Δημοσιεύθηκε στις : [ 30-06-2008 ]

Σ.τ.Ε. 2100/2008 Η μεταφορά ζημίας προς συμψηφισμό στα επόμενα οικονομικά έτη ενεργείται με βάση το νόμιμο τίτλο για τη ζημία αυτή. Τέτοιος δε μπορεί να είναι, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η φορολογική υπόθεση, είτε η φορολογική δήλωση που έχει υποβληθεί και δεν έχει ελεγχθεί, είτε το φύλλο ελέγχου, είτε δικαστική απόφαση. Συγκεκριμένα, από τους τίτλους αυτούς ληπτέος κάθε φορά υπόψη είναι ο τελευταίος που υπάρχει κατά την κρίση των οικονομικών αποτελεσμάτων του έτους της μεταφοράς. Εξάλλου, η μεταφορά ζημίας γίνεται κατά νόμο μόνο προς συμψηφισμό με προκύψαντα κέρδη του έτους στο οποίο γίνεται η μεταφορά και όχι προς επαύξηση της ζημίας που τυχόν προέκυψε κατά το έτος αυτό (ΣτΕ 1956-8/2001 7μ., 3372/1998 7μ., 220, 3443/2001).

(Η μεταφορά ζημίας προς συμψηφισμό στα επόμενα οικονομικά έτη ενεργείται με βάση το νόμιμο τίτλο για τη ζημία αυτή. Τέτοιος δε μπορεί να είναι, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η φορολογική υπόθεση, είτε η φορολογική δήλωση που έχει υποβληθεί και δεν έχει ελεγχθεί, είτε το φύλλο ελέγχου, είτε δικαστική απόφαση. Συγκεκριμένα, από τους τίτλους αυτούς ληπτέος κάθε φορά υπόψη είναι ο τελευταίος που υπάρχει κατά την κρίση των οικονομικών αποτελεσμάτων του έτους της μεταφοράς. Εξάλλου, η μεταφορά ζημίας γίνεται κατά νόμο μόνο προς συμψηφισμό με προκύψαντα κέρδη του έτους στο οποίο γίνεται η μεταφορά και όχι προς επαύξηση της ζημίας που τυχόν προέκυψε κατά το έτος αυτό (ΣτΕ 1956-8/2001 7μ., 3372/1998 7μ., 220, 3443/2001).)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αριθμός 2100/2008

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2007 με την εξής σύνθεση: Δ. Κωστόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου του Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Αικ. Συγγούνα, Κ. Βιολάρης, Σύμβουλοι, Σπ. Χρυσικοπούλου, Β. Μόσχου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 15 Μαρτίου 2000 αίτηση:

Του Προϊσταμένου Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τον Θεοδ. Τσιρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....................................", που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...................), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Δημ. Μπούντρο (Α.Μ. 6307), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ` αριθμ. 4225/1999 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Μόσχου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται η καταβολή τελών και παραβόλου.

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ` αριθμ. 4225/1999 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ` αριθμ. 774/1998 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης κατά της υπ` αριθμ. 21665/1995 αρνητικής απαντήσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών σε επιφύλαξη που είχε διατυπώσει η αναιρεσίβλητη στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 1995, αναφορικά με τη μεταφορά ζημιών προηγουμένων οικονομικών ετών, συνολικού ύψους 1.310.710.990 δραχμών προς συμψηφισμό με τα εκ δραχμών 994.015.236 κέρδη της ένδικης χρήσης.

3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 61 παρ. 1, 98, 101 παρ. 1 περ. α, 105 παρ. 11 και 107 παρ. 1, 2 και 3 του ν.2238/1994 (ΦΕΚ Α 151), όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν κατά την ένδικη χρήση, προκύπτει ότι για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες η μεταφορά ζημίας προς συμψηφισμό στα επόμενα οικονομικά έτη ενεργείται με βάση το νόμιμο τίτλο για τη ζημία αυτή, ο οποίος υπάρχει κατά το χρόνο της μεταφοράς (τον τίτλο, δηλαδή, που αφορά το έτος κατά το οποίο προέκυψε η ζημία). Τέτοιος δε μπορεί να είναι, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η φορολογική υπόθεση, είτε η φορολογική δήλωση που έχει υποβληθεί και δεν έχει ελεγχθεί, είτε το φύλλο ελέγχου, είτε δικαστική απόφαση. Συγκεκριμένα, από τους τίτλους αυτούς ληπτέος κάθε φορά υπόψη είναι ο τελευταίος που υπάρχει κατά την κρίση των οικονομικών αποτελεσμάτων του έτους της μεταφοράς, δεν είναι δε, πάντως, επιτρεπτός ο κατά παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση έλεγχος της νομιμότητας του τίτλου αυτού κατά την κρίση των οικονομικών αποτελεσμάτων των επόμενων ετών, στα οποία επιδιώκεται η μεταφορά της ζημίας. Περαιτέρω, εάν μετά την τελεσίδικη κρίση της διαφοράς της αναγόμενης στο έτος στο οποίο επιδιώκεται η μεταφορά της ζημίας, τροποποιηθεί ή ανατραπεί, με πράξη της φορολογικής αρχής ή, αν ασκηθούν κατ΄ αυτής ένδικα μέσα, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ο τίτλος του έτους κατά το οποίο προέκυψε η ζημία, και ο τίτλος αυτός έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, στη φορολογική αρχή απόκειται, με συμπληρωματική πράξη, να προσαρμόσει, προς τα νέα δεδομένα περί της ζημίας, την εγγραφή την αναγόμενη στο έτος στο οποίο έχει γίνει η μεταφορά της ζημίας. Κατά της πιο πάνω πράξης μπορούν να ασκηθούν τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Από τα πιο πάνω παρέπεται ότι, αν νόμιμος τίτλος είναι η δήλωση του φορολογουμένου για το ύψος της ζημίας που προέκυψε ορισμένο οικονομικό έτος, ζητήματα αναφερόμενα στο κύρος του τίτλου αυτού κατά νόμο και στο αν το ύψος της ζημίας ανταποκρίνεται στα δεδομένα των βιβλίων κρίνονται αποκλειστικώς κατά την κρίση των οικονομικών αποτελεσμάτων του έτους στο οποίο φέρεται να έχει προκύψει η ζημία. Τα πιο πάνω ζητήματα δεν επιτρέπεται να εξεταστούν παρεμπιπτόντως στο έτος στο οποίο επιδιώκεται η μεταφορά της ζημίας. Στο τελευταίο αυτό έτος μπορούν να εξεταστούν μόνο τα ζητήματα που έχουν σχέση με τη νομιμότητα της ίδιας της μεταφοράς, όπως αν η μεταφορά επιτρέπεται και αν επιχειρείται μέσα στο νόμιμο χρόνο αφότου προέκυψε η ζημία, αν, όντως, έχει απομείνει υπόλοιπο ζημίας προς μεταφορά και ποιο το ύψος του και αν έχει γίνει συμψηφισμός μέρους της ζημίας αυτής προς κέρδη ενδιάμεσων ετών.

Τέλος, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, η τροποποίηση ή η ανατροπή του τίτλου, που έχει ληφθεί υπόψη για το συμψηφισμό ζημίας προς κέρδη επόμενου έτους, καθιστά ανακριβή, ως προς το θέμα τούτο, τη δήλωση του έτους στο οποίο έγινε, με βάση τον τίτλο αυτόν, η μεταφορά της ζημίας, ιδίως, αν ο τίτλος αυτός είναι η δήλωση του φορολογουμένου, με όλες τις συνέπειες που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία για την υποβολή ανακριβούς δήλωσης. Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 99 του ν. 2238/1994 ορίζονται τα εξής: «Αντικείμενο του φόρου είναι: α) Σε ημεδαπές γενικά ανώνυμες εταιρίες και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, με εξαίρεση τις τραπεζικές και ασφαλιστικές εταιρίες, το συνολικό καθαρό εισόδημα ή κέρδος που προκύπτει στην ημεδαπή ή αλλοδαπή.

Τα διανεμόμενα κέρδη λαμβάνονται από το υπόλοιπο των κερδών, που απομένει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος. Ειδικά, σε ημεδαπές τραπεζικές και ασφαλιστικές ανώνυμες εταιρίες, το συνολικό καθαρό εισόδημα ή κέρδος, που προκύπτει στην ημεδαπή ή αλλοδαπή μετά την αφαίρεση του μέρους αυτών, που αναλογεί στα αφορολόγητα έσοδα ή στα εισοδήματα που φορολογούνται κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης. Για τον προσδιορισμό του μέρους των κερδών που αναλογούν στα αφορολόγητα έσοδα ή στα εισοδήματα που φορολογούνται κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης γίνεται επιμερισμός των συνολικών καθαρών κερδών, ανάλογα με το ύψος των φορολογούμενων εσόδων και των αφορολόγητων ή των φορολογηθέντων κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης εσόδων. Περαιτέρω, σε περίπτωση διανομής, στα ανωτέρω προκύψαντα φορολογούμενα κέρδη, προστίθεται το μέρος των αφορολόγητων κερδών ή των φορολογούμενων κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, που αναλογούν στα διανεμόμενα κέρδη με οποιαδήποτε μορφή, μετά την αναγωγή του εξευρισκόμενου αυτού ποσού σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου. (...) β (...) γ (...) δ) (...)». Όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, αυτή αφορά το (ουσιαστικού φορολογικού δικαίου) ζήτημα της εξεύρεσης των φορολογητέων κερδών των επιχειρήσεων στις οποίες αναφέρεται, και όχι το ζήτημα του τίτλου της μεταφοράς της ζημίας, ως προς το οποίο ισχύουν όσα ήδη έχουν παραπάνω εκτεθεί. Εξάλλου, η μεταφορά ζημίας γίνεται κατά νόμο μόνο προς συμψηφισμό με προκύψαντα κέρδη του έτους στο οποίο γίνεται η μεταφορά και όχι προς επαύξηση της ζημίας που τυχόν προέκυψε κατά το έτος αυτό (ΣτΕ 1956-8/2001 7μ., 3372/1998 7μ., 220, 3443/2001).

4. Επειδή, στο άρθρο 61 παρ. 5 του ν.2238/1994 (ΦΕΚ Α 151) ορίζονται τα εξής: "Όταν ο φορολογούμενος έχει αμφιβολίες αναφορικά με την υποχρέωση επίδοσης δήλωσης για ορισμένα στοιχεία φορολογητέας ύλης, έχει το δικαίωμα να υποβάλει δήλωση στην οποία γίνεται ρητή γι΄ αυτό επιφύλαξη, η οποία πρέπει να είναι ειδική και αιτιολογημένη. Κάθε γενική και αόριστη επιφύλαξη θεωρείται ανύπαρκτη και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται να απαντήσει στην επιφύλαξη μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης ως εξής: α) Είτε να δεχθεί την επιφύλαξη και να διαγράψει το ποσό της φορολογητέας ύλης για το οποίο έγινε η επιφύλαξη. β) Είτε να απορρίψει την επιφύλαξη και να γνωστοποιήσει αυτό στο φορολογούμενο με ιδιαίτερη ανακοίνωση, την οποία θα του επιδώσει με απόδειξη ή με το κοινοποιούμενο για άλλες ανακρίβειες της δήλωσης φύλλο ελέγχου ή με το φύλλο ελέγχου που εκδόθηκε μετά από τη διενέργεια ελέγχου. Στην περίπτωση αυτή, αν δεν επέλθει διοικητική επίλυση της διαφοράς, ο φορολογούμενος δικαιούται να ζητήσει από το διοικητικό πρωτοδικείο, είτε με την προσφυγή που ασκεί για τυχόν άλλες διαφορές που προέκυψαν από τον έλεγχο, είτε με αυτοτελή αίτηση που υποβάλλεται μέσα στην προθεσμία για την υποβολή της προσφυγής, τη διαγραφή το ποσού της φορολογητέας ύλης για την οποία έγινε η επιφύλαξη (...)». Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, ερμηνευόμενων σε συνδυασμό με τις διατάξεις που έχουν παρατεθεί στην προηγούμενη σκέψη, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επιφύλαξης στη δήλωση του έτους, στο οποίο επιχειρείται η μεταφορά της ζημίας, ζητήματα τα οποία δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί σε προηγούμενη σκέψη, να κριθούν ούτε παρεμπιπτόντως κατά το έτος αυτό, όπως το κύρος του τίτλου της μεταφοράς και το ύψος της ζημίας κατά το έτος που αυτή προέκυψε, γιατί αυτό θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη παρεμπίπτουσα κρίση για το έτος αυτό.

5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία, η οποία έχει έδρα στην Αθήνα (...............) και αντικείμενο εργασιών ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εργασίες, κατά το κρινόμενο οικονομικό έτος 1995 (διαχειριστική περίοδος 1.1 έως 31.12.1994) υπέβαλε στον αρμόδιο Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών την από 12.5.1995 δήλωση φορολογίας εισοδήματος, με την οποία δήλωσε συνολικά ακαθάριστα έσοδα δρχ. 75.402.055.942 (ποσό δρχ. 7.778.425.077 αφορά σε αφορολόγητα έσοδα ή φορολογηθέντα κατ` ειδικό τρόπο και ποσό δρχ. 67.623.630.865 αφορά σε έσοδα υποκείμενα σε φορολογία), κέρδη χρήσης μετά από φορολογική αναμόρφωση δρχ. 1.012.568.030, υπόλοιπο καθαρών κερδών (μετά την αφαίρεση του ποσού των δρχ. 105.542.300 που αφορά σε μέρος κερδών που αναλογεί στα αφορολόγητα έσοδα και στα εισοδήματα που φορολογούνται κατ`ειδικό τρόπο) δρχ. 907.025.730 και φορολογητέα κέρδη (μετά την προσθήκη ποσού δρχ. 56.543.179 που αφορά σε μέρος των αφορολόγητων κερδών και κερδών φορολογηθέντων κατ` ειδικό τρόπο που αναλογεί στα διανεμόμενα κέρδη και ποσού δρχ. 30.446.327 φόρου που αναλογεί στα κέρδη αυτά) δρχ. 994.015.236.

Παράλληλα, όμως, η αναιρεσίβλητη, στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος και σε ιδιαίτερο φύλλο προσαρμοσμένο στο σώμα της, διατύπωσε την από 12.5.1995 ρητή επιφύλαξη (άρθρου 5 ν.δ. 3629/1956 αντίστοιχο άρθρο 61 παρ. 5 του ν.2238/1994, ΦΕΚ Α 151), ότι το ως άνω ποσό των φορολογητέων κερδών που δήλωσε, δραχμών 994.015.236, δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, γιατί τούτο συμψηφίζεται με το υπόλοιπο ζημιών δρχ. 1.310.710.990 που μεταφέρεται από προηγούμενα οικονομικά έτη και παραμένει υπόλοιπο ζημιών για μεταφορά στα επόμενα έτη δρχ. 316.695.754. Ειδικότερα, με την επιφύλαξη αυτή υποστήριξε α) ότι οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του ν.δ. 3323/1955, που σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν.δ. 3843/1958 ισχύουν και για τα νομικά πρόσωπα, ρητά προβλέπουν ότι οι ζημιές των προσώπων αυτών μεταφέρονται για συμψηφισμό, διαδοχικώς με τα τυχόν κέρδη των επομένων πέντε ετών, κατά το υπόλοιπο που απομένει κάθε φορά, και μάλιστα, μετά τη φορολογική τους (ζημιών και κερδών) αναμόρφωση με την προσθήκη λογιστικών διαφορών, η δε άποψη του Υπουργείου Οικονομικών ότι η ζημιά που έχουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις από προηγούμενες χρήσεις δεν μπορεί να συμψηφισθεί με τα κέρδη που προκύπτουν με βάση τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν.δ. 3843/1958, επειδή η ζημιά των προηγουμένων χρήσεων έχει προκύψει μετά την αφαίρεση των αφορολογήτων εσόδων από τα καθαρά κέρδη του ισολογισμού, δεν είναι νόμιμη, β) ότι στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τους νόμιμους τίτλους (δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που βρίσκονται στο αρχείο της φορολογικής Αρχής), το υπόλοιπο των ζημιών από τις προηγούμενες χρήσεις που μεταφέρεται για συμψηφισμό στα επόμενα έτη έχει ως εξής: οικον. έτος 1990 (χρήση 1989) ζημία δρχ. 763.804.593, οικον. έτος 1991 (χρήση 1990) ζημία δρχ. 1.020.859.223, οικον. έτος 1992 (χρήση 1991) ζημία δρχ. 1.312.315.951 οικον. έτος 1993 (χρήση 1992) κέρδη δρχ. 669.206.213, οικον. έτος 1994 (χρήση 1993) κέρδη δρχ. 1.117.062.564. Και καταλήγει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η επιφύλαξή της, να συμψηφισθούν τα κέρδη της παρούσας χρήσεως δρχ. 994.015.236 με το υπόλοιπο των ζημιών από τις προηγούμενες χρήσεις και να διαγραφεί ο φόρος εισοδήματος δρχ. 117.716.404 και η προκαταβολή του φόρου δρχ. 180.386.275. 0 Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών, με την υπ` αριθμ. 21665/1995 αρνητική απάντησή του απέρριψε την επιφύλαξη της εφεσίβλητης, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 περ. α του ν.δ. 3843/1958, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν.2065/1992, θεσπίστηκε διαφορετικός τρόπος φορολογίας των αναφερομένων στο άρθρο τούτο νομικών προσώπων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ημεδαπές ασφαλιστικές εταιρίες, «με τον τρόπο δε αυτό φορολογείται μόνο το μέρος των καθαρών κερδών που αναλογούν στα φορολογούμενα έσοδα, και συνεπώς, δεν μπορούν να συμψηφισθούν με τα προκύπτοντα κέρδη οι τυχόν μεταφερόμενες ζημίες από προηγούμενες χρήσεις, που προέκυψαν μετά την αφαίρεση των αφορολογήτων εσόδων από τα καθαρά κέρδη του ισολογισμού μετά την αναμόρφωση αυτών με λογιστικές διαφορές». Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού κατ` αρχήν εξέδωσε την υπ` αριθμ. 12609/1996 προδικαστική απόφαση, με την οποία διέταξε τη Φορολογική Αρχή να προσκομίσει έγγραφο, στο οποίο να περιγράφονται τα οικονομικά αποτελέσματα της εφεσίβλητης των οικονομικών ετών 1990, 1991, 1992, 1993 και 1994 και στη περίπτωση διενέργειας ελέγχου να αναφέρει αν διαπιστώθηκε ανειλικρίνεια ή ανεπάρκεια των βιβλίων αυτής, με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την προσφυγή, ακύρωσε την προσβληθείσα με αυτή αρνητική απάντηση αναγνωρίζοντας ότι πρέπει να μεταφερθεί η ζημία των προηγουμένων οικονομικών ετών 1990-1994 ποσού δραχμών 1.310.710.990 προκειμένου να συμψηφισθεί με τα κέρδη της ένδικης χρήσης ποσού δραχμών 994.015.236 με την αιτιολογία, ότι οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.δ. 3843/1958 «που προβλέπουν για τη μεταφορά ζημιών προς συμψηφισμό με κέρδη, εφαρμόζονται γενικά και ανεξάρτητα από τον τρόπο προσδιορισμού των κερδών των χρήσεων αυτών, και προκειμένου για ασφαλιστικές επιχειρήσεις, των οποίων τα κέρδη προσδιορίστηκαν κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 2 του ν.2065/1992, μετά την αφαίρεση από τα συνολικά καθαρά κέρδη του μέρους αυτών που αναλογεί στα εισοδήματα τα απαλλασσόμενα του φόρου ή τα φορολογηθέντα κατ` ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης. Εξάλλου, με το υπόμνημα που κατέθεσε το Ελληνικό Δημόσιο για την ανάπτυξη των λόγων της εφέσεώς του, προέβαλε μεταξύ άλλων, ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε την επιφύλαξη της εφεσίβλητης και έκρινε ότι μπορούν να συμψηφισθούν οι ζημίες προηγουμένων οικονομικών ετών με τα κέρδη της κρινόμενης χρήσης, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτήν (επιφύλαξη) ως απαράδεκτη. Συγκεκριμένα, κατά τα υποστηριζόμενα με υπόμνημα από το Ελληνικό Δημόσιο, η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στηρίχθηκε στην εσφαλμένη παραδοχή ότι επιτρέπεται να αποτελέσουν αντικείμενο της επιφυλάξεως στο κρινόμενο οικονομικό έτος 1995, στο οποίο επιχειρείται η μεταφορά της ζημίας, θέματα που αφορούν το ύψος της ζημίας που προκύπτει με βάση τους τίτλους αυτούς (δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος), ενώ τα θέματα αυτά δεν επιτρέπεται να κριθούν ούτε παρεμπιπτόντως κατά το έτος της μεταφοράς, και συνεπώς, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επιφυλάξεως. Το διοικητικό εφετείο θεώρησε ότι ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της επίμαχης επιφυλάξεως, αυτή διατυπώθηκε από την εφεσίβλητη στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του κρινόμενου οικονομικού έτους σχετικά με το ζήτημα αν είναι νόμω επιτρεπτή η μεταφορά αυτούσιων των ζημιών των προηγουμένων χρήσεων για συμψηφισμό με τα κέρδη της παρούσας χρήσης, το οποίο ζήτημα και αποτελεί στην προκείμενη περίπτωση το αντικείμενο της επιφυλάξεως, και δεν αποτελεί αντικείμενο αυτής ούτε το ύψος των ζημιών κατά το έτος που προέκυψαν, ούτε το κύρος των τίτλων με βάση τους οποίους επιχειρείται η μεταφορά των ζημιών αυτών (δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος), ζητήματα, δηλαδή, τα οποία δεν μπορούν να κριθούν ούτε και παρεμπιπτόντως κατά το έτος της μεταφοράς και τα οποία, άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκαν στην κρινόμενη περίπτωση από τη Φορολογική Αρχή. Περαιτέρω, αφού θεώρησε ότι μόνες προϋποθέσεις κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 3323/1955 για την αναγνώριση σε εμπορική επιχείρηση δικαιώματος για μεταφορά ζημίας σε επόμενη χρήση, είναι να δηλώθηκε αυτή ως αρνητικό στοιχείο του έτους που προέκυψε με βάση τα βιβλία που τηρήθηκαν επαρκώς και ακριβώς, γεγονός το οποίο στην προκείμενη περίπτωση δεν αμφισβητεί η φορολογική αρχή, και να τηρούνται αυτά επαρκώς και ακριβώς και κατά τα έτη της μεταφοράς, καθώς και ότι δεν συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος αυτού (μεταφορά ζημιών προς συμψηφισμό με κέρδη) ο προσδιορισμός των αποτελεσμάτων της επιχείρησης με τεκμαρτό ή άλλο τρόπο, έκρινε ότι στην κρινόμενη περίπτωση είναι νόμιμη η μεταφορά προς συμψηφισμό με τα εκ δραχμών 994.015.236 καθαρά κέρδη της εφεσίβλητης, της ενδίκου χρήσεως του υπολοίπου της ζημίας, οικον. ετών 1990, 1991 και 1992 δρχ. 1.310.710.990 με βάση τον υφιστάμενο για τη ζημία αυτή κατά τον χρόνο της μεταφοράς της νόμιμο τίτλο. Η κρίση αυτή του διοικητικού εφετείου δεν είναι νομίμως αιτιολογημένη, διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η επιφύλαξη αφορά μεταφορά ζημίας που προέκυψε μεν από τα επαρκή και ακριβή βιβλία της εφεσίβλητης, πλην, όμως, η ζημία αυτή αναμορφώθηκε στη συνέχεια με την προσθήκη λογιστικών διαφορών, και επομένως, η επιφύλαξη άπτετο του κύρους των δηλώσεων της αναιρεσίβλητης των ετών που έχει προκύψει η ζημία, και ειδικότερα, της φύσης της ζημίας αυτής ως μεταφερτέας και συνακόλουθα του ύψους αυτής, ζήτημα το οποίο δεν μπορεί, κατά τα εκτεθέντα, να αποτελέσει αντικείμενο επιφυλάξεως στη δήλωση του έτους στο οποίο επιχειρείται η μεταφορά ζημίας. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε έρευνα των λοιπών λόγων παρέλκει ως αλυσιτελής.

Τέλος, η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση.

Δια ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 4225/1999 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά τα εκτεθέντα στο αιτιολογικό.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Δ. Κωστόπουλος Α. Ζυγουρίτσα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 30ής Ιουνίου 2008.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας του Β` Τμήματος

Δ. Κωστόπουλος Π. Στεργιοπούλου


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο