Δημοσιεύθηκε στις : [ 05-08-2009 ]

ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Αριθμός 1766/2009 Ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ. Ποιος ο υπόχρεος καταβολής τους επί ανωνύμου εταιρίας. Αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3553/2007. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης με λόγους την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.

(Ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ. Ποιος ο υπόχρεος καταβολής τους επί ανωνύμου εταιρίας. Αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3553/2007. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης με λόγους την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.)

Κατηγορία: Ασφαλιστικά - ΙΚΑ - ΤΕΒΕ - Λοιπά (ΠΡΟ ΕΦΚΑ)

Αριθμός 1766/2009

Ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ. Ποιος ο υπόχρεος καταβολής τους επί ανωνύμου εταιρίας. Αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3553/2007. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης με λόγους την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ'αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, περί αναιρέσεως της ΒΤ 2962/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 18 Μαρτίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1708/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση του Χ1, που στρέφεται κατά της υπ'αριθμ. ΒΤ 2962/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με αυτόν θα εξετασθούν και οι από 18-3-2009 πρόσθετοι λόγοι που άσκησε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1997, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς Κοινωνικής ή πολιτικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό απόδοσης στους, κατά την παρ. 1, οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Περαιτέρω κατά το αρ. 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το αρ. 26 παρ. 3 του α. ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με το αρ. 1 αριθμ. 168 του Ν. 21 13/1952 οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επομένου μηνός από τον χρόνον ο οποίος έχει ορισθεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους σ' αυτό εργαζομένους και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό στον οποίον είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως που συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Περαιτέρω, στο άρθρο 25 παρ. 4 του Ν. 1882/1990 "περί μέτρων για την καταστολή της φοροδιαφυγής κλπ" ορίζεται ότι με την παροχή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής του χρέους, αναστέλλεται η ποινική δίωξη και τελικά εξαλείφεται το αξιόποινο σε περίπτωση ολοσχερούς εξοφλήσεως. Στο άρθρο 4 παρ.7 του ν. 2408/1996, ορίζεται ότι οι διατάξεις της παραπάνω παραγράφου 4 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 εφαρμόζεται και επί οφειλών εργατικών ή εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ και τα άλλα ασφαλιστικά Ταμεία. Ακόμη, στο άρθρο 18 παρ.11 εδ.β' του ν.2434/1996, ορίζεται ότι αναστέλλεται η ποινική δίωξη για παράβαση του Α.Ν. 86/1967, όσο διαρκεί ο διακανονισμός του χρέους και εξαλείφεται το αξιόποινο σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης. Τέλος, κατά το άρθρο 9 του ν. 3551/2007, η αναστολή είσπραξης οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών που οφείλονταν μέχρι την 31-3-2007 στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και η παράταση της τοιαύτης αναστολής μέχρι την 31-12-2008, ίσχυε υπό τον όρο ότι οι επιχειρήσεις κατέβαλαν εμπρόθεσμα στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στους λοιπούς αναφερομένους στο άρθρο αυτό ασφαλιστικούς φορείς τις τρέχουσες από 1-4-2007, μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματική έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Ακόμη, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, και όταν ο κατηγορούμενος στερείται κάποιο δικαίωμά του που αφορά την εμφάνιση, την εκπροσώπησή του, την υπεράσπιση αυτού και όταν παρεμποδίζεται στην άσκηση δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (παρ.1 περ.δ' του ως άνω άρθρου). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. ΒΤ 2962/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στον Πειραιά και επί της Λεωφόρου Χατζηκυριακού ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α.Ε.", παρότι απασχόλησε στην ως άνω εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 1999 έως Αύγουστο 1999 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας και συγκεκριμένα είκοσι μισθωτούς που ασφαλίζονταν στο ΙΚΑ με συνολικό ύψος αποδοχών (για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 1998 έως Αύγουστο 1999, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος αδείας 1999) 100.036.638 δραχμών, από πρόθεση δεν κατέβαλε όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, στον υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και ήδη Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ως άνω ασφαλιστικό Οργανισμό (ΙΚΑ) τις βαρύνουσες την ίδια ως άνω εταιρεία ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) για καθένα των προαναφερομένων μηνών, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος αδείας 1999, μέσα σε ένα μήνα από το τέλος εκάστου μηνός, εντός του οποίου κατέστησαν απαιτητές, ήτοι δεν κατέβαλε από 31-5-1999 έως 30-9-1999 τις ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 23.536,81 ευρώ ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές). Επίσης ο κατηγορούμενος υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ενώ παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην προαναφερόμενη εταιρεία είκοσι (20) μισθωτών που ασφαλίζονταν στο ΙΚΑ, για καθένα των προαναφερομένων μηνών, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος αδείας 1999, με σκοπό να τις αποδώσει στο ΙΚΑ, από πρόθεση δεν απέδωσε αυτές στον ως άνω ασφαλιστικό Οργανισμό εντός μηνός από το τέλος εκείνου μηνός που κατέστησαν απαιτητές, ήτοι από 31-5-1999 έως 30-9-1999, ανερχομένων συνολικά στο ποσό των 11.768,40 ευρώ, καταστάς έτσι τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των ανωτέρω εργοδοτικών και εργατικών εισφορών συντάχθηκε η 21489 ΠΕΕ του ΙΚΑ Πειραιώς. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της παραβάσεως του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/1967.." Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις ανωτέρω πράξεις και του επέβαλε συνολικά ποινή φυλάκισης 15 μηνών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να παραβιάσει κάποιο δικαίωμα του αναιρεσείοντος και να προκληθεί οιαδήποτε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω δύο εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίος έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 και 94 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ.1 του ΠΚ, 31 του ν.δ. 1160/1977, 1 του ν. 363/1976 και 26 παρ.3 του αν. 1846/1951 που κυρώθηκε με το ν. 2115/1952 και 16 παρ.1 και 2 της υπ'αρ. 55575/1479/18-11-7-12-1965 απόφασης του Υπουργού Εργασίας ως και του άρθρου 9 του ν. 3551/2007 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς νατ ις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα και τα είδος τους (μάρτυρας και έγγραφα0, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος που προβάλλει με το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεώς του περί απολύτου ακυρότητας της επ'ακροατηρίου διαδικασίας λόγω της μη κοινοποιήσεως σ'αυτόν της σχετικής πράξης επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) του ΙΚΑ Πειραιώς, από τη μη πληρωμή της οποίας κρίθηκε ένοχος από το Δικαστήριο της ουσίας, είναι αβάσιμη, αφού από καμμιά διάταξη νόμου θεσπίζεται τέτοια υποχρέωση αυτεπαγγέλτου ελέγχου από το ποινικό Δικαστήριο. Τούτο δε ανεξάρτητα από το ότι ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου της ουσίας κατάθεση του υπαλλήλου του ΙΚΑ ...γνώριζε τις προς το ΙΚΑ ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του που αφορούν τη χρονική περίοδο από 31-5-1999 έως 30-9-1999 και είχε προβεί σε ρύθμιση των σχετικών χρεών (καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών που όφειλε η απ'αυτόν εκπροσωπούμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α.Ε."), χωρίς όμως να εκπληρώσει τις από τη ρύθμιση αυτή υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να στερηθεί του ευεργετήματος της αναστολής καταβολής των προς το ΙΚΑ οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3551/2007 όρος για την υπαγωγή των επιχειρήσεων στη ρύθμιση του ως άνω νόμου για τις οφειλόμενες στο ΙΚΑ-ΤΕΑΜ μέχρι την 31-3-2007 ασφαλιστικές εισφορές είναι η εμπρόθεσμη καταβολή των από της 1-4-2007 και εντεύθεν μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 9 παρ.1 του ν. 3551/2007), ενώ ο αναιρεσείων όντας υπόχρεος προς το ΙΚΑ για ασφαλιστικές εισφορές που έπρεπε να καταβληθούν το 1999 δεν επικαλείται την εμπρόθεσμη πληρωμή των από 1-4-2007 και εντεύθεν οφειλομένων προς το ΙΚΑ εισφορών της ως άνω εταιρείας που εκπροσωπεί ούτε ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται από οποιοδήποτε άλλο λόγο τέτοια οφειλή προς το ΙΚΑ. Επομένως, οι ως άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, τόσο κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου όσο και κατά το μέρος που προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από την παράλειψη του να ερευνήσει την κοινοποίηση στον αναιρεσείοντα της σχετικής Π.Ε.Ε. του αρμοδίου καταστήματος του ΙΚΑ.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης και των επ'αυτής προσθέτων λόγων, με τους οποίους προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός κύριος ή πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση και τους επ'αυτής από 18 Μαρτίου 2009 πρόσθετους λόγους του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. ΒΤ 2962/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Παπαδημητριου
Up
Close
Close
Κλείσιμο