Δημοσιεύθηκε στις : [ 29-12-2009 ]

Οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ

(του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ)

Κατηγορία: Λοιπά

Οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως την πρώτη και την τρίτη πρόταση του άρθρου 47 παράγραφος 2 και το άρθρο 95,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [1],

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας [2],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης [3],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Η οδηγία 2000/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για την ανάληψη, την άσκηση και την προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος [4], εγκρίθηκε με αφορμή την εμφάνιση νέων προπληρωμένων προϊόντων ηλεκτρονικών πληρωμών αποσκοπώντας στη δημιουργία σαφούς νομικού πλαισίου το οποίο θα ενίσχυε την εσωτερική αγορά και θα τόνωνε τον ανταγωνισμό, ενώ ταυτόχρονα θα διασφάλιζε και ένα κατάλληλο επίπεδο προληπτικής εποπτείας.

(2) Η Επιτροπή παρουσίασε έκθεση στην οποία τονίζει την ανάγκη αναθεώρησης της οδηγίας 2000/46/ΕΚ καθώς ορισμένες από τις διατάξεις της θεωρείται ότι παρεμποδίζουν τη δημιουργία πραγματικής ενιαίας αγοράς υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος και την ανάπτυξη φιλικών προς τον χρήστη υπηρεσιών.

(3) Η οδηγία 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά [5], έχει θεσπίσει ένα σύγχρονο και συνεκτικό νομικό πλαίσιο για τις υπηρεσίες πληρωμών, που αφορά, μεταξύ άλλων, τον συντονισμό των εθνικών διατάξεων περί απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας για μια νέα κατηγορία παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, τα ιδρύματα πληρωμών.

(4) Με στόχο την άρση των εμποδίων που παρακωλύουν την είσοδο στην αγορά και τη διευκόλυνση της ανάληψης και της άσκησης της δραστηριότητας έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος, θα πρέπει να αναθεωρηθούν οι κανόνες που διέπουν τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος ώστε να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού για όλους τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.

(5) Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να περιορίζεται στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε νομισματική αξία αποθηκευμένη σε ειδικά προπληρωμένα μέσα που έχουν σχεδιασθεί για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε περιορισμένη κλίμακα μόνο, είτε διότι επιτρέπουν στον κάτοχο ηλεκτρονικού χρήματος να αγοράζει αγαθά ή υπηρεσίες μόνο στην επαγγελματική στέγη του εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος ή εντός περιορισμένου δικτύου παρόχων υπηρεσιών που έχουν συνάψει απευθείας εμπορική συμφωνία με κάποιον επαγγελματία εκδότη, είτε διότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την απόκτηση περιορισμένου φάσματος αγαθών ή υπηρεσιών. Ένα μέσο θα πρέπει να θεωρείται ότι χρησιμοποιείται εντός "περιορισμένου δικτύου" όταν μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών σε συγκεκριμένο κατάστημα ή σε συγκεκριμένη αλυσίδα καταστημάτων ή για την αγορά περιορισμένου φάσματος αγαθών ή υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το που βρίσκεται το σημείο πώλησης. Στα μέσα αυτά θα μπορούσαν να περιληφθούν οι κάρτες που εκδίδουν διάφορα καταστήματα, οι κάρτες για την πληρωμή των καυσίμων, οι κάρτες μέλους, οι κάρτες για τις δημόσιες συγκοινωνίες, τα δελτία σίτισης ή δελτία για υπηρεσίες (δελτία παιδικής μέριμνας, δελτία κοινωνικής μέριμνας ή συστήματα δελτίων για υπηρεσίες με τα οποία επιδοτείται η απασχόληση προσωπικού για την εκτέλεση καθηκόντων νοικοκυριού όπως καθαρισμός, σιδέρωμα ή κηπουρική), τα οποία ενίοτε υπόκεινται σε ειδικό νομικό πλαίσιο για τη φορολογία και την εργασία με προορισμό την προώθηση της χρήσης τέτοιων μέσων για την υλοποίηση των στόχων που ορίζονται στην κοινωνική νομοθεσία. Όταν ένα τέτοιο μέσο ειδικού σκοπού εξελίσσεται σε μέσο γενικού σκοπού, δεν πρέπει να ισχύει πλέον η εξαίρεση από την παρούσα οδηγία. Δεν πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας τα μέσα που μπορούν να χρησιμοποιούνται για αγορές σε καταστήματα εμπόρων οι οποίοι περιλαμβάνονται σε συγκεκριμένους καταλόγους καθώς τα μέσα αυτά σχεδιάζονται ειδικά για ένα δίκτυο παρόχων υπηρεσιών που διαρκώς μεγαλώνει.

(6) Θα πρέπει επίσης η παρούσα οδηγία να μην ισχύει στις περιπτώσεις νομισματικής αξίας που χρησιμοποιείται για την αγορά ψηφιακών αγαθών ή υπηρεσιών, όπου, λόγω της φύσης του αγαθού ή της υπηρεσίας, ο φορέας εκμετάλλευσης τους προσδίδει πραγματική αξία π.χ. με τη μορφή ευκολιών πρόσβασης, έρευνας ή διανομής, υπό τον όρο ότι το εν λόγω αγαθό ή η συγκεκριμένη υπηρεσία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο μέσω ψηφιακής συσκευής, όπως το κινητό τηλέφωνο ή ο υπολογιστής και ότι ο φορέας εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιών, ψηφιακών αγαθών ή αγαθών πληροφορικής δεν ενεργεί απλώς ως μεσάζων μεταξύ του χρήστη της υπηρεσίας πληρωμής και του παρόχου αγαθών και υπηρεσιών. Τούτο ισχύει όταν ένας συνδρομητής κινητού τηλεφώνου ή άλλου ψηφιακού δικτύου πληρώνει τον φορέα εκμετάλλευσης του δικτύου απευθείας και δεν υπάρχει άμεση σχέση πληρωμής ούτε άμεση σχέση οφειλέτη-πιστωτή μεταξύ του συνδρομητή δικτύου και οιουδήποτε τρίτου προμηθευτή αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχονται ως μέρος της συναλλαγής.

(7) Θα πρέπει να διατυπωθεί σαφής ορισμός του ηλεκτρονικού χρήματος προκειμένου να καταστεί τεχνικώς ουδέτερος. Ο ορισμός θα πρέπει να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εκδίδει προπληρωμένη αποθηκευμένη αξία έναντι χρηματικών ποσών, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς πληρωμής επειδή είναι αποδεκτή από τρίτους ως πληρωμή.

(8) Ο ορισμός του ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει να καλύπτει το ηλεκτρονικό χρήμα είτε αυτό περιέχεται σε κάποια συσκευή πληρωμής που ανήκει στον κάτοχο του ηλεκτρονικού χρήματος είτε είναι αποθηκευμένο σε κάποιον απομακρυσμένο διακομιστή και το διαχειρίζεται ο κάτοχος του ηλεκτρονικού χρήματος μέσω ειδικού λογαριασμού για ηλεκτρονικό χρήμα. Ο εν λόγω ορισμός θα πρέπει να είναι επαρκώς ευρύς ώστε να μην παρεμποδίζει την τεχνολογική καινοτομία και να καλύπτει όχι μόνο όλα τα διαθέσιμα επί του παρόντος στην ηλεκτρονική αγορά προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος αλλά και εκείνα τα προϊόντα που ενδέχεται να αναπτυχθούν στο μέλλον.

(9) Το καθεστώς προληπτικής εποπτείας των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος πρέπει να αναθεωρηθεί και να εναρμονιστεί περισσότερο με τους κινδύνους που κρύβουν τα εν λόγω ιδρύματα. Πρέπει επίσης να ευθυγραμμιστεί με το καθεστώς προληπτικής εποπτείας που ισχύει για τα ιδρύματα πληρωμών δυνάμει της οδηγίας 2007/64/ΕΚ. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να εφαρμοστούν, κατ’ αναλογία, οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2007/64/ΕΚ στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, μη θιγομένων των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Επομένως παραπομπή στον όρο "ιδρύματα πληρωμών" στην οδηγία 2007/64/ΕΚ χρειάζεται να εκλαμβάνεται ως παραπομπή σε "ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος"· παραπομπή στον όρο "υπηρεσία πληρωμών" χρειάζεται να εκλαμβάνεται ως παραπομπή στη δραστηριότητα "υπηρεσιών πληρωμών και έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος"· παραπομπή στον όρο "χρήστης υπηρεσίας πληρωμών" χρειάζεται να εκλαμβάνεται ως παραπομπή στον όρο "χρήστης υπηρεσιών πληρωμών ή κάτοχος ηλεκτρονικού χρήματος"· παραπομπή στην "παρούσα οδηγία" χρειάζεται να εκλαμβάνεται ως παραπομπή στην οδηγία 2007/64/ΕΚ και στην παρούσα οδηγία· παραπομπή στον τίτλο II της οδηγίας 2007/64/ΕΚ χρειάζεται να εκλαμβάνεται ως παραπομπή στον τίτλο II της οδηγίας 2007/64/ΕΚ και στον τίτλο II της παρούσας οδηγίας· παραπομπή στο άρθρο 6 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ ως παραπομπή στο άρθρο 6 της παρούσας οδηγίας· παραπομπή στο άρθρο 7 παράγραφος 1 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ ως παραπομπή στο άρθρο 7 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας· παραπομπή στο άρθρο 7 παράγραφος 2 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ ως παραπομπή στο άρθρο 7 παράγραφος 6 της παρούσας οδηγίας· παραπομπή στο άρθρο 8 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ ως παραπομπή στο άρθρο 7 παράγραφοι 2 έως 4 της παρούσας οδηγίας· παραπομπή στο άρθρο 9 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ ως παραπομπή στο άρθρο 9 της παρούσας οδηγίας· παραπομπή στο άρθρο 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ ως παραπομπή στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχεία γ) έως ε) της παρούσας οδηγίας· και παραπομπή στο άρθρο 26 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ ως παραπομπή στο άρθρο 9 της παρούσας οδηγίας.

(10) Αναγνωρίζεται ότι τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος διανέμουν ηλεκτρονικό χρήμα (μεταξύ άλλων με την πώληση ή μεταπώληση προϊόντων ηλεκτρονικού χρήματος στο κοινό, παρέχοντας μέσο διανομής ηλεκτρονικού χρήματος στους πελάτες, ή εξαργύρωσης ηλεκτρονικού χρήματος κατόπιν αιτήσεως των πελατών ή τροφοδοτώντας τα προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος των πελατών), μέσω φυσικών ή νομικών προσώπων εξ ονόματός τους, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των αντίστοιχων επιχειρηματικών μοντέλων τους. Μολονότι δεν πρέπει να επιτρέπεται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα μέσω πρακτόρων, πρέπει ωστόσο να τους επιτρέπεται να παρέχουν τις υπηρεσίες πληρωμών που απαριθμούνται στο παράρτημα της οδηγίας 2007/64/ΕΚ μέσω πρακτόρων, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 εκείνης της οδηγίας.

(11) Πρέπει να προβλέπεται η ύπαρξη αρχικού κεφαλαίου σε συνδυασμό με ίδια κεφάλαια προκειμένου να προστατεύονται επαρκώς οι καταναλωτές και να διασφαλίζεται η υγιής και συνετή λειτουργία των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος. Δεδομένης της ιδιαιτερότητας του ηλεκτρονικού χρήματος, θα πρέπει να προβλεφθεί επιπλέον μέθοδος υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων. Πρέπει να διατηρηθεί πλήρης διακριτική ευχέρεια των εποπτικών αρχών για να εξασφαλισθεί ότι οι ίδιοι κίνδυνοι αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών και ότι η μέθοδος υπολογισμού περικλείει την ειδική επιχειρηματική κατάσταση δεδομένου ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος. Επιπλέον, τα κεφάλαια των κατόχων ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει να διατηρούνται χωριστά από τα κεφάλαια του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος που προορίζονται για άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει επίσης να υπόκεινται στις δέουσες απαιτήσεις όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

(12) Η λειτουργία συστημάτων πληρωμών αποτελεί δραστηριότητα που δεν προορίζεται αποκλειστικά για ειδικές κατηγορίες ιδρύματος. Ωστόσο, έχει σημασία να αναγνωρισθεί ότι —όπως ισχύει για τα ιδρύματα πληρωμών— η δραστηριότητα αυτή μπορεί να επιτελείται και από τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος.

(13) Η έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος δεν συνιστά από μόνη της δραστηριότητα αποδοχής καταθέσεων σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων [6], λόγω του ειδικού χαρακτήρα του ηλεκτρονικού χρήματος ως ηλεκτρονικού υποκατάστατου κερμάτων και χαρτονομισμάτων που πρόκειται να χρησιμοποιείται για την πληρωμή μικροποσών μόνο και όχι για αποταμίευση. Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να παρέχουν πίστωση από τα χρηματικά ποσά που παραλαμβάνουν η κατέχουν για την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. Πέραν τούτου οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να χορηγούν τόκο ή οιοδήποτε άλλο όφελος εκτός εάν αυτά τα οφέλη δεν έχουν σχέση με τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ο κάτοχος ηλεκτρονικού χρήματος κατέχει ηλεκτρονικό χρήμα. Οι όροι χορήγησης και διατήρησης της άδειας λειτουργίας ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει να περιλαμβάνουν απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ανάλογες με τους λειτουργικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι οργανισμοί αυτοί στο πλαίσιο της συναφούς με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος δραστηριότητάς τους, ανεξάρτητα από τις λοιπές εμπορικές δραστηριότητες που αναπτύσσει το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος.

(14) Πάντως είναι απαραίτητο να διατηρούνται ισότιμοι όροι μεταξύ ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος και πιστωτικών ιδρυμάτων σε σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος προς όφελος των κατόχων ηλεκτρονικού χρήματος. Τούτο επιτυγχάνεται αντισταθμίζοντας τα λιγότερο δυσκίνητα χαρακτηριστικά του καθεστώτος προληπτικής εποπτείας που εφαρμόζεται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος από διατάξεις πιο αυστηρές από εκείνες που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα, ιδίως όσον αφορά τη διασφάλιση των χρηματικών ποσών του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος. Έχοντας υπόψη τη μεγάλη σημασία της διασφάλισης, είναι απαραίτητο οι αρμόδιες αρχές να ενημερώνονται εκ των προτέρων για οιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή όπως μεταβολή της μεθόδου διασφάλισης, μεταβολή στο πιστωτικό ίδρυμα όπου έχουν κατατεθεί τα διασφαλισμένα χρηματικά ποσά ή μεταβολή στην ασφαλιστική επιχείρηση ή το πιστωτικό ίδρυμα που ασφάλισε ή εγγυήθηκε τα διασφαλισμένα χρηματικά ποσά.

(15) Το καθεστώς που εφαρμόζεται στα υποκαταστήματα των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν την έδρα τους εκτός της Κοινότητας θα πρέπει να είναι ανάλογο σε όλα τα κράτη μέλη. Είναι σημαντικό να προβλεφθεί ότι το καθεστώς αυτό δεν θα πρέπει να είναι ευνοϊκότερο από το καθεστώς των υποκαταστημάτων ηλεκτρονικού χρήματος των ιδρυμάτων με έδρα εντός άλλων κρατών μελών. Η Κοινότητα θα πρέπει να μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με τρίτες χώρες περί εφαρμογής διατάξεων που παρέχουν στα υποκαταστήματα αυτά την ίδια μεταχείριση σε όλη την Κοινότητα. Τα υποκαταστήματα ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος τα οποία έχουν την έδρα τους εκτός της επικράτειας της Κοινότητας δεν θα πρέπει να υπάγονται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών του άρθρου 43 της συνθήκης ούτε στην ελευθερία εγκαταστάσεως σε κράτη μέλη εκτός εκείνου στο οποίο είναι εγκατεστημένα του άρθρου 49 της συνθήκης.

(16) Παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να απαλλάσσουν από την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της παρούσας οδηγίας τα ιδρύματα που εκδίδουν μικρό όγκο ηλεκτρονικού χρήματος. Τα απαλλασσόμενα ιδρύματα δεν θα πρέπει να έχουν ούτε το δικαίωμα εγκατάστασης ούτε την ελευθερία παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών δυνάμει της παρούσας οδηγίας, και δεν θα πρέπει να ασκούν εμμέσως τα δικαιώματα αυτά ως μέλη συστήματος πληρωμών. Πάντως, είναι επιθυμητή η καταγραφή των στοιχείων όλων των οντοτήτων που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος, συμπεριλαμβανομένων των απαλλασσόμενων ιδρυμάτων. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εγγράφουν τις οντότητες αυτές σε μητρώο ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος.

(17) Για λόγους προληπτικής εποπτείας, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν ότι μπορούν να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα μόνον τα δεόντως εξουσιοδοτημένα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος ή ιδρύματα που τυγχάνουν εξαίρεσης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα εξουσιοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα δυνάμει της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, τα γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται βάσει της εθνικής νομοθεσίας να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα, τα ιδρύματα που εμφαίνονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως νομισματική αρχή ή άλλες δημόσιες αρχές και τα κράτη μέλη ή οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως δημόσιες αρχές.

(18) Η δυνατότητα εξαργύρωσης του ηλεκτρονικού χρήματος είναι απαραίτητη για να διαφυλαχθεί η εμπιστοσύνη των κατόχων ηλεκτρονικού χρήματος. Η δυνατότητα εξαργύρωσης δεν συνεπάγεται από μόνη της ότι τα εισπραχθέντα έναντι εκδόσεως ηλεκτρονικού χρήματος χρηματικά ποσά πρέπει να θεωρούνται ως καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια για τους σκοπούς της οδηγίας 2006/48/ΕΚ. Η εξαργύρωση πρέπει να είναι πάντα εφικτή, οποιαδήποτε στιγμή και στην ονομαστική αξία χωρίς καμιά δυνατότητα για συμφωνία ελάχιστου ορίου εξαργύρωσης. Η εξαργύρωση πρέπει, εν γένει, να γίνεται ατελώς. Πάντως, σε περιπτώσεις δεόντως προσδιοριζόμενες στην παρούσα οδηγία πρέπει να είναι δυνατόν να ζητείται ανάλογο τέλος βάσει του κόστους με την επιφύλαξη βέβαια των εθνικών φορολογικών ή κοινωνικών νομοθετικών διατάξεων ή τυχόν υποχρεώσεων του εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος που απορρέουν από άλλη συναφή κοινοτική ή εθνική νομοθεσία, όπως διατάξεις περί πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, τυχόν ενέργειες που αφορούν τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων ή συγκεκριμένα μέτρα που συνδέονται με την πρόληψη και τη διερεύνηση εγκλημάτων.

(19) Οι κάτοχοι ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους εξωδικαστικές διαδικασίες υποβολής καταγγελιών και προσφυγής για την επίλυση διαφορών. Επομένως το κεφάλαιο 5 του τίτλου IV της οδηγίας 2007/64/ΕΚ θα πρέπει να εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και με την επιφύλαξη των διατάξεών της. Τούτο σημαίνει ότι παραπομπή στον όρο "πάροχος υπηρεσιών πληρωμών" χρειάζεται να εκλαμβάνεται ως παραπομπή στον όρο "εκδότης ηλεκτρονικού χρήματος", παραπομπή στον όρο "χρήστης υπηρεσιών πληρωμών" ως παραπομπή στον όρο "κάτοχος ηλεκτρονικού χρήματος" και παραπομπή στον τίτλο III και IV της οδηγίας 2007/64/ΕΚ ως παραπομπή στον τίτλο III της παρούσας οδηγίας.

(20) Τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας πρέπει να θεσπιστούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [7].

(21) Ειδικότερα, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να θεσπίζει εκτελεστικές διατάξεις ώστε να λαμβάνονται υπόψη ο πληθωρισμός ή οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι εξελίξεις της αγοράς και να εξασφαλίζει συγκλίνουσα εφαρμογή των εξαιρέσεων δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής φύσεως και αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(22) Θα πρέπει να επανεξετασθεί η αποτελεσματική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Συνεπώς, η Επιτροπή οφείλει να συντάξει έκθεση τρία χρόνια μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στα δίκαια των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη πρέπει να παράσχουν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

(23) Χάριν ασφάλειας δικαίου θα πρέπει να θεσπιστούν μεταβατικές διατάξεις που θα επιτρέψουν στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν αρχίσει να ασκούν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τους εθνικούς νόμους με τους οποίους μεταφέρθηκε στα δίκαια των κρατών μελών η οδηγία 2000/46/ΕΚ να συνεχίσουν τη δραστηριότητα αυτή στο οικείο κράτος μέλος για ορισμένο χρονικό διάστημα. Το εν λόγω διάστημα πρέπει να είναι μεγαλύτερο για ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που κάνουν χρήση των εξαιρέσεων του άρθρου 8 της οδηγίας 2000/46/ΕΚ.

(24) Η παρούσα οδηγία εισάγει νέο ορισμό του ηλεκτρονικού χρήματος του οποίου η έκδοση μπορεί να απολαύει των παρεκκλίσεων των άρθρων 34 και 53 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ. Κατά συνέπεια, πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως το απλουστευμένο σύστημα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος δυνάμει της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας [8].

(25) Σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος θεωρούνται πιστωτικά ιδρύματα, παρότι δεν μπορούν ούτε να δεχτούν καταθέσεις από το κοινό ούτε να χορηγήσουν πιστώσεις από τα ποσά που εισπράττουν από το κοινό. Δεδομένου του συστήματος που θεσπίζει η παρούσα οδηγία, κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του ορισμού του πιστωτικού ιδρύματος που περιέχεται στην οδηγία 2006/48/ΕΚ ώστε τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος να μη θεωρούνται πιστωτικά ιδρύματα. Πάντως, θα πρέπει να συνεχίσει να επιτρέπεται στα πιστωτικά ιδρύματα να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα και να εκτελούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα σε ολόκληρη την Κοινότητα, εφόσον απολαμβάνουν αμοιβαίας αναγνώρισης και με την επιφύλαξη του συνεκτικού καθεστώτος προληπτικής εποπτείας που ισχύει στην περίπτωσή τους δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας που διέπει τον τραπεζικό τομέα. Προκειμένου ωστόσο να διατηρηθούν ισότιμοι όροι, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει, εναλλακτικά, να είναι σε θέση να ασκούν τη δραστηριότητα μέσω μιας θυγατρικής υπό το καθεστώς προληπτικής εποπτείας που προβλέπει η παρούσα οδηγία αντί της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

(26) Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας αντικαθιστούν όλες τις αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας 2000/46/ΕΚ. Ως εκ τούτου η οδηγία 2000/46/ΕΚ πρέπει να καταργηθεί.

(27) Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη διότι απαιτείται η εναρμόνιση πληθώρας διαφορετικών κανόνων που ισχύουν σήμερα στα νομικά συστήματα των διαφόρων κρατών μελών και, κατά συνέπεια, μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα όρια που είναι αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(28) Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας [9], τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να καταρτίσουν και να δημοσιοποιήσουν, για τα ίδια αλλά και προς όφελος της Κοινότητας, δικούς τους πίνακες στους οποίους να απεικονίζεται, στο μέτρο του δυνατού, η συσχέτιση μεταξύ της οδηγίας και των μέτρων μεταφοράς της,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες για την άσκηση της δραστηριότητας της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος σύμφωνα με τους οποίους τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τις εξής κατηγορίες εκδοτών ηλεκτρονικού χρήματος:

α) πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια του σημείου 1) του άρθρου 4 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, περιλαμβανομένων, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, των ευρισκομένων στην Κοινότητα υποκαταστημάτων κατά την έννοια του σημείου 3) του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα εκτός της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 3 της ίδιας οδηγίας·

β) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος κατά την έννοια του σημείου 1) του άρθρου 2 της παρούσας οδηγίας, περιλαμβανομένων, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και το άρθρο 8, των ευρισκομένων στην Κοινότητα υποκαταστημάτων ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος με έδρα εκτός της Κοινότητας·

γ) γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται βάσει της εθνικής νομοθεσίας να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα·

δ) η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικές ή άλλες δημόσιες αρχές·

ε) τα κράτη μέλη ή οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους όταν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως δημόσιες αρχές.

2. Ο τίτλος II της παρούσας οδηγίας θεσπίζει επίσης κανόνες για την ανάληψη, την άσκηση και την προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους των διατάξεων του τίτλου II της παρούσας οδηγίας τα ιδρύματα του άρθρου 2 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, εκτός των ιδρυμάτων της πρώτης και της δεύτερης περίπτωσης του εν λόγω άρθρου.

4. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε νομισματική αξία αποθηκευμένη σε μέσα που εξαιρούνται όπως ορίζεται ειδικά στο άρθρο 3 στοιχείο ια) της οδηγίας 2007/64/ΕΚ.

5. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε νομισματική αξία που χρησιμοποιείται για τη διενέργεια συναλλαγών που εξαιρούνται όπως ορίζεται ειδικά στο άρθρο 3 στοιχείο ιβ) της οδηγίας 2007/64/ΕΚ.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:

1. ως "ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος" νοούνται τα νομικά πρόσωπα που έχουν άδεια, δυνάμει του τίτλου ΙΙ, να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα·

2. ως "ηλεκτρονικό χρήμα" νοείται οιαδήποτε αποθηκευμένη σε ηλεκτρονικό, μεταξύ άλλων και μαγνητικό υπόθεμα νομισματική αξία αντιπροσωπευόμενη από απαίτηση έναντι του εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος, έχει εκδοθεί κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού για τον σκοπό της πραγματοποίησης πράξεων πληρωμών όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 5) της οδηγίας 2007/64/ΕΚ και η οποία γίνεται δεκτή από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα πέραν του εκδότη·

3. ως "εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος" νοούνται οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, τα ιδρύματα που τυγχάνουν εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 3 και τα νομικά πρόσωπα που τυγχάνουν εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 9·

4. ως "μέσος όρος ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία" νοείται ο μέσος όρος του συνολικού όγκου των συναφών με το ηλεκτρονικό χρήμα χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που εκδίδεται στο τέλος κάθε ημερολογιακής ημέρας κατά τους προηγούμενους έξι ημερολογιακούς μήνες, που υπολογίζονται την πρώτη ημερολογιακή ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα και ισχύει για τον εν λόγω ημερολογιακό μήνα.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ, ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 3

Γενικοί κανόνες προληπτικής εποπτείας

1. Με την επιφύλαξη της παρούσας οδηγίας, το άρθρο 5, τα άρθρα 10 ως 15, το άρθρο 17 παράγραφος 7 και τα άρθρα 18 ως 25 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ εφαρμόζονται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος τηρουμένων των αναλογιών.

2. Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές εκ των προτέρων για οιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή των μέτρων που λαμβάνονται για τη διασφάλιση χρηματικών ποσών που έχουν ληφθεί έναντι ηλεκτρονικού χρήματος.

3. Οιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει λάβει απόφαση να αποκτήσει ή να διαθέσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 11 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ σε ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος ή να αυξήσει περαιτέρω ή μειώσει, άμεσα ή έμμεσα, αυτή την ειδική συμμετοχή με αποτέλεσμα η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου στο κεφάλαιο που κατέχει να φθάνει, υπερβαίνει ή μειώνεται κατά 20 %, 30 % ή 50 %, ή το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος να γίνεται ή να παύει να είναι θυγατρική του, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές για την πρόθεσή του πριν από την απόκτηση, τη διάθεση, την αύξηση ή τη μείωση.

Ο υποψήφιος αγοραστής παρέχει στην αρμόδια αρχή πληροφορίες που αναφέρουν το μέγεθος της συμμετοχής που προτίθεται να αγοράσει και σχετικές πληροφορίες που εμφαίνονται στο άρθρο 19α παράγραφος 4 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

Σε περίπτωση που η επιρροή των προσώπων τα οποία αναφέρει το δεύτερο εδάφιο είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος, οι αρμόδιες αρχές εκφράζουν την αντίθεσή τους ή λαμβάνουν άλλα κατάλληλα μέτρα για να τερματισθεί αυτή ή κατάσταση. Στα εν λόγω μέτρα είναι δυνατό να περιλαμβάνονται διαταγές, κυρώσεις κατά των διευθυνόντων ή αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές ή μερίδα που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι ή εταίροι.

Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία δεν τηρούν την υποχρέωση της εκ των προτέρων ενημέρωσης που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή.

Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση των αρμόδιων αρχών, οι αρμόδιες αρχές, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που πρόκειται να επιβληθούν, προβλέπουν είτε την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου είτε την ακυρότητα ή τη δυνατότητα ακύρωσης των σχετικών ψήφων.

Τα κράτη μέλη μπορούν, πλήρως ή εν μέρει, να απαλλάσσουν ή να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να απαλλάσσουν από υποχρεώσεις σύμφωνα με την παράγραφο αυτή τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που επιτελούν μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που καταγράφονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε).

4. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος να διανέμουν και να εξαργυρώνουν ηλεκτρονικό χρήμα μέσω φυσικών ή νομικών προσώπων εξ ονόματός τους. Εάν το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος επιθυμεί να διανείμει ηλεκτρονικό χρήμα σε άλλο κράτος μέλος με πρόσληψη φυσικού ή νομικού προσώπου, ακολουθεί τις διαδικασίες του άρθρου 25 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ.

5. Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου 4, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος δεν εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα μέσω πρακτόρων. Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος έχουν την άδεια να παρέχουν τις υπηρεσίες πληρωμών όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) μέσω πρακτόρων μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ.

Άρθρο 4

Αρχικό κεφάλαιο

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος να διαθέτουν, κατά τον χρόνο έκδοσης της σχετικής άδειας, αρχικό κεφάλαιο, αποτελούμενο από τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 57 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, αξίας 350000 ευρώ τουλάχιστον.

Άρθρο 5

Ίδια κεφάλαια

1. Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, όπως ορίζονται στα άρθρα 57 έως 61, 63, 64 και 66 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, δεν μπορούν να υπολείπονται του μεγαλύτερου ποσού που απαιτείται δυνάμει των παραγράφων 2 έως 5 του παρόντος άρθρου ή του άρθρου 4 της παρούσας οδηγίας.

2. Για τις δραστηριότητες που ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α), οι οποίες δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, οι απαιτήσεις περί ιδίων κεφαλαίων ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος υπολογίζονται σύμφωνα με μία από τις τρεις μεθόδους (A, B ή Γ) που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ. Η επιλογή της προσήκουσας μεθόδου γίνεται από τις αρμόδιες αρχές βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

Για τις δραστηριότητες έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος, οι απαιτήσεις περί ιδίων κεφαλαίων ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος υπολογίζονται σύμφωνα με τη μέθοδο Δ που ορίζεται στην παράγραφο 3.

Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος έχουν ανά πάσα στιγμή κεφάλαια που υπερβαίνουν ή είναι ίσα του ποσού των απαιτήσεων που εμφαίνονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο.

3. Μέθοδος Δ: Τα ίδια κεφάλαια ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος για τη δραστηριότητα έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος ισούνται τουλάχιστον με το 2 % του μέσου όρου ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία.

4. Όταν τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος πραγματοποιούν οιαδήποτε από τις δραστηριότητες του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) που δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος ή οιαδήποτε από τις δραστηριότητες του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε) και δεν μπορεί να ορισθεί εκ των προτέρων το ποσό του ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία, οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στα ιδρύματα αυτά να υπολογίσουν τα ίδια κεφάλαιά τους υποθέτοντας ότι ένα αντιπροσωπευτικό ποσό των κεφαλαίων θα χρησιμοποιηθεί στις υπηρεσίες πληρωμών, υπό την προϋπόθεση ότι, με βάση τα ιστορικά δεδομένα, αυτό το αντιπροσωπευτικό ποσό μπορεί να υπολογισθεί σωστά και με τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές. Εάν ένα ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος δεν έχει ακόμη ασκήσει δραστηριότητα για επαρκές χρονικό διάστημα, τα ίδια κεφάλαια υπολογίζονται βάσει του προβλεπόμενου ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία που αποδεικνύεται βάσει του επιχειρηματικού του προγράμματος, με την επιφύλαξη τυχόν προσαρμογών του εν λόγω προγράμματος κατόπιν απαιτήσεως των αρμοδίων αρχών.

5. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, βάσει αξιολόγησης των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου, των βάσεων δεδομένων κινδύνου ζημίας και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, να απαιτούν από το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος να κατέχει ποσό εκ των ιδίων κεφαλαίων του ανώτερο έως και 20 % του ποσού που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της σχετικής μεθόδου σύμφωνα με την παράγραφο 2, ή να του επιτρέπουν να κατέχει ποσό εκ των ιδίων κεφαλαίων του κατώτερο έως 20 % του ποσού που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της σχετικής μεθόδου σύμφωνα με την παράγραφο 2.

6. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εμποδίσουν την πολλαπλή χρήση στοιχείων επιλέξιμων ως ίδια κεφάλαια:

α) εφόσον το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος ανήκει στον ίδιο όμιλο με άλλο ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, πιστωτικό ίδρυμα, ίδρυμα πληρωμών, επιχείρηση επενδύσεων, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

β) όταν ένα ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος ασκεί δραστηριότητες άλλες από την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος.

7. Εφόσον πληρούνται οι όροι του άρθρου 69 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιλέξουν να μην εφαρμόσουν τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που συμπεριλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση των μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ.

Άρθρο 6

Δραστηριότητες

1. Εκτός από την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος μπορούν να ασκούν κάποια από τις ακόλουθες δραστηριότητες:

α) παροχή των υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρονται στο παράρτημα της οδηγίας 2007/64/ΕΚ·

β) χορήγηση πιστώσεων σχετικών με τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στα σημεία 4, 5 ή 7 του παραρτήματος της οδηγίας 2007/64/ΕΚ, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 16 παράγραφοι 3 και 5 της εν λόγω οδηγίας·

γ) παροχή λειτουργικών και στενά συνδεόμενων επικουρικών υπηρεσιών που έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος ή παροχή υπηρεσιών πληρωμών που εμφαίνονται στο στοιχείο α)·

δ) λειτουργία συστημάτων πληρωμών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 6 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ και με την επιφύλαξη του άρθρου 28 της εν λόγω οδηγίας·

ε) επιχειρηματικές δραστηριότητες εκτός της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος, τηρουμένου του ισχύοντος κοινοτικού και εθνικού δικαίου.

Οι πιστώσεις του στοιχείου β) της πρώτης παραγράφου, δεν χορηγούνται από τα ποσά που λαμβάνονται σε ανταλλαγή ηλεκτρονικού χρήματος και κατέχονται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1.

2. Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος δεν επιτρέπεται να δέχονται καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

3. Η παραλαβή εκ μέρους των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος τυχόν χρηματικών ποσών από τους κατόχους ηλεκτρονικού χρήματος ανταλλάσσεται χωρίς καθυστέρηση με ηλεκτρονικό χρήμα. Τα χρηματικά αυτά ποσά δεν συνιστούν κατάθεση ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια που λαμβάνονται από το κοινό κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

4. Το άρθρο 16 παράγραφοι 2 και 4 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ εφαρμόζεται στα χρηματικά ποσά που λαμβάνονται για τη δραστηριότητα που ορίζεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η οποία δεν έχει σχέση με τη δραστηριότητα της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος.

Άρθρο 7

Απαιτήσεις διασφάλισης

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος να διασφαλίζουν τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν έναντι ηλεκτρονικού χρήματος που έχει εκδοθεί σε συμφωνία με τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ. Χρηματικά ποσά που λαμβάνονται υπό τη μορφή πληρωμής από ίδρυμα πληρωμών δεν χρειάζεται να διασφαλίζονται έως ότου πιστωθούν σε λογαριασμών πληρωμών ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος ή να καταστούν με άλλο τρόπο διαθέσιμα σε ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος σύμφωνα με τις απαιτήσεις περί προθεσμίας εκτέλεσης που ορίζονται στην οδηγία 2007/64/ΕΚ, κατά περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, αυτά τα χρηματικά ποσά διασφαλίζονται έως το αργότερο πέντε εργάσιμες ημέρες κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 27 της εν λόγω οδηγίας, μετά την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ασφαλή, χαμηλού κινδύνου στοιχεία ενεργητικού είναι στοιχεία ενεργητικού που εμπίπτουν σε μία από τις κατηγορίες του πίνακα 1 της παραγράφου 14 του παραρτήματος I της οδηγίας 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων [10], για τα οποία η κεφαλαιακή απαίτηση ειδικού κινδύνου δεν υπερβαίνει το 1,6 % αλλά που αποκλείουν άλλα αποδεκτά στοιχεία κατά την έννοια της παραγράφου 15 του ανωτέρω παραρτήματος.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ασφαλή, χαμηλού κινδύνου στοιχεία ενεργητικού είναι επίσης συμμετοχές σε οργανισμό συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) που επενδύει αποκλειστικά σε στοιχεία ενεργητικού όπως ορίζονται στο πρώτο εδάφιο.

Σε εξαιρετικές περιστάσεις και με επαρκή αιτιολόγηση, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, βάσει αξιολόγησης ασφαλείας, ληκτότητας, αξίας ή άλλου στοιχείου κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού όπως προσδιορίζονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, να καθορίζουν ποια από τα στοιχεία αυτά ενεργητικού δεν συνιστούν ασφαλή, χαμηλού κινδύνου στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς της παραγράφου 1.

3. Το άρθρο 9 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ εφαρμόζεται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος για τις δραστηριότητες που ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας οδηγίας οι οποίες δεν έχουν σχέση με τη δραστηριότητα της έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος.

4. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 3 τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να καθορίζουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ποια μέθοδος χρησιμοποιείται από τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος για να διασφαλίζονται τα χρηματικά ποσά.

Άρθρο 8

Σχέσεις με τρίτες χώρες

1. Τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν επί των υποκαταστημάτων των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν την έδρα τους εκτός της Κοινότητας, όταν αυτά αρχίζουν ή συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους, διατάξεις που οδηγούν σε ευνοϊκότερο καθεστώς από εκείνο στο οποίο υπόκεινται τα υποκαταστήματα των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν την έδρα τους εντός της Κοινότητας.

2. Οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν στην Επιτροπή όλες τις άδειες λειτουργίας υποκαταστημάτων που χορηγούνται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν την έδρα τους εκτός της Κοινότητας.

3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η Κοινότητα δύναται να συνάπτει συμφωνίες με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες και να συμφωνεί την εφαρμογή διατάξεων οι οποίες εξασφαλίζουν ότι τα υποκαταστήματα ενός ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος που έχει την έδρα του εκτός της Κοινότητος έχουν το ίδιο καθεστώς στο σύνολο της Κοινότητας.

Άρθρο 9

Προαιρετικές εξαιρέσεις

1. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν ή να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να εξαιρούν νομικά πρόσωπα από την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους των διαδικασιών και των προϋποθέσεων που προβλέπονται στα άρθρα 3, 4, 5 και 7 της παρούσας οδηγίας, πλην των άρθρων 20, 22, 23 και 24 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ, και να τους επιτρέπουν να εγγράφονται στο μητρώο ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος εφόσον πληρούνται αμφότερες οι απαιτήσεις:

α) όλες οι επιχειρηματικές δραστηριότητες οδηγούν σε μέσο όρο ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία που δεν υπερβαίνει το όριο που έχει θέσει το κράτος μέλος αλλά που σε καμιά περίπτωση δεν είναι υψηλότερο από 5000000 ευρώ·

β) κανένα από τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση ή τη λειτουργία της επιχείρησης δεν έχει καταδικαστεί για αδικήματα σχετικά με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή άλλα οικονομικά εγκλήματα.

Όταν τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος πραγματοποιούν οιαδήποτε από τις δραστηριότητες του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) που δεν έχουν σχέση με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος ή οιαδήποτε από τις δραστηριότητες του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε) και δεν μπορεί να ορισθεί εκ των προτέρων το ποσό του ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία, οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στα ιδρύματα αυτά να εφαρμόσουν το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου υποθέτοντας ότι ένα αντιπροσωπευτικό ποσό των κεφαλαίων θα χρησιμοποιηθεί στις υπηρεσίες πληρωμών, υπό την προϋπόθεση ότι, με βάση τα ιστορικά δεδομένα, αυτό το αντιπροσωπευτικό ποσό μπορεί να υπολογισθεί σωστά και με τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές. Όταν ένα ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος δεν έχει ακόμη ασκήσει δραστηριότητα για επαρκές χρονικό διάστημα, η παρούσα απαίτηση αξιολογείται βάσει του προβλεπόμενου ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία που αποδεικνύεται από το επιχειρηματικό του πρόγραμμα με την επιφύλαξη τυχόν προσαρμογών του εν λόγω προγράμματος κατόπιν απαιτήσεως των αρμόδιων αρχών.

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι η χορήγηση προαιρετικών εξαιρέσεων δυνάμει αυτού του άρθρου υπόκειται στην επιπρόσθετη απαίτηση ανώτατου ποσού αποθήκευσης στο μέσο πληρωμών ή στο λογαριασμό πληρωμών του καταναλωτή όπου είναι αποθηκευμένο το ηλεκτρονικό χρήμα.

Οιοδήποτε νομικό πρόσωπο έχει καταχωρισθεί σύμφωνα με την παράγραφο αυτή μπορεί να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών που δεν έχουν σχέση με ηλεκτρονικό χρήμα εκδιδόμενο σύμφωνα με το παρόν άρθρο μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 26 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ.

2. Οιοδήποτε νομικό πρόσωπο έχει καταχωρισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 υποχρεούται να διατηρεί τα κεντρικά του γραφεία στο κράτος μέλος στο οποίο ασκεί πραγματικά τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.

3. Κάθε νομικό πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αντιμετωπίζεται ως ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος. Ωστόσο, το άρθρο 10 παράγραφος 9 και το άρθρο 25 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ δεν εφαρμόζονται σε αυτά.

4. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι νομικά πρόσωπα καταχωρισμένα σύμφωνα με την παράγραφο 1 μπορούν να ασκούν μόνο ορισμένες από τις δραστηριότητες του άρθρου 6 παράγραφος 1.

5. Τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α) γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές κάθε μεταβολή της κατάστασής τους που έχει επίπτωση στους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1· και

β) τουλάχιστον μία φορά το έτος σε ημερομηνία που προσδιορίζεται από τις αρμόδιες αρχές υποβάλλουν έκθεση για το κατά μέσο όρο ηλεκτρονικό χρήμα σε κυκλοφορία.

6. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, εάν έχουν παύσει να τηρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1, 2 και 4, το οικείο πρόσωπο να ζητήσει άδεια εντός τριάντα ημερολογιακών ημερών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 3. Τα κράτη μέλη απαγορεύουν, σύμφωνα με το άρθρο 10, στα νομικά πρόσωπα που δεν ζητούν άδεια εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα.

7. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές είναι επαρκώς εξουσιοδοτημένες για να διαπιστώνουν τη συνεχή τήρηση των απαιτήσεων που ορίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου.

8. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση των διατάξεων της οδηγίας 2005/60/ΕΚ ή εθνικών διατάξεων περί πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

9. Εφόσον ένα κράτος μέλος εφαρμόζει την παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το γνωστοποιεί στην Επιτροπή το αργότερο στις 30 Απριλίου 2011. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε επακόλουθη τροποποίηση. Επίσης, το κράτος μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή τον αριθμό των σχετικών φυσικών και νομικών προσώπων και την ενημερώνει, σε ετήσια βάση, σχετικά με το συνολικό ποσό ηλεκτρονικού χρήματος σε κυκλοφορία που έχει εκδοθεί στις 31 Δεκεμβρίου κάθε ημερολογιακού έτους, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΞΑΡΓΥΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 10

Απαγόρευση έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος

Με την επιφύλαξη του άρθρου 18, τα κράτη μέλη απαγορεύουν στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν είναι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα.

Άρθρο 11

Έκδοση και εξαργύρωση

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα ίσης αξίας κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος, κατόπιν αιτήσεως του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος, εξαργυρώνουν, ανά πάσα στιγμή και στην ονομαστική αξία, τη νομισματική αξία του ηλεκτρονικού χρήματος.

3. Η σύμβαση μεταξύ του εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος και του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος αναφέρει σαφώς και εμφανώς τους όρους εξαργύρωσης, περιλαμβανομένων των συναφών τελών, ο δε κάτοχος ηλεκτρονικού χρήματος ενημερώνεται για τους όρους αυτούς πριν δεσμευθεί από οιαδήποτε σύμβαση ή προσφορά.

4. Η εξαργύρωση μπορεί να υπόκειται σε τέλος μόνον εάν αναφέρεται στη σύμβαση σύμφωνα με την παράγραφο 3 και μόνον σε οιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν η εξαργύρωση ζητείται πριν από τη λύση της σύμβασης·

β) όταν η σύμβαση προβλέπει ημερομηνία λύσης και ο κάτοχος ηλεκτρονικού χρήματος έλυσε τη σύμβαση πριν από την ημερομηνία αυτή· ή

γ) όταν η εξαργύρωση ζητείται ένα έτος και πλέον από την ημερομηνία λύσης της σύμβασης.

Οιοδήποτε παρόμοιο τέλος είναι ανάλογο και αντιστοιχεί προς το πραγματικό κόστος που βαρύνει τον εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος.

5. Όταν η εξαργύρωση ζητείται πριν από την ημερομηνία λύσης της σύμβασης, ο κάτοχος ηλεκτρονικού χρήματος μπορεί να ζητήσει να εξαργυρωθεί είτε μέρος είτε το σύνολο του ηλεκτρονικού χρήματος.

6. Όταν η εξαργύρωση ζητείται την ημερομηνία λύσης της σύμβασης ή μέχρι ένα έτος μετά τη λύση αυτής, κατόπιν αιτήσεως του κατόχου ηλεκτρονικού χρήματος:

α) εξαργυρώνεται η συνολική ονομαστική αξία του ηλεκτρονικού χρήματος· ή

β) εάν ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος ασκεί μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων τι μέρος του χρηματικού ποσού πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως ηλεκτρονικό χρήμα, το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος εξαργυρώνει όλα τα χρηματικά ποσά που απαιτεί ο κάτοχος ηλεκτρονικού χρήματος.

7. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 έως 6 τα δικαιώματα εξαργύρωσης προσώπων, άλλων από τους καταναλωτές, που αποδέχονται ηλεκτρονικό χρήμα υπόκεινται σε σύμβαση μεταξύ των εκδοτών ηλεκτρονικού χρήματος και των ιδίων.

Άρθρο 12

Απαγόρευση τόκων

Τα κράτη μέλη απαγορεύουν τη χορήγηση τόκου ή οιουδήποτε άλλου οφέλους που έχει σχέση με τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ο κάτοχος ηλεκτρονικού χρήματος κατέχει ηλεκτρονικό χρήμα.

Άρθρο 13

Διαδικασίες καταγγελίας και εξωδικαστικών προσφυγών για την επίλυση διαφορών

Με την επιφύλαξη της παρούσας οδηγίας, το κεφάλαιο 5 του τίτλου IV της οδηγίας 2007/64/ΕΚ εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών στους εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος σε σχέση με τα καθήκοντά τους τα οποία απορρέουν από τον τίτλο αυτόν.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 14

Μέτρα εφαρμογής

1. Η Επιτροπή δύναται να λάβει μέτρα που είναι αναγκαία για την επικαιροποίηση των διατάξεων της παρούσας οδηγίας ώστε να λαμβάνονται υπόψη ο πληθωρισμός ή οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι εξελίξεις της αγοράς. Τα μέτρα αυτά τα οποία αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που προβλέπει το άρθρο 15 παράγραφος 2.

2. Η Επιτροπή θεσπίζει μέτρα για να εξασφαλίζει τη συγκλίνουσα εφαρμογή των εξαιρέσεων του άρθρου 1 παράγραφοι 4 και 5. Τα μέτρα αυτά που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 2.

Άρθρο 15

Επιτροπή

1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή πληρωμών που συστάθηκε δυνάμει του άρθρου 85 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ.

2. Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Άρθρο 16

Πλήρης εναρμόνιση

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 1 παράγραφος 3, του άρθρου 3 παράγραφος 3 έκτο εδάφιο, του άρθρου 5 παράγραφος 7, του άρθρου 7 παράγραφος 4, του άρθρου 9 και του άρθρου 18 παράγραφος 2 στον βαθμό που η παρούσα οδηγία περιέχει εναρμονισμένες διατάξεις, και τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν άλλες διατάξεις από αυτές που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος δεν παρεκκλίνουν, εις βάρος των κατόχων ηλεκτρονικού χρήματος, από τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που έχουν θεσπισθεί κατ’ εφαρμογή ή κατ’ αντιστοιχία προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, εκτός εάν η δυνατότητα παρέκκλισης προβλέπεται ρητά από την οδηγία.

Άρθρο 17

Επανεξέταση

Το αργότερο την 1η Νοεμβρίου 2012 η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, έκθεση σχετικά με την εφαρμογή και τις συνέπειες της παρούσας οδηγίας, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, συνοδευόμενη ενδεχομένως από πρόταση επανεξέτασής της.

Άρθρο 18

Μεταβατικές διατάξεις

1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν αρχίσει δραστηριότητες κατά την έννοια της οδηγίας 2000/46/ΕΚ στο κράτος μέλος στο οποίο έχουν τα κεντρικά τους γραφεία, πριν από τις 30 Απριλίου 2011, να τις συνεχίσουν σε εκείνο το κράτος μέλος και σε οιοδήποτε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αμοιβαίας αναγνώρισης που προβλέπονται από την οδηγία 2000/46/ΕΚ χωρίς την προβλεπόμενη στο άρθρο 3 της παρούσας οδηγίας άδεια, και χωρίς να απαιτείται η συμμόρφωση με τις άλλες διατάξεις που αναγράφονται ή αναφέρονται στον τίτλο ΙΙ της παρούσας οδηγίας.

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα εν λόγω ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος να υποβάλουν όλες τις συναφείς πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές προκειμένου οι τελευταίες να μπορέσουν να κρίνουν, το αργότερο στις 30 Οκτωβρίου 2011, εάν τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και, εάν όχι, ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση, ή εάν πρέπει να ανακληθεί η άδεια.

Όσα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας λαμβάνουν άδεια λειτουργίας, εγγράφονται στο μητρώο και υποχρεούνται να συμμορφωθούν προς τις απαιτήσεις του τίτλου ΙΙ. Απαγορεύεται στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που δεν συμμορφώνονται με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας το αργότερο στις 30 Οκτωβρίου 2011 να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος λαμβάνουν αυτομάτως άδεια και καταχωρίζονται στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 3, εφόσον οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν ήδη αποδείξεις ότι τηρούνται οι απαιτήσεις των άρθρων 3, 4 και 5. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος πριν από τη χορήγηση της άδειας.

3. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν αρχίσει, πριν από τις 30 Απριλίου 2011, δραστηριότητες δυνάμει των εθνικών διατάξεων μεταγραφής του άρθρου 8 της οδηγίας 2000/46/ΕΚ στην εθνική νομοθεσία, να τις συνεχίσουν στο εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με την οδηγία 2006/46/ΕΚ μέχρι τις 30 Απριλίου 2012, χωρίς να υποχρεούνται να ζητήσουν άδεια δυνάμει του άρθρου 3 της παρούσας οδηγίας και χωρίς να υποχρεούνται να συμμορφωθούν προς τις άλλες διατάξεις που αναγράφονται ή αναφέρονται στον τίτλο ΙΙ της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη απαγορεύουν στα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος τα οποία, κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, δεν έχουν λάβει άδεια ούτε εξαίρεση κατά την έννοια του άρθρου 9 της παρούσας οδηγίας να εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα.

Άρθρο 19

Τροποποίηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ

Η οδηγία 2005/60/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1) Στο άρθρο 3 παράγραφος 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

"α) κάθε επιχείρηση εκτός από πιστωτικό ίδρυμα η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στη διενέργεια μιας ή περισσοτέρων από τις πράξεις που περιλαμβάνονται στα σημεία 2 έως 12 και στα σημεία 14 και 15 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος (bureaux de change)·".

2) Στο άρθρο 11 παράγραφος 5, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

"δ) το ηλεκτρονικό χρήμα, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 2 της οδηγίας 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, που αφορά την ανάληψη, την άσκηση και την προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος [], εφόσον η νομισματική αξία που είναι αποθηκευμένη στο ηλεκτρονικό υπόθεμα, αν αυτό δεν μπορεί να επαναφορτιστεί, δεν υπερβαίνει τα 250 ευρώ, ή εφόσον, αν το ηλεκτρονικό υπόθεμα μπορεί να επαναφορτιστεί, το συνολικό ποσό συναλλαγής για ένα ημερολογιακό έτος δεν υπερβαίνει τα 2500 ευρώ, εκτός εάν ο κάτοχος ηλεκτρονικού χρήματος εξαργυρώσει ποσό 1000 ευρώ ή μεγαλύτερο κατά το ίδιο ημερολογιακό έτος, σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας 2009/110/ΕΚ. Όσον αφορά εθνικές πράξεις πληρωμών, τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να αυξήσουν το ανωτέρω ποσό των 250 ευρώ σε 500 ευρώ.

Άρθρο 20

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2006/48/ΕΚ

Η οδηγία 2006/48/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1) Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α) το σημείο 1) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

"1) "Πιστωτικό ίδρυμα" : επιχείρηση η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό·"·

β) το σημείο 5) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

"5) "Χρηματοδοτικό ίδρυμα" : επιχείρηση η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2 έως 12 και 15 του παραρτήματος I.".

2) Το ακόλουθο σημείο 15 προστίθεται στο παράρτημα I:

"15. Έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος.".

Άρθρο 21

Κατάργηση

Η οδηγία 2000/46/ΕΚ καταργείται με ισχύ από τις 30 Απριλίου 2011, με την επιφύλαξη του άρθρου 18 παράγραφοι 1 και 3 της παρούσας οδηγίας.

Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία θεωρούνται παραπομπές στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 22

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο έως τις 30 Απριλίου 2011, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των συγκεκριμένων διατάξεων.

Εφαρμόζουν τα μέτρα αυτά από τις 30 Απριλίου 2011.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που θεσπίζουν να περιέχουν ή, κατά την επίσημη δημοσίευσή τους, να συνοδεύονται από παραπομπή στην παρούσα οδηγία. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιαστικών διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζονται στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 23

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 24

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 16 Σεπτεμβρίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. Buzek

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

C. Malmström

[1] Γνώμη της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

[2] ΕΕ C 30 της 6.2.2009, σ. 1.

[3] Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Απριλίου 2009 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 2009.

[4] ΕΕ L 275 της 27.10.2000, σ. 39.

[5] ΕΕ L 319 της 5.12.2007, σ. 1.

[6] ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 1.

[7] ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

[8] ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 15.

[9] ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.

[10] ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 201.

[] ΕΕ L 267 της 10.10.2009, σ. 7.".


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο