Δημοσιεύθηκε στις : [ 28-01-2009 ]

Σ.τ.Ε. 286/2009 Αν τα όργανα που διενεργούν φορολογικό έλεγχο προβαίνουν σε αναγκαστική αφαίρεση από την επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία βιβλίων και στοιχείων, απαιτείται, ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας, η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης και η επίδοσή της στον επιτηδευματία. Για το έγκυρο της έκθεσης απαιτείται αυτή να περιέχει ρητό χαρακτηρισμό ως "έκθεσης κατάσχεσης". Η προσκόμιση των επιδίκων τιμολογίων από την αναιρεσείουσα που ήταν η λήπτρια αυτών δια χειρός του λογιστή της στο κατάστημα της φορολογικής αρχής προς περαιτέρω έλεγχο αποτελεί περίπτωση αφαίρεσης αυτών και αφού παραλήφθηκαν με απόδειξη παραλαβής, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία της κατάσχεσης, είναι νομικώς πλημμελείς οι ένδικες πράξεις επιβολής προστίμου.

(Αν τα όργανα που διενεργούν φορολογικό έλεγχο προβαίνουν σε αναγκαστική αφαίρεση από την επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία βιβλίων και στοιχείων, απαιτείται, ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας, η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης και η επίδοσή της στον επιτηδευματία. Για το έγκυρο της έκθεσης απαιτείται αυτή να περιέχει ρητό χαρακτηρισμό ως "έκθεσης κατάσχεσης". Η προσκόμιση των επιδίκων τιμολογίων από την αναιρεσείουσα που ήταν η λήπτρια αυτών δια χειρός του λογιστή της στο κατάστημα της φορολογικής αρχής προς περαιτέρω έλεγχο αποτελεί περίπτωση αφαίρεσης αυτών και αφού παραλήφθηκαν με απόδειξη παραλαβής, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία της κατάσχεσης, είναι νομικώς πλημμελείς οι ένδικες πράξεις επιβολής προστίμου.)

Κατηγορία: Κ.Β.Σ.

Αριθμός 286/2009

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

TMHMA B΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2008 με την εξής σύνθεση: Δ. Κωστόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ε. Αναγνωστοπούλου, Μ. Σταματελάτου-Μπεριάτου, Σύμβουλοι, Ι. Σύμπλης, Β. Μόσχου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 18 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση:

Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "............" και το διακριτικό τίτλο «........», που εδρεύει στα Νέα Λιόσια Αττικής (οδός ......... αρ. .. ), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Σωκράτη Λαμπρόπουλο (Α.Μ. 15139), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Παν. Πανάγο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ` αριθμ. 1827/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Μόσχου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ` αριθμ. 163304-6 έτους 2005 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ` αριθ. 1827/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ` αριθ. 3729/2001 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά: α) της υπ` αριθμ. 1/2-2-1999 προσωρινής πράξης προσδιορισμού φ.π.α. (άρθρο 40 του ν.1642/1986) διαχειριστικής περιόδου 9-1-1995 έως 31-12-1995, β) της υπ` αριθμ. 1/1999 πράξης επιβολής προστίμου του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.2523/1997 για λήψη πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων και γ) της υπ` αριθ. 2/1999 αποφάσεως επιβολής προστίμου κατ` άρθρο 47 παρ. 6 του ν.1642/1986, και μεταρρυθμίσθηκε η υπ` αριθμ. 2/1999 απόφαση επιβολής προστίμου.

3. Επειδή, στο άρθρο 36 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992, ΦΕΚ Α 84), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (1995), πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 32 του ν.2648/1998 (ΦΕΚ Α 238/22-10-1998) ορίζονται τα εξής: «1. Ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. και ο υπάλληλος που ορίζεται από αυτόν δικαιούται, οποιαδήποτε εργάσιμη για τον υπόχρεο ώρα, να λαμβάνει γνώση, να ελέγχει και να θεωρεί όλα τα βιβλία και στοιχεία που ορίζονται από τον Κώδικα αυτό ή άλλους νόμους, καθώς και αυτά που τηρούνται προαιρετικά από τον υπόχρεο και να λαμβάνει γνώση οποιουδήποτε άλλου βιβλίου, εγγράφου ή στοιχείου και κάθε περιουσιακού στοιχείου που βρίσκεται στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στο κατάστημα κάθε άλλου υπόχρεου. Ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα αυτό γίνεται στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στα γραφεία της Δ.Ο.Υ., προκειμένου για βιβλία πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, μετά από έγγραφη πρόσκληση του προϊσταμένου αυτής. 2.....  3. Αν κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου διαπιστωθεί η ύπαρξη βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων που σχετίζονται με τον έλεγχο, από τα οποία είναι ενδεχόμενο να προκύπτει απόκρυψη φορολογητέας ύλης, κατάσχονται από τον υπάλληλο που ενεργεί τον φορολογικό έλεγχο και παραδίδονται στον αρμόδιο προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., ο οποίος, εφόσον με βάση αυτά ενεργεί φορολογική εγγραφή, τα διαφυλάσσει μέχρι την τελεσιδικία αυτής. Για τις κατασχέσεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των τριών τελευταίων εδαφίων της επομένης παραγράφου. 4. Ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή ο αρμόδιος Επιθεωρητής, στις περιπτώσεις που υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στο κατάστημα οποιουδήποτε άλλου υπόχρεου αποκρύπτονται βιβλία, έγγραφα, εμπορεύματα ή άλλα στοιχεία, τα οποία ασκούν επιρροή στον ακριβή προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, μπορεί, με έγγραφό του να ζητήσει από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και αν δεν υπάρχει αυτός από τον Ειρηνοδίκη της περιφέρειας, που υπάγεται η επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή το κατάστημα άλλου υπόχρεου, τη συνδρομή ανακριτικού υπαλλήλου για την έρευνα προς ανεύρεση των βιβλίων ή εγγράφων ή εμπορευμάτων ή άλλων στοιχείων, με τη σύμπραξη φοροτεχνικών υπαλλήλων, που ορίζονται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή τον αρμόδιο Επιθεωρητή. Η έρευνα ενεργείται σε οποιαδήποτε για τον υπόχρεο εργάσιμη ώρα. Τα βιβλία, έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται, κατάσχονται και παραδίδονται στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., ο οποίος, εφόσον με βάση αυτά ενεργεί φορολογική εγγραφή, τα φυλάσσει μέχρι την τελεσιδικία αυτής. Για την έρευνα και την κατάσχεση συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από αυτούς που διενεργούν την κατάσχεση και τον επιτηδευματία. Αντίγραφο της έκθεσης επιδίδεται στον υπόχρεο, ο οποίος δικαιούται να λάβει αντίγραφα ή φωτοτυπίες των κατασχεθέντων βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων με δαπάνες του. 5. Στις περιπτώσεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού επιτρέπεται η κατάσχεση και των βιβλίων και στοιχείων που τηρούνται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα αυτού. 6...... 10. Τα δικαιώματα του αρμοδίου προϊσταμένου Δ.Ο.Υ., που ορίζονται από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 3, 6 και 7 του άρθρου αυτού, ενασκούνται παράλληλα και από τους Γενικούς Διευθυντές Φορολογίας και Δημόσιας Περιουσίας και Επιθεώρησης και Ελέγχων, καθώς και από τους Προϊσταμένους της ΥΠ.Ε.Δ.Α. 11......». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία τα όργανα που διενεργούν φορολογικό έλεγχο προβαίνουν στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές -και, ειδικότερα, στην κατά την παράγραφο 3 του ανωτέρω άρθρου 36- «κατάσχεση», δηλαδή στην αναγκαστική αφαίρεση από την επαγγελματική εγκατάσταση επιτηδευματία βιβλίων, εγγράφων ή άλλων εν γένει στοιχείων, από όπου «είναι ενδεχόμενο να προκύπτει απόκρυψη φορολογητέας ύλης», απαιτείται, ως ουσιώδης τύπος της όλης διαδικασίας (και, συνεπώς, ως προϋπόθεση της νομιμότητας της επακολουθούσης τυχόν και στηριζόμενης στα εν λόγω στοιχεία καταλογιστικής πράξεως της φορολογικής αρχής) η σύνταξη, κατά τους όρους του νόμου, σχετικής εκθέσεως κατασχέσεως και η επίδοσή της στον επιτηδευματία. Εξ άλλου, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, η εν λόγω έκθεση πρέπει, για να είναι έγκυρη, να εμπεριέχει το ρητό χαρακτηρισμό της ως «εκθέσεως κατασχέσεως», γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό δηλώνεται επαρκώς (όπως απαιτείται για τη διασφάλιση των σχετικών δικαιωμάτων του υποχρέου) το νόημα της συγκεκριμένης αφαιρέσεως στοιχείων, ότι διενεργείται δηλαδή αναγκαστικά λόγω υπονοιών αποκρύψεως φορολογητέας ύλης, με τις εντεύθεν δυσμενείς για τον επιτηδευματία ενδεχόμενες συνέπειες (ΣΕ 2976/2002 7μ., 1066/2005, 3320, 3358/2006).

4. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Από την από 27-1-1999 προσωρινή έκθεση ελέγχου Φ.Π.Α. και την από 19-12-1996 έκθεση ελέγχου της ΥΠΕΔΑ Αθηνών προκύπτουν τα εξής: Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «...........», εδρεύει στα Ν. Λιόσια, (στην οδό .....), έχει αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και επεξεργασία ταινιών - στούντιο ηχογραφήσεων και για την παρακολούθηση των εργασιών της τηρούσε βιβλία Γ κατηγορίας. Για τη χρήση έτους 1995 υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών την υπ` αριθμ. 5837/1615/16-5-95 εμπρόθεσμη εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α., στην οποία δήλωσε τα παρακάτω οικονομικά μεγέθη: αξία φορολογητέων εκροών 682.108.828 δραχμές, αξία φορολογητέων εισροών 619.383.349 δραχμές, φόρος εκροών 122.762.089 δραχμές, φόρος εισροών 111.519.322 δραχμές, πληρωμές στο Δημόσιο 12.045.899 δραχμές, πιστωτικό υπόλοιπο προηγουμένου έτους 34.718.429 δραχμές, λοιπά προστιθέμενα ποσά 977.015 δραχμές, γενικό σύνολο φόρου εισροών 159.260.655 δραχμές, αφαιρούμενα ποσά από το γενικό σύνολο του φόρου εισροών 10.284.293 δραχμές, θετικό υπόλοιπο φόρου εισροών 148.996.362 δραχμές και πιστωτικό υπόλοιπο 26.234.273 δραχμές. Η ΥΠΕΔΑ Αθηνών διαβίβασε στη διάδικη φορολογική Αρχή (Δ.0.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών) την από 9-4-1997 έκθεση ελέγχου από την οποία προέκυψε ότι από έλεγχο που πραγματοποίησε στην έδρα της επιχείρησης «......................» χρώματα στο Π. Φάληρο, επί της οδού ................... και από στοιχεία που προσκόμισε ενώπιόν της η διαχειρίστρια της επιχείρησης αυτής ......................... , βρέθηκαν, μεταξύ των άλλων, τα τιμολόγια πώλησης με αριθμούς 161 και 162/1995 αξίας αντίστοιχα 5.690.000 δρχ. και 7.287.500 δρχ. εκδόσεως της τελευταίας εταιρίας με παραλήπτρια την εκκαλούσα εταιρία. Κατά την ώρα του ελέγχου η ....................... δήλωσε ενυπόγραφα με την υπ` αριθμ. 7849/1996 υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986 ότι «ουδέποτε εξέδωσε τα παραπάνω τιμολόγια πώλησης, τα οποία φέρονται καταχωρημένα στο με Π. Θ. 10976/1992 αναλυτικό ημερολόγιο ταμείου στα φύλλα 87 και 88 αντίστοιχα, οι καταχωρήσεις αυτές έγιναν από τον λογιστή ... , πλήρωσε δε εν αγνοία της και τον αναλογούντα Φ.Π.Α. που αντιστοιχεί στις παραπάνω πωλήσεις». Ο λογιστής ............... , ο οποίος, παράλληλα με την εκδότρια επιχείρηση ενημέρωνε και τα βιβλία του Κ.Β.Σ. άλλων επιχειρήσεων, προμηθευτριών της εκκαλούσας επιχείρησης ................... , με την υπ` αριθμ. 7526/4-9-1996 υπεύθυνη δήλωση του ν.1599/1986, δήλωσε στην ΥΠΕΔΑ Αθηνών ότι «έχει εκδόσει εν αγνοία της επιχείρησης τα πιο κάτω φορολογικά στοιχεία, χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή. Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία τα εξέδωσε προς την επιχείρηση «.........». Ο έλεγχος συνεχίστηκε και στις 18-9-1996 προσήλθε στην ΥΠΕΔΑ ο λογιστής της εκκαλούσας εταιρίας, ....... , όπου προσκόμισε τα ένδικα τιμολόγια πώλησης 161/19-12-95 καθαρής αξίας δρχ. 5.690.000 με αναλογούντα Φ.Π.Α. 1.024.200 δρχ. και 162/19-12-95 καθαρής αξίας δρχ. 7.287.500 με αναλογούντα Φ.Π.Α. 1.024.760 δρχ., και τα με αριθμ. 302/11-12-95 και 307/14-12-95 δελτία αποστολής αντίστοιχα. Για την παραλαβή αυτών των φορολογικών στοιχείων συντάχθηκε η υπ` αριθμ. 1139/1996 απόδειξη παραλαβής της ΥΠΕΔΑ. Μετά από αυτά έγινε επεξεργασία των πιο πάνω στοιχείων από την ΥΠΕΔΑ Αθηνών. Από την επεξεργασία αυτή διαπιστώθηκε, ότι τα πιο πάνω παραληφθέντα στοιχεία έχουν εκδοθεί από την επιχείρηση ..... , πλην, όμως, το Α.Φ.Μ. που αναγράφεται σε αυτά είναι «92098435» αντί του σωστού «92998435». Επίσης αναγράφεται σε αυτά ότι η εκδότρια επιχείρηση παράλληλα με το κεντρικό (........................) έχει και εργοστάσιο στην περιοχή Χαβώση Μαγούλας Αττικής, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, απλώς, παράλληλα με το κεντρικό, έχει και υποκατάστημα στο Παγκράτι και επί της οδού ........... . Επίσης, τα δελτία αποστολής αντί να φέρουν κωδικό διάτρησης 1133 της Δ.Ο.Υ. Π. Φαλήρου φέρουν κωδικό διάτρησης 1124 της Δ.0.Υ. Η Αθηνών. Ακόμη, ότι η εκκαλούσα είχε καταχωρήσει τα πιο πάνω Τ.Π. στο με Π.Θ. 3970/1995 αναλυτικό ημερολόγιο αγορών, στην σελίδα 315 γενικής αρίθμησης και σελίδα 86 ειδικής αρίθμησης και έχει λάβει υπόψη της την αξία αυτών, καθώς και τον αναλογούντα Φ.Π.Α. στο άθροισμα των εξόδων της που αντιστοιχούσαν στο μήνα έκδοσης αυτών. Η διάδικη φορολογική αρχή συνεκτιμώντας όλα τα παραπάνω στοιχεία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα υπ` αριθμ. 161 και 162/19-12-1995 τιμολόγια πώλησης είναι εικονικά, διότι δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ οι φερόμενες συναλλαγές και τα δελτία αποστολής που προηγήθηκαν είναι πλαστά και δεδομένου ότι η εκκαλούσα το ποσό του Φ.Π.Α. των 2.335.950 δρχ. εξέπεσε, αν και δεν δικαιούταν να τον εκπέσει, αναμόρφωσε τα αριθμητικά δεδομένα βάσει των βιβλίων και στοιχείων για τον προσδιορισμό του Φ.Π.Α. ως εξής: αξία φορολογητέων εκροών 682.108.828 δραχμές, όπως προέκυπτε από τα βιβλία της, αξία φορολογητέων εισροών 606.924.846 δραχμές, φόρος εκροών 122.752.089 δραχμές, φόρος εισροών 109.189.372 δραχμές, προστιθέμενα ποσά εισροών 47.741.393 δραχμές, ήτοι γενικό σύνολο φόρου εισροών 156.924.705 δραχμές, μείον αφαιρούμενα ποσά από το γενικό σύνολο του φόρου εισροών 10.264.293 δραχμών και πιστωτικό υπόλοιπο
προηγούμενης περιόδου 26.234.273 δραχμές, ήτοι σύνολο αφαιρούμενων ποσών 35.498.586 δραχμές, θετικό υπόλοιπο φόρου εισροών 120.426.139 δραχμές και χρεωστικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. 2.336.950 δραχμές. Ύστερα από αυτά η Φορολογική Αρχή εξέδωσε τις παρακάτω πράξεις, με τις οποίες καταλόγισε σε βάρος της εκκαλούσας εταιρίας: α) με την 1/2-2-1999 προσωρινή πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. (άρθρου 40 του ν.1642/1986) διαχειριστικής περιόδου 9-1-1995 έως 31-12-1995, φόρο ύψους 2.335.900 δρχ. και πρόσθετο φόρο λόγω ανακρίβειας της σχετικής εκκαθαριστικής δηλώσεως, ποσού 4.438.385 δραχμών, δηλαδή σε ποσοστό 190% του οφειλόμενου ποσού 5% του οφειλόμενου ποσού για κάθε μήνα καθυστερήσεως και συνολικά για 30 μήνες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 1 του ν.1642/1986, β) με την 1/1999 πράξη επιβολής προστίμου άρθρου 6 παρ. 1 του ν.2523/1997 πρόστιμο ποσού 7.007.850 δρχ., δηλ. ισόποσο με το τριπλάσιο του φόρου δρχ. 2.335.850 για λήψη εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων και γ) με την 2/1999 πράξη επιβολής προστίμου άρθρου 47 παρ. 6 του ν.1642/1986, πρόστιμο ποσού 100.000 δρχ. γιατί υπέβαλε ανακριβή εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α. της ίδιας διαχειριστικής περιόδου. Κατά των ανωτέρω πράξεων η εκκαλούσα άσκησε προσφυγή ζητώντας την ακύρωσή τους, το δε πρωτόδικο δικαστήριο, αφού θεώρησε ότι αποδείχθηκε η εικονικότητα των ανωτέρω στοιχείων, έκρινε ότι ορθά καταλογίστηκε σε βάρος της εκκαλούσας διαφορά φ.π.α. 2.235.950 δρχ., καθώς, επίσης, και ότι ορθά και νόμιμα καταλογίστηκε σε βάρος της προσαύξηση 190% της διαφοράς του παραπάνω φόρου, λόγω ανακρίβειας της δηλώσεώς της, ενώ περιόρισε το πρόστιμο του άρθρου 47 παρ. 6 στο ποσό των 50.000 δρχ., που προβλέπεται για τις ανακριβείς δηλώσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κάνοντας έτσι μερικά δεκτή την προσφυγή αυτής. Με έφεση που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, μεταξύ άλλων, προέβαλε ως πλημμέλεια των καταλογιστικών πράξεων το γεγονός ότι τα δυο ένδικα τιμολόγια αφαιρέθηκαν με απόδειξη παραλαβής, αντί έκθεσης κατάσχεσης, παράλληλα δε υποστήριξε ότι μη νόμιμα το διοικητικό πρωτοδικείο δεν ακύρωσε την προσωρινή πράξη προσδιορισμού του ενδίκου φόρου ως νομικώς πλημμελή, διότι η φορολογητέα αξία δεν προέκυψε από τα βιβλία και στοιχεία της, αλλά στηρίζεται σε υποθέσεις και στοιχεία τρίτων. Με την αναιρεσιβαλλόμενη ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι η ένδικη προσωρινή πράξη Φ.Π.Α. εκδόθηκε, αφού η φορολογική αρχή έλαβε υπόψη της ότι εκδότρια των τιμολογίων πώλησης υπ` αριθμ. 161 και 162/19-12-1995 είναι η επιχείρηση «.........................................", η οποία ομολόγησε ότι ουδέποτε εξέδωσε τα τιμολόγια αυτά, και αποδέκτης η εκκαλούσα, η οποία είχε καταχωρήσει αυτά στα βιβλία της, είχε εκπέσει το ποσό του Φ.Π.Α. από τον αντίστοιχο για την ίδια χρονική περίοδο και ότι η ίδια η εκκαλούσα παρέδωσε τα πρωτότυπα στοιχεία των τιμολογίων πώλησης στα γραφεία της ΥΠΕΔΑ, δηλ. πρόκειται περί ελέγχου για τη γνησιότητα των εγγράφων και στοιχείων της εκκαλούσης, οπότε νομίμως χωρεί ο έλεγχος με τη χρήση παντός νομίμου μέσου.

5. Επειδή προβάλλεται ότι κατ` εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 36 του Κ.Β.Σ. το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι «δεν απαιτείται η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης, όταν ο επιτηδευματίας προσκομίζει είτε οικειοθελώς, είτε μετά από πρόσκληση της φορολογικής αρχής τα βιβλία και στοιχεία του προς έλεγχο στο κατάστημα αυτής, αφού τότε δεν πρόκειται περί κατάσχεσης, αλλά ούτε αφαίρεσης των βιβλίων και στοιχείων από την έδρα του επιτηδευματία  », καθώς και ότι δεν απαιτείτο έκθεση κατάσχεσης στην κρινόμενη περίπτωση, «διότι τα ένδικα φορολογικά στοιχεία προσκομίσθηκαν οκειοθελώς στη Δ.Ο.Υ. και για το λόγο αυτό δεν πάσχει ο έλεγχος, επειδή δεν διενεργήθηκε στην έδρα στης εκκαλούσας, αν και τηρούσε βιβλία Γ κατηγορίας του Κ.Β.Σ.». Ο λόγος αυτός, ο οποίος, έτσι όπως προβάλλεται και διευκρινίζεται με το από 1-12-2008 παραδεκτώς κατατεθέν μετά τη συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως υπόμνημα, έχει την έννοια ότι το διοικητικό εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε σιωπηρώς ότι δεν υφίσταται πλημμέλεια των ένδικων καταλογιστικών πράξεών εκ του γεγονότος ότι για την παραλαβή από τη διάδικη Δ.Ο.Υ. των δυο προαναφερθέντων τιμολογίων κατόπιν προσκομίσεώς τους από το λογιστή της αναιρεσείουσας συντάχθηκε απόδειξη παραλαβής, αντί εκθέσεως κατασχέσεως, είναι βάσιμος.

Τούτο δε διότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αρχικά ο φορολογικός έλεγχος διενεργήθηκε στην έδρα της επιχείρησης που εξέδωσε τα επίδικα τιμολόγια και όχι στην έδρα της αναιρεσείουσας, που ήταν λήπτρια αυτών, λαμβανομένου υπόψη ότι υπήρχαν σοβαρές υπόνοιες για την εικονικότητά τους, η καθ` οιονδήποτε τρόπο (οικειοθελώς ή κατόπιν προσκλήσεως) προσκόμισή τους από την αναιρεσείουσα επιχείρηση που ήταν η λήπτρια αυτών δια χειρός του λογιστή της στο κατάστημα της φορολογικής αρχής προς περαιτέρω έλεγχο αποτελεί περίπτωση αφαίρεσης από την επαγγελματική της εγκατάσταση προς έλεγχο στα γραφεία της Δ.Ο.Υ., στοιχείων Γ κατηγορίας, που τηρούνται με βάση τις διατάξεις του Κ.Β.Σ., για την οποία θα έπρεπε να είχε συνταχθεί έκθεση κατασχέσεως και επομένως, αφού τα φορολογικά αυτά στοιχεία παραλήφθηκαν με απόδειξη παραλαβής, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία της κατασχέσεως, οι ένδικες αποφάσεις επιβολής προστίμου είναι νομικώς πλημμελείς (ΣτΕ 3488/2007, 3358/2006). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης ως αλυσιτελούς της έρευνας των λοιπών λόγων, η δε υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό της μέρος, πρέπει να παραπεμφθεί στο δικαστήριο στης ουσίας για νέα κρίση.

Δια ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 1827/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αιτιολογικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αιτούσης, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης Ιανουαρίου 2009.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Δ. Κωστόπουλος Α. Ζυγουρίτσα


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Παπαδημητριου
Up
Close
Close
Κλείσιμο