Δημοσιεύθηκε στις : [ 15-04-2005 ]

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ Ν.Σ.Κ. 208/2005 Αν η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 85 του Ν. 2238/1994 περί φορολογικού απορρήτου υποχωρεί προ των διατάξεων του άρθρου 28 του Υπαλληλικού Κώδικα (Κ.Κ.Δ.Δ.Π.Υ.), που κυρώθηκε με τον Ν. 2683/1999, και συγκεκριμένως αν πρέπει να χορηγηθούν αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων και άλλων φορολογιών στοιχείων υπαλλήλου σε αρμοδία υπηρεσία Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, η οποία προβαίνει σε έλεγχο περιουσιακής καταστάσεως «πόθεν έσχες» αυτού

(Αν η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 85 του Ν. 2238/1994 περί φορολογικού απορρήτου υποχωρεί προ των διατάξεων του άρθρου 28 του Υπαλληλικού Κώδικα (Κ.Κ.Δ.Δ.Π.Υ.), που κυρώθηκε με τον Ν. 2683/1999, και συγκεκριμένως αν πρέπει να χορηγηθούν αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων και άλλων φορολογιών στοιχείων υπαλλήλου σε αρμοδία υπηρεσία Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, η οποία προβαίνει σε έλεγχο περιουσιακής καταστάσεως «πόθεν έσχες» αυτού)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ & ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Αριθμός Γνωμοδοτήσεως 208/2005

ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ Συνεδρίαση της 8ης Απριλίου 2005


Σύνθεση
Πρόεδρος: Κωνσταντίνος Ε. Μπακάλης
Αντιπρόεδροι: Χρήστος Τσεκοόρας, Γεώργιος Πουλάκος, Σπυρίδων Σκουτέρης.
Νομικοί Σύμβουλοι: Πασχάλης Κισσούδης, Αλέξανδρος Τζεφεράκος, Γεώργιος Κατράνης, Νικόλαος Μαυρίκας, Χρήστος θωμόπουλος/ Χαρίλεια Παλαιολόγου, Δημήτριος Παπαγεωργόπουλος, Ευάγγελος Τριτάς, Ιωάννης Μάσβουλας, Σπυρίδων Δελλαπόρτας, Φωκίων Γεωργακόπουλος, Σωτήριος Παπαγεωργακόπουλος, Δημήτριος Αναστασόπουλος, Κρίτων Μανωλής, Βλάσιος Βούκαλης, Φώτιος Τάτσης, Θεόδωρος Ηλιακής, Παναγιώτης Κιούοης, Νικηφόρος Κανιούρας, Βασίλειος Σουλιώτης, Χριστόδουλος Μπότσιος, Μιχαήλ Απέσσος, Πέτρος Τριανταφυλλίδης, Ηλίας Ψώνης, Αλέξανδρος Καραγιάννης, Χροσαφούλα Αυγερινού, Ανδρέας Χαρλαύτης, Αντώνιος Κλαδιάς, Στέφανος Δέτσης.

Εισηγητής: Κωνσταντίνος Κατσούλας, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.


Ερώτημα: Υπ'αριθ.πρωτ. 1005910/85/Α0012/17-1-2005 του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών /Γεν. Δνσης Φορολογίας / Δνσης Φορολογίας Εισοδήματος (Δ12) / Τμ. Α'.


Περίληψη Ερωτήματος: Αν η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 85 του Ν. 2238/1994 περί φορολογικού απορρήτου υποχωρεί προ των διατάξεων του άρθρου 28 του Υπαλληλικού Κώδικα (Κ.Κ.Δ.Δ.Π.Υ.), που κυρώθηκε με τον Ν. 2683/1999, και συγκεκριμένως αν πρέπει να χορηγηθούν αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων και άλλων φορολογιών στοιχείων υπαλλήλου σε αρμοδία υπηρεσία Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, η οποία προβαίνει σε έλεγχο περιουσιακής καταστάσεως «πόθεν έσχες» αυτού.



Επί του ως άνω ερωτήματος, το οποίο παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια λόγω μείζονος σπουδαιότητας, κατόπιν συζητήσεως ενώπιον του Β' Τμήματος, το ΝΣΚ εν Ολομέλεια γνωμοδότησε ως ακολούθως:

Ι. Όπως προκύπτει από το έγγραφο του ερωτήματος και τα συνυποβληθέντα στοιχεία, αφορμή για την υποβολή του ερευνωμένου ερωτήματος έδωσε αίτημα της Ν.Α. Αχαΐας προς την Α' Δ.Ο.Υ. Πατρών για την χορήγηση σ'αυτή φορολογικών δηλώσεων και άλλων φορολογικών στοιχείων από τον φορολογικό φάκελο συγκεκριμένου υπαλλήλου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση ελέγχου «πόθεν έσχες» αυτού, κατ' άρθρο 28 του Υ.Κ. (Ν.2683/1999), με δεδομένο ότι κατ' αυτού διατυπώνονται σοβαρές υπόνοιες και καταγγελίες.

II. 1. Στο άρθρο 85 του ΚΝ. 2238/1994 «Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος» (ΦΕΚ 51), - που όπως ισχύει σήμερα μετά επανειλημμένες τροποποιήσεις με τα άρθρα 32 παρ. 6 Ν. 2648/1998 (ΦΕΚ Α' 238), 46 παρ. 1 Ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Α' 15) 16 παρ. 5 Ν. 3232/2004 (ΦΕΚ Α' 48) και 5 παρ.12, 13 Ν.3296/2004 (ΦΕΚ Α' 253)- που αναφέρεται στο «φορολογικό απόρρητο», ορίζονται τα εξής:

«Αρθρο 85
Φορολογικό Απόρρητο
«1. Οι δηλώσεις φόρου του παρόντος χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για φορολογικούς σκοπούς και δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση τους για δίωξη εκείνου που υπέβαλε τη δήλωση ή του προσώπου από το οποίο αυτός απέκτησε το εισόδημα, για παράβαση των κειμένων διατάξεων.

2. Οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων, τα φύλλα ελέγχου, οι αποφάσεις του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας και κάθε στοιχείο του φακέλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από το φορολογούμενο στον οποίο αφορούν αυτά.

3. Ο Προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας συντάσσει κάθε έτος, με βάση τις δηλώσεις που του επιδίδονται, κατάλογο φορολογουμένων, ο οποίος περιέχει το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, τον τίτλο και τα λοιπά στοιχεία τους, το καθαρό εισόδημα από τις κατηγορίες Δ' και Ζ' το συνολικό καθαρό εισόδημα το οποίο υπόκειται σε φορολογία, καθώς και το φόρο που αναλογεί σε αυτό. Ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων και .συμπληρώνεται με τα αντίστοιχα στοιχεία της οριστικοποίησης της εγγραφής του υπόχρεου. Τοποθετείται σε πρόσφορη θέση στο κατάστημα της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και των δήμων και κοινοτήτων όπου εδρεύει δημόσια οικονομική υπηρεσία, ώστε να μπορεί να λαμβάνει γνώση αυτού οποιοσδήποτε. Επιτρέπεται η έκδοση καταλόγων των φορολογουμένων όλης της χώρας, καθώς και η δημοσίευση τους στις εφημερίδες.

4. Τα στοιχεία που αναφέρονται στους καταλόγους των φορολογουμένων δεν αποτελούν απόρρητο και ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται να χορηγεί, ύστερα από αίτηση, βεβαίωση για τα στοιχεία αυτά σε οποιονδήποτε τρίτο, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον και το αποδεικνύει.

5. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται, αποκλειστικά και μόνο: α) Η χορήγηση στοιχείων στις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και στους
ορκωτούς εκτιμητές για την άσκηση των καθηκόντων τους, καθώς και στις περιπτώσεις που ορίζονται από το άρθρο 1445 του Αστικού Κώδικα ....
β) σε ειδικά εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) να λαμβάνουν στοιχεία από το φάκελο του εργοδότη για την εξακρίβωση των μισθών και ημερομισθίων που αυτός κατέβαλε στο προσωπικό που απασχολεί.
γ) Σε ειδικά εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης να λαμβάνουν τα αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες για την επιβολή φόρων, τελών, δικαιωμάτων ή εισφορών τους ή για τον έλεγχο των δηλώσεων των επιβαρύνσεων αυτών.
δ) Σε δίκες για διαφορές από εμπορικές μισθώσεις ακινήτων η χορήγηση στους ενδιαφερομένους για χρήση στο δικαστήριο αντιγράφων των μισθωτηρίων συμβολαίων, καθώς και βεβαιώσεων για το (καταβαλλόμενο μίσθωμα οποιουδήποτε ακινήτου.
Ο Προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας δικαιούται να ζητήσει υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/1986, στην οποία ο αιτών θα δηλώνει ότι τα χορηγούμενα στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο για δίκες του προηγουμένου εδαφίου.
ε) Η χορήγηση στοιχείων σε δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οργανισμούς που έχουν αρμοδιότητα διαχείρισης, παρακολούθησης ή ελέγχου των πάσης φύσεως χρηματοδοτήσεων, ενισχύσεων ή επιδοτήσεων που καταβάλλονται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα και φορείς και προέρχονται από εθνικούς ή κοινοτικούς πόρους, για την άσκηση αποκλειστικά των παραπάνω αρμοδιοτήτων τους.
στ) Η χορήγηση των στοιχείων του Υποσυστήματος Μητρώου φορολογουμένων και του Αρχείου οχημάτων σε δημόσιες υπηρεσίες και ασφαλιστικά ταμεία που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, από τη Γενική Γραμματεία πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με την υποχρέωση χρησιμοποίησης αυτών αποκλειστικά για τις υπηρεσιακές τους ανάγκες.
ζ) Σε ειδικά εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους των φορέων κύριας ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών και ανεξάρτητα απασχολουμένων να λαμβάνουν τα αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες από τους φακέλους που τηρούνται στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για τα εισοδήματα φορολογουμένων, ασφαλισμένων ή ασφαλιστέων στους εν λόγω φορείς, με σκοπό τη διευκόλυνση του έργου των οργανισμών αυτών στην είσπραξη των νομοθετημένων πόρων τους, καθώς και στον έλεγχο της νομιμότητας της χορήγησης των παροχών τους.
η) Η χορήγηση σε επιτηδευματίες του ΑΦΜ, του αντικειμένου εργασιών και της επαγγελματικής εγκατάστασης άλλων επιτηδευματιών . χωρίς να υπάρχει έννομο συμφέρον.

6. Η παραβίαση του φορολογικού απορρήτου του άρθρου αυτού συνιστά πειθαρχικό αδίκημα που τιμωρείται κατά τις οικείες διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου και ποινικό αδίκημα που τιμωρείται κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για παράβαση καθήκοντος.

7. Τις ευθύνες της προηγούμενης παραγράφου έχουν και τα πρόσωπα, που είναι υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία νόμιμα λαμβάνουν γνώση φορολογικών απορρήτων και χρησιμοποιούν αυτά για σκοπό διάφορο εκείνου που ο νόμος επιτρέπει ή τα ανακοινώνουν με κάθε τρόπο, άμεσο ή έμμεσο, σε τρίτους. Τα λοιπά πρόσωπα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι έξι (6) μήνες μετά από έγκληση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας του αρμόδιου επιθεωρητή προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η δημόσια οικονομική υπηρεσία και με πρόστιμο που ορίζεται στο άρθρο 87, το οποίο επιβάλλεται με πράξη του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μετά την τελεσιδικία της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου.

8. Όσοι με οποιαδήποτε ιδιότητα συμπράττουν στην εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και από το λόγο αυτό λαμβάνουν γνώση των τραπεζικών ή άλλων συναλλαγών, υποχρεούνται να τηρούν το απόρρητο των συναλλαγών τούτων, υποκείμενοι σε αντίθετη περίπτωση στις ποινές και τα πρόστιμα των παραγράφων 6 και 7 ......

2. Στο άρθρο 261 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζονται τα ακόλουθα: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι γενικά στους οποίους έχει ανατεθεί έστω και προσωρινά δημόσια υπηρεσία και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 212 οφείλουν, αν διαταχθούν από εκείνον που κάνει την ανάκριση, να παραδώσουν στη δικαστική αρχή τα έγγραφα και .στο πρωτότυπο τους ακόμα, καθώς και κάθε άλλο αντικείμενο που βρίσκεται στην κατοχή τους λόγω των καθηκόντων τους, του λειτουργήματος ή του επαγγέλματος τους, εκτός αν δηλώσουν εγγράφως, έστω και αναιτιολόγητα, ότι πρόκειται για διπλωματικό ή στρατιωτικό μυστικό που ανάγεται στην ασφάλεια του κράτους ή μυστικό που σχετίζεται με το λειτούργημα ή το επάγγελμα τους».

3. Στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.2683/1999 (ΦΕΚ Α' 19) και ειδικότερα στο άρθρο 28 αυτού ορίζεται ότι:

«Περιουσιακή κατάσταση
1. Ο υπάλληλος υποχρεούται να δηλώσει εγγράφως, κατά το διορισμό του, την περιουσιακή κατάσταση του ίδιου, συζύγου και παιδιών του, εφόσον συνοικούν με αυτόν, καθώς και κάθε μεταγενέστερη ουσιώδη μεταβολή της. Οι υπάλληλοι, εντός τριών (3) μηνών από την τέλεση γάμου, υποχρεούνται να δηλώσουν την περιουσιακή κατάσταση των συζύγων τους. Οποιαδήποτε αγορά κινητών σημαντικής αξίας ή ακινήτων, από τον υπάλληλο ή τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου, αιτιολογείται υποχρεωτικά με την υποβαλλόμενη δήλωση. Αν για την αγορά αυτή ο υπάλληλος επικαλείται οικονομική ενίσχυση προσώπων άλλων από το οριζόμενο στο πρώτο εδάφιο, οφείλει να δηλώσει και την περιουσιακή κατάσταση αυτών.

2. Κάθε δύο (2) χρόνια η αρμόδια υπηρεσία προσωπικού υποχρεούται να ζητεί από τους υπαλλήλους να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση για την ουσιώδη μεταβολή ή μη της περιουσιακής τους κατάστασης. Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω δηλώσεις αποτελούν υποχρεωτικά αντικείμενο επεξεργασίας.

3. Αν η μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης του υπαλλήλου είναι δυσανάλογη  προς τις αποδοχές και την εν γένει οικονομική του
κατάσταση, η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ενεργήσει έρευνα για την προέλευση των πόρων του υπαλλήλου. Αν μετά την έρευνα αυτή προκύψουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο υπάλληλος απέκτησε τους πόρους αυτούς κατά τρόπο που συνιστά ποινικό αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα, ο αρμόδιος υπουργός προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την ποινική ή πειθαρχική δίωξη αυτού. Προκειμένου για υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου τη δίωξη αυτή ασκούν και τα όργανα που είναι αρμόδια για την παραπομπή των υπαλλήλων στο υπηρεσιακό συμβούλιο.

4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για υπαλλήλους υπαγόμενους στον παρόντα Κώδικα, για τους οποίους εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις».

III. Κατά την, με βάση τις προπαρατεθείσες διατάξεις και το διδόμενο με το ερώτημα ιστορικό, ενώπιον της Ολομελείας συζήτηση διατυπώθηκαν δύο γνώμες:
Α. Γνώμη της πλειοψηφίας, που απαρτίσθηκε από τον Πρόεδρο Κων/ νο Μπακάλη, τους Αντιπροέδρους Γ.Πουλάκο και Σπ. Σκουτέρη και τους Νομικούς Συμβούλους Ν.Μαυρίκα, Χρ.Θωμόπουλο, Χαρ.Παλαιολόγου, Ευαγ.Τριτά, Ιωάν.Μάσβουλα, Σπ.Δελλαπόρτα, Φωκ. Γεωργακόπουλο, Σωτ.Παπαγεωργακόπουλο, Δημ.Αναστασόπουλο, Κρ.Μανωλή, Βλ.Βούκαλη, Φ.Τάτση, Θ.Ηλιάκη, Παν.Κιούση, Νικ.Κανιούρα, Βασ,Σουλιώτη, Χρισ.Μπότσιο, Μ.Απέσσο, Ηλ.Ψώνη, Αλ.Καραγιάννη, Αν.Χαρλαύτη, Αντ. Κλαδιά, Στ.Δέτση (ψήφοι 26), προς την οποία συντάχθηκε και ο Εισηγητής Πάρεδρος Κ.Κατσούλας:

1. Οι αφορώσες το φορολογικό απόρρητο ρυθμίσεις, θεσπισθείσες προς τον σκοπό της προστασίας των συμφερόντων των φορολογουμένων, συνιστούν ένα αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο προστασίας του φορολογικού απορρήτου, που καλύπτει το σύνολο των στοιχείων εκείνων τα οποία δημιουργούν ή προσδιορίζουν την φορολογική ενοχή του φυσικού ή νομικού προσώπου στα πλαίσια της άμεσης ή έμμεσης φορολογίας (βλ. εισηγητική έκθεση επί του κωδικοποιηθέντος ήδη άρθρου 69 του ΝΑ 3323/1955).
Η καθιέρωση του απορρήτου των φορολογικών στοιχείων αποβλέπει προεχόντως στην εδραίωση της πεποιθήσεως μεταξύ των φορολογουμένων ότι τα φορολογικά αυτών στοιχεία δεν θα περιέλθουν σε γνώση οιουδήποτε τρίτου. Το απόρρητο τούτο υφίσταται και δρα δεσμευτικώς μεταξύ της αρμόδιας φορολογικής αρχής και του φορολογουμένου προσώπου και δημιουργεί βασικώς την υποχρέωση της πρώτης και των αρμοδίων εν γένει οργάνων, όπως αποφεύγουν κάθε ενέργεια με την οποία το περιεχόμενο του απ' αυτούς τηρουμένου φακέλου περί του φορολογουμένου ήθελε περιέλθει σε πρόσωπο μη εξομοιούμενο_υπό του δικαίου προς αυτόν τούτον τον φορολογούμενο, υπέρ του οποίου λειτουργεί το ρηθέν απόρρητο (Ετσι και η απ'αρ. 710/1993 Γνωμοδότηση της Ολ.Ν.Σ.Κ.).
Είναι προφανές, δηλαδή, ότι, θεσπίζοντας ο νομοθέτης το φορολογικό απόρρητο, σκοπό έχει την προστασία του συμφέροντος του φορολογουμένου, ο οποίος έτσι αποφεύγει ανεπιθύμητες υπεισελεύσεις τρίτων εντός του κύκλου των μεθόδων και ενεργειών του κατά την οργάνωση και εκτέλεση των οικονομικών αυτού σχεδίων, προγραμμάτων και των εκ τούτων αποτελεσμάτων.
Από τη γενικότητα και την απόλυτη διατύπωση των περί φορολογικού απορρήτου διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι τα αναφερόμενα & αυτές στοιχεία, είτε αυτούσια είτε υπό μορφή εκ τούτων προκυπτουσών πληροφοριών,   δεν   δύναται   να  χορηγηθούν   σε   τρίτο,   έστω και προβάλλοντα έννομο συμφέρον, (βλ. Γνωμ.Ν.Σ.Κ. 391/1972).

Τη σπουδαιότητα της προστασίας του φορολογικού απορρήτου αποδεικνύει το γεγονός ότι τούτο ισχύει έναντι οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, κάθε δημοσίας αρχής κ.λ.π., πλην των ρητώς οριζομένων εξαιρέσεων.
Αυτή η αυστηρή προστασία του φορολογικού απορρήτου συνιστά την αντιπαροχή στην οποία προβαίνει το κράτος λόγω της επιβολής υποχρεώσεως (και καθήκοντος) στον φορολογούμενο να αποκαλύπτει και να δηλώνει με ακρίβεια όλα τα περιστατικά της οικονομικής του δραστηριότητας, από τα οποία προσδιορίζεται η φύση και η έκταση της φορολογικής αξιώσεως.

Η υπεροχή της προστασίας των ατομικών συμφερόντων του φορολογουμένου έναντι του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο συνίσταται στην εξακρίβωση της φορολογητέας ύλης, δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι φορολογούμενοι αποκαλύπτουν ή ανακοινώνουν στα φορολογικά όργανα γεγονότα και στοιχεία περί των επαγγελματικών τους σχέσεων, οι οποίες συνδέονται συχνά και με γεγονότα της προσωπικής τους ζωής, επειδή ακριβώς πιστεύουν ότι τα γεγονότα αυτά θα τηρηθούν αυστηρώς απόρρητα (βλ. Μιχ. Κυπραίος, «Στοιχεία φορολογικού δικαίου», 1980 σελ. 660).

Σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις, οι κείμενες διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας συγκεκριμενοποιούν το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος, αφού επιβάλλουν αυξημένες ευθύνες στα φορολογικά όργανα, προκειμένου να τηρηθεί μυστυχός ένας κύκλος γεγονότων της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ζωής των πολιτών, που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τις φορολογικές βάσεις για την επιβολή, τη διάγνωση και τον προσδιορισμό του φόρου.(βλ. και γνωμ. ΝΣΚ 326/2004 Β' Τμ.).

2. Το φορολογικό απόρρητο κάμπτεται έναντι της δικαστικής αρχής και μόνο εάν έχει διαταχθεί προσηκόντως κυρία ανάκριση, προανάκριση ή τουλάχιστον προκαταρκτική εξέταση, αφού και στην τελευταία περίπτωση ενεργείται στην ουσία ό,τι και στην προανάκριση, δεδομένου ότι και η προκαταρκτική εξέταση συνιστά «... ένα θεσμοποιημένο στάδιο δικαστικής ανίχνευσης των αξιοποίνων πράξεων» (βλ. Σταμάτη, «Η προκαταρκτική εξέταση στην ποινική διαδικασία και οι αρχές της νομιμότητας και της σκοπιμότητας», 1984, σελ. 44 και Γνωμοδοτήσεις Ολ. Ν.Σ.Κ. 710/1993 και Β' Τμ. 326/2004).

3. Η υποχρέωση της παρ. 1 του άρθρου 28 Ν. 2683/1999 είναι απόλυτη και η μη έγκαιρη δήλωση της μεταβολής της παρούσης
καταστάσεως συνιστά πειθαρχικό αδίκημα υπό την έννοια της παραβάσεως καθήκοντος (βλ. ΣτΕ 1473/1988,488/1990). Αν μάλιστα,όπως ορίζεται στην παρ. 3 αυτού του άρθρου, από την έρευνα της περιουσιακής καταστάσεως του υπαλλήλου προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι αποκτήθηκαν οι πόροι αυτοί με τρόπο που συνιστά ποινικό αδίκημα η πειθαρχικό παράπτωμα, τα αρμόδια όργανα (Υπουργός ή όργανα αρμόδια για παραπομπή υπαλλήλων στο υπηρεσιακό συμβούλιο, προκειμένου περί Ν.Π.Δ.Δ.)  προβαίνουν στις απαραίτητες ενέργειες για την ποινική ή πειθαρχική δίωξη αυτών. Η δίωξη του υπαλλήλου, δηλαδή, προϋποθέτει ότι από την έρευνα έχουν προκύψει «σοβαρές ενδείξεις», κατά την έννοια της έμμεσης αποδείξεως του Κ.Π.Δ. (άρθρα 178 α' και 245 παρ. 2,282 παρ. 1, 310 παρ. 1, 313), δηλ. πραγματικά γεγονότα από τα οποία είναι δυνατό, βάσει της κοινής λογικής, να συναχθεί συμπέρασμα για την ύπαρξη η μη του αποδεικτέου γεγονότος και, συνεπώς, της ευθύνης, μη απαιτουμένου να προκύψουν αποδείξεις, (βλ. Α' Τάχοο - I. Συμεωνίδη «Ερμ. ΥΚ» έκδ. 2004 σελ. 287).

4. Στο άρθρο 85 του Ν. 2238/1994 (όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει) δεν προβλέπεται άρση του απορρήτου για τον ως άνω λόγο, οι δε κατά την παρ. 5 εδ. γ' και ε' περιπτώσεις δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, γιατί ως εξαιρετικές διατάξεις, αναφέρονται μόνο σε στοιχεία για επιβολή φόρων, τελών κλπ (εδ. γ') ή μόνο για έλεγχο παρακολουθήσεως χρηματοδοτήσεων η εν γένει επιδοτήσεων (που προέρχονται από εθνικούς ή κοινοτικούς πόρους) και αποκλειστικά για άσκηση τέτοιων δραστηριοτήτων - ενώ η προκειμένη δεν περιλαμβάνεται σ' αυτές - καθώς και επί αιτήματος της δικαστικής αρχής και μόνο αν έχει διαταχθεί προσηκόντως κυρία ανάκριση, προανάκριση ή τουλάχιστον προκαταρκτική εξέταση, όπως προαναφέρθηκε, (βλ. και γνωμ. Ν.Σ.Κ. 326/2004).

5. Εκ των ανωτέρω παρέπεται, κατά τη γνώμη αυτή, ότι, κατ' εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων δεν δημιουργείται υποχρέωση άρσεως του φορολογικού απορρήτου, προκειμένου να διεξαχθεί έρευνα για την περιουσιακή κατάσταση «πόθεν έσχες» ενός υπαλλήλου. Και τούτο, διότι ούτε λόγος ασφαλείας δικαίου, ούτε η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας συνηγορούν υπέρ της κάμψεως αυτής, αφού είναι δυνατό να διενεργηθεί η επιβαλλομένη έρευνα και με άλλα πρόσφορα μέσα, όπως, ενδεχομένως, η έρευνα στα οικεία υποθηκοφυλακεία, σε κάθε δε περίπτωση, από την αντιπαραβολή και τον έλεγχο και μόνο των υποβληθεισών δηλώσεων δύναται να ανακύψει δικαιολογητικός λόγος για την άσκηση πειθαρχικής αγωγής ή την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς, αν και εφ' όσον, δηλαδή, διαπιστώνεται αδικαιολόγητη δυσαναλογία μεταξύ εισοδημάτων και αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων, οπότε με την τήρηση της διαδικασίας αυτής καθίσταται πλέον βατή η οδός της περαιτέρω έρευνας.

Αντίθετη άποψη, υποστηρίζουσα ότι η κάμψη είναι αναγκαία για την εφαρμογή του νόμου (άρθρο 28 Ν.2683/1999), θα κατέληγε σε διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 85 του Ν.2238/1994, όπως νυν ισχύει, η οποία, όμως, είναι ανεπίτρεπτη, λόγω της επιβαλλομένης στενής ερμηνείας των φορολογικού περιεχομένου διατάξεων και ιδίως των εξαιρετικών διατάξεων περί φορολογικού απορρήτου, ή ακόμη και σε contra legen ερμηνεία. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι, μολονότι το άρθρο 85 του Ν.2238/1994 έτυχε επανειλημμένων τροποποιήσεων και βελτιώσεων με τους μεταγενεστέρους του Ν.2683/1999 νόμους, ήτοι τους Νόμους 3220, 3232, 3296/2004, εν τούτοις δεν τροποποιήθηκε από τον νομοθέτη και ως προς το συγκεκριμένο σημείο, ούτε όμως υπήρξε ρητή πρόβλεψη άρσεως του φορολογικού απορρήτου, όπως διαλαμβάνει το άρθρο 26 παρ. 5 του Ν. 2429/1996, το οποίο - όπως ισχύει σήμερα μετά τις τροποποιήσεις με το άρθρο 31 παρ.2 του Ν.3023/2002, 3 του Ν.3223/2003, 13 παρ.4β του Ν.3242/2004 και 4 Ν.3327/2005 - προβλέπει την μη εφαρμογή των διατάξεων για το χρηματιστηριακό, το τραπεζικό και το φορολογικό απόρρητο επί ελέγχου της περιουσιακής καταστάσεως «πόθεν έσχες» βουλευτών, δικαστικών λειτουργών ή άλλων κατηγοριών. Ως εκ τούτου, άρση ή κάμψη μόνο με ειδική, ρητή και σαφή νομοθετική ρύθμιση θα καταστεί δυνατή.

6. Συμπερασματικώς, στην περίπτωση του ερωτήματος, τα από την υπηρεσία της Ν.Α. Αχαΐας ζητηθέντα αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων και άλλων φορολογικών στοιχείων από τον φάκελο συγκεκριμένου υπαλλήλου για την πραγματοποίηση ελέγχου του «πόθεν έσχες» αυτού, δεν μπορεί να χορηγηθούν σ'αυτή από την αρμοδία Δ.Ο.Υ.

Β. Γνώμη της μειοψηφίας, που απαρτίσθηκε από τον Αντιπρόεδρο ΝΣΚ Χρ.Τσεκούρα και τους Νομικούς Συμβούλους Παοχ.Κισσούδη,
Αλ.Τζεφεράκο, Γ.Κατράνη, Δημ.Παπαγεωργόπουλο, Π.Τριανταφυλλίδη και Χρυσ.Αογερινού (ψήφοι 7):

Από το σύνολο των προπαρατιθεμένων διατάξεων και από την τελολογική ερμηνεία αυτών συνάγεται ότι σε περιπτώσεις εντόνου δημοσίου συμφέροντος, όπως μπορεί να συμβαίνει στην περίπτωση ελέγχου δηλώσεως «πόθεν έσχες» του άρθρου 28 Ν. 2683/1999, κάμπτεται το φορολογικό απόρρητο του άρθρου 85 Ν. 2238/1994 (όπως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί) και χωρίς να έχει προηγηθεί έναρξη ποινικής διώξεως και εμπλοκή της δικαστικής λειτουργίας, αφού ακριβώς τα στοιχεία αυτά μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι το αναγκαίο υπόβαθρο για την ανίχνευση, βεβαίωση και τιμώρηση (είτε με πειθαρχική αγωγή είτε με αναφορά στον αρμόδιο Εισαγγελέα, προς κίνηση της ποινικής διώξεως) των αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες είναι δυνατόν να προκύπτουν εκ της διαδικασίας της προβλεπομένης στο άρθρο 28 Ν. 2683/1999 και σε αναγκαία υλοποίηση του.
Διά της κάμψεως δε του φορολογικού απορρήτου σκοπείται η διασφάλιση της αρχής της νομιμότητας, η οποία διέπει την δράση της διοικήσεως και τη διαφάνεια της δράσεως αυτής.

Άλλωστε, ως προς την έρευνα του «πόθεν έσχες», στην οικεία αιτιολογική έκθεση του Ν. 2683/1999, μέρος Β' -Ειδικό - άρθρο 28 αναφέρεται ότι: «... η υποχρέωση αυτή αποβλέπει στην ενίσχυση του κύρους του δημοσιοϋπαλληλικού σώματος και στην προστασία αφενός των ίδιων των υπαλλήλων από αόριστες και αβάσιμες κατηγορίες και αφετέρου του δημοσίου συμφέροντος με τη δυνατότητα ελέγχου και καταστολής ενδεχομένου χρηματισμού των υπαλλήλων». Πρόκειται, δηλαδή, για έρευνα άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανάγκη της πλήρους διαφάνειας του δημόσιου βίου. Κατ' ακολουθία τα ζητούμενα έγγραφα έπρεπε να χορηγηθούν.

IV. Με βάση τα προαναπτυχθέντα, η, κατά την κρατήσασα γνώμη της Ολομελείας του ΝΣΚ, προσήκουσα απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα είναι ότι οι διατάξεις του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 85 του Ν.2238/1994 δεν κάμπτονται από τις διατάξεις του άρθρου 28 του Ν.2683/1999. Και για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να χορηγηθούν στην αιτούσα υπηρεσία αντίγραφα των αιτουμένων εγγράφων.



ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ   
Αθήνα 15 Απριλίου 2005
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ε. ΜΠΑΚΑΛΗΣ


Ο Εισηγητής
ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΣ Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

    Up
    Close
    Close
    Κλείσιμο