Δημοσιεύθηκε στις : [ 12-05-1992 ]

ΠΟΛ.1097/12.5.1992 Κοινοποίηση ορισμένων άρθρων του Ν.1790/1988, όπως ισχύει

(Κοινοποίηση ορισμένων άρθρων του Ν.1790/1988, όπως ισχύει)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα 12 Μαΐου 1992
Αρ.Πρωτ.: 1043624/2061/0014



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ & Δ.Π.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ 14η, 15η & 16η
ΤΜΗΜΑΤΑ Δ΄, Β΄, Α΄


ΠΟΛ. 1097

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση ορισμένων άρθρων του Ν.1790/1988, όπως ισχύει.

Κοινοποιούμε κατωτέρω τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 5α και 15 του Ν.1790/1988 "Οργάνωση και λειτουργία Οργανισμού Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 134Α), όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 31 του Ν.2040/1992 "Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Γεωργίας και νομικών προσώπων εποπτείας του και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ.70Α/23.4.1992) και παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

Α) ΓΕΝΙΚΑ

1. Ο Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.), υπέρ του οποίου επιβάλλεται, ως έσοδο αυτού, σύμφωνα με τις κοινοποιούμενες διατάξεις, ειδική ασφαλιστική εισφορά στην αξία των πωλούμενων από τους παραγωγούς αγροτικών προϊόντων είναι, κατά το άρθρο 1 του Ν.1790/1988. Οργανισμός κοινής ωφέλειας και νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.

Ο ανωτέρω Οργανισμός (ΕΛ.Γ.Α.) έχει ως σκοπό, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ως άνω νόμου, την οργάνωση και εφαρμογή προγραμμάτων ενεργητικής προστασίας, καθώς και την ασφάλιση της παραγωγής και του κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Ειδικότερα, η ασφάλιση αυτή περιλαμβάνει κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 και 3 παρ.1 του ίδιου ως άνω νόμου, την υποχρεωτική ασφάλιση των ζημιών, που προξενούνται από φυσικούς κινδύνους (π.χ. χαλάζι, παγετό, χιόνι, πλημμύρα καύσωνα, ξηρασία κλπ) στην παραγωγή των συστηματικών καλλιεργειών και στο φυτικό, ζωικό και έγγειο κεφάλαιο των αγροτών, στα κτίσματα και στις εγκαταστάσεις των αγροτικών τους εκμεταλλεύσεων, καθώς και στην αλιευτική παραγωγή και στο αλιευτικό και υδατοκαλλιεργητικό κεφάλαιο και στις αλιευτικές εγκαταστάσεις.

2. Στις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παρ.1 του άρθρου 5 του Ν.1790/1988, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με τη διαταγή της παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν.2040/1992, ορίζεται ότι, μεταξύ των πόρων του ΕΛ.Γ.Α., περιλαμβάνονται, και τα έσοδα, από την ειδική ασφαλιστική εισφορά, που επιβάλλεται υπέρ του Οργανισμού αυτού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5α του Ν.1790/1933, όπως ισχύει.

3. Με τις διατάξεις του άρθρου 5α του Ν.1790/1988, όπως το άρθρο τούτο προστέθηκε στο νόμο αυτό με την παράγραφο 2 του άρθρου 31 του Ν.2040/1992, προσδιορίζονται επακριβώς οι τρόποι βεβαίωσης και είσπραξης υπέρ του ΕΛ.Γ.Α. ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς από συγκεκριμένους φορείς (Υπουργείο Οικονομικών, Υπουργείο Εμπορίου, Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος), καθώς και η έκταση της εφαρμογής της.

4. Ως ημερομηνία έναρξης της επιβολής της ειδικής υπέρ του ΕΛ.Γ.Α. ασφαλιστικής εισφοράς ορίζεται, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις τις παραγράφου 16 του ως άνω άρθρου 5α και του άρθρου 35 του Ν.2040/1992, της 1 Ιουνίου 1992. Εξαιρετικά, ως προς τα προϊόντα και υποπροϊόντα αλιευτικής και υδατοκαλλιεργητικής προέλευσης, η έναρξη της ισχύος των διατάξεων περί επιβολής της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς θα ορισθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας.

Β) ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ

Ι. Αγροτικά προϊόντα, τα οποία υπόκεινται στην ειδική ασφαλιστική εισφορά.

1. Στην ειδική ασφαλιστική εισφορά υπόκεινται, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 5α, τα εγχωρίως παραγόμενα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα:

α) Φυτικής, ζωικής, αλιευτικής και υδατοκαλλιεργητικής προέλευσης. Από τα προϊόντα και υποπροϊόντα φυτικής προέλευσης δεν υπόκεινται στην εισφορά αυτή τα δασικά προϊόντα, πλην των δενδρυλλίων των φυτωριακών επιχειρήσεων.

β) Φυτικής, ζωικής, αλιευτικής και υδατοκαλλιεργητικής προέλευσης, που παρέχονται ως αμοιβή σε είδος των απασχολουμένων στη γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία και δασοκομία, κατά κύριο επάγγελμα, με μισθό ή ημερομίσθιο.

Σημειώνεται, ότι στον όρο "κτηνοτροφία" περιλαμβάνονται και η πτηνοτροφία, μελισσοκομία και σηροτροφία, καθόσον τα εξ αυτών προϊόντα εμπίπτουν στα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα ζωικής προέλευσης.

γ) Φυτικής προέλευσης, που παρέχονται ως αμοιβή για αλωνιστικά, εκθλιπτικά και συναφή σε είδος δικαιώματα των εκμεταλλευτών αλωνιστικών συγκροτημάτων, ελαιοτριβείων κλπ.

δ) Τα προερχόμενα από τη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία των αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων των προηγούμενων α΄ έως γ΄ περιπτώσεων, η οποία ενεργείται από τους παραγωγούς ή τρίτους για λογαριασμό των παραγωγών.

Για την εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης θεωρούνται ως αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα:

- Φυτικής Προέλευσης, τα προϊόντα γης γενικά. Τέτοια προϊόντα είναι π.χ. τα δημητριακά, τα οπωρολαχανικά, τα αμπελουργικά, τα εσπεριδοειδή, τα ελαιοκομικά, τα ανθοκομικά, οι καρποί των δένδρων γενικά, τα όσπρια, τα κτηνοτροφικά όσπρια (π.χ. βίκος, λούπινα κλπ.), τα σανά, τα άχυρα κλπ. Στα προϊόντα φυτικής προέλευσης περιλαμβάνονται επίσης και τα δενδρύλλια των φυτωριακών επιχειρήσεων. Σημειώνεται, ότι τα βαλανίδια, τα χαρουπιά και τα κάστανα είναι καρποί δένδρων και όχι δασικά προϊόντα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων και συνεπώς υπόκεινται στην ειδική ασφαλιστική εισφορά, δεδομένου ότι τα προϊόντα αυτά καλύπτονται ασφαλιστικά από τον ΕΛ.Γ.Α.

- Ζωικής προέλευσης. τα κτηνοτροφικά προϊόντα (π.χ. ζωντανά ή σφαγμένα ζώα. γάλα, τυρί, ακατέργαστα δέρματα, μαλλί προβάτων, τρίχες αιγών, κοπριά ζώων κλπ.), τα πτηνοτροφικά προϊόντα (π.χ. ορνιθοειδή, πτηνά, αυγά, πούπουλα κλπ.), τα μελισσοκομικά προϊόντα (π.χ. μέλι, κερί κλπ.) και τα σηροτροφικά προϊόντα (π.χ. ζωική μέταξα, μεταξόσπορος κλπ.).

- Αλιευτικής και υδατοκαλλιεργητικής, προέλευσης τα νωπά ψάρια και τα λοιπά υδρόβια ζώα, που αλιεύονται σε ιχθυοτρόφους λίμνες, ιχθυοτροφεία, θυννεία και στην ανοικτή θάλασσα (π.χ. ψαριά κάθε φύσης, αστακοί, χταπόδια, γαρίδες, μύδια, στρείδια κλπ). Δεν περιλαμβάνονται στα προϊόντα αυτά, και συνεπώς δεν υπόκεινται στην ειδική ασφαλιστική εισφορά, τα κατεψυγμένα ψάρια και οι σπόγγοι.

2. Στην ειδική ασφαλιστική εισφορά υπόκεινται τόσο τα αυτούσια (σε φυσική κατάσταση) αγροτικά προϊόντα, όσο και εκείνα, που προέρχονται από τη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία των αυτούσιων αγροτικών προϊόντων.

- Ως «αυτούσια, αγροτικά προϊόντα» θεωρούνται εκείνα, τα οποία πωλούνται σε ακατέργαστη (φυσική) κατάσταση (φρούτα, κηπευτικά, αυγά, ξηροί καρποί κλπ), καθώς και εκείνα, τα οποία υφίστανται στοιχειώδη μόνο επεξεργασία για να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και να διευκολυνθεί η διάθεση τους στην κατανάλωση, εφόσον η επεξεργασία αυτή γενόμενη στα πλαίσια των γεωργικών και εν γένει αγροτικών εργασιών και απασχολήσεων, δεν αποτελεί άσκηση βιομηχανικής ή βιοτεχνικής επιχείρησης.

- Ως "αγροτικά• προϊόντα μετά βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία" θεωρούνται εκείνα, τα οποία υφίστανται βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία, η οποία προσδίδει σ΄ αυτά τον χαρακτήρα των βιομηχανικών ή βιοτεχνικών προϊόντων.

Σημειώνεται, ότι ο χαρακτηρισμός των αγροτικών προϊόντων ως "αυτούσιων" η "βιομηχανικών ή βιοτεχνικών" εξαρτάται από τον τρόπο και την εν γένει διαδικασία παραγωγής τους και την τελική τους μορφή με την οποία διατίθενται στην κατανάλωση. Συνεπώς, ο χαρακτηρισμός αυτός είναι θέμα πραγματικό και εναπόκειται στην κρίση του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. και σε περίπτωση αμφισβήτησης των Διοικητικών Δικαστηρίων.

Για τη διάκριση των αγροτικών προϊόντων και των εξ αυτών υποπροϊόντων σε "αυτούσια" και "βιομηχανικά ή βιοτεχνικά" θα ερευνάται εάν η επιχείρηση, που παράγει τα προϊόντα αυτά ή η επιχείρηση, που ενεργεί την επεξεργασία, κατεργασία κλπ αυτών, συγκεντρώνει τα εννοιολογικά γνωρίσματα της βιομηχανίας ή βιοτεχνίας.

3. Επίσης, υπόκεινται στην ειδική ασφαλιστική εισφορά, συμφωνά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 5α, και:

α) Τα αγροτικά προϊόντα, τα οποία βάσει Κανονισμών της ΕΟΚ παραδίδονται στην αγοραστική παρέμβαση ή στην απόσυρση, για τα οποία δεν προηγήθηκε πράξη αγοράς αυτών.

β) Τα καπνά σε φύλλα, που αγοράζονται από το ελεύθερο εμπόριο και

γ) Η ενίσχυση στην παραγωγή του ελαιολάδου, που χορηγείται από την ΕΟΚ στους ελαιοπαραγωγούς.

Σημείωση: Η ειδική ασφαλιστική εισφορά, που επιβάλλεται στις ανωτέρω α΄-γ΄ περιπτώσεις, παρακολουθείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εμπορείουκαι της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Α.Τ.Ε.) και συνεπώς κατά, την επιβολή της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς στις περιπτώσεις αυτές οι Δ.Ο.Υ. δεν θα έχουν καμιάανάμιξη (Βλέπετε σχετικά και κατωτέρω τίτλο Δ΄ παρ. 5 και τίτλο Ζ΄ παρ. 2 της εγκυκλίου).

ΙΙ. Αγροτικά προιόντα τα οποία δεν υπόκεινται στην ειδική ασφαλιστική εισφορά.

Δεν υπόκεινται στην ειδική ασφαλιστική εισφορά:

1. Από τα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα φυτικής προέλευσης τα δασικά προϊόντα, πλην των δενδρυλλίων των φυτωριακών επιχειρήσεων (άρθρο 5α παρ.1α). Δηλαδή, τα δενδρύλλια των φυτωριακών επιχειρήσεων υπόκεινται, κατ΄ εξαίρεση, στην ειδική ασφαλιστική εισφορά, επειδή καλύπτονται, ασφαλιστικά από τον ΕΛ.Γ.Α.

Σημειώνεται, ότι στα δασικά προϊόντα, τα οποία δεν υπόκεινται, κατά τ΄ ανωτέρω, στην ειδική ασφαλιστική εισφορά περιλαμβάνονται (ενδεικτική απαρίθμηση): Η ξυλεία, τα καύσιμα εκ ξύλου, τα καυσόξυλα, οι ξυλάνθρακες, οι πάσσαλοι, τα υπορβώματα αμπέλου, οι καπνόβεργες. οι πλοκόραβδοι, οι καλλωπιστικοί κλάδοι, οι ρίζες ερείκης, το δαδί, η ρητίνη, τα δαφνόφυλλα, οι κώνοι πεύκης και λοιπών κωνοφόρων δένδρων, οι σπόροι δασοπονικών ειδών, οι σπόροι φυτών Βοσκοτόπων, το φυτόχωμα εν γένει κλπ. Διευκρινίζεται, ότι στα δασικά προϊόντα δεν περιλαμβάνονται τα βαλανίδια, τα χαρούπια και τα κάστανα, γιατί όπως προαναφέρθηκε. (ανωτέρω παρ. Ι-1δ΄), τα προϊόντα αυτά είναι καρποί δένδρων, δηλαδή προϊόντα φυτικής προέλευσης, υποκείμενα στην ειδική ασφαλιστική εισφορά και δεν είναι δασικά προϊόντα.

2. Τα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που παράγονται μέσα στην περιοχή του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα αν αυτά ανήκουν στις ιερές μονές αυτού ή σε τρίτους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα (άρθρο 5α παρ. 1δ΄). Συνεπώς, αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα των Ιερών Μονών ή τρίτων, που παράγονται έξω από την περιοχή του Αγίου Όρους, υπόκεινται στην ειδική ασφαλιστική εισφορά, ανεξάρτητα από τον τόπο της πώλησης τους.

3. Τα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που εισάγονται από την αλλοδαπή, γιατί, κατά ρητή διάταξη του νόμου (άρθρο 5α παρ. 1), η εισφορά αυτή επιβάλλεται μόνο στα εγχωρίως παραγόμενα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, δηλαδή, στα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που παράγονται στο εσωτερικό της Χώρας, επειδή μόνο τα προϊόντα αυτά καλύπτονται ασφαλιστικά από τον ΕΛ.Γ.Α.

Γ) ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ

1. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 5α, η ειδική ασφαλιστική εισφορά ορίζεται:

α) Σε ποσοστό 2% για τα προϊόντα φυτικής προέλευσης και

β) Σε ποσοστό 0,5% για τα προϊόντα ζωικής, αλιευτικής και υδατοκαλλιεργητικής προέλευσης.

2. Τα ανωτέρω ποσοστά, κατά ρητή διάταξη του νόμου (άρθρο 5α παρ. 3), μπορεί να αναπροσαρμόζονται για όλα τα παραπάνω προϊόντα ή για μία κατηγορία προϊόντων ή για ένα μόνο είδος προϊόντων, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας.

Δ) ΑΞΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ Η ΕΙΔΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΙΣΦΟΡΑ

Ο τρόπος υπολογισμού της αξίας των αγροτικών προϊόντων, στην οποία επιβάλλεται η ειδική ασφαλιστική εισφορά, ποικίλλει ανάλογα με τον τρόπο διάθεσης (χονδρική ή λιανική πώληση) και τη μορφή των διατιθέμενων αυτών προϊόντων (αυτούσια ή βιομηχανοποιημένα) και αφορά τόσο την πωλούμενη ποσότητα, όσο και την τιμή πώλησης. Ειδικότερα:

1. Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4α του άρθρου 5α, η αξία των αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων, στην οποία επιβάλλεται η ειδική ασφαλιστική εισφορά, υπολογίζεται με βάση:

α) Την τιμή της χονδρικής πώλησης αυτών, προκειμένου για τα αυτούσια αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται χονδρικά στην ημεδαπή από τους παραγωγούς ή εξάγονται απευθείας από αυτούς στην αλλοδαπή.

β) Την τιμή της πώλησης αυτών, προκειμένου για τα αυτούσια αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται χονδρικά ή λιανικά ή χονδρικά και λιανικά στην ημεδαπή από τρίτους με προμήθεια για λογαριασμό των παραγωγών ή εξάγονται από αυτούς στην αλλοδαπή επίσης για λογαριασμό των παραγωγών, αφαιρουμένων από τη συνολική αξία των προϊόντων της προμήθειας ή της αμοιβής του τρίτου και των δαπανών (μεταφορικών κλπ), που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν για λογαριασμό του παραγωγού.

γ) Τη μέση τιμή της χονδρικής πώλησης:

(1) Των σε φυσική κατάσταση αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων, κατά το χρόνο της συγκομιδής τους στον τόπο της παραγωγής, προκειμένου:

-για τα μετά από προηγούμενη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται χονδρικά στην ημεδαπή από τους παραγώγους ή εξάγονται απευθείας από αυτούς στην αλλοδαπή,

-για τα μετά από προηγουμένη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται χονδρικά ή λιανικά ή χονδρικά και λιανικά στην ημεδαπή ή εξάγονται στην αλλοδαπή από τρίτους με προμήθεια για λογαριασμό των παραγωγών, αφαιρουμένων από την αξία των προϊόντων της προμήθειας η της αμοιβής του τρίτου και των δαπανών (π.χ. μεταφορικών κλπ), που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν για λογαριασμό του παραγωγού,

- για τα αυτούσια ή μετά από προηγούμενη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται λιανικά από τους παραγωγούς μέσω δικού τους καταστήματος, πρατηρίου κλπ. με εξαίρεση αυτά, που πωλούνται στις κατά τόπους λαϊκές αγορές.

(2) Των σε φυσική κατάσταση αγροτικών προϊόντων, τα οποία προέρχονται, από αλωνιστικά, εκθλιπτικά και συναφή σε είδος, δικαιώματα, κατά το χρόνο αλωνισμού των σιτηρών, της έκθλιψης των ελαίων κλπ. προκειμένου για τα μετά από προηγουμένη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται χονδρικά ή λιανικά από τους εκμεταλλευτές των αλωνιστικών συγκροτημάτων, ελαιοτριβείων κλπ.

Διευκρινίζεται, ότι, για την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, ως "χονδρική και λιανική πώληση" θεωρείται η πώληση, όπως αυτή προσδιορίζεται στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, (Π.Δ. 99/77), χωρίς να ερευνάται αν έγινε τοις μετρητοίς, με πίστωση ή με ανταλλαγή.

2. Ειδικά, στην περίπτωση της πώλησης εκτρεφόμενων ζώων από επιχειρήσεις εκτροφής αυτών, η αξία στην οποία επιβάλλεται, η ειδική ασφαλιστική εισφορά είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης εε ΄ της παραγράφου 48 του άρθρου 5α, η αξία που προκύπτει μετά την αφαίρεση από τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης, που προέρχονται από την πώληση των εκτρεφόμενων ζώων, της αξίας των αγορασθέντων στο εσωτερικό για πάχυνση ζώων, εφόσον στην αξία των ζώων αυτών έχει επιβληθεί αποδεδειγμένα η εισφορά αυτή.

3. Επίσης, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του `Αρθρου 5α΄, αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που βρίσκονται στα καταστήματα, αποθήκες κλπ. του επιτηδευματία ή που πουλήθηκαν απ΄ αυτόν, των οποίων η προέλευση δεν αποδεικνύεται με τιμολόγια ή αλλά στοιχεία του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, θεωρούνται, για την επιβολή της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς, κατ΄ αμάχητο τεκμήριο, ως αγορασθέντα από παραγωγούς και οφείλεται στην αξία της αγοράς των προϊόντων αυτών η κατά τ΄ ανωτέρω ασφαλιστική εισφορά.

Στην ανωτέρω περίπτωση, η ειδική ασφαλιστική, εισφορά καταλογίζεται σε βάρος του επιτηδευματία, στο κατάστημα κλπ. του οποίου βρέθηκαν ή που πουλήθηκαν απ΄ αυτόν τα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, των οποίων η προέλευση δεν αποδεικνύεται από τιμολόγια ή άλλα φορολογικά στοιχεία (π.χ. εκκαθάριση). Για τον καταλογισμό αυτό της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς, βλέπετε επίσης κατωτέρω στον τίτλο Ι΄.

4. Σημειώνεται, ότι επί αγοράς αυτούσιων αγροτικών προϊόντων εκ των παραγωγών, η ειδική ασφαλιστική εισφορά θα υπολογισθεί στην αξία που αναγράφεται στο τιμολόγιο (τιμολογιακή αξία) και όχι στο υπόλοιπο, που προκύπτει μετά την έκπτωση από την αξία αυτή των εξόδων μεταφοράς και λοιπών εξόδων, καθόσον τέτοια ευχέρεια δεν παρέχεται από τις ισχύουσες, διατάξεις.

5. Τέλος, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4β του άρθρου 5α, η αξία, στην οποία επιβάλλεται η ειδική ασφαλιστική εισφορά, στις περιπτώσεις:

α) Της λιανικής πώλησης αυτούσιων αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων στις κατά τόπους λαϊκές αγορές από τους παραγωγούς φυσικά ή νομικά πρόσωπα, είναι η αξία των προϊόντων αυτών, η οποία προσδιορίζεται από τις Διευθύνσεις ή τα Τμήματα Εμπορίου των Νομαρχιών ή από το Ταμείο Λαϊκών Αγορών ή από άλλη αντίστοιχη προς το Ταμείο αυτό υπηρεσία, κατά την έκδοση ή αναθεώρηση των παραγωγικών αδειών εμπορίας των αγροτικών προϊόντων στις λαϊκές αγορές με βάση την ποσότητα του αγροτικού προϊόντος, που εγκρίνεται από την αρμόδια υπηρεσία για πώληση, και την τιμή αποζημίωσης, που καθορίζεται από τον ΕΛ.Γ.Α.. κατά την αντίστοιχη καλλιεργητική περίοδο του προηγούμενου έτους.

β) Των αγροτικών προϊόντων, τα οποία, με βάση Κανονισμό της ΕΟΚ παραδίδονται στην αγοραστική παρέμβαση ή στην απόσυρση, για τα οποία δεν προηγήθηκε πράξη αγοράς αυτών, είναι η αξία των προϊόντων αυτών, που υπολογίζεται με βάση την τιμή παρέμβασης ή απόσυρσης των εν λόγω προϊόντων.

γ) Των καπνών σε φύλλα, που αγοράζονται από το ελεύθερο εμπόριο, είναι η αξία των καπνών αυτών.

δ) Της ενίσχυσης στην παραγωγή του ελαιολάδου, που χορηγείται από την Ε.Ο.Κ. στους ελαιοπαραγωγούς, είναι το ποσό της ενίσχυσης αυτής.

Σημείωση: Στις ανωτέρω α΄-δ΄ περιπτώσεις, οι Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες(Δ.Ο.Υ.) δεν θα έχουν καμιά ανάμιξη, γιατί οι περιπτώσεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε (βλέπετε ανωτέρω τίτλο Β της εγκυκλίου), εμπίπτουν στην αρμοδιότητα άλλων υπηρεσιών.

Ε) ΒΑΡΥΝΟΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΔΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΙΣΦΟΡΑ

1. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 5α΄, η ειδική ασφαλιστική εισφορά βαρύνει πάντοτε τον πωλητή των αγροτικών προϊόντων ή υποπροϊόντων παραγωγό, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου.

Για την εφαρμογή της ανωτέρα διάταξης νοούνται:

- Ως "παράγωγοι φυσικά πρόσωπα" οι γεωργοί, δηλαδή αυτοί που ασχολούνται με την εκμετάλλευση της γης γενικά, οι κτηνοτρόφοι, οι πτηνοτρόφοι, οι μελισσοκόμοι, οι σηροτρόφοι, οι παραγωγοί δασικών προϊόντων και οι αλιείς.

- Ως " παραγωγοί νομικά πρόσωπα" εκτός από το Δημόσιο και οι Δήμοι, οι Κοινότητες, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δίκαιου, οι οργανισμοί, οι ιερές μονές, τα ιδρύματα, οι συνεταιρισμοί, οι εμπορικές γεωργικές εταιρείες κάθε μορφής (ημεδαπές ή αλλοδαπές) κλπ.

Διευκρινίζεται, ότι στην ειδική ασφαλιστική εισφορά υπόκεινται και τα αγροτικά προϊόντα, που προέρχονται από τα κτήματα του Δημοσίου τα οποία θα χρησιμοποιούνται ως πρότυπα ή τα οποία εκμεταλλεύονται διαφορά ιδρύματα για την εκτέλεση των σκοπών του Δημοσίου (π.χ. Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών, Ιδρύματα Υπουργείου Γεωργίας κλπ).

2. Ως παραγωγοί, τους οποίους βαρύνει η ειδική ασφαλιστική εισφορά, θεωρούνται, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 5α, και:

α) Οι απασχολούμενοι κατά κύριο επάγγελμα στη γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία και δασοκομία με μισθό ή ημερομίσθιο΄ και. λαμβάνουν την αμοιβή τους σε είδος.

Σημειώνεται, ότι στον όρο "κτηνοτροφία" περιλαμβάνονται και η πτηνοτροφία, μελισσοκομία και σηροτροφία, καθόσον τα εξ αυτών προϊόντα εμπίπτουν στα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα ζωικής προέλευσης.

β) Οι εκμεταλλευτές αλωνιστικών συγκροτημάτων, ελαιοτριβείων κλπ., που λαμβάνουν την αμοιβή τους σε είδος αλωνιστικού, εκθλιπτικού και συναφούς δικαιώματος, που προέρχεται από προϊόντα και υποπροϊόντα φυτικής προέλευσης.

3. Ως παραγωγοί, τους οποίους βαρύνει η ειδική ασφαλιστική εισφορά, θεωρούνται και τα πρόσωπα, τα οποία κατά το παρελθόν όπως είχε κριθεί από τη Διοίκηση (Υπ.Οικ.Εγκ. 30/1971), θεωρούνταν ως παραγωγοί και βαρύνονταν με την εισφορά του άρθρου 10 του Ν.Δ.4169/1961. Ενδεικτικά αναφέρονται:

α) Τα πρόσωπα εν γένει, που διαθέτουν εκχρηματιζόμενη γεωργική παραγωγή, έστω και αν τα πρόσωπα αυτά ασκούν ελευθέρια επαγγέλματα, όπως είναι οι γιατροί, οι δικηγόροι κλπ.

β) Οι επιχειρήσεις, που αγοράζουν ζώα για πάχυνση, τα οποία στη συνέχεια πωλούν αυξημένα κατά βάρος σε πολύ υψηλότερη τιμή σε σχέση με την τιμή της αγοράς τους.

γ) Οι δασικοί συνεταιρισμοί που ενεργούν απολήψεις δασικών προϊόντων από μισθωμένες δασικές δημόσιες εκτάσεις, τα οποία πωλούν στη συνέχεια χονδρικά.

δ) Οι αλιευτικοί συνεταιρισμοί, που μισθώνουν αλιευτικές θέσεις ή ιχθυοτροφεία, που ανήκουν στο Δημόσιο, οι οποίοι ενεργούν αλιεύσεις παντός είδους ιχθύων, τους οποίους πωλούν στη συνέχεια χονδρικά.

ΣΤ) ΥΠΟΧΡΕΟΙ ΓΙΑ ΊΉΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ.

1. Υπόχρεοι για την απόδοση της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς στο Δημόσιο (Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία) είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 5α, εκείνοι, οι οποίοι, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, υποχρεούνται στην έκδοση των προβλεπόμενων από τον εν λόγω Κώδικα φορολογικών στοιχείων (τιμολογίων, εκκαθαριστικών κ.λπ.) και ειδικότερα:

α) ό αγοραστής των αγροτικών προϊόντων ή υποπροϊόντων επιτηδευματίας, ο οποίος υποχρεούται να παρακρατήσει από τον παραγωγό την οφειλόμενη επί της αξίας των προϊόντων του εισφορά, την οποία πρέπει να αναγράψει στον εκδιδόμενο από αυτόν τιμολόγιο αγοράς των αγροτικών προϊόντων, ανεξάρτητα αν η αγορά των προϊόντων αυτών γίνεται "τοις μετρητοίς" ή "επί πιστώσει". Σε περίπτωση δε που καταβάλλεται από τους αγοραστές των αγροτικών προϊόντων στους παραγωγούς αυτών προκαταβολή για τη μέλλουσα αγορά των προϊόντων αυτών, η ειδική ασφαλιστική εισφορά δεν θα παρακρατηθεί από τους αγοραστές κατά το χρόνο χορήγησης της προκαταβολής αυτής, αλλά κατά το χρόνο έκδοσης του σχετικού τιμολογίου αγοράς των εν λόγω προϊόντων.

β) Ο πωλητής των αγροτικών προϊόντων ή υποπροϊόντων παραγωγός στις περιπτώσεις:

- της χονδρικής πώλησης των προϊόντων αυτών και

- της χονδρικής η΄ λιανικής πώλησης των εν λόγω προϊόντων μέσω δικού του καταστήματος, πρατηρίου ή άλλου χώρου.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν δημιουργείται υποχρέωση παρακράτησης της εισφοράς και συνεπώς ούτε και υποχρέωση αναγραφής της εισφοράς στο κατά περίπτωση εκδιδόμενο φορολογικό στοιχείο (τιμολόγιο πώλησης ή απόδειξη λιανικής πώλησης), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές η εισφορά καταβάλλεται στο Δημόσιο Δ.Ο.Υ.) απ΄ ευθείας από τον πωλητή των προϊόντων παραγωγό, που είναι και κατά το νόμο υπόχρεος για την απόδοση στο Δημόσιο της εισφοράς αυτής.

γ) Ο τρίτος (π.χ. αντιπρόσωπος, συνεταιριστική οργάνωση), που πουλάει τα αγροτικά προϊόντα ή υποπροϊόντα για λογαριασμό του παραγωγού, ο οποίος (τρίτος) υποχρεούται να παρακρατήσει από τον παραγωγό την οφειλόμενη επί του καταβλητέου σ΄ αυτόν αντιτίμου των προϊόντων του εισφορά, την οποία πρέπει να αναγράψει στην εκδιδόμενη απ΄ αυτόν εκκαθάριση.

Σημειώνεται, ότι στην περίπτωση που η ειδική ασφαλιστική εισφορά δεν αποδοθεί στο Δημόσιο από τον αγοραστή των αγροτικών προϊόντων επιτηδευματία η από τον τρίτο, που πουλάει τα προϊόντα αυτά για λογαριασμό του παραγωγού, αυτή θα καταλογισθεί σε βάρος των προσώπων αυτών με πράξη του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.), έστω και αν τα εν λόγω πρόσωπα δεν παρακράτησαν, κατά τ΄ ανωτέρω, την ως άνω εισφορά από τους παραγωγούς.

2. Εξαιρετικά, δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των κατά τ΄ ανωτέρω υποχρέων, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 5α, αυτοί που υποχρεούνται την απόδοση της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 12 και 13 του ως άνω άρθρου και συγκεκριμένα αυτοί, που υποχρεούνται στην απόδοση της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς κατά τα οριζόμενα στις ειδικές περιπτώσεις α΄ έως ε΄ της παραγράφου 2 του αμέσως παρακάτω τίτλου Ζ΄ της εγκυκλίου αυτής.

Ζ) ΤΡΟΠΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 5α, η ειδική ασφαλιστική εισφορά αποδίδεται στο Δημόσιο, και ειδικότερα στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), από τους κατά νόμο υπόχρεους για την καταβολή της εισφοράς αυτής (ανωτέρω τίτλος ΣΤ) μέσα στις προθεσμίες, που ορίζονται στο άρθρο 30 παρ. 2 του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων και κατά την οριζόμενη σ΄ αυτό διαδικασία ανάλογα εφαρμοζόμενη. Ειδικότερα:

Μέχρι και την εικοστή των μηνών Φεβρουαρίου, Μαΐου, Αυγούστου και Νοεμβρίου κάθε έτους, οι κατά τ΄ ανωτέρω υπόχρεοι οφείλουν να υποβάλουν στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.):

(α) Τετραπλότυπη δήλωση (καρμπονιζέ) απόδοσης της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς, που αναλογεί, στην αξία των κατά το προηγούμενο ημερολογιακό τρίμηνο αγορασθέντων πωληθέντων αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων κατά περίπτωση.

Στην ως άνω δήλωση αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του υπόχρεου (ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, επάγγελμα, διεύθυνση, αριθμός φορολογικού μητρώου), το τρίμηνο, το οποίο αφορά την εισφορά, ο συνολικός αριθμός των εκδοθέντων κατ΄ είδος φορολογικών στοιχείων (τιμολογίων, εκκαθαρίσεων), η αξία κάθε κατηγορίας των στοιχείων αυτών και το ποσό της εισφοράς.

β) Αποδεικτικό καταβολής της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς.

Συμφωνά με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 11 του άρθρου 5α, ο τύπος και το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης για την απόδοση της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς θα καθορισθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, η οποία και θα σας κοινοποιηθεί όταν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Όπως ρητά αναφέρεται και στην προαναφερόμενη διαταγή της παρ. 7 του άρθρου 5α, ο παραπάνω τρόπος απόδοσης της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς δεν θα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις των παραγραφών 12 και 13 του ίδιου άρθρου. Ήτοι στις περιπτώσεις:

α) Της λιανικής πώλησης αυτούσιων αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων στις κατά τόπους λαϊκές αγορές από τους παραγωγούς, φυσικά νομικά πρόσωπα (Βλ. υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης β της παρ.4 του άρθρου 5α και περίπτωση α΄ της παραγράφου 5 του τίτλου Δ΄ της εγκυκλίου).

Στην ανωτέρω περίπτωση και σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 5α η ειδική ασφαλιστική εισφορά:

- Καταβάλλεται εφάπαξ από τους παραγωγούς, σε οποιαδήποτε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), πριν από την έκδοση ή αναθεώρηση της σχετικής άδειας, εισπράττεται δε από την υπηρεσία αυτή ως οίκοθεν έσοδο, κατά τα οριζόμενα στις σχετικές διατάξεις του Π.Δ. 16/1989 "περί κανονισμού λειτουργίας των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.)".

- Μπορεί να καταβάλλεται και στα κατά τόπους καταστήματα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος.

β) Της αγοράς αγροτικών προϊόντων απευθείας από τον παραγωγό και καταβολής της αξίας τους σ΄ αυτόν με εντολή πληρωμής από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ή άλλη Τράπεζα (παράγραφος 13 άρθρου 5α).

Στην ανωτέρω περίπτωση, η ειδική ασφαλιστική εισφορά, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 13 του άρθρου 5α, παρακρατείται από την Τράπεζα και αποδίδεται στον ΕΛ.ΓΑ.

γ) Των αγροτικών προϊόντων, τα οποία παραδίδονται με βάση Κανονισμούς της ΕΟΚ στην αγοραστική παρέμβαση ή στην απόσυρση, και για την οποία δεν προηγήθηκε πράξη αγοράς τους (βλ. υποπερίπτωση ββ΄ της περίπτωσης β της παρ. 4 του άρθρου 5α και περίπτωση β΄ της παραγράφου 5 του τίτλου Δ΄ της εγκυκλίου).

Στην ανωτέρω περίπτωση, η ειδική ασφαλιστική εισφορά, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.13 του άρθρου 5α, παρακρατείται από την Τράπεζα και αποδίδεται στον ΕΛ.ΓΑ.

δ) Της ενίσχυσης στην παραγωγή του ελαιόλάδου, που χορηγείται από την ΕΟΚ στους ελαιοπαραγωγούς (βλ. υποπερίπτωση δδ΄ της περίπτωσης β της παρ.4 του άρθρου 5α και περίπτωση δ΄ της παραγράφου 5 του τίτλου Δ΄ της εγκυκλίου).

Στην ανωτέρω περίπτωση, η ειδική ασφαλιστική εισφορά. σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.13 του άρθρου 5α, παρακρατείται από την Τράπεζα και αποδίδεται στον ΕΛ.ΓΑ.

ε) Των καπνών σε φύλλα, που αγοράζονται από το ελεύθερο εμπόριο (βλ. υποπερίπτωση γγ΄ της περίπτωσης β της παρ.4 του άρθρου 5α και περίπτωση γ΄ της παραγράφου 5 του τίτλου Δ΄ της εγκυκλίου).

Στην ανωτέρω περίπτωση, ο τρόπος απόδοσης της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς θα καθορισθεί, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.13 του άρθρου 5α, με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.

Η) ΑΡΜΟΔΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 5α, αρμόδια Δημοσία Οικονομική Υπηρεσία για την είσπραξη της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς είναι εκείνη, που είναι αρμόδια για την παραλαβή των φορολογικών στοιχείων (τιμολογίων, εκκαθαρίσεων ή άλλων εγγράφων), που εκδίδονται ή υποβάλλονται, κατά περίπτωση από τους ανωτέρω υπόχρεους.

Θ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ.

1. Ως προς τη διαδικασία της είσπραξης από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς θα εφαρμόζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 5α, οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 65 του Π.Δ. 16/1989 "περί κανονισμού λειτουργίας των δημοσίων οικονομικών υπηρεσιών κλπ" (ΦΕΚ 6Α/1989).

2. Τα έσοδα από την ειδική ασφαλιστική εισφορά υπέρ του ΕΛ.ΓΑ. που εισπράττονται, από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), βεβαιώνονται και εισάγονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό στον Κ.Α.Ε. 3527 με την κατονομασία " Έσοδα από ειδική ασφαλιστική, εισφορά υπέρ ΕΛ.Γ.Α (άρθρο 5α Ν.1790/1988 και άρθρο 31 Ν. 2040/1992)". Στη συνέχεια τα έσοδα αυτά αποδίδονται από την αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους στον ΕΛ.ΓΑ., μέσω του Προϋπολογισμού του Υπουργείου Γεωργίας, με την εγγραφή κατ΄ έτος ισόποσης πίστωσης. ύστερα από πρόταση του ΕΛ.ΓΑ προς το Υπουργείο αυτό (παράγραφος 14 άρθρου 5α).

Από τα ανωτέρω ποσά της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς που εισπράττονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) υπέρ του ΕΛ.ΓΑ., παρακρατείται από την αρμόδια Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ποσοστό 3%, ως ποσοστό είσπραξης. Επίσης, από τα ποσά αυτά. που εισπράττονται από τις ως άνω υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) με βάση τις δηλώσεις απόδοσης από τους υπόχρεους της παραπάνω εισφοράς και τους λοιπούς τίτλους είσπραξης, παρακρατείται επιπλέον από την ίδια ως άνω διεύθυνση ποσοστό 5%, ως ποσοστό βεβαίωσης.

I) ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ - ΚΥΡΩΣΕΙΣ - ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ - ΛΟΙΠΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1. Συμφωνά με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 5α, σε περίπτωση που ο υπόχρεος στην απόδοση της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς παραλείψει να αποδώσει αυτή αποδίδει αυτή εκπρόθεσμα ή ελλιπώς στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, καταλογίζονται, σε βάρος του, πλην της εισφοράς, και οι προσαυξήσεις και τα πρόστιμα, που ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/1955, όπως ισχύουν κάθε φορά. Κατά την έκδοση δε των καταλογιστικών πράξεων θα πρέπει να καταβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή στον υπολογισμό των προσαυξήσεων και των προστίμων, γιατί οι προσαυξήσεις και τα πρόστιμα αυτά είναι διαφορετικά στην περίπτωση, που ο υπόχρεος σε καταβολή της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς οφείλει να την παρακρατεί και διαφορετικά στην περίπτωση, που η εισφορά αυτή βαρύνει τον ίδιο τον υπόχρεο. Διευκρινίζεται, ότι οι κυρώσεις αυτές είναι ανεξάρτητες από τις κυρώσεις που επιβάλλονται, σε βάρος των ως άνω υπόχρεων σε απόδοση της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς για παραβάσεις των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων για μη έκδοση ή πλημμελή έκδοση εκ μέρους τους των προβλεπόμενων από τον εν λόγω Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων (τιμολογίων, εκκαθαρίσεων κλπ).

Επισημαίνεται επίσης, ότι πέρα, των προσαυξήσεων και των προστίμων του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/1955, που θα καταλογίζονται σε βάρος των ως άνω υπόχρεων, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, δεν θα καταλογίζονται σε βάρος αυτών και τα πρόστιμα, που προβλέπονται από τις διατάξείς των άρθρων 30, 31 και 33 του Ν.820/1978 όπως ισχύει.

Σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ο κάτω τ΄ ανωτέρω καταλογισμός ενεργείται με πράξη του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας, κάτω της οποίας επιτρέπονται τα ένδικα μέσα και βοηθήματα, που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας εφαρμοζομένων επίσης ανάλογα και των διατάξεων του άρθρου 65 του Ν.Δ./τος 3323/1955, όπως ισχύει. Συνεπώς, οι διαφορές, που αναφύονται κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί επιβολής της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς, θα εκδικάζονται από τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 11 του άρθρου 5α, ο τύπος και το περιεχόμενο της ανωτέρω πράξης καταλογισμού της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς θα καθορισθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, η οποία και θα σας κοινοποιηθεί όταν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση της παραγράφου 5 του άρθρου 5α΄ (βλέπετε ανωτέρω παρ.3 τίτλου Δ), η ειδική ασφαλιστική εισφορά καταλογίζεται σε βάρος του επιτηδευματία, στο κατάστημα κλπ του οποίου βρέθηκαν ή πουλήθηκαν απ΄ αυτόν τα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, των οποίων η προέλευση δεν αποδεικνύεται από τιμολόγια ή άλλα φορολογικά στοιχεία. Η οφειλόμενη στην προκειμένη περίπτωση εισφορά υπολογίζεται με βάση τη μέση τιμή χονδρικής αγοράς των προϊόντων αυτών από τους παραγωγούς.

Επομένως, στην περίπτωση που τα βιβλία επιτηδευματία. που ασχολείται με το εμπόριο (χονδρικά ή λιανικά) εγχώριων αγροτικών προϊόντων ή υποπροϊόντων αυτούσιων ή μετά από προηγούμενη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία, απορρίπτονται ως ανακριβή, για οποιοδήποτε λόγο, τα δε προσδιοριζόμενα οριστικά ακαθάριστα έσοδα αυτού αντιστοιχούν σε αγορές αγροτικών προϊόντων αξίας μεγαλύτερης απ΄ αυτή που εμφανίζεται στα βιβλία του, θα καταλογίζεται σε βάρος του η αναλογούσα ειδική ασφαλιστική εισφορά στην προκύπτουσα διαφορά. Στην περίπτωση αυτή, η αξία των θεωρούμενων, κατ΄ αμάχητο τεκμήριο, ως αγορασθέντων από παραγωγούς αγροτικών προϊόντων, προσδιορίζεται από τη Φορολογική Αρχή (αρμόδια Δ.Ο.Υ.), σε συνάρτηση με τα οριστικά καθορισθέντα ακαθάριστα έσοδα του επιτηδευματία και τις εν γένει επαγγελματικές αυτού δαπάνες.

Εάν κατά τον έλεγχο φόρου εισοδήματος διαπιστωθεί οφειλή ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς, η σχετική πράξη καταλογισμού της εισφοράς αυτής θα κοινοποιείται στον υπόχρεο μαζί με το φύλλο ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του ίδιου οικονομικού έτους και θα επιδιώκεται η ταυτόχρονη εφαρμογή της λοιπής διαδικασίας βεβαίωσης, ώστε να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων σε σχέση με τα προσδιορίζοντα τη φορολογητέα ύλη στοιχεία.

Επί της εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης εφιστάται όλως ιδιαιτέρως η προσοχή των Φορολογικών Αρχών (Δ.Ο.Υ), καθόσον με την ορθή εφαρμογή αυτής θα αποφευχθεί η αγορά αγροτικών προϊόντων χωρίς έκδοση τιμολογίων και θα διασφαλισθούν τα έσοδα του ΕΛ.ΓΑ από την ειδική ασφαλιστική εισφορά καθώς και τα έσοδα του Δημοσίου από τις λοιπές φορολογίες.

Κρίνεται σκόπιμο να διευκρινισθεί, ότι η ανωτέρω διάταξη δεν αφορά τις καταχωρισθείσες στα βιβλία του επιτηδευματία συναλλαγές χωρίς, τιμολόγια, για την έκδοση των οποίων υπόχρεος ήταν ο πωλητής πλην όμως αυτός αρνήθηκε την έκδοση των εν λόγω τιμολογίων. Στην περίπτωση αυτή για να αποφευχθεί ο καταλογισμός της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς, σε βάρος του αγοραστή επιτηδευματία, θα πρέπει αυτός, κατ΄ εφαρμογή της διάταξης της παρ. 8 του άρθρου 20 του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων να εκδώσει δικό του τιμολόγιο αγοράς ή να έχει καταχωρίσει στα βιβλία του τις χωρίς τιμολόγία αγορές του με πλήρη τα στοιχεία του πωλητή, υποχρεούμενος να υποβάλει για τις αγορές του αυτές στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) τις προβλεπόμενες από το άρθρο 32 παρ.1 του ίδιου ως άνω Κώδικα καταστάσεις.

2. Επίσης, στην ειδική ασφαλιστική εισφορά, εφαρμόζονται ανάλογα, συμφωνά με τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 5α, και οι διατάξεις:

α) Του Ν.Δ.3323/1955, όπως, ισχύουν κάθε φορά οι οποίες αφορούν τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, την παραγραφή και τη λοιπή εν γένει διαδικασία.

β) Του άρθρου 18 του Ν.Δ. 4242/1962, με τις οποίες προβλέπεται η έκδοση προσωρινής πράξης καταλογισμού της εν λόγω εισφοράς μετά των νομίμων προσαυξήσεων.

Διευκρινίζεται, ότι προσωρινή βεβαίωση της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς μπορεί να γίνει, αδιάφορα από το έτος που ανάγονται τα οφειλόμενα απ΄ αυτή ποσά.

ΙΑ) ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΑΠΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΕΙΣ.

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 15 του άρθρου 5α ορίζεται, ότι η ειδική ασφαλιστική εισφορά, που εισπράττεται υπέρ του ΕΛ.ΓΑ. απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου και κάθε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου. Έτσι, βάσει της ανωτέρω διάταξης, απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου και κάθε άλλη επιβάρυνση η ειδική ασφαλιστική εισφορά, τόσο στην περίπτωση, που αυτή αποδίδεται από τους υπόχρεους στο Δημόσιο, όσο και στην περίπτωση, που αυτή αποδίδεται από το Δημόσιο στον ΕΛ.ΓΑ.

2. Σημειώνεται, επίσης ότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ.1 και 2 του Ν.1790/1988 (ΦΕΚ 134 Α΄), όπως ισχύει, απαλλάσσονται από κάθε φόρο και τέλος χαρτοσήμου και οι παροχές, που χορηγούνται από τον ΕΛ.ΓΑ., στους ασφαλισμένους του με βάση τον ως άνω νόμο.

ΙΒ) ΧΡΟΝΟΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΊΉΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ.

Με τις διατάσεις της παραγράφου 16 του άρθρου 5α ορίζεται ότι, οι διατάξεις του άρθρου αυτού τίθενται σε εφαρμογή την πρώτη του μεθεπόμενοι μήνα από τη δημοσίευση του Ν.2040/1992 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Συνεπώς, η ειδική ασφαλιστική εισφορά θα επιβάλλεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5α, από 1 Ιουνίου 1992.

Εξαιρετικά, με βάση την ίδια ως άνω διάταξη, ως προς τα προϊόντα και υποπροϊόντα αλιευτικής και υδατοκαλλιεργητικής προέλευσης, η ημερομηνία έναρξης της επιβολής της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς θα ορισθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας.

Με Ε.Υ.
Γενικώς Διευθυντής
ΝΙΚ. ΚΑΡΑΝΤΑΝΗΣ

ΝΟΜΟΣ 1790/1988
«Οργάνωση και λειτουργία Οργανισμού Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων και άλλες διατάξεις», όπως ισχύει (ΦΕΚ 134Α/20.6.1988)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

`Αρθρο 1
Ίδρυση Οργανισμού Ασφάλισης

1. Ιδρύεται Οργανισμός κοινής ωφέλειας με την επωνυμία «Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων» (ΕΛ.Γ.Α.), ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο.

2. Ο ΕΛΓΑ έχει έδρα την Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

`Αρθρο 2
Σκοπός - Έννοια

1. Σκοπός του ΕΛΓΑ είναι η οργάνωση και εφαρμογή προγραμμάτων ενεργητικής προστασίας και η ασφάλιση της παραγωγής και του κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

2. Ασφάλιση κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι η ασφαλιστική και ενεργητική προστασία της αγροτικής παραγωγής και του φυτικού, ζωικού και εγγείου κεφαλαίου των αγροτών και των εγκαταστάσεων και κτισμάτων των αγροτικών τους εκμεταλλεύσεων, καθώς και της αλιευτικής παραγωγής και του αλιευτικού και υδατοκαλλιεργητικού κεφαλαίου, των αλιευτικών και υδατοκαλλιεργητικών εγκαταστάσεων, εργαλείων και μέσων από φυσικούς κινδύνους.

3. Για την παροχή αποτελεσματικότερης προστασίας ο ΕΛΓΑ διενεργεί έρευνες σχετικές με τους φυσικούς κινδύνους στη γεωργία, επεξεργάζεται, αξιολογεί και αξιοποιεί τα αποτελέσματα των ερευνών και υποβάλλει προτάσεις στο Υπουργείο Γεωργίας για την αναδιάρθρωση της γεωργικής παραγωγής, παρέχει τεχνικές συμβουλές στους αγρότες και τις οργανώσεις τους σε θέματα προστασίας και ασφάλισης κατά των φυσικών κινδύνων, οργανώνει ή συμμετέχει σε επιστημονικά συνέδρια και συναφείς με το αντικείμενό του εκθέσεις, τηρεί λεπτομερή στατιστικά στοιχεία και εκτελεί κάθε σχετική δραστηριότητα που ανατίθεται στον Οργανισμό με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.

`Αρθρο 3
Αντικείμενο ασφάλισης

1. Η ασφάλιση στον ΕΛΓΑ περιλαμβάνει ειδικότερα:

Α. Την υποχρεωτική ασφάλιση των ζημιών που προξενούνται στην παραγωγή των συστηματικών καλλιεργειών και στο φυτικό, ζωικό και έγγειο κεφάλαιο των αγροτών, στα κτίσματα και στις εγκαταστάσεις των αγροτικών τους εκμεταλλεύσεων καθώς και στην αλιευτική παραγωγή και αλιευτικό και υδατοκαλλιεργητικό κεφάλαιο, τις αλιευτικές εγκαταστάσεις και μέσα από τους φυσικούς κινδύνους, οι οποίοι με την επιφύλαξη της παρ. 2 του παρόντος είναι οι εξής:

α) Το χαλάζι

β) Ο παγετός ή το υπερβολικό ψύχος

γ) Η ανεμοθύελλα

δ) Το χιόνι

ε)Η πλημμύρα

στ) Ο καύσωνας

ζ) Οι υπερβολικές ή άκαιρες βροχοπτώσεις

η) Η ξηρασία

θ) Όσες εντομολογικές και φυτοπαθολογικές προσβολές των καλλιεργειών, καθώς και ασθένειες των κτηνοτροφικών ζώων και των ψαριών και άλλων υδρόβιων οργανισμών και όπως καθορίζονται από τους σχετικούς κανονισμούς.

ι) Ο κεραυνός, καθώς και η πυρκαϊά που προκαλείται από αυτόν.

ια) Οι ζημιές από άγρια ζώα

ιβ) Οι κίνδυνοι από θάλασσα.

Β. Την προαιρετική ασφάλιση των ζημιών της περίπτωσης Α΄ για:

α) Το ποσοστό ζημιάς που δεν καλύπτεται από την υποχρεωτική ασφάλιση και

β) ζημιές και κινδύνους που δεν καλύπτονται από την υποχρεωτική ασφάλιση.

Γ. Την ενεργητική προστασία του φυτικού κεφαλαίου και της φυτικής παραγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1554/1985 (ΦΕΚ 97 Α), όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις του άρθρου 16 του παρόντος.

2. Με την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού επεκτείνονται:

α) η υποχρεωτική ασφάλιση των ζημιών που προξενούνται στην παραγωγή των συστηματικά καλλιεργούμενων φυτών και από τον καύσωνα και τις υπερβολικές ή άκαιρες βροχοπτώσεις και β) η υποχρεωτική ασφάλιση του ζωικού κεφαλαίου από φυσικά αίτια και ασθένειες που θα προβλέπει ειδικός κανονισμός.

Με αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως επεκτείνεται σταδιακά η υποχρεωτική ασφάλιση του ΕΛΓΑ και στους λοιπούς κινδύνους της παρ. 1 εδ. Α του παρόντος και στο φυτικό, αλιευτικό υδατοκαλλιεργητικό και έγγειο κεφάλαιο των αγροτών, καθώς επίσης και στα κτίσματα και στις εγκαταστάσεις των αγροτικών τους εκμεταλλεύσεων, τις αλιευτικές και υδατοκαλλιεργητικές εγκαταστάσεις, τα αλιευτικά εργαλεία και μέσα που δεν καλύπτονται από τον ΟΓΑ κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Με όμοιες αποφάσεις μπορεί να επεκτείνεται η ασφάλιση και σε άλλους φυσικούς κινδύνους και να καθορίζεται αν οι νέοι κίνδυνοι υπάγονται στην υποχρεωτική ή προαιρετική ασφάλιση.

Οι αποφάσεις των προηγουμένων εδαφίων εκδίδονται μετά από πλήρη αναλογιστική μελέτη και πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΛΓΑ..

3. Με κανονισμούς καθορίζονται:

α) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί με τους οποίους πραγματοποιείται η υποχρεωτική ασφάλιση, οι υποχρεώσεις των ασφαλισμένων και οι συνέπειες από τη μη εκπλήρωση τους, η απόλυτη απαλλαγή και το ανώτατο ποσοστό μέχρι το οποίο θα ανέρχεται η κάλυψη της ζημιάς, η διαδικασία αναγγελίας, εξακρίβωσης και εκτίμησης της ζημιάς και επίλυσης τυχόν αμφισβητήσεων, τα αρμόδια, για τον σκοπό αυτόν όργανα, ο τρόπος και η διαδικασία και ο χρόνος εκκαθάρισης και καταβολής της αποζημίωσης και η έκπτωση από την παροχή, καθώς και κάθε σχετικό θέμα που αφορά την εφαρμογή και άσκηση της υποχρεωτικής ασφάλισης.

β) Οι κίνδυνοι που καλύπτονται με την προαιρετική ασφάλιση και τα αντικείμενα που ασφαλίζονται, η έκταση της ζημιάς που θα καλυφθεί, οι περιορισμοί στην ασφαλιστική κάλυψη, ο χρόνος έναρξης και λήξης της ασφάλισης, οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί με τους οποίους πραγματοποιείται η ασφάλιση αυτή, οι υποχρεώσεις των ασφαλισμένων και οι συνέπειες από τη μη εκπλήρωση τους, τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται κατά περίπτωση, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής τους και οι συνέπειες από τη μη καταβολή ή την εκπρόθεσμη καταβολή τους, η διαδικασία αναγγελίας, εξακρίβωσης και εκτίμησης της ζημιάς και επίλυσης τυχόν αμφισβητήσεων και τα αρμόδια για τον σκοπό αυτόν όργανα, ο τρόπος και η διαδικασία αμοιβής των οργάνων αυτών, ο υπολογισμός και η διαδικασία εκκαθάρισης και καταβολής της αποζημίωσης και η έκπτωση από την παροχή, καθώς και κάθε σχετικό θέμα, που αφορά την εφαρμογή και την άσκηση της προαιρετικής ασφάλισης.

γ) Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της ενεργητικής προστασίας της περίπτ. Γ΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, στα πλαίσια των διατάξεων του Ν.1554/1985.

`Αρθρο 4
Ασφαλιζόμενα Πρόσωπα

1. Στην ασφάλιση του άρθρου 3 υπάγονται τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, που έχουν την κυριότητα ή εκμετάλλευση γεωργικών, κτηνοτροφικών, πτηνοτροφικών, μελισσοκομικών, αλιευτικών, υδατοκαλλιεργητικών ή άλλων σχετικών επιχειρήσεων.

2. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Γεωργίας, στις περιπτώσεις των φυσικών προσώπων, που απασχολούνται αυτοπροσώπως επαγγελματικά και αποκλειστικά με την αγροτική οικονομία, μπορεί να καθορίζονται ευνοϊκότεροι όροι κάλυψης των ασφαλιζόμενων κινδύνων. Το αυτό μπορεί να συμβαίνει και για τα νομικά πρόσωπα των οποίων τα μέλη έχουν τις ανωτέρω ιδιότητες.

`Αρθρο 5
Πόροι του ΕΛΓΑ

Πόροι του ΕΛΓΑ είναι:

1. α) Τα έσοδα από την ασφαλιστική εισφορά του άρθρου 5α του παρόντος νόμου.( Η περίπτωση α τέθηκε όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 31 του Ν.2040/1992 ΦΕΚ 70Α/23.4.1992).

β) Τα έσοδα του ΟΓΑ από την εισφορά του άρθρου 5 του ν.1068/1980 (ΦΕΚ 183 Α), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν.1539/1985 (ΦΕΚ 64 Α΄).

γ) Τα ασφάλιστρα.

δ) Τα τέλη εκτίμησης ζημιών.

ε) Οι πρόσοδοι κεφαλαίων, δωρεές, κληροδοτήματα και κάθε είδους εισφορές φυσικών ή νομικών προσώπων.

στ) Οι επιχορηγήσεις από τον κρατικό ή άλλον προϋπολογισμό.

2. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

`Αρθρο 5α
Ειδική ασφαλιστική εισφορά υπέρ ΕΛ.Γ.Α.

( Το άρθρο 5α προστέθηκε στο Ν.1790/1988 με την παράγραφο 2του άρθρου 31 του Ν.2040/1992 ΦΕΚ 70Α/23.4.1992)

1. Στην ειδική ασφαλιστική εισφορά υπέρ του ΕΛ.Γ.Α. υπόκεινται τα εξής εγχωρίως παραγόμενα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα:

α) Φυτικής, ζωικής, αλιευτικής και υδατοκαλλιεργητικής προέλευσης. Από το προϊόντα και υποπροϊόντα φυτικής προέλευσης δεν υπόκεινται στην εισφορά αυτήν τα δασικά προϊόντα, πλην των δενδρυλλίων των φυτωριακών επιχειρήσεων.

β) Φυτικής, ζωικής. αλιευτικής και υδατοκαλλιεργητικής προέλευσης, που προέρχονται από την αμοιβή σε είδος των απασχολουμένων στη γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία και στα δάση κατά κύριο επάγγελμα με μισθό ή ημερομίσθιο.

γ) Φυτικής προέλευσης, που προέρχονται από αλωνιστικά, εκθλιπτικά και λοιπά συναφή σε είδος δικαιώματα των εκμεταλλευόμενων αλωνιστικών συγκροτημάτων, ελαιοτριβείων και άλλων.

δ) Τα προερχόμενα από τη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία των αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων των περιπτώσεων α, β και γ, η οποία ενεργείται από τους παραγωγούς ή τρίτους για λογαριασμό, των παραγωγών.

Δεν υπόκεινται στην ειδική ασφαλιστική εισφορά τα αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που παράγονται στην περιοχή του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα αν αυτά ανήκουν στις Ιερές Μονές ή σε τρίτους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

2. Στην ειδική ασφαλιστική εισφορά υπόκεινται επίσης και:

α) Τα αγροτικά προϊόντα, τα οποία παραδίδονται κατ΄ εφαρμογή κανονισμών της Ε.Ο.Κ. στη αγοραστική παρέμβαση ή στην απόσυρση και για τα οποία δεν προηγήθηκε πράξη αγοράς τους.

β) Τα καπνά σε φύλλα, που αγοράζονται από το ελεύθερο εμπόριο.

γ) Η ενίσχυση στην παραγωγή του ελαιολάδου, που χορηγείται από την Ε.Ο.Κ. στους ελαιοπαραγωγούς.

3. Η ειδική ασφαλιστική εισφορά ορίζεται σε ποσοστό δύο στα εκατό (2%) γιατα προϊόντα φυτικής προέλευσης και σε ποσοστό μισό στα εκατό (0,5%) για τα προϊόντα ζωικής, αλιευτικής και υδατοκαλλιεργητικής προέλευσης. Τα ποσοστά αυτά υπολογίζονται επί της αξίας των προϊόντων τούτων, όπως αυτή καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο 4.

Τα ανωτέρω ποσοστά μπορεί να αναπροσαρμόζονται για όλα τα παραπάνω προϊόντα ή για μια κατηγορία προϊόντων ή για ένα μόνο είδος προϊόντων με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας.

4. α) Η αξία των αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων, επί της οποίας επιβάλλεται η ειδική ασφαλιστική εισφορά, υπολογίζεται με βάση:

αα) Την τιμή της χονδρικής πώλησης αυτών, όταν πρόκειται για τα αυτούσια αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται χονδρικά στην ημεδαπή από τους παραγω­γούς ή εξάγονται απευθείας από αυτούς στην αλλοδαπή.

ββ) Την τιμή της πώλησης αυτών, όταν πρόκειται για τα αυτούσια αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται χονδρικά ή λιανικά ή χονδρικά και λιανικά στην ημεδαπή από τρίτους, με προμήθεια γιο λογαριασμό των παραγωγών ή εξάγονται από αυτούς στην αλλοδαπή, επίσης για λογαριασμό των παραγωγών, αφού αφαιρεθούν από τη συνολική αξία η προμήθεια ή η αμοιβή του τρίτου και οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν για λογαριασμό του παραγωγού.

γγ) Τη μέση τιμή της χονδρικής πώλησης:

(1) των σε φυσική κατάσταση αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων κατά το χρόνο της συγκομιδής τους στον τόπο της παραγωγής προκειμένου:

ι) Για τα μετά προηγούμενη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται χονδρικά στην ημεδαπή από τους παραγωγούς ή εξάγονται απευθείας από αυτούς στην αλλοδαπή.

ιι) Για τα μετά προηγούμενη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται χονδρικά ή λιανικά ή χονδρικά και λιανικά στην ημεδαπή ή εξάγονται στην αλλοδαπή από τρίτους με προμήθεια για λογαριασμότων παραγωγών, αφαιρουμένων από την αξία της προμήθειας ή της αμοιβής του τρίτου και των δαπανών, που πραγματοποιήθηκαν από αυτόν για λογαριασμό του παραγωγού.

ιιι) Για τα αυτούσια ή μετά προηγούμενη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται λιανικά από τους παραγωγούς από δικό τους κατάστημα ή πρατήριο, με εξαίρεση αυτά που πωλούνται στις κατά τόπους

λαϊκές αγορές.

(2) Των σε φυσική κατάσταση αγροτικών προϊόντων, τα οποία προέρχονται από αλωνιστικά, εκθλιπτικά και λοιπά συναφή σε είδος δικαιώματα κατά το χρόνο αλωνισμού των σιτηρών, της έκθλιψης των ελαίων και άλλων προϊόντων, προκειμένου για τα μετά προηγούμενη βιομηχανική ή βιοτεχνική επεξεργασία αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα, που πωλούνται χονδρικά ή λιανικά οπό τους εκμεταλλευόμενους τα αλωνιστικά συγκροτήματα, ελαιοτριβεία και λοιπά.

β) Ειδικά η αξία, επί της οποίας επιβάλλεται η ειδική ασφαλιστική εισφορά, στις περιπτώσεις:

αα) Της λιανικής πώλησης αυτούσιων αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων στις κατά τόπους λαϊκές αγορές από τους παραγωγούς, φυσικά ή νομικό πρόσωπα, είναι η αξία των προϊόντων, αυτών, η οποία προσδιορίζεται από τις διευθύνσεις ή τα τμήματα εμπορίου των νομαρχιών ή από το Ταμείο Λαϊκών Αγορών, όπως κάθε φορά ισχύει η αντίστοιχη με το ταμείο διάταξη, κατά την έκδοση ή αναθεώρηση των παραγωγικών αδειών εμπορίας των αγροτικών προϊόντων στις λαϊκές αγορές με βάση την ποσότητα του αγροτικού προϊόντος που εγκρίνεται από την αρμόδια υπηρεσία για πώληση και την τιμή αποζημίωσης, που καθορίζεται από τον ΕΛΓΑ κατά την αντίστοιχη καλλιεργητική περίοδο του προηγουμένου έτους.

ββ) Των αγροτικών προϊόντων τα οποία παραδίδονται κατ΄ εφαρμογή κανονισμών της Ε.Ο.Κ. στην αγοραστική παρέμβαση ή στην απόσυρση και για τα οποία δεν προηγήθηκε πράξη αγοράς τους, είναι η αξία των προϊόντων αυτών, που υπολογίζεται με βάση την τιμή παρέμβασης ή απόσυρσης των εν λόγω προϊόντων.

γγ) Των καπνών σε φύλλα, που αγοράζονται από το ελεύθερο εμπόριο είναι η αξία των καπνών αυτών.

δδ) Της ενίσχυσης στην παραγωγή του ελαιολάδου, που χορηγείται οπό την Ε.Ο.Κ. στους ελαιοπαραγωγούς, είναι το ποσό της ενίσχυσης αυτής.

εε) Της πώλησης εκτρεφόμενων ζώων από επιχειρήσεις εκτροφής τους, είναι η αξία που προκύπτει μετά την αφαίρεση από τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης. που προέρχονται από την πώληση των εκτρεφόμενων ζώων, της αξίας των αγορασθέντων στο εσωτερικό για πάχυνση ζώων, εφόσον στην αξία των ζώων αυτών έχει επιβληθεί αποδεδειγμένα η εισφορά αυτή.

5. Αγροτικά προϊόντα και υποπροϊόντα που βρίσκονται στα καταστήματα, αποθήκες ή άλλους χώρους επιτηδευματία ή που πωλήθηκαν από αυτόν και των οποίων η προέλευση δεν αποδεικνύεται με τιμολόγια ή άλλα στοιχεία του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, θεωρούνται για την επιβολή της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς, κατ΄ αμάχητο τεκμήριο, ως αγορασθέντα από παραγωγό και οφείλεται στην αξία της αγοράς των προϊόντων αυτών, η κατά τα ανωτέρω ασφαλιστική εισφορά.

6. Η ειδική ασφαλιστική εισφορά, βαρύνει πάντοτε τον πωλητή των αγροτικών προϊόντων ή υποπροϊόντων παραγωγό φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου. Παραγωγός για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού θεωρείται και:

α) Ο απασχολούμενος κατά κύριο επάγγελμα στη γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία και δάση με μισθό ή ημερομίσθιο που λαμβάνει την αμοιβή του σε είδος.

β) Ο εκμεταλλευόμενος αλωνιστικά συγκροτήματα, ελαιοτριβεία και άλλα, που λαμβάνει την αμοιβή του σε είδος αλωνιστικού, εκθλιπτικού και συναφούς δικαιώματος, που προέρχεται από προϊόντα και υποπροϊόντα φυτικής προέλευσης.

7. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 12 και 13 του άρθρου αυτού, η ειδική ασφαλιστική εισφορά αποδίδεται στην αρμόδια, δημόσια οικονομική υπηρεσία από τους κατά νόμο υπόχρεους για την καταβολή της εισφοράς αυτής, μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 30 παρ.2 του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων (π.δ. 99/1977) και κατά την οριζόμενη σ΄ αυτόν διαδικασία, ανάλογα εφαρμοζόμενη.

8. Υπόχρεοι για την απόδοση της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία είναι, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 12 και 13 του άρθρου αυτού εκείνοι οι οποίοι, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων υποχρεούνται σε έκδοση τιμολογίων αγοράς ή πώλησης αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων ή εκκαθαρίσεων επί πωλήσεως των προϊόντων αυτών για λογαριασμό των παραγωγών.

Επίσης, υπόχρεοι για απόδοσητης ως άνω εισφοράς στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες είναι και οι παραγωγοί αγροτικών προϊόντων και υποπροϊόντων που πωλούν λιανικά τα προϊόντα αυτά σε δικά τους καταστήματα, πρατήρια ή άλλους χώρους, ακόμη και όταν δεν υποχρεούνται σε έκδοση δελτίων λιανικής πώλησης, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων.

9 Αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία για την είσπραξη της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς είναι εκείνη, που είναι αρμόδια για την παραλαβή των φορολογικών στοιχείων (τιμολογίων, εκκαθαρίσεων ή άλλων εγγράφων), που εκδίδονται ή υποβάλλονται κατά περίπτωση από τους κατά τα ανωτέρω υπόχρεους,

Ως προς τη διαδικασία της είσπραξης της ως άνω εισφοράς εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 65 του Π.Δ. 16/1989 (ΦΕΚ 6 Α΄).

10. Σε περίπτωση που ο υπόχρεος στην απόδοση της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς παραλείψει να αποδώσει αυτή στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή αποδίδει αυτήν εκπρόθεσμα ή ελλιπώς, καταλογίζονται σε βάρος του πλην της εισφοράς και οι προσαυξήσεις και τα πρόστιμα που ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 67 του ν.δ. 3323/1955 (ΦΕΚ 214 Α΄), όπως ισχύουν κάθε φορά. Ο καταλογισμός ενεργείται με πράξη του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, κατά της οποίας επιτρέπονται τα ένδικα μέσα και βοηθήματα, που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, εφαρμοζόμενων επίσης ανάλογα και των διατάξεων του άρθρου 65 του ως άνω νομοθετικού διατάγματος.

11. Οι διατάξεις του ν.δ. 3323/1965 όπως ισχύουν κάθε φορά, οι οποίες αφορούν την παραγραφή, τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και τη λοιπή εν γένει διαδικασία, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 18 του ν.δ. 4242/1962 (ΦΕΚ 133Α) εφαρμόζονται ανάλογα και στην ως άνω ειδική ασφαλιστική εισφορά.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας , που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης καταβολής της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς και της πράξης καταλογισμού της εισφοράς αυτής καθώς και κάθε άλλη σχετική αναγκαία λεπτομέρεια.

12. Η ειδική ασφαλιστική εισφροά στην υποπερίπτωση αα της περίπτωσης β΄ της παρ. 4 του άρθρου αυτού καταβάλλεται εφάπαξ από τους παραγωγούς σε οποιαδήποτε δημόσια οικονομική υπηρεσία πριν από την έκδοση ή αναθεώρηση της σχετικής άδειας, εισπράττεται δε από την υπηρεσία αυτή ως οίκοθεν έσοδο, κατά τα οριζόμενα στις σχετικές διατάξεις του πδ 16/1969.

Η ως άνω εισφορά μπορεί να καταβάλλεται και στα κατά τόπους καταστήματα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εμπορίου καθορίζεται η διαδικασία είσπραξης της εισφοράς και απόδοσης αυτής στον ΕΛΓΑ καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

13. Σε περίπτωση αγοράς αγροτικών προϊόντων απευθείας από παραγωγό και καταβολής της αξίας τους σε αυτόν με εντολή πληρωμής από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ή άλλη Τράπεζα η ειδική ασφαλιστική εισφορά παρακρατείται από την τράπεζα και αποδίδεται στον ΕΛΓΑ. •

Επίσης παρακρατείται από την τράπεζα και επιδίδεται στον ΕΛΓΑ η ειδική ασφαλιστική εισφορά στις υποπεριπτώσεις ββ΄ και δδ΄ της περίπτωσης β ΄της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού.

Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας και των Υπουργών Γεωργίας και Εμπορίου κατά περίπτωση καθορίζονται ο τρόπος παρακράτησης της εισφοράς στις ανωτέρω περιπτώσεις, η διαδικασία απόδοσης αυτής στον ΕΛΓΑ και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Επίσης με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας καθορίζονται οι φορείς, η διαδικασία είσπραξης της εισφοράς καθώς και απόδοσης αυτής στον ΕΛΓΑ καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια. Στην υποπερίπτωση γγ΄ της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού.

14. Τα έσοδα του ΕΛΓ,Α από την ειδική ασφαλιστική εισφορά που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, εισάγονται στον κρατικό προϋπολογισμό ως έσοδα του Δημοσίου και εμφανίζονται με ίδιο κωδικό αριθμό εσόδου. Τα έσοδα αυτά αποδίδονται στον ΕΛΓΑ μέσω του προϋπολογισμού του Υπουργείου Γεωργίας, με την εγγραφή κατ΄ έτος ισόποσης πίστωσης, ύστερα από πρόταση του ΕΛΓΑ προς το Υπουργείο αυτό.

Από τα ανωτέρω ποσά της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες υπέρ του ΕΛ.Γ.Α., παρακρατείται υπέρ του Δημοσίου ποσοστό τρία στα εκατό (3%) ως ποσοστό είσπραξης.

Επίσης, από τα ποσά αυτά, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες με βάση τις δηλώσεις απόδοσης από τους υπόχρεους της ως άνω εισφοράς και τους λοιπούς τίτλους είσπραξης, παρακρατείται υπέρ του Δημοσίου ποσοστό πέντε στα εκατό (5%) ως ποσοστό βεβαίωσης.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας τα ανωτέρω ποσοστά μπορεί να αναπροσαρμόζονται και να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου αυτής.

15. Η ειδική ασφαλιστική εισφορά, που εισπράττεται υπέρ του ΕΛ.Γ.Α. απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου και κάθε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου.

16. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού τίθενται σε εφαρμογή την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με εξαίρεση την εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν στα προϊόντα και υποπροϊόντα αλιευτικής και υδατοκαλλιεργητικής προέλευσης, των οποίων η ημερομηνία έναρξης ισχύος ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας.

`Αρθρο 15
Προνόμια και ατέλειες

1. Οι παροχές που χορηγούνται στους ασφαλισμένους από τον ΕΛΓΑ με βάση τον παρόντα νόμο, απαλλάσσονται από κάθε φόρο και τέλη χαρτοσήμου, είναι δε ακατάσχετες και ανεκχώρητες εκτός αν πρόκειται για απαιτήσεις για νόμιμη διατροφή, οπότε έχουν εφαρμογή οι ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις. Συμψηφισμός των παροχών αυτών με οφειλές του δικαιούχου προς τον ΕΛΓΑ είναι δυνατός.

Κάθε γενική ή ειδική διάταξη της κείμενης νομοθεσίας που ρυθμίζει τα σχετικά με τις κατασχέσεις ή τις εκχωρήσεις κατά διαφορετικό τρόπο από τον οριζόμενο στο προηγούμενο εδάφιο, δεν ισχύει για τον ΕΛΓΑ.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Παπαδημητριου
Up
Close
Close
Κλείσιμο