέθοδος υπολογισμού η οποία δεν προβλέπεται και δεν επιτρέπεται από τον νόμο, 5) ότι αορίστως και αλυσιτελώς  προβάλλει η Φορολογική Αρχή (υπ'αριθμ. πρωτ. 2821/19.4.99 έγγραφο περί  αποστολής της εκθέσεως επανελέγχου) τον ισχυρισμό ότι δεν έλαβε υπόψη την ως  άνω ειδική έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ορκωτών-Λογιστών-Ελεγκτών επειδή «έγινε επιμερισμός των δαπανών για όλες τις διαχειριστικές χρήσεις κατ' ελευθέρα κρίση και όχι βάσει των δεδομένων των βιβλίων, των δε αγορών α΄ υλών για την διαχ/ση 1993 βάσει των ληφθέντων παραστατικών (τιμολόγια αγορών
εμπορευμάτων ?α΄ υλών)», διότι στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο, ο  επιμερισμός των δαπανών της επιχειρήσεως που προκύπτει από τα επίσημα βιβλία και στοιχεία της έγινε ελευθέρως από την Φορολογική Αρχή και όχι κατ' εφαρμογή του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (ΠΔ 1123/1980), 6) το γεγονός ότι η έκθεση του ορκωτού λογιστή δεν συνιστά δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του  νόμου, διότι κατ?άρθρο 12 παρ. 1 ν.δ/τος 3329/55, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 15/89, οι ορκωτοί λογιστές δεν θεωρούνται μεν δημόσιοι υπάλληλοι πλην  όμως ασκούν δημόσιο λειτούργημα, 7) ότι όπως διαπιστώθηκε από την μνησθείσα ειδική έκθεση των Ορκωτών Λογιστών-Ελεγκτών είναι δυνατός ο προσδιορισμός των  Εσόδων και Εξόδων και η έκδοση αποτελεσμάτων (κέρδη ή ζημίες) χωριστά για κάθε κλάδο της επιχειρήσεως, σύμφωνα με τον τρόπο που έχουν τηρηθεί τα  λογιστικά βιβλία και οι λογιστικές εγγραφές, το μεν διότι ο επιμερισμός των τιμολογίων αγοράς του «Μίνι Μάρκετ» είναι δυνατόν να γίνει ορθολογικά και  πραγματικά, διότι σε καμμία περίπτωση τα είδη που πουλούσε το Μίνι Μάρκετ δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο εστιατόριο της κατασκήνωσης ή το αντίθετο,
το δε διότι είναι εφικτός ο λογιστικός προσδιορισμός των οικονομικών  αποτελεσμάτων, σε κάθε κλάδο ξεχωριστά σύμφωνα με τις αρχές της Λογιστικής Επιστήμης, έστω και αν δεν συντάχθηκε αναλυτική απογραφή των ειδών που  διακινούσε το μικρό παντοπωλείο που λειτουργούσε για τις ανάγκες της παιδικής κατασκηνώσεως και του CAMPING, στον οποίο κλάδο που αποτελούσε το προέχον  στοιχείο δράσεως της επιχειρήσεως δεν προέκυψαν ουσιώδεις φορολογικές παραβάσεις οι οποίες είναι δυνατόν ?κατά τους ορισμούς του νόμου να  οδηγήσουν σε εξωλογιστικό προσδιορισμό των οικονομικών αποτελεσμάτων της επιχειρήσεως. Επί πλέον η καθ?ης Φορολογική Αρχή δεν απέδειξε με  συγκεκριμένα στοιχεία όπως είχε υποχρέωση, το βάσιμο των ισχυρισμών της περί του ανεφίκτου του διαχωρισμού των δαπανών των δύο κλάδων της επιχειρήσεως,  ούτε το γεγονός ότι η παράλειψη συντάξεως αναλυτικής απογραφής των ειδών που διακινούσε το Μίνι Μάρκετ το οποίο αποτελούσε μικρό τμήμα εξυπηρέτησης του  βασικού κλάδου της επιχειρήσεως που αφορούσε την παροχή υπηρεσιών (παιδικών κατασκηνώσεων εστιατορίου CAMPING) έπρεπε αναγκαίως να οδηγήσει το
συνολικό αποτέλεσμα σε εξωλογιστικό προσδιορισμό των οικονομικών αποτελεσμάτων της εκκαλούσης, ο οποίος τρόπος υπολογισμού των  ακαθαρίστων και καθαρών κερδών με τις νόμιμες επιβαρύνσεις εφ?όσον δεν δικαιολογείται πλήρως  και ειδικώς είναι μη νόμιμος, πολύ περισσότερο που είναι γνωστό ότι έχει βαρύτατες συνέπειες και είναι δυνατόν να οδηγήσει την μικρή επιχείρηση σε  οικονομικό αδιέξοδο και παρακμή και 8) ότι οι διαπιστωθείσες και μη αμφισβητούμενες από τον εκκαλούντα λογιστικές διαφορές εκ δρχ. 440.125 για  την διαχειριστική περίοδο 1992, δρχ. 737.737 για την διαχειριστική περίοδο 1993 και δρχ. 903.761 για την διαχειριστική περίοδο 1994 πρέπει να προστεθούν  στα αποτελέσματα των αντιστοίχων χρήσεων των ενδίκων διαχειριστικών περιόδων, άγεται στην κρίση ότι ήταν πράγματι εφικτός ο διαχωρισμός των δαπανών των  κλάδων της επιχειρήσεως και ο λογιστικός προσδιορισμός των οικονομικών αποτελεσμάτων αυτής και ότι κατ?εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση  των πραγματικών περιστατικών η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι τα καθαρά κέρδη της εκκαλούσας κατά την ένδικη χρήση πρέπει να προσδιορισθούν εξωλογιστικώς
με την εφαρμογή του προβλεπομένου μέσου συντελεστή για την παροχή Υπηρεσιών  γενικά λόγω ανακριβείας και ανεπαρκείας των βιβλίων της, και γι?αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφασή [.Περαιτέρω, κρίνον το Δικαστήριο επί της προσφυγής δέχεται εν μέρει αυτήν και προσδιορίζει τα αποτελέσματα (κέρδη και ζημίες) της επιχειρήσεως για την  ένδικη χρήση 1992, χωριστά για τους δύο κλάδους της επιχειρήσεως ως εξής : α) εκ παροχής υπηρεσιών : πωλήσεις 11.108.816, μείον κόστος πωλήσεων και έξοδα  20.812.426, ζημία 9.703.610, μείον λογιστικές διαφορές 440.125 δρχ., ζημία 9.263.485 δρχ., β) ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ πωλήσεις δρχ. 23.283.981 μείον κόστος πωλήσεων  και έξοδα 17.586.524, κέρδος 5.697.457 δρχ., στα ποσά αυτά δε πρέπει να προσδιορισθούν αυτά κατά μεταρρύθμιση της προσβαλλόμενης πράξης προσδιορισμού  αποτελεσμάτων».

6. Επειδή, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπ?όψιν την - περιληφθείσα  στην από 14-4-1999 έκθεση επανελέγχου και δι?αυτής υποβληθείσα- ειδική έκθεση των Ορκωτών Λογιστών-Ελεγκτών ... ..... και .. ........, η οποία  καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ήταν δυνατός ο προσδιορισμός των εσόδων και εξόδων και η έκδοση αποτελεσμάτων χωριστά για κάθε κλάδο, σύμφωνα με τον  τρόπο που έχουν τηρηθεί τα λογιστικά βιβλία και οι λογιστικές εγγραφές, κατόπιν αναλυτικώς παρατιθεμένων στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (και στην  προηγούμενη σκέψη) διαπιστώσεων (σχετικά με τον επιμερισμό των ενοικίων, των αμοιβών προσωπικού, των τιμολογίων αγοράς, των τόκων και των αποσβέσεων).  

Ερειδόμενη δε η αναιρεσιβαλλόμενη ιδίως επί των σκέψεων ότι ο επιμερισμός των  τιμολογίων αγοράς του «μίνι-μάρκετ» είναι δυνατόν να γίνει ορθολογικά και πραγματικά,διότι σε καμία περίπτωση τα είδη που πουλούσε αυτό δεν μπορούσαν  να χρησιμοποιηθούν στο εστιατόριο της κατασκήνωσης ή το αντίθετο, ότι είναι εφικτός ο λογιστικός προσδιορισμός των οικονομικών αποτελεσμάτων σε κάθε  κλάδο ξεχωριστά σύμφωνα με τις αρχές της λογιστικής επιστήμης, έστω και αν δεν συντάχθηκε αναλυτική απογραφή των ειδών που διακινούσε το μικρό  παντοπωλείο που λειτουργούσε για τις ανάγκες της παιδικής κατασκήνωσης και του camping, η δε φορολογική αρχή δεν απέδειξε με συγκεκριμένα στοιχεία το  βάσιμο των ισχυρισμών της περί του ανέφικτου του διαχωρισμού των δαπανών των δύο κλάδων της επιχείρησης ούτε το γεγονός ότι η παράλειψη σύνταξης  αναλυτικής απογραφής των ειδών που διακινούσε το «μίνι-μάρκετ» -το οποίο αποτελούσε μικρό τμήμα εξυπηρέτησης του βασικού κλάδου της επιχείρησης που
αφορούσε την παροχή υπηρεσιών (παιδικών κατασκηνώσεων-εστιατορίου-camping)- έπρεπε αναγκαίως να οδηγήσει το συνολικό αποτέλεσμα σε εξωλογιστικό προσδιορισμό των οικονομικών αποτελεσμάτων της αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι  ήταν δυνατός ο διαχωρισμός των δαπανών των κλάδων της επιχείρησης και ο λογιστικός προσδιορισμός των οικονομικών αποτελεσμάτων αυτής και ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η πρωτόδικη απόφαση έκρινε ότι τα καθαρά κέρδη της αναιρεσίβλητης κατά την  ένδικη χρήση πρέπει να προσδιορισθούν εξωλογιστικώς με την εφαρμογή του προβλεπομένου μέσου συντελεστή για την παροχή υπηρεσιών γενικά λόγω  ανακριβείας και ανεπαρκείας των βιβλίων της. Η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης ότι ήταν δυνατός ο διαχωρισμός των δαπανών των κλάδων της επιχείρησης της  αναιρεσίβλητης εταιρείας και ο λογιστικός προσδιορισμός των οικονομικών αποτελεσμάτων των πέραν του «μίνι-μάρκετ» κλάδων αυτής (παροχής υπηρεσιών)  αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Απαραδέκτως άλλωστε προβάλλεται ότι είναι  παντελώς αόριστη η έκθεση των ορκωτών λογιστών διότι δεν αναφέρει ποια βιβλία τηρήθηκαν, ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα είδη που διέθετε το
«μίνι-μάρκετ» δεν ήταν δυνατόν να διατεθούν και από το εστιατόριο αφού τα  ποτά-γλυκά-τρόφιμα χρησιμοποιούνται και στο εστιατόριο και ότι δεν ήταν
εφικτός ο επιμερισμός των δαπανών ΔΕΗ-ΟΤΕ, αμοιβών λογιστή και διαφόρων άλλων  εξόδων από τον έλεγχο ούτε κατ` ελευθέρα εκτίμηση, εφ` όσον δεν τηρήθηκαν τριτοβάθμιοι αναλυτικοί λογαριασμοί από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, διότι οι  λόγοι αυτοί συνδέονται με πραγματικό που δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, δεν επικαλείται δε το αναιρεσείον ότι είχε προβάλει  σχετικούς ισχυρισμούς ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας.

7. Επειδή, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η φορολογική αρχή  προσδιόρισε εξωλογιστικώς τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης με την εφαρμογή μοναδικού συντελεστή 4,5% (ΚΑ 5315) στα ακαθάριστα έσοδα από  τη λειτουργία του «μίνι-μάρκετ» σε 1.047.779 (23.283.981 Χ 4,5%) δρχ., το δε δικάσαν διοικητικό εφετείο προσδιόρισε αυτά λογιστικώς ως εξής: «ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ  πωλήσεις δρχ. 23.283.981 μείον κόστος πωλήσεων και έξοδα 17.586.524, κέρδος 5.697.457 δρχ.». Υπό τα δεδομένα, όμως, αυτά και μετά την απόρριψη της  κρινόμενης αίτησης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, κατά το μέρος που αυτή αφορούσε στο διαχωρισμό των δαπανών των κλάδων της επιχείρησης
της αναιρεσίβλητης εταιρείας και το λογιστικό προσδιορισμό των οικονομικών αποτελεσμάτων των πέραν του «μίνι-μάρκετ» κλάδων αυτής (παροχής υπηρεσιών), άνευ εννόμου συμφέροντος επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης  κατά το μέρος που αφορά στο λογιστικό προσδιορισμό των οικονομικών αποτελεσμάτων ως προς τον κλάδο του «μίνι-μάρκετ» της αναιρεσίβλητης  εταιρείας.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2007

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Δ. Κωστόπουλος Α. Ζυγουρίτσα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ής Ιανουαρίου 2010.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Δ. Κωστόπουλος Κ. Κεχρολόγου
 



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο