Δημοσιεύθηκε στις : [ 30-05-1996 ]

ΠΟΛ.1172/30.5.1996 Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του Ν.2386/1996 (ΦΕΚ 43Α/7.3.1996)

(Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του Ν.2386/1996 (ΦΕΚ 43Α/7.3.1996))

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα 30 Μαΐου 1996
Αρ. Πρωτ.:1062948/3919/A009

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΕΠΙΘ/ΣΗΣ & ΕΛΕΓΧΩΝ
Δ/ΝΣΗ ΕΛΕΓΧΩΝ - ΤΜΗΜΑ Α'

ΠΟΛ.: 1172

ΘΕΜΑ : Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ 43Α/7.3.1996).

Υστερα από την Εγκλύκλιο αριθμ.πρωτ.1033963/1602 /0009Α/ με την οποία γνωστοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2386/1996 "Ρυθμίσεις θεμάτων εθνικών κληροδοτημάτων, δημοσίων και ανταλλαξίμων κτημάτων και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 43Α/7.3.1996), σας κοινοποιούμε κατωτέρω τις
διατάξεις αυτές, όπως και τις διατάξεις της περίπτωσης η' του άρθρου 29 του νόμου αυτού, που αναφέρονται σε θέματα αρμοδιότητας της Διεύθυνσης Ελέγχων, και παρέχουμε τις ακόλουθες διευκρινίσεις και οδηγίες για την ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

Ι. Κοινοποίηση διατάξεων Αρθρου 8

Φορολογικός έλεγχος και αδικήματα φοροδιαφυγής

Με τις διατάξεις του αρθρου αυτού τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν, αντικαταστάθηκαν και προστέθηκαν ορισμένες διατάξεις πάνω σε θέματα φορολογικού ελέγχου και αδικημάτων φοροδιαφυγής, που κατά παράγραφο, έχουν ως εξής:

Παράγραφος 1 (Συνέχιση φορολογικού ελέγχου σε περίπτωση λύσης υπαλληλικής σχέσης).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, που ισχύουν από 7.3.1996, προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 57 του ν.2065/1992 (ΦΕΚ 113Α') νέο εδάφιο (τρίτο) σύμφωνα με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή της ΥΠΕΔΑ, σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει ολοκληρωθεί ο φορολογικός έλεγχος ,να αναθέτει τον έλεγχο αυτό σε άλλον υπάλληλο, όταν επέρχεται λύση της υπαλληλικής σχέσης, με οποιοδήποτε τρόπο, του υπαλλήλου που συμμετείχε σε έλεγχο που είχε αρχίσει. Με βάση τις διατάξεις αυτές ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή ο Προϊστάμενος της ΥΠΕΔΑ σε περιπτώσεις που έχει αρχίσει ο φορολογικός έλεγχος, σε οποιοδήποτε αντικείμενο (Φορολογία Εισοδήματος, Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, Φορολογία Κεφαλαίου και λοιπές φορολογίες) και δεν έχει ολοκληρωθεί λόγω θανάτου, συνταξιοδότησης ή θέσεως του υπαλλήλου σε αργία, μπορεί με απόφασή του να αναθέτει τον έλεγχο αυτό σε άλλον υπάλληλο της Υπηρεσίας του.
Ετσι, με βάση τις διατάξεις αυτές καλύπτεται το κενό που υπήρχε στο νόμο για τη συνέχιση του αρξάμενου φορολογικού ελέγχου, σε περιπτώσεις μη ολοκλήρωσής του, συνεπεία των παραπάνω λόγων.

Παράγραφος 2 (Μη θεώρηση συμφωνητικών που καταρτίζονται από επιτηδευματίες ή τρίτους με το Δημόσιο, Τράπεζες, ΟΤΑ κ.λπ.)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προστέθηκε στην παράγραφο 16 του άρθρου 8 του ν.1882/1990 (ΦΕΚ 43Α') νέο εδάφιο (δεύτερο) σύμφωνα με το οποίο δεν θεωρούνται στις Δ.Ο.Υ. τα συμφωνητικά που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 16 του άρθρου 8 του νόμου αυτού όταν καταρτίζονται από επιτηδευματίες ή τρίτους, περιοριστικά και μόνο, με το Δημόσιο, τις Τραπεζες, τους Οργανισμούς, τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τους ΟΤΑ (δήμοι και κοινότητες), τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται πιστωτικές κάρτες.

Είναι γνωστό ότι η υποχρέωση της κατάθεσης στις Δ.Ο.Υ. των συμφωνητικών που καταρτίζονται από τους επιτηδευματίες ή τρίτους αποβλέπει στο να διασφαλιστεί η έκδοση του προβλεπόμενου στοιχείου από τον Κ.Β.Σ., για κάθε συναλλαγή. Είναι επίσης γνωστό ότι με την Εγκύκλιό μας αριθμ.πρωτ.1055500/4600/ΠΟΛ. 1165/26.7.1990 είχαμε δεχθεί να μην κατατίθενται στις Δ.Ο.Υ., τα συμφωνητικά που καταρτίζονται από επιτηδευματίες ή τρίτους με τα παραπάνω πρόσωπα (Δημόσιο, Τράπεζες, ΟΤΑ, κλ.π.) με το σκεπτικό να αποφευχθεί η άσκοπη θεώρηση μεγάλου αριθμού συμφωνητικών, αφού για τις συναλλαγές με τα πρόσωπα αυτά υπάρχει τρόπος ελέγχου, λόγω της μορφής, της φύσης και της αποστολής τους.Επειδή όμως, σύμφωνα
με πάγια δικαστηριακή νομολογία (Στε 2730/1990), η Εγκύκλιος και γενικά οι οδηγίες της Διοίκησης δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα και δεν δημιουργούν δίκαιο, έγινε η νομοθετική αυτή ρύθμιση, για να αρθούν θέματα αμφισβήτησης, ιδίως από πλευράς δικαστηρίων, πάνω στο ρυθμιζόμενο αντικείμενο.

Παράγραφος 3 (Χρόνος έναρξης εφαρμογής της προηγούμενης παραγράφου 2).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι ο χρόνος έναρξης εφαρμογής της προηγούμενης παραγράφου 2, αρχίζει από την 23η Μαρτίου 1990.Δηλαδή με τη διάταξη αυτή, σε ό,τι αφορά την έναρξη εφαρμογής της παραγράφου 2, δίνεται αναδρομική ισχύ, από το χρόνο έναρξης ισχύος της παραγράφου 16 του άρθρου 8 του ν.1882/1990 (23.3.1990).

Παράγραφος 4 (Τροποποίηση διατάξεων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ν.1591/1986).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, που ισχύουν από 7/3/1996, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ν.1591/1986 (ΦΕΚ 50Α) και για τους δράστες των ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται στις περιπτώσεις ζ'και η' της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν.1591/1986 αυξάνεται η χρηματική ποινή.

Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν οι περιπτώσεις ζ' και η' της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου και νόμου: "ζ.Οποιος εκδίδει πλαστό ή εικονικό ή νοθεύει τιμολόγιο πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών ή οποιοδήποτε από τα φορολογικά στοιχεία που αναφέρονται στην περίπτωση γ' της παραγράφου αυτής.

Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγισθεί μ'οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου.Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Θεωρείται εικονικό και το φορολογικό στοιχείο που εκδόθηκε για συναλλαγή, διακίνηση ή οποιαδήποτε άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολο ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο.

η.Οποιος γνωρίζει το σκοπό της επιχειρούμενης πράξης και συνεργεί με οποιοδήποτε τρόπο στην κατασκευή πλαστών φορολογικών στοιχείων ή γνωρίζει ότι τα στοιχεία είναι πλαστά ή εικονικά και συνεργεί με οποιοδήποτε τρόπο στην έκδοσή τους ή αποδέχεται τα πλαστά ή τα εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης". Ειδικότερα με τη νέα διάταξη, για τους επιτηδευματίες εκείνους οι οποίοι εκδίδουν πλαστά ή εικονικά στοιχεία ή συνεργούν στην κατασκευή τέτοιων στοιχείων και στην έκδοσή τους ή την αποδοχή τους, αν και γνωρίζουν ότι τα στοιχεία αυτά είναι πλαστά ή εικονικά ή νοθεύουν τα φορολογικά στοιχεία, η επιβαλλόμενη χρηματική ποινή ορίζεται ότι δεν μπορεί να είναι κατώτερη των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμων, που μπορεί να φθάσει και μέχρι τα πενήντα εκατομμύρια (50.000.000.) δραχμές, ενώ προηγουμένως η χρηματική αυτή ποινή ορίζονταν μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, τουλάχιστον. Η διαφοροποίηση αυτή και η αύξηση της χρηματικής ποινής κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να λειτουργήσει ως ανασταλτικός παράγων και μέσο μείωσης του παρατηρούμενου ανησυχητικού φαινομένου της έκδοσης και λήψης πλαστών ή
εικονικών φορολογικών στοιχείων.
Σημειώνεται ότι με τη διάταξη της παραγράφου αυτής διαφοροποιήθηκε μόνο η επιβαλλόμενη χρηματική ποινή, ενώ η ποινή φυλάκισης έμεινε στα ίδια όρια.
Παράγραφος 5 (Προσθήκη νέας παραγράφου 7 στο άρθρου 33 του ν.1591/1986).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, που ισχύουν από 7.3.1996, προστέθηκε στο άρθρο 33 του ν.1591/1986 νέα παράγραφος 7 και οι παράγραφοι 7 και 8 αναριθμήθηκαν σε 8 και 9, αντίστοιχα.

Ειδικότερα:

Α) Με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι σε καταδίκη επιτηδευματία, για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ'και η' της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν.1591/1986 (έκδοση πλαστών ή εικονικών στοιχείων, νόθευση, συνεργεία ή αποδοχή πλαστών ή εικονικών στοιχείων), επιβάλλονται αυτοδικαίως, κατά του καταδικασθέντος, και οι κυρώσεις που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 95 του ν.2238/1994 (ΦΕΚ 151Α').

Είναι γνωστό ότι με τις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 95 του ν.2238/1994, που αποτελούν κωδικοποίηση των διατάξεων της παραγράφου 12 του άρθρου 45 του ν.2065/1992, στους επιτηδευματίες που καταδικάζονται για αδικήματα μη απόδοσης ή εκπρόθεσμης απόδοσης παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων ή
εισπραττόμενων για απόδοση στο Δημόσιο φόρων, τελών και εισφορών, εκτός από την ποινική κύρωση, επιβάλλονται και ορισμένες διοικητικές κυρώσεις, όπως ορίζονται στις διατάξεις αυτές.
Ετσι, με βάση τις παραπάνω κοινοποιούμενες διατάξεις, στους επιτηδευματίες που καταδικάζονται για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η' της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν.1591/1986 επέρχονται αυτοδικαίως, κατά του καταδικασθέντος φυσικού προσώπου και του υπόχρεου νομικού προσώπου, οι εξής διοικητικές κυρώσεις:

α) Απώλεια του δικαιώματος συμμετοχής σε δημοπρασίες του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, των κοινωφελών ιδρυμάτων και οργανισμών κοινής ωφέλειας για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους.
β) Απώλεια του δικαιώματος λήψης πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους.

γ) Απαγόρευση για περίοδο τριών (3) ετών της σύναψης συμβάσεων με το κράτος ή άλλους δημόσιους οργανισμούς ή φορείς.

δ) Απώλεια του δικαιώματος για περίοδο τριών (3) ετών λήψης δανείων με την εγγύηση του Δημοσίου ή δημόσιων επιχορηγήσεων ή κρατικών πιστώσεων.

Β) Με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου αυτής, που ισχύουν από 7.3.1996, για τη διαδικασία των προηγούμενων διοικητικών κυρώσεων ακολουθείται ό,τι ορίζεται στην παράγραφο 13 του άρθρου 95 του ν.2238/1994, η οποία (παράγραφος) αποτελεί κωδικοποίηση των διατάξεων της παραγράφου 13 του άρθρου 45 του ν.2065/1992.Δηλαδή ο γραμματέας της έδρας του δικαστηρίου παραδίδει απόσπασμα της απόφασης, εντός πέντε ημερών, από της έκδοσής της, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία πρέπει να κοινοποιήσει αμέσως την απόφαση των διοικητικών κυρώσεων στις αρμόδιες αρχές.

Παράγραφος 6 (Κατάργηση, αντικατάσταση διατάξεων του άρθρου 31 του ν.2214/1994 και προσθήκη νέας παραγραφου, που καθιερώνει κυρώσεις για τη μη επίδειξη στον έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων ή την επίκληση απώλειας ή καταστροφής αυτών).
Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής επήλθαν οι εξής μεταβολές:

Α) Καταργήθηκε, από 7.3.1996, το τρίτο εδάφιο (πρόταση) της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν.2214/1994 (ΦΕΚ 75Α'), που αναφέρεται στην κατάσχεση των μεταφερομένων αγαθών, χωρίς ή με ανακριβές συνοδευτκό φορολογικό στοιχείο και στον ορισμό του μεταφορέα ως μεσεγγυούχου των αγαθών που κατάσχονται. Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι, σύμφωνα με την κρατούσα πρακτική στο Υπουργείο Οικονομικών, το εδάφιο περιλαμβάνει πάντοτε κείμενο πρότασης από τελεία σε τελεία.Ετσι, με βάση τη θέση αυτή, το τρίτο εδάφιο της παραπάνω παραγράφου, που καταργήθηκε, περιλαμβάνει την εξής πρόταση-διατύπωση: "Με την διαπίστωση της παραπάνω πράξης τα μεταφερόμενα αγαθά κατάσχονται και μεσεγγυούχος ορίζεται ο μεταφορέας αυτών".

Σημειώνεται ότι η κατάργηση του εδαφίου αυτού κρίθηκε αναγκαία όχι μόνο γιατί η εφαρμογή του δημιούργησε προβήματα, αλλά κυρίως γιατί δημιούργησε ακραίες ή και οριακές πραγματικές καταστάσεις, όπως σε κατασχέσεις νωπών ή ευπαθών προϊόντων, ακόμη δε και θέματα προστασίας των μεταφερόμενων αγαθών εκ μέρους του μεσεγγυούχου μεταφορέα, δεδομένου ότι με τη διαπίστωση του αδικήματος, πολλές φορές ο μεταφορέας, συνεπεία της αυτόφωρης διαδικασίας, οδηγείται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.

Οπως είναι γνωστό με την Εγκύκλιο αριθ.πρωτ.1093302/5825/0009Α/ΠΟΛ. 1197/12.8.1994 δόθηκαν, μεταξύ των άλλων, λεπτομερείς οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 του ν.2214/1994.Συνεπεία όμως της κατάργησης της κατάσχεσης με τις διατάξεις της παραπάνω παράγραφου (6), παύουν από 7.3.1996, να ισχύουν όσα διαλαμβάνονται στην εγκύκλιο αυτή για την κατάσχεση και τον μεσεγγυούχο.Από την ημερομηνία αυτή (7.3.1996) και μετά δε θα συντάσσεται "ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ" και το επισυναπτόμενο στις σελίδες 17 και 18, της Εγκυκλίου (ΠΟΛ.1197/1994), σχέδιο "ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ" καταργείται, όπως και η αποστολή , στην Δ/νση Ελέγχων, του αντιγράφου της έκθεσης κατάσχεσης, που αναφέρεται στην Εγκύκλιο αυτή. Ακόμη, τα επισυναπτόμενα, στις σελίδες 19,20 και 21 της ίδιας Εγκυκλίου, σχέδια, αναδιατυπώνονται κατάλληλα και επισυνάπτονται στο τέλος της παρούσας Εγκυκλίου.

Θα πρέπει ακόμη να διευκρινιστεί ότι εάν από 7.3.1996 και μέχρι την έκδοση της Εγκυκλίου αυτής έχουν διενεργηθεί κατασχέσεις αγαθών, εκ παραδρομής, αποδεσμεύονται και αποδίδονται άμεσα τα κατασχεθέντα αγαθά στους δικαιούχους.

Β) Αντικαταστάθηκε, από 7.3.1996, η παράγραφος 2 του άρθρου 31 του ν.2214/1994 που αναφέρεται στο αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των αδικημάτων φοροδιαφυγής της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου και νόμου. Είναι γνωστό ότι οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του παραπάνω νόμου όριζαν ότι:

"2.Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πλημμελημάτων φοροδιαφυγής είναι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο υπαίτιος ή έχει την έδρα της η επιχείρηση". Στη συνέχεια η παράγραφος αυτή με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν.2298/1995 (ΦΕΚ 62Α') είχε αντικατασταθεί, από 4.4.1995, ως εξής:

"2.Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των πλημμελημάτων φοροδιαφυγής είναι και το μονομελές πλημμελειοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα της η επιχείρηση".

Από 7/3/1996 και στο εξής, με βάση τις νέες διατάξεις, αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των ποινικών αδικημάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν.2214/1996 ορίζεται το Πλημμελειοδικείο (Μονομελές) στην περιφέρεια του οποίου διαπιστώθηκε η τελεσθείσα πράξη φοροδιαφυγής.Ετσι πλέον καθίσταται αποτελεσματικότερη η εφαρμογή της διάταξης αυτής, σε ό,τι αφορά την εκδίκαση των αδικημάτων αυτών.

Γ) Προστέθηκε, από 7.3.1996, νέα παράγραφος 3 στο άρθρο 31 του ν.2214/1994, σύμφωνα με την οποία η μη επίδειξη των βιβλίων και στοιχείων του Κ.Β.Σ. στο φορολογικό έλεγχο και η απώλεια ή η καταστροφή αυτών αποτελούν αδικήματα φοροδιαφυγής.
Ειδικότερα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής χαρακτηρίζονται ως αδικήματα φοροδιαφυγής και η μη επίδειξη από τον επιτηδευματία στον οποιοδήποτε φορολογικό έλεγχο (προληπτικό, προσωρινό, τακτικό) του συνόλου ή μέρους των τηρούμενων βιβλίων και στοιχείων του Κ.Β.Σ., ή η επίκληση από αυτόν (τον επιτηδευματία) της απώλειάς τους, ή η πράξη καταστροφής όλων ή μερικών των βιβλίων και στοιχείων του Κ.Β.Σ.
Ο υπαίτιος των παραπάνω αδικημάτων τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο (1.000.000) μέχρι δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμές. Κατά συνέπεια όταν τα ελεγκτικά όργανα διαπιστώνουν την παράβαση αυτή θα συντάσσουν σχετική "ΕΚΘΕΣΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ" όπως το επισυναπτόμενο σχέδιο, στο τέλος της παρούσας Εγκυκλίου.Η έκθεση αυτή, με τυχόν άλλα στοιχεία, θα αποτελέσουν το φάκελλο, που θα πρέπει να αποσταλεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στην περιφέρεια του οποίου, έχει την έδρα της η επιχείρηση του υπαιτίου.

Σχέδιο της έγκλησης επισυνάπτεται στην Εγκύκλιο αυτή.
Κρίνεται σκόπιμο να δοθούν οι ακόλουθες διευκρινίσεις πάνω στην προσθήκη τηε νέας διάταξης και ειδικότερα σ'αυτήν που αναφέρεται στο αδίκημα της φοροδιαφυγής, που απορρέει από τη μη επίδειξη στον έλεγχο των Βιβλίων και Στοιχείων του Κ.Β.Σ.

Με βάση τη νέα διάταξη προβλέπεται ότι όταν διενεργούνται φορολογικοί έλεγχοι, οποιασδήποτε μορφής (προληπτικοί, προσωρινοί, τακτικοί) και δεν επιδεικνύονται στον έλεγχο, από τον επιτηδευματία, τα βιβλία και στοιχεία του Κ.Β.Σ. (όλα ή μερικά) διαπράττεται αδίκημα φοροδιαφυγής και κατά του υπαίτιου παραβάτη επιβάλλονται ποινικές κυρώσεις. Είναι γνωστό ότι πολλές φορές στον φορολογικό έλεγχο και ιδίως στον προληπτικό δεν επιδεικνύονται τα βιβλία και στοιχεία του Κ.Β.Σ., συνεπεία προσωρινής αδυναμίας είτε λόγω απουσίας του επιτηδευματία ή της παραλαβής των από το λογιστή για ενημέρωση, είτε διότι οι υπάλληλοι της επιχείρησης δεν γνωρίζουν που έχει τα βιβλία και στοιχεία ο λογιστής.

Οι ενδεικτικές αυτές περιπτώσεις, που ενώ κατ' αρχήν στειχειοθετούν το αδίκημα της φοροδιαφυγής, λόγω της μη επίδειξης των βιβλίων και στοιχείων του Κ.Β.Σ., δεν θα πρέπει να οδηγούν αναγκαστικά τον έλεγχο στη σύνταξη της Εκθεσης Διαπίστωσης Αδικήματος και την υποβολή σχετικής Εγκλησης (Μηνυτήριας Αναφοράς) και μάλιστα στις περιπτώσεις εκείνες που για την μη επίδειξη των βιβλίων και στοιχείων ζητείται από τον επιτηδευματία, ως διευκόλυνση, εύλογος χρόνος για την εκπλήρωση της υποχρέωσής του, δηλ.της επίδειξης των βιβλίων και στοιχείων.

Αντίθετα, εάν η μη επίδειξη των βιβλίων και στοιχείων του Κ.Β.Σ., δηλ.η μη διάθεσή τους στον έλεγχο, αποβλέπει στην παρακώλυση ή τη ματαίωση του φορολογικού ελέγχου, ή με την εν γένει συμπεριφορά του ο επιτηδευματίας
(θετικές ή αποθετικές πράξεις) επιδιώκει την παρεμπόδιση και τη μη διεξαγωγή του φορολογικού ελέγχου, τότε ασφαλώς θα συντάσσεται η έκθεση Διαπίστωσης Αδικήματος και θα υποβάλλεται Εγκληση (Μηνυτήρια Αναφορά), κατά του υπαιτίου επιτηδευματία.

Παράγραφος 7 (Παροχή πληροφοριών σε πρόσωπα που εξομοιώνονται με τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, που ισχύουν από 7.3.1996, αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 66 του ν.2238/1994, το οποίο (εδάφιο) αποτελεί κωδικοποίηση των διατάξεων του άρθρου 25 του ν.2214/1994, και θεσμοθετήθηκε ότι το δικαίωμα που παρέχεται στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., κατά τον φορολογικό έλεγχο, να ζητεί από τις δημόσιες ή δημοτικές και κοινοτικές αρχές, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις τράπεζες, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις κ.λπ. οποιεσδήποτε πληροφορίες θεωρεί αναγκαίες για τη διευκόλυνση του έργου του, αυτό (το δικαίωμα) παρέχεται πλέον και στα πρόσωπα εκείνα που έχουν τις ίδιες ελεγκτικές αρμοδιότητες με τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.

Παρέχεται δηλαδή το προηγούμενο δικαίωμα και πρός τα πρόσωπα εκείνα που εξομοιώνονται με τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Τέτοια πρόσωπα είναι ιδίως οι Προϊστάμενοι της ΥΠΕΔΑ και οι Προϊστάμενοι των ειδικών συνεργείων του άρθρου 39 του ν.1914/1990 (ΦΕΚ 178Α').

Παράγραφος 8 (Αρση απορρήτου από τον Προϊστάμενο του Ειδικού συνεργείου και από την ΥΠ.Ε.Δ.Α.).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, που ισχύουν από 7.3.1996, προστέθηκαν δύο νέα εδάφια στο τέλος της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 66 του ν.2238/1994, που όπως σημειώθηκε και στην προηγούμενη παράγραφο η περίπτωση αυτή (β') αποτελεί κωδικοποίηση των διατάξεων του άρθρου 25 του ν.2214/1994, βάσει των οποίων (νέων εδαφίων) για την άρση του απορρήτου σε ελέγχους που διενεργούνται από ειδικά συνεργεία, με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.1914/1990, απαιτείται μόνο απόφαση από τον Προϊστάμενο του συνεργείου
αυτού, ενώ για την άρση του απορρήτου σε ελέγχους που διενεργούνται από την ΥΠΕΔΑ απαιτείται κοινή απόφαση του Προϊσταμένου της ΥΠΕΔΑ ή του Παραρτήματός της και του εποπτεύοντος επιθεωρητή.

Παράγραφος 9 (Αναστολή λειτουργίας καταστημάτων επιτηδευματιών και σε περιπτώσεις λήψης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων - τιμολογίων μεγάλης αξίας).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, που ισχύουν από 7.3.1996, αντικαταστάθηκε η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 91 του ν.2238/1994, η οποία (περίπτωση) αποτελεί κωδικοποίηση της αντίστοιχης περίπτωσης της παραγράφου 1 του άρθρου 48 του ν.2065/1992, και ορίστηκε πλέον ότι στους λόγους - προϋποθέσεις των φορολογικών παραβάσεων, για την αναστολή λειτουργίας των καταστημάτων των επιτηδευματιών, συμπεριλαμβάνεται, εκτός από την έκδοση πλαστών ή εικονικών τιμολογίων, και η λήψη τέτοιων τιμολογίων (πλαστών ή εικονικών) μεγάλης αξίας.

Είναι γνωστό ότι πρίν από τη δημοσίευση του κοινοποιούμενου άρθρου του νόμου αυτού (άρθρου 8 ν.2386/1996) στους λόγους των φορολογικών παραβάσεων, για την αναστολή λειτουργίας των καταστημάτων των επιτηδευματιών, περιλαμβάνονταν μόνο αυτός της έκδοσης πλαστών ή εικονικών τιμολογίων, ανεξάρτητα της αξίας τους (μικρής ή μεγάλης). Ηδη με τις κοινοποιούμενες διατάξεις της παραγράφου αυτής (9), και για την ταυτότητα του λόγου, θεσμοθετήθηκε ότι και η λήψη τέτοιων στοιχείων (πλαστών ή εικονικών τιμολογίων) αποτελεί λόγο αναστολής λειτουργίας των καταστημάτων των επιτηδευματιών. Τίθεται όμως αναγκαία προϋπόθεση ότι τα λαμβανόμενα αυτά τιμολόγια (πλαστά ή εικονικά) πρέπει να είναι μεγάλης αξίας.

Η οριοθέτηση της έννοιας των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ'επέκταση και των τιμολογίων, περιλαμβάνεται στην περίπτωση ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν.1591/1986, η οποία (περίπτωση) έχει παρατεθεί παραπάνω στην παράγραφο 4.Εκείνο το οποίο κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστεί είναι η έννοια της μεγάλης αξίας, των ληφθέντων πλαστών ή εικονικών τιμολογίων. Είναι δεδομένο ότι από τις διατάξεις της παραγράφου 9 δεν οριοθετείται μέγεθος αξίας ή συγκεκριμένο ποσό πάνω από το οποίο τα τιμολόγια θεωρούνται ότι είναι μεγάλης αξίας. Ετσι, θα μπορούσε κατ'αρχήν να θεωρηθεί ότι η έννοια της μεγάλης αξίας εξαρτάται κάθε φορά από τα εξεταζόμενα πραγματικά περιστατικά (μέγεθος επιχείρησης, ύψος ακαθάριστων εσόδων, αγορών, δαπανών, σχέση αυτών, κ.λπ.). Ανεξάρτητα όμως από την αντιμετώπιση των πραγματικών περιστατικών, που κάθε φορά θα εξετάζονται, πρέπει να δεχθούμε ότι το πλαστό ή εικονικό τιμολόγιο που λαμβάνεται για να θεωρείται ότι είναι μεγάλης αξίας, πρέπει να είναι αξίας πάνω από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δρχ., τουλάχιστον.

Παράγραφος 10 (Λήψη μέτρων σε βάρος και των εκπροσώπων των νομικών προσώπων, για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής.Τα μέτρα αφορούν και τους κοινούς λογαριασμούς).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, που ισχύουν από 7.3.1996, προστέθηκαν δύο νέα εδάφια μετά από το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 92 του ν.2238/1994, οι οποίες διατάξεις (του άρθρου 92) αποτελούν κωδικοποίηση των διατάξεων του άρθρου 44 του ν.2065/1992, και επήλθαν οι εξής συμπληρώσεις:

Α) Τα μέτρα που λαμβάνονται, σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής, με βάση τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού και που αναφέρονται στην αναστολή έναντι του Δημοσίου του απορρήτου των καταθέσεων ή λογαριασμών ή του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογουμένου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στη δέσμευση κατά 50% των καταθέσεων ή του περιεχομένου των θυρίδων, επεκτάθηκε ήδη και σε βάρος των εκπροσώπων των νομικών προσώπων.Ετσι, τα μέτρα αυτά προκειμένου για Ανώνυμη Εταιρεία λαμβάνονται και σε βάρος του προέδρου και του διευθύνοντα συμβούλου της Α.Ε., ενώ για τις λοιπές εταιρείες (Ε.Π.Ε. και προσωπικές) λαμβάνονται και σε βάρος των διαχειριστών.

Β) Τα μέτρα της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου (92), που αναφέρονται στην αναστολή του απορρήτου έναντι του Δημοσίου των καταθέσεων-λογαριασμών σε βάρος του υπόχρεου επιτηδευματία (φορολογούμενου) και των εκπροσώπων των νομικών προσώπων, καταλαμβάνουν πλέον και τους κοινούς λογαριασμούς, έτσι ώστε να διασφαλίζονται τα συμφέροντα του Δημοσίου σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής.

Παράγραφος 11 (Υποχρεωτική άρση μέτρων σε περίπτωση καταβολής ποσού πάνω από 80% των οφειλόμενων φόρων).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, που ισχύουν από 7.3.1996, προστέθηκε νέο εδάφιο στην παράγραφο 3 του άρθρου 92 του ν.2238/1994, και συμπληρώθηκε περαιτέρω ότι τα απαγορευτικά μέτρα που λαμβάνονται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού σε βάρος των επιτηδευματιών σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής (μη παραλαβή δηλώσεων, μη χορήγηση βεβαιώσεων-πιστοποιητικών, δέσμευση των καταθέσεων κατά 50% κ.λπ.), αίρονται υποχρεωτικά, χωρίς άλλη διαδικασία, σε περιπτώσεις που ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλλει ποσά πάνω από ογδόντα τοις εκατό (80%) των οφειλόμενων γενικά φόρων, τελών, εισφορών και των νόμιμων προσαυξήσεων, για τους οποίους λήφθηκαν τα μέτρα διασφάλισης.

Παράγραφος 12 (Διαφοροποίηση δεδομένων ποινικών κυρώσεων για τη μη απόδοση παρακρατούμενων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών).

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, που ισχύουν από 7.3.1996, αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του ν.2238/1994, οι οποίες διατάξεις (του άρθρου 95) αποτελούν κωδικοποίηση των διατάξεων του άρθρου 45 του ν.2065/1992, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκαν με το άρθρο 32 του ν.2214/1994, και επήλθαν οι παρακάτω μεταβολές , σε ό,τι αφορά τις ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται για τη μη επίδοση ή ανακριβή ή εκπρόθεσμη επίδοση δηλώσεων παρακρατούμενων, επιρριπτόμενων ή εισπραττόμενων για απόδοση στο δημόσιο φόρων, τελών και εισφορών.
Ειδικότερα:

Α) Ο χρόνος της εκπρόθεσμης υποβολής των παραπάνω δηλώσεων για την ποινική δίωξη, επεκτάθηκε από δέκα πέντε (15) ημέρες σε τριάντα (30) ημέρες. Η επιμήκυνση αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να αρθούν περιπτώσεις ολιγωρίας υποβολής των δηλώσεων αυτών, οφειλόμενες πολλές φορές σε αμέλεια ακόμη και τρίτων προσώπων.

Β) Το ποσό της μη καταβολής ή εκπρόθεσμης καταβολής των προηγούμενων φόρων, τελών κ.λπ., για έγερση της ποινικής δίωξης, αυξήθηκε από δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές σε εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές. Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να εκλογικευτούν τα ποσά των μη καταβληθέντων φόρων και να εξαιρεθούν από ποινική δίωξη οι μικροεπιτηδευματίες με ποσά μέχρι του ορίου αυτού των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών.

Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητο να διευκρινιστεί το θέμα της έναρξης της προθεσμίας, σε ό,τι αφορά την άσκηση της ποινικής δίωξης. Για το θέμα αυτό (της έναρξης της προθεσμίας) έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 241 και 242 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες η προθεσμία αρχίζει την επομένη της ημέρας που συντελέστηκε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει όταν περάσει ολόκληρη η τελευταία ημέρα και εαν αυτή είναι κατά νόμο αργία, όταν περάσει ολόκληση η επόμενη ημέρα. Για συγκεκριμενοποίηση του θέματος αυτού παρατίθεται το ακόλουθο παράδειγμα: Εστω η επιχείρηση "Α", που τηρεί βιβλία και στοιχεία Β'κατηγορίας (εσόδων - εξόδων) των διατάξεων του Κ.Β.Σ. και με Α.Φ.Μ. που λήγει σε 2 υπέβαλε την 17η Μαϊου 1996 προσωρινή δήλωση απόδοσης φόρου μισθωτών υπηρεσιών μηνών Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου - Μαρτίου 1996 (1ου Τριμήνου) και το αποδοθέν ποσόν (φόρου, χαρτοσήμου, κ.λπ.), που κατέβαλε την ημερομηνία αυτή (17.5.1996) ανέρχεται σε 230.000 δρχ. και μέχρι την 24η Μαϊου 1996 δεν υπέβαλε περιοδική δήλωση Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (έντυπο 050 ΦΠΑ, έκδοση 1996) για τη χρονική περίοδο 1/3 - 30/4/1996 (2ο δίμηνο) και δεν κατέβαλε τον οφειλόμενο ΦΠΑ που ανέρχεται σε 120.000 δρχ.

Ετσι, με βάση το παράδειγμα αυτό και σε ό,τι αφορά το θέμα των προθεσμιών, για τις ποινικές κυρώσεις, κατά τις ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 95 του ν.2238/1994, σημειώνονται τα εξής:

1. Αναφορικά με την καταβολή του φόρου μισθωτών υπηρεσιών Είναι γνωστό ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 παραγρ.1 του ν.2238/1994 η προσωρινή δήλωση απόδοσης φόρου μισθωτών υπηρεσιών - χαρτοσήμου κ.λπ. των μηνών Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1996 (1ο Τρίμηνο) έπρεπε να υποβληθεί μέχρι την 15η Απριλίου 1996 και επειδή η 15η Απριλίου 1996 ήταν αργία (δεύτερη ημέρα του Πάσχα) μπορούσε η επιχείρηση να υποβάλει τη δήλωση αυτή μέχρι και την 16η Απριλίου 1996.Επομένως υπολογίζοντας 30 ημέρες από την 17η Απριλίου 1996 (επομένη της ημέρας που συντελέστηκε το γεγονός της αφετηρίας - τελευταία ημέρα υποβολής της δήλωσης) βλέπουμε ότι η επιχείρηση μπορούσε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, χωρίς ποινικές επιπτώσεις (κυρώσεις), μέχρι και την 16η Μαϊου 1996 και επειδή η επιχείρηση υπέβαλε την προσωρινή δήλωση και
κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό την 17η Μαϊου 1996, δηλ.πέρα των 30 ημερών και επειδή το ποσό αυτό είναι πάνω των 100.000 δρχ. θα υποβληθεί μηνυτήρια αναφορά και θα ασκηθεί ποινική δίωξη, σε βάρος της επιχείρησης, με την αυτόφωρη διδικασία.

2.Αναφορικά με τον Φ.Π.Α

Είναι γνωστό ότι σύμφωνα με την Απόφαση αριθμ.πρωτ.1027240/1168/0014/ΠΟΛ. 1070/29.2.1996 (άρθρο 2 παραγρ.4) ορίζεται ότι για τον υπολογισμό της εκπρόθεσμης υποβολής, για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του ν.2238/1994, ως αρχική ημέρα λαμβάνεται η επόμενη της, σύμφωνα με την παράγραφο 2,εμπρόθεσμης υποβολής. Είναι επίσης γνωστό ότι σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (2) της Απόφασης αυτής προβλέπεται ότι οι περιοδικές δηλώσεις του ΦΠΑ υποβάλλονται από την 20η ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου που ακολουθεί τη φορολογική περίοδο, ανάλογα με τον καταληκτικό αριθμό του φορολογικού μητρώου.Ετσι, η προθεσμία υποβολής της περιοδικής δήλωσης του ΦΠΑ του επιτηδευματία του οποίου ο Α.Φ.Μ. λήγει στο 1 είναι η 20η ημέρα, όταν ο Α.Φ.Μ. λήγει σε 2 η 21η ημέρα, όταν ο Α.Φ.Μ. λήγει σε 3 η 22α ημέρα, κ.λπ.

Με βάση τις θέσεις αυτές της Απόφασης σε συνδυασμό με τα παραπάνω δεδομένα του παραδείγματος η επιχείρηση είχε υποχρέωση να επιδόσει την περιοδική δήλωση του ΦΠΑ των μηνών Μαρτίου - Απριλίου 1996 (2ο δίμηνο) μέχρι και την 22α Μαϊου 1996. Επομένως υπολογίζοντας 30 ημέρες από την 23η Μαϊου 1996 (επομένη της ημέρας που συντελέστηκε το γεγονός της αφετηρίας - τελευταία ημέρα υποβολής της δήλωσης), η επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να υποβάλει την περιοδική δήλωση του ΦΠΑ του 2ου διμήνου μέχρι και την 21η Ιουνίου 1996 χωρίς να υποστεί τις ποινικές κυρώσεις που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 95 του ν.2238/1994.Αν όμως η περιοδική δήλωση υποβληθεί μετά την 21η Ιουνίου 1996 (δηλ.μετά από 30 ημέρες) και επειδή το ποσόν του ΦΠΑ, είναι πάνω από 100.000 δρχ. θα συνταχθεί μηνυτήρια αναφορά και θα ασκηθεί ποινική δίωξη, σε βάρος της επιχείρησης, με την αυτόφωρη διαδικασία.

Γ) Οι για τα παραπάνω αδικήματα επιβαλλόμενες ποινές (φυλάκιση και χρηματική ποινή), για λόγους νομοτεχνικούς, πρακτικής λειτουργίας ή ακόμη και μερικής εναρμόνισης με τις ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 31 του ν.1591/1986, ομαδοποιούνται σε δύο (2) κατηγορίες, αντί των τριών (3) που προέβλεπαν οι ισχύουσες διατάξεις.

Ετσι, η ποινή που προβλέπεται από τις κοινοποιούμενες διατάξεις κλιμακώθηκε ως ακολούθως:

α) Φυλάκιση μέχρι έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή όχι κατώτερη των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμων και μέχρι ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμές,

β) Φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και άνω, όταν το πρός απόδοσης ποσό για κάθε φορολογία υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές.

Οι ποινές αυτές επιβάλλονται, κατά περίπτωση, εφόσον δεν προβλέπονται βαρύτερες ποινές από άλλες διατάξεις.
Οπως είναι γνωστό με την Εγκύκλιο αριθ.πρωτ. 1093302/5825/0009Α/ΠΟΛ. 1197/12.8.1994 δόθηκαν, μεταξύ των άλλων, λεπτομερείς οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 32 του ν.2214/1994, με τις οποίες διατάξεις είχαν αντικατασταθεί και τροποποιηθεί οι διατάξεις του άρθρου 45 του ν.2065/1992.Στην ίδια Εγκύκλιο στην παράγραφο 4 του άρθρου 32 είχε τονιστεί ότι τα αδικήματα φοροδιαφυγής, για τη μη απόδοση παρακρατούμενων επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισοφρών, εξετάζονται με βάση το χρόνο της διαπίστωσης του αδικήματος από τη φορολογική αρχή και όχι το χρόνο τέλεσης τους. Η θέση αυτή, με την έκδοση της παρούσας Εγκυκλίου, παύει να ισχύει και τα παραπάνω αδικήματα θα αντιμετωπίζονται διαχρονικά σύμφωνα με τις ισχύουσες ουσιαστικές διατάξεις του χρόνου τέλεσης τους, ανεξάρτητα από το χρόνο της διαπίστωσής τους από τις φορολογικές αρχές. Επίσης επειδή στο ποινικό δίκαιο εφαρμόζεται η αρχή του επιεικέστερου νόμου, δηλαδή του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο της εκδίκασης του αδικήματος, και επειδή οι διατάξεις της παραγράφου 12 είναι επιεικέστερες σε σχέση με αυτές του άρθρου 32 του ν.2214/1994, που ίσχυσαν από 11.5.1994 μέχρι 6.3.1996 (αύξηση του χρονικού ορίου από 15 σε 30 ημέρες και του ποσού από 10.000 δρχ. σε 100.000 δρχ.), αδικήματα φοροδιαφυγής που ανάγονται στο προηγούμενο χρονικό διάστημα, (11/5/1994 - 6/3/1996) και αναφέρονται σε ποσά μέχρι εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών δεν θα διαβιβάζονται πλέον στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.

Ακόμη, υποθέσεις φοροδιαφυγής του άρθρου 45 παρ.1 του ν.2065/1992, όπως ίσχυε, που εκκρεμούν για εκδίκαση στη Γραμματεία των Πλημμελειοδικών, εφόσον, κατά το ιστορικό τους αναφέρονται για χρονικό διάστημα κάτω των τριάντα (30) ημερών και για ποσό μέχρι εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών μπορεί να μην
εκδικαστούν και να επαναφερθούν τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., αφού με βάση τις νέες διατάξεις θα κριθούν άνευ αντικειμένου.

Τέλος, σημειώνεται ότι το επισυναπτόμενο στις σελίδες 23 και 24 της ίδιας παραπάνω Εγκυκλίου (ΠΟΛ.1197/1994) σχέδιο μηνυτήριας αναφοράς, αναδιατυπούμενο κατάλληλα, επισυνάπτεται στο τέλος της παρούσας Εγκυκλίου.

ΙΙ. Κοινοποίηση διατάξεων άρθρου 29, περίπτωση η'

Χρόνος έναρξης ισχύος

Με τις διατάξεις του άρθρου 29 του νόμου αυτού (2386/1996) καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεών του.

Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι, αν και στις κατ'ιδία παραγράφους της παρούσας εγκυκλίου παρατίθεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του άρθρου 8 και έτσι να θεωρείται ότι παρέλκει η εκ νέου επισήμανση της έναρξης εφαρμογής αυτών, κρίνεται όμως σκόπιμο να γίνει η ακόλουθη διευκρίνηση, σε ό,τι αφορά το χρόνο ισχύος τους.

Σύμφωνα με την περίπτωση η' του άρθρου 29, στην οποία περίπτωση (η') εντάσσεται το άρθρο 8, οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου (8) ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, δηλαδή από 7.3.1996, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις.Η μόνη διαφορετική ρύθμιση είναι αυτή που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 8 και που αναφέρεται στην εφαρμογή της παραγράφου 2 (μη θεώρηση συμφωνητικών που καταρτίζονται από επιτηδευματίες ή τρίτους με το Δημόσιο, Τράπεζες, ΟΤΑ, κ.λπ.), η οποία
(παράγραφος) ισχύει από 23.3.1990.
Τέλος παρατίθεται και σχετικός πίνακας του χρόνου έναρξης ισχύος των νέων διατάξεων.


¦ ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΑΡΘΡΟΥ 8 Ν.2386/1996 ¦
+


¦ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΙ ¦ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ ¦
+


¦ Παράγραφος 1 ¦ Από 7.3.1996 ¦
+


¦ " 2 ¦ Από 23.3.1990 ¦
+


¦ " 3 ¦ Αναφέρεται στο χρόνο ¦
¦ ¦ ισχύος της παραγρ. 2 ¦
+


¦ " 4 ¦ Από 7.3.1996 ¦
+


¦ " 5 ¦ Από 7.3.1996 ¦
+


¦ " 6 ¦ Από 7.3.1996 ¦
+


¦ " 7 ¦ Από 7.3.1996 ¦
+


¦ " 8 ¦ Από 7.3.1996 ¦
+


¦ " 9 ¦ Από 7.3.1996 ¦
+


¦ " 10 ¦ Από 7.3.1996 ¦
+


¦ " 11 ¦ Από 7.3.1996 ¦
+


¦ " 12 ¦ Από 7.3.1996 ¦
L




ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο