Δημοσιεύθηκε στις : [ 24-05-2010 ]

Σ.τ.Ε. Αριθμός 283/2010 Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάλληλοι δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου σε ορισμένο τόπο και δη στην επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία, αφαιρούν από αυτήν βιβλία, έγγραφα και λοιπά εν γένει στοιχεία, απαιτείται ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας και, συνεπώς, ως προϋπόθεση της νομιμότητας της επακολουθούσης τυχόν και στηριζομένης στα εν λόγω στοιχεία καταλογιστικής πράξεως ή πράξεως περί επιβολής προστίμου της φορολογικής αρχής, η τήρηση της διαγραφομένης στις διατάξεις αυτές διαδικασίας κατασχέσεως, ήτοι απαιτείται να συντάσσεται επί τόπου από τους ελεγκτές σχετική έκθεση κατασχέσεως και να υπογράφεται από τους τελευταίους και από τον επιτηδευματία, στον οποίο θα πρέπει να επιδίδεται αντίγραφο της εν λόγω εκθέσεως. Περαιτέρω, τήρηση της κατά τα ανωτέρω διαδικασίας (ήτοι κατάσχεση των βιβλίων και στοιχείων στην επαγγελματική εγκατάσταση του υποχρέου, κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου, και σύνταξη της οικείας εκθέσεως κατασχέσεως) απαιτείται εκ νέου στην περίπτωση που η προσβληθείσα με την προσφυγή πράξη της φορολογικής αρχής αντικατασταθεί από την ίδια τη φορολογική αρχή ως νομικώς πλημμελής, για το λόγο ακριβώς ότι δεν είχε συνταχθεί νόμιμη έκθεση κατασχέσεως. Αριθμός 283/2010

(Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάλληλοι δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου σε ορισμένο τόπο και δη στην επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία, αφαιρούν από αυτήν βιβλία, έγγραφα και λοιπά εν γένει στοιχεία, απαιτείται ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας και, συνεπώς, ως προϋπόθεση της νομιμότητας της επακολουθούσης τυχόν και στηριζομένης στα εν λόγω στοιχεία καταλογιστικής πράξεως ή πράξεως περί επιβολής προστίμου της φορολογικής αρχής, η τήρηση της διαγραφομένης στις διατάξεις αυτές διαδικασίας κατασχέσεως, ήτοι απαιτείται να συντάσσεται επί τόπου από τους ελεγκτές σχετική έκθεση κατασχέσεως και να υπογράφεται από τους τελευταίους και από τον επιτηδευματία, στον οποίο θα πρέπει να επιδίδεται αντίγραφο της εν λόγω εκθέσεως. Περαιτέρω, τήρηση της κατά τα ανωτέρω διαδικασίας (ήτοι κατάσχεση των βιβλίων και στοιχείων στην επαγγελματική εγκατάσταση του υποχρέου, κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου, και σύνταξη της οικείας εκθέσεως κατασχέσεως) απαιτείται εκ νέου στην περίπτωση που η προσβληθείσα με την προσφυγή πράξη της φορολογικής αρχής αντικατασταθεί από την ίδια τη φορολογική αρχή ως νομικώς πλημμελής, για το λόγο ακριβώς ότι δεν είχε συνταχθεί νόμιμη έκθεση κατασχέσεως. Αριθμός 283/2010)

Κατηγορία: Ελεγχος - Πρόστιμα - ΣΔΟΕ

Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάλληλοι δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου σε ορισμένο τόπο και δη στην επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία, αφαιρούν από αυτήν βιβλία, έγγραφα και λοιπά εν γένει  στοιχεία, απαιτείται ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας και, συνεπώς, ως προϋπόθεση της νομιμότητας της επακολουθούσης τυχόν και στηριζομένης στα εν  λόγω στοιχεία καταλογιστικής πράξεως ή πράξεως περί επιβολής προστίμου της φορολογικής αρχής, η τήρηση της διαγραφομένης στις διατάξεις αυτές  διαδικασίας κατασχέσεως, ήτοι απαιτείται να συντάσσεται επί τόπου από τους ελεγκτές σχετική έκθεση κατασχέσεως και να υπογράφεται από τους τελευταίους  και από τον επιτηδευματία, στον οποίο θα πρέπει να επιδίδεται αντίγραφο της εν λόγω εκθέσεως. Περαιτέρω, τήρηση της κατά τα ανωτέρω διαδικασίας (ήτοι  κατάσχεση των βιβλίων και στοιχείων στην επαγγελματική εγκατάσταση του  υποχρέου, κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου, και σύνταξη της οικείας
εκθέσεως κατασχέσεως) απαιτείται εκ νέου στην περίπτωση που η προσβληθείσα με  την προσφυγή πράξη της φορολογικής αρχής αντικατασταθεί από την ίδια τη φορολογική αρχή ως νομικώς πλημμελής, για το λόγο ακριβώς ότι δεν είχε  συνταχθεί νόμιμη έκθεση κατασχέσεως.

Αριθμός 283/2010

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009 με την εξής  σύνθεση: Δ. Κωστόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου- Μπεριάτου, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Β. Μόσχου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 12 Μαΐου 2006 αίτηση:

του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Α΄ Περιστερίου, ο οποίος παρέστη με τον Αθαν.  Τσιοκάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της εταιρείας με την επωνυμία «...... ........... ..», που εδρεύει στο .......... Αττικής (οδός .......... αρ. .), η οποία δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 1762/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Β.  Μόσχου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους
αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του  δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται  η καταβολή παραβόλου, ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ'αριθμ. 1762/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε έφεση του  Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ’αριθμ. 5980/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή προσφυγή της  αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αριθμ. 102/10.5.2002 πράξεως επιβολής προστίμου, η οποία είχε εκδοθεί κατόπιν επαναλήψεως της διαδικασίας εκδόσεως της αρχικώς επιδοθείσας και ακυρωθείσας πράξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Α΄ Περιστερίου, διαχειριστικής περιόδου 1995.


2. Επειδή, στο άρθρο 36 του Κ.Β.Σ. (π.δ. 186/1992, ΦΕΚ Α 84), όπως ίσχυε  κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν την τροποποίησή του με τις
παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 32 του ν. 2648/1998 (ΦΕΚ Α 238), ορίζονται τα  εξής :

«1. Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. και ο υπάλληλος που ορίζεται από αυτόν δικαιούται, οποιαδήποτε εργάσιμη για τον υπόχρεο ώρα, να λαμβάνει γνώση, να
ελέγχει και να θεωρεί όλα τα βιβλία και στοιχεία που ορίζονται από τον Κώδικα  αυτό ή άλλους νόμους, καθώς και αυτά που τηρούνται προαιρετικά από τον υπόχρεο και να λαμβάνει γνώση οποιουδήποτε άλλου βιβλίου, εγγράφου ή  στοιχείου και κάθε περιουσιακού στοιχείου που βρίσκεται στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στο κατάστημα κάθε άλλου υπόχρεου 3. Αν  κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου διαπιστωθεί η ύπαρξη βιβλίων,  εγγράφων και λοιπών στοιχείων που σχετίζονται με τον έλεγχο, από τα οποία είναι ενδεχόμενο να προκύπτει απόκρυψη φορολογητέας ύλης, κατάσχονται από τον  υπάλληλο που ενεργεί τον φορολογικό έλεγχο και παραδίδονται στον αρμόδιο προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., ο οποίος, εφόσον με βάση αυτά ενεργεί φορολογική  εγγραφή, τα διαφυλάσσει μέχρι την τελεσιδικία αυτής. Για τις κατασχέσεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των τριών τελευταίων  εδαφίων της επομένης παραγράφου.4. Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή ο αρμόδιος  Επιθεωρητής, στις περιπτώσεις που υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι στην  επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στο κατάστημα οποιουδήποτε άλλου υπόχρεου αποκρύπτονται βιβλία, έγγραφα, εμπορεύματα ή άλλα στοιχεία, τα  οποία ασκούν επιρροή στον ακριβή προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, μπορεί, με έγγραφό του να ζητήσει από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών τη συνδρομή  ανακριτικού υπαλλήλου για την έρευνα προς ανεύρεση των βιβλίων ή εγγράφων ή εμπορευμάτων ή άλλων στοιχείων, με τη σύμπραξη φοροτεχνικών υπαλλήλων .Η  έρευνα ενεργείται σε οποιαδήποτε για τον υπόχρεο εργάσιμη ώρα. Τα βιβλία,  έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται, κατάσχονται και παραδίδονται στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., ο οποίος, εφόσον με βάση αυτά ενεργεί φορολογική  εγγραφή,τα φυλάσσει μέχρι την τελεσιδικία αυτής. Για την έρευνα και την κατάσχεση συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από αυτούς που διενεργούν  την κατάσχεση και τον επιτηδευματία. Αντίγραφο της έκθεσης επιδίδεται στον υπόχρεο, ο οποίος δικαιούται να λάβει αντίγραφα ή φωτοτυπίες των  κατασχεθέντων βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων με δαπάνες του. 5. Στις περιπτώσεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού επιτρέπεται η κατάσχεση  και των βιβλίων και στοιχείων που τηρούνται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα  αυτού. 6....

3. Επειδή όπως συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις, σε κάθε περίπτωση κατά  την οποία υπάλληλοι δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, κατά τη διάρκεια
φορολογικού ελέγχου σε ορισμένο τόπο και δη στην επαγγελματική εγκατάσταση  επιτηδευματία, αφαιρούν από αυτήν βιβλία, έγγραφα και λοιπά εν γένει
στοιχεία, απαιτείται ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας και, συνεπώς, ως προϋπόθεση της νομιμότητας της επακολουθούσης τυχόν και στηριζομένης στα εν λόγω στοιχεία καταλογιστικής πράξεως ή πράξεως περί επιβολής προστίμου της  φορολογικής αρχής, η τήρηση της διαγραφομένης στις διατάξεις αυτές διαδικασίας κατασχέσεως, ήτοι απαιτείται να συντάσσεται επί τόπου από τους  ελεγκτές σχετική έκθεση κατασχέσεως και να υπογράφεται από τους τελευταίους και από τον επιτηδευματία, στον οποίο θα πρέπει να επιδίδεται αντίγραφο της  εν λόγω εκθέσεως. Περαιτέρω, τήρηση της κατά τα ανωτέρω διαδικασίας (ήτοι κατάσχεση των βιβλίων και στοιχείων στην επαγγελματική εγκατάσταση του  υποχρέου, κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου, και σύνταξη της οικείας εκθέσεως κατασχέσεως) απαιτείται εκ νέου στην περίπτωση που η προσβληθείσα με  την προσφυγή πράξη της φορολογικής αρχής αντικατασταθεί από την ίδια τη φορολογική αρχή ως νομικώς πλημμελής, για το λόγο ακριβώς ότι δεν είχε  συνταχθεί νόμιμη έκθεση κατασχέσεως (Σ.τ.Ε. 1295/2009 7μ., Σ.τ.Ε. 1422/2008 7μ., Σ.τ.Ε. 1375-77/2009, Σ.τ.Ε. 2039/2008, πρβλ. Σ.τ.Ε. 587/2007).

4. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3 του ν. 2648/1998 («Ρυθμίσεις δασμολογικού και φορολογικού περιεχομένου, τροποποίηση του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας , Α΄ 238), το οποίο ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 4 του  ιδίου νόμου, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (22.10.1998), προστέθηκε στην παράγραφο 5 του άρθρου 36 το εξής εδάφιο :  «Επίσης επιτρέπεται παραλαβή των βιβλίων και στοιχείων αυτών προς έλεγχο στις περιπτώσεις μη ύπαρξης ανεπίσημων βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων, με  απόδειξη παραλαβής». Η διάταξη αυτή, προβλέποντας, εκτός από την κατάσχεση, στις περιπτώσεις των παραγράφων 3 και 4 του ιδίου άρθρου, των τηρουμένων με  βάση τις διατάξεις του Κ.Β.Σ., βιβλίων και στοιχείων, και την παραλαβή (με απόδειξη) αυτών και μόνον αυτών, στις περιπτώσεις μη υπάρξεως ανεπίσημων  βιβλίων, εγγράφων και στοιχείων, εφαρμόζεται επί διαδικασιών παραλαβής, κατά τις οποίες τόσο η διενέργεια της υλικής πράξεως της παραλαβής όσο και η  σύνταξη της αποδείξεως παραλαβής λαμβάνουν χώρα μετά την έναρξη ισχύος της (Σ.τ.Ε. 1298/2009 7μ., 1375-77/2009).

5. Επειδή, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη, από την από 16.9.1996 έκθεση  ελέγχου των υπαλλήλων της ΥΠ.Ε.Δ.Α. ....... ......... .... ........... και  ........ ....... και την από 1.2.2000 έκθεση ελέγχου των αρμοδίων υπαλλήλων της Δ.Ο.Υ. Περιστερίου, ....... ............. και ......... ...............,  προκύπτουν τα ακόλουθα : Kατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις 5.9.1996 από  τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΥΠ.Ε.Δ.Α. στην έδρα της εφεσίβλητης (ήδη
αναιρεσίβλητης), εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (οδός ......... αρ. ... ..........) που έχει ως αντικείμενο εργασιών το εμπόριο χάρτου και τηρούσε
κατά την κρινόμενη διαχειριστική περίοδο (1.1 έως 31.12.1995) βιβλία και  στοιχεία Γ Κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, παραλήφθηκαν από τους ως άνω υπαλλήλους τα 51-52-53-54/31.8.1993 σειράς Α, 68 ?69/30.10.1993 άνευ  σειράς τιμολόγια πωλήσεως, τα 151 έως 193/1993 (σύνολο 43) σειράς Α, 181 έως 191/27.10.1993 (σύνολο 11) άνευ σειράς δελτία αποστολής, τα 101 και  102/31.1.1994 άνευ σειράς και 55-56-57/1994 σειράς Α τιμολόγια πωλήσεως, τα 201 έως 211/1994 (σύνολο 11) άνευ σειράς, 194 έως 216/1994 (σύνολο 23) σειράς  Ν δελτία αποστολής, τα 104, 105, 106, 107, 112, 113, 119, 120, 121, 122, 123/1995 άνευ σειράς τιμολόγια πωλήσεως, τα 249 έως 280/1995 (σύνολο 32), 234  έως 299 (σύνολο 16) και 310 έως 332/1995 (σύνολο 23) άνευ σειράς δελτία αποστολής, όλα εκδόσεως της φερόμενης ως επιχείρησης του ......... ..........  του ......... (οδός ............ αρ. .. ........). Τα ανωτέρω στοιχεία οι παραλαβόντες υπάλληλοι τα μετέφεραν την επόμενη ημέρα (σχ. το από 6.9.1996  πρωτόκολλο παράδοσης) στα γραφεία της υπηρεσίας τους για την πραγματοποίηση ελεγκτικών επαληθεύσεων. Για την εν λόγω παραλαβή συντάχθηκε σχετικώς η  1197/1996 απόδειξη παραλαβής. Από την επεξεργασία των ως άνω στοιχείων προέκυψε ότι η εφεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης έλαβε και καταχώρησε  στα λογιστικά της βιβλία 22 τιμολόγια πωλήσεως εκδόσεως της επιχείρησης ...... ........... του ............ (Έμπορος παλαιού χάρτου, .......... ..  ............) των ετών 1993, 1994 και 1995, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στα παραληφθέντα με την προαναφερόμενη απόδειξη παραλαβής και τα οποία κρίθηκαν  από τους ελεγκτές ως πλαστά και εικονικά, γιατί η φερόμενη ως εκδότρια επιχείρηση είναι ανύπαρκτη. Ενόψει των διαπιστώσεων αυτών του ελέγχου  εκδόθηκε η 81/15.4.1997 πράξη επιβολής προστίμου, με την οποία επιβλήθηκαν σε βάρος της εφεσίβλητης εταιρείας τέσσερα (4) αυτοτελή πρόστιμα με την  αιτιολογία ότι αυτή κατά την ένδικη διαχειριστική περίοδο, 1.1.1995 έως  31.12.1995, ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα τηρούμενα βιβλία της τα 1, 2 και  3/28.4.95, 4/16.6.95, 5/20.6.95, 6/30.6.95, 7/13.7.95, 8/24.7.95, 9/31.10.95  και 10/31.10.95 πλαστά και εικονικά τιμολόγια πώλησης εκδόσεως της ανύπαρκτης επιχείρησης «...... ...........». Κατά της προαναφερόμενης πράξεως επιβολής  προστίμου η εφεσίβλητη άσκησε προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή με την 11460/1998 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και ακυρώθηκε η εν λόγω πράξη ως νομικά  πλημμελής. Ειδικότερα, η πράξη επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. ακυρώθηκε για παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσής της, καθόσον κατά την  παραλαβή των ως άνω στοιχείων από την επαγγελματική εγκατάσταση της προσφεύγουσας η οποία συνιστούσε κατάσχεση των στοιχείων αυτών, δεν  συντάχθηκε έκθεση κατάσχεσης αντίγραφο της οποίας έπρεπε να επιδοθεί στην ήδη  εφεσίβλητη. Μετά την απόφαση αυτή η φορολογική αρχή, προκειμένου να τηρήσει  τον τύπο που παραβιάστηκε, για την επανάληψη της διαδικασίας έκδοση νέας ταυτόσημης πράξης, συνέταξε την 3/28.1.2000 έκθεση κατασχέσεως που επιδόθηκε  στην προσφεύγουσα την ίδια ημερομηνία. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι οι υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομικών σε συμμόρφωση των 11457, 11458 και 11459/1998 αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατάσχεσαν  σύμφωνα με τις παραγράφους 3, 4 και 5 του άρθρου 36 του π.δ. 186/1992 τα εξής στοιχεία : 1) Tα με Νο 51-52-53-54 Σειρά Α 68-69 άνευ σειράς τιμολόγια έτους  1993 εκδόσεως .... .. ......... 2) Τα με Νο 181 έως και 191 άνευ σειράς 151 έως και 193 Σειράς Α Δελτία Αποστολής εκδόσεως ........ ........... ......με  Νο 101-102 άνευ σειράς, 55-56-57 σειρά Α Τιμολόγια εκδόσεως ....... ....... ......... έτους 1994, 4) Τα με Νο 194 έως 216 σειρά Α, 201 έως και 211 άνευ  σειράς Δελτία Αποστολής έτους 1994 εκδόσεως ... ....... ... 5) Τα με Νο 104- 05-106-107-112-113-119-120-121-122 και 123 άνευ σειράς τιμολόγια έτους 1995  εκδόσεως ... .......... και 6) τα με Νο 249 έως και 280 άνευ σειράς 284 έως και 299 άνευ σειράς 310 έως 332 άνευ σειράς Δελτία Αποστολής εκδόσεως της  επιχείρησης .... .......... Εμπόριο Παλαιού Χάρτου. Στη συνέχεια, συντάχθηκε η από 1.2.2000 έκθεση ελέγχου, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι μετά  την έκδοση των προαναφερόμενων αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου, θεωρείται ότι οι προγενέστερα εκδοθείσες 78, 79 και 80/15.4.1997 αποφάσεις  επιβολής προστίμου δεν υφίστανται και για το λόγο αυτό τα αρμόδια φορολογικά όργανα προέβησαν στην επανάληψη της διαδικασίας με την κοινοποίηση στην  προσφεύγουσα στις 28.1.2000 της με αριθ. 3/28.1.2000 εκθέσεως κατασχέσεως, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 3,
4 και 5 του άρθρου 36 του π.δ. 186/1992 παραδίδοντας αντίγραφο αυτής (της  εκθέσεως κατασχέσεως) στην επιχείρηση. Εξάλλου, στην ίδια ως άνω έκθεση ελέγχου αναφέρεται ότι τα στοιχεία που κατασχέθηκαν τα επεξεργάστηκαν μετά  από την 4424/12.9.1996 εντολή ελέγχου επεξεργασίας του Προϊσταμένου της ΥΠ.Ε.Δ.Α. Αθηνών οι υπάλληλοι ........ ...... και ....... ............. και  συνέταξαν την με ημερομηνία 16.9.1996 έκθεση ελέγχου επεξεργασίας, στην οποία αναλυτικά αναφέρονται διαπιστώσεις που συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων του  π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.). Μετά τη σύνταξη της ανωτέρω εκθέσεως ελέγχου και χωρίς να προηγηθεί νέα επεξεργασία των στοιχείων που προαναφέρθηκαν εκδόθηκε  η 102/10.5.2000 πράξη επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Α΄ Περιστερίου, με την οποία επιβλήθηκε σε
βάρος της εφεσίβλητης συνολικό πρόστιμο ύψους 141.744.600 δραχμών δηλαδή το διπλάσιο της συνολικής αξίας των τιμολογίων, γιατί αυτή κατά τη χρήση 1995 ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα τηρούμενα βιβλία της τα προαναφερθέντα  (ειδικά σε κάθε χρήση) πλαστά και εικονικά τιμολόγια πώλησης εκδόσεως της επιχείρησης ...... ............... Η εφεσίβλητη με την προσφυγή της και το  δικόγραφο των προσθέτων λόγων στράφηκε κατά της πράξεως αυτής και ζήτησε την ακύρωσή της, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι επί του εγγράφου της Οικονομικής  αρχής που τιτλοφορείται «έκθεση κατάσχεσης» ψευδώς αναφέρεται ότι έγινε κατάσχεση των βιβλίων και στοιχείων, καθόσον αυτά είχαν ήδη αφαιρεθεί στις  5.9.1996 κατά τον τότε γενόμενο έλεγχο από τα αρμόδια όργανα της ΥΠ.Ε.Δ.Α.,  οπότε και συντάχθηκε η 1197/5.9.1996 απόδειξη παραλαβής ότι τα στοιχεία αυτά  ουδέποτε της παραδόθηκαν και κατά συνέπεια η πράξη επιβολής προστίμου, η οποία στηρίχθηκε σε μηδέποτε νομίμως κατασχεθέντα στοιχεία πρέπει να  ακυρωθεί. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Με έφεση που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε ότι η φορολογική αρχή μετά την ακύρωση πράξεως επιβολής προστίμου ως νομικώς  πλημμελούς, μπορεί να εκδώσει νέα πράξη απαλλαγμένη από την τυπική πλημμέλεια ακολουθώντας επανάληψη της διαδικασίας καθ?άπαντα τα στάδια αυτής και ότι  κατόπιν εντολής του Προϊσταμένου σε δύο ελεγκτές της Δ.Ο.Υ., έγινε κατάσχεση των ήδη ευρισκομένων στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία βιβλίων και στοιχείων,  κοινοποίηση αυτής στην εφεσίβλητη και ακολούθως κοινοποίηση των σχετικών πράξεων κατ?επανάληψη της διαδικασίας. Το διοικητικό εφετείο, αφού έλαβε  υπόψη του : 1) ότι η φορολογική αρχή, όπως προκύπτει, τόσο από τη σχετική έκθεση ελέγχου, όσο και από την έκθεση του άρθρου 129 του Κ.Δ.Δ., προκειμένου  να τηρήσει τον τύπο για την επανάληψη της διαδικασίας έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξεως επιβολής προστίμου, την έλλειψη του οποίου (τύπου)  διαπίστωσε το Δικαστήριο με την 11457/1998 απόφασή του και ακύρωσε την αρχική (78/15.4.1997) πράξη επιβολής προστίμου, προέβη απλώς στη σύνταξη της  3/28.1.2000 εκθέσεως κατασχέσεως χωρίς προηγουμένως να τηρήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των παρ. 3, 4 και 5 του άρθρου 36 του Κ.Β.Σ.  διαδικασία της κατάσχεσης των ως άνω στοιχείων της εφεσίβλητης εταιρείας, ενόψει του ότι η σύνταξη της έκθεσης κατάσχεσης συναρτάται άμεσα με τον τόπο
και το χρόνο πραγματοποίησης της υλικής πράξης της κατάσχεσης και τα όργανα  που την διενεργούν, και 2) ότι για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως επιβολής προστίμου, δεν διενεργήθηκε νέα έρευνα και επεξεργασία των ανωτέρω  στοιχείων, με βάση τη νέα συνταχθείσα πλέον έκθεση κατασχέσεως, η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 3, 4 και 5 Κ.Β.Σ., αφού δεν  συντάχθηκε ούτε κατά το χρόνο της ακούσιας αφαιρέσεως των συγκεκριμένων στοιχείων από την επιχείρηση, ούτε στον τόπο όπου έγινε η αφαίρεση και δεν  έχει συνταχθεί από τους υπαλλήλους που παρέλαβαν τα στοιχεία, αλλά οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Δ.Ο.Υ. προκειμένου να επιβάλλουν τα ένδικα πρόστιμα  στηρίχθηκαν αποκλειστικά στην προγενέστερη έκθεση ελέγχου και στον έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της εφεσίβλητης εταιρείας που διενέργησαν οι υπάλληλοι  της ΥΠ.ΕΔ.Α. το έτος 1996 με βάση τα αφαιρεθέντα τότε βιβλία και στοιχεία με την προαναφερόμενη απόδειξη παραλαβής, έκρινε ότι η προσβαλλόμενη νέα πράξη
επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ., που εκδόθηκε σε επανάληψη της διαδικασίας έκδοσης  της αρχικής πράξης επιβολής προστίμου είναι νομικά πλημμελής και ακυρωτέα, λόγω εμφιλοχωρήσασας νομικής πλημμελείας, η οποία δεν θεραπεύεται,  ειδικότερα, πλημμελούς τήρησης του ουσιώδους τύπου της διαδικασίας έκδοσής της, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους αντίθετους ισχυρισμούς του Ελληνικού  Δημοσίου.

6. Επειδή, η ανωτέρω κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου είναι ορθή,  ανεξαρτήτως της ειδικότερης αιτιολογίας της, δεδομένου ότι, όπως
προαναφέρθηκε στην σκέψη 3, οι εκθέσεις συνοδεύουν και πιστοποιούν τη διενέργεια υλικής πράξεως εντασσομένης σε συγκεκριμένη διαδικασία, με
συνέπεια να μην νοείται η σύνταξή τους χωρίς την διενέργεια της αντίστοιχης  υλικής πράξεως. Εν προκειμένω δε, εφόσον η αρχική (81/15.4.1997) πράξη της φορολογικής αρχής είχε ακυρωθεί ως νομικώς πλημμελής, λόγω μη συντάξεως  νόμιμης εκθέσεως κατασχέσεως, απητείτο εκ νέου τήρηση της σχετικής διαδικασίας, συνισταμένης, ειδικότερα, σε κατάσχεση των βιβλίων και στοιχείων  στην επαγγελματική εγκατάσταση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, σύνταξη, επί τόπου, κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου, της οικείας εκθέσεως  κατασχέσεως, υπογραφή της από τους ανωτέρω και επίδοση προς αυτούς αντιγράφου  της εν λόγω εκθέσεως. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, με τον  οποίο προβάλλεται, περαιτέρω, ότι με την προαναφερόμενη κρίση του Διοικητικού Εφετείου αποκλείεται η επανέκδοση νέων καταλογιστικών πράξεων, δεδομένου ότι  είναι πρακτικά ακατόρθωτη η εκ νέου κατάσχεση των ήδη παραληφθέντων ή κατασχεθέντων φορολογικών βιβλίων και στοιχείων, υπό τις ίδιες συνθήκες που  διενεργήθηκε άπαξ προ πολλών ετών η παραλαβή ή κατάσχεσή τους, ιδίως όσον  αφορά στον τόπο διενέργειάς της και συντάξεως της σχετικής εκθέσεως κατασχέσεως, διότι όχι μόνο σε πολλές περιπτώσεις παραμένουν εξαφανισμένοι οι  επιτηδευματίες ή δεν υφίσταται επαγγελματική εγκατάσταση αυτών αλλά και διότι, ακόμη κι αν αυτοί εμφανισθούν, δεν έχουν καμία διάθεση να συμπράξουν»,  είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η προαναφερθείσα αρχική διαδικασία κατασχέσεως είχε ήδη κριθεί ως μη νόμιμη (Σ.τ.Ε. 1422/2008 7μ.).

7. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι μη νομίμως το δευτεροβάθμιο  δικαστήριο θεώρησε εφαρμοστέα τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 5 του Κ.Β.Σ.,
όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την παρατεθείσα στην σκέψη 4  διάταξη του άρθρου 32 του ν. 2648/1998, η οποία, ως αφορώσα στον τύπο και τον τρόπο επιδόσεως του συντασσομένου για την αφαίρεση των βιβλίων και στοιχείων  εγγράφου έχει διαδικαστικό χαρακτήρα και διέπει τις εν προκειμένω υπό την ισχύ της διενεργηθείσες σύνταξη και επίδοση των επιμάχων εκθέσεων  κατασχέσεως, με αποτέλεσμα να έχουν νομοτύπως παραληφθεί τα επίσημα, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, βιβλία και στοιχεία, αφού οι  συνταχθείσες εκθέσεις κατασχέσεως υπερκάλυπταν την κατά νόμο απαιτούμενη απόδειξη παραλαβής. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος,  εφόσον, πάντως, εν προκειμένω οι συνταχθείσες νέες εκθέσεις κατασχέσεως αντιστοιχούσαν σε παραλαβή βιβλίων και στοιχείων γενομένη πριν από την έναρξη  ισχύος της εν λόγω διατάξεως (Σ.τ.Ε. 1298/2009 7μ.).

8. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2009

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Δ. Κωστόπουλος Α. Ζυγουρίτσα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ής Ιανουαρίου 2010.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Δ. Κωστόπουλος Κ. Κεχρολόγου
 



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Παπαδημητριου
Up
Close
Close
Κλείσιμο