Δημοσιεύθηκε στις : [ 08-05-2003 ]

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ Ν.Σ.Κ. 193/2003 Ερωτάται, εάν πρέπει να δοθούν πληροφορίες στον κ. Π. Λουλουδάκη, τις οποίες ζήτησε με αίτηση του που περιήλθε στην Υπηρεσία την 1311 -5-2002, σχετικά με, ποια έγγραφα εσωτερικής αλληλογραφίας μεταξύ των αρμοδίων Υπηρεσιών του Υπουργείου οδήγησαν στην αναζήτηση πληροφοριών φορολογικού περιεχομένου, που τον αφορούν, από την αρμόδια φορολογική αρχή της Ιταλίας, ποια έγγραφα απεστάλησαν προς τις ιταλικές Αρχές, με τα οποία ενεργοποιήθηκε το άρθρο 27 της συμβάσεως αποφυγής διπλής φορολογίας εισοδήματος μεταξύ Ελλάδας - Ιταλίας, από ποια ιταλική Υπηρεσία ζητήθηκαν πληροφορίες και ποιος ο λόγος που ζητήθηκαν οι πληροφορίες αυτές

(Ερωτάται, εάν πρέπει να δοθούν πληροφορίες στον κ. Π. Λουλουδάκη, τις οποίες ζήτησε με αίτηση του που περιήλθε στην Υπηρεσία την 1311 -5-2002, σχετικά με, ποια έγγραφα εσωτερικής αλληλογραφίας μεταξύ των αρμοδίων Υπηρεσιών του Υπουργείου οδήγησαν στην αναζήτηση πληροφοριών φορολογικού περιεχομένου, που τον αφορούν, από την αρμόδια φορολογική αρχή της Ιταλίας, ποια έγγραφα απεστάλησαν προς τις ιταλικές Αρχές, με τα οποία ενεργοποιήθηκε το άρθρο 27 της συμβάσεως αποφυγής διπλής φορολογίας εισοδήματος μεταξύ Ελλάδας - Ιταλίας, από ποια ιταλική Υπηρεσία ζητήθηκαν πληροφορίες και ποιος ο λόγος που ζητήθηκαν οι πληροφορίες αυτές)

Κατηγορία: Δ.Ο.Σ. (Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ & ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Αριθμός Γνωμοδότησης:193/2003

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ Τμήμα Β' Συνεδρίαση της 8ης-5-2003

Σύνθεση:
Πρόεδρος: Ερηγόριος Κράμπας, - Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ.

Αντιπρόεδρος:

Νομικοί Σύμβουλοι: Θ. Αμπλιανίτης, Σπ.Σκουτέρης, Αλ.Τζεφεράκος,
Β.Ασημακόπουλος, Σπ. Δελλαπόρτας, Φ. Γεωργακόπουλος, Κ. Καπότας, Π. Κιούσης, Χρ. Αυγερινού.

Εισηγητής: Χρυσαφούλα Αυγερινού- Νομική Σύμβουλος του Κράτους

Αρ.Ερωτήματος: Το υπ' αριθμ. πρωτ. 653/02/Δ0Σ/6-6-2002  έγγραφο της Δ/νσεως Διεθνών Οικ. Σχέσεων- Τμ. Α' Φορολογικών θεμάτων - του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.

Περίληψη Ερωτ: Ερωτάται, εάν πρέπει να δοθούν πληροφορίες στον κ. Π. Λουλουδάκη, τις οποίες ζήτησε με αίτηση του που περιήλθε στην Υπηρεσία την 13 -5-2002, σχετικά με ποια έγγραφα εσωτερικής αλληλογραφίας μεταξύ των αρμοδίων Υπηρεσιών του Υπουργείου οδήγησαν στην αναζήτηση πληροφοριών φορολογικού περιεχομένου, που τον αφορούν, από την αρμόδια φορολογική αρχή της Ιταλίας, ποια έγγραφα απεστάλησαν προς τις ιταλικές Αρχές, με τα οποία ενεργοποιήθηκε το άρθρο 27 της συμβάσεως αποφυγής διπλής φορολογίας εισοδήματος μεταξύ Ελλάδας - Ιταλίας, από ποια ιταλική Υπηρεσία ζητήθηκαν πληροφορίες και ποιος ο λόγος που ζητήθηκαν οι πληροφορίες αυτές.
 

Επί του ως άνω ερωτήματος το Β' Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους γνωμοδότησε ως εξής::

I. 1)Στο άρθρο 10 του ήδη αναθεωρημένου Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1.Καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας του νόμους του Κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον, που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο. 2.......3. Η αρμόδια υπηρεσία ή
αρχή υποχρεούται να απαντά στα αιτήματα για παροχή πληροφοριών και χορήγηση εγγράφων, ιδίως πιστοποιητικών, δικαιολογητικών και βεβαιώσεων μέσα σε ορισμένη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των 60 ημερών, όπως ο νόμος ορίζει. Σε περίπτωση παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής ή παράνομης άρνησης, πέραν των άλλων τυχόν κυρώσεων και έννομων συνεπειών, καταβάλλεται και ειδική χρηματική αποζημίωση στον αιτούντα, όπως ο νόμος ορίζει».

Εξ' άλλου, στο άρθρο 5 του Ν.2690/1999 «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 45) ορίζονται τα εξής: «Πρόσβαση σε έγγραφα. Ι.Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα ύστερα από γραπτή αίτηση του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, μελέτες πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. 2.Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται, ύστερα από γραπτή αίτηση του, να λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που φυλάσσονται στις δημόσιες υπηρεσίες και είναι σχετικά με υπόθεση του η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει διεκπεραιωθεί από αυτές. 3. Το κατά τις προηγούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδική διάταξη. Η αρμόδια διοικητική αρχή μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του δικαιώματος τούτου αν το έγγραφο αναφέρεται στις συζητήσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, ή αν η ικανοποίηση του δικαιώματος αυτού είναι δυνατόν να δυσχεράνει ουσιωδώς την έρευνα δικαστικών, διοικητικών, αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών σχετικώς με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παράβασης. 4. Το δικαίωμα των παραγράφων 1 και 2 ασκείται: α)με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας ή β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο. 5.Η άσκηση του κατά τις παρ.1 και 2 δικαιώματος γίνεται με την επιφύλαξη της ύπαρξης τυχόν δικαιωμάτων πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας. 6. Η απόρριψη του κατά τις παρ. 1 και 2 αιτήματος πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να γνωστοποιείται εγγράφως στον αιτούντα το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από την υποβολή της αίτησης».

(Σημ. Με το άρθρο 8 § 2 του Ν.2880/2001, στην παρ. 3 του άρθρου 5, μετά τη λέξη δικαστικών προστέθηκε η λέξη «διοικητικών»).
Στο άρθρο δε 26 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων (Ν.2683/1999) ορίζεται ότι: «1.0 υπάλληλος οφείλει να τηρεί εχεμύθεια για θέματα που χαρακτηρίζονται ως απόρρητα από τις κείμενες διατάξεις. Οφείλει επίσης να τηρεί εχεμύθεια σε κάθε περίπτωση που αυτό επιβάλλεται από την κοινή πείρα και λογική, για γεγονότα ή πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή επ' ευκαιρία αυτών. 2. Η υποχρέωση εχεμύθειας δεν αντιτάσσεται στις περιπτώσεις που προβλέπεται δικαίωμα των πολιτών να λαμβάνουν γνώση των διοικητικών εγγράφων».

2) Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 1927/1991, «Κύρωση Σύμβασης μεταξύ των Κυβερνήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Ιταλίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου και την αποτροπή της φοροδιαφυγής, και του προσθέτου σ' αυτήν Πρωτοκόλλου» (ΦΕΚ Α'17/ 15-2-1991), της οποίας οι διατάξεις έχουν την ισχύ του άρθρου 28 § 1 του Συντάγματος, ορίζονται τα κατωτέρω, υπό τον τίτλο: «Ανταλλαγή πληροφοριών»: «Οι αρμόδιες αρχές των συμβαλλόμενων κρατών ανταλλάσσουν πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Σύμβασης ή των εσωτερικών νομοθεσιών των συμβαλλόμενων κρατών σε σχέση με τους φόρους που καλύπτονται από την παρούσα Σύμβαση στο μέτρο που η φορολογία σύμφωνα με αυτές δεν είναι αντίθετη με τη Σύμβαση, καθώς επίσης και για την αποτροπή της φοροδιαφυγής. Η ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιορίζεται από το άρθρο 1. Όλες οι πληροφορίες που λαμβάνονται από συμβαλλόμενο κράτος θεωρούνται ως απόρρητες κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του κράτους αυτού και αποκαλύπτονται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων) που σχετίζονται με τη βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέλεση ή δίωξη, ή την εκδίκαση προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση. Τα πρόσωπα αυτά ή οι αρχές χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μόνο για τους ως άνω σκοπούς. Μπορούν να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στο δικαστήριο κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία ή σε δικαστικές αποφάσεις.

2.Σε καμιά περίπτωση οι διατάξεις της § 1 δεν ερμηνεύονται ότι επιβάλλουν σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη την υποχρέωση.
α)να λαμβάνει διοικητικά μέτρα αντίθετα με τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου συμβαλλόμενους κράτους.
β)να παρέχει πληροφορίες που δεν μπορούν να αποκτηθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία ή κατά τη συνήθη πρακτική της διοίκησης αυτού ή του άλλου συμβαλλόμενου κράτους.
γ)να παρέχει πληροφορίες που να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε συναλλακτικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή παραγωγική διαδικασία ή πληροφορία, η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη σε κανόνα δημόσιας τάξης (ORDER PUBLIC)».
Επίσης , στις διατάξεις των άρθρων 19 επ. του Κεφαλαίου Β'-ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΝΔΟΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ- του Ν. 1914/1990 (ΦΕΚ, Α'τ. 178/17-12-1990), που ενσωμάτωσε την Οδηγία του Ε.Σ. υπ' αριθμ.77/199 της 19-12-1977, όπως συμπληρώθηκε με την Οδηγία 79/1070/6-12-1979 (για θέματα αμοιβαίας βοήθειας), ορίζεται ότι: « 'Αρθρο 19 Συνεργασία με τις χώρες της ΕΟΚ σε φορολογικά θέματα- Ο Υπουργός των Οικονομικών ή ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του συνεργάζεται με τις αρμόδιες φορολογικές αρχές των κρατών -μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 -23 του παρόντος. 'Αρθρο 20- Ανταλλαγή πληροφοριών - Ι.Ο Υπουργός των Οικονομικών ή ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του παρέχει, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 21 του παρόντος, προς τις αρμόδιες αρχές των κρατών — μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ), ύστερα από αίτηση τους σχετικά με ορισμένη περίπτωση, πληροφορίες, απαραίτητες σ1 αυτές για τον ορθό καθορισμό του φόρου εισοδήματος φυσικά)ν και νομικών προσώπων, του φόρου κεφαλαίου, του φόρου υπεραξίας κεφαλαίου, καθώς και του φόρου προστιθέμενης αξίας ή άλλων φόρων, τελών και δασμών.

2. Ο Υπουργός των Οικονομικών ή ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του μπορεί να ζητήσει αντίστοιχα από τις αρμόδιες αρχές των κρατών - μελών της ΕΟΚ, πληροφορίες, οι οποίες αναφέρονται στην § 1 του άρθρου αυτού.

3. Οι διατάξεις των παράγραφο)ν 1 και 2 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται επίσης και σε περιπτώσεις όμοιων ή παρόμοιας φύσης φόρων, οι οποίοι ισχύουν ή τυχόν θα επιβληθούν μεταγενεστέρως είτε επιπλέον των φόρων που αναφέρονται στην § 1 του άρθρου αυτού είτε σε αντικατάσταση τους   
'Αρθρο 22 -Απόρρητο το)ν πληροφοριών που παρέχονται από τα άλλα κράτη μέλη.
Κάθε πληροφορία απ' αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 20 του παρόντος, η οποία χορηγείται στην αρμόδια ελληνική αρχή από τα άλλα κράτη - μέλη, θεωρείται απόρρητη σύμφωνα με τις σχετικές διατάζεις της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας ».

Εξ άλλου , στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 85 του Κ.Ν. 2238/1994 «Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος» και υπό τον τίτλο «φορολογικό απόρρητο», ορίζεται ότι: «Οι δηλώσεις φόρου του παρόντος χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για φορολογικούς σκοπούς και δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση τους για δίωξη εκείνου που υπέβαλε τη δήλωση ή του προσώπου από το οποίο αυτός απέκτησε το εισόδημα, για παράβαση των κειμένων διατάξεων.

2. Οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων, τα φύλλα ελέγχου, οι αποφάσεις του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και κάθε στοιχείο του φακέλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από το φορολογούμενο στον οποίο αφορούν αυτά..

Διατάξεις περί φορολογικού απορρήτου είναι και αυτές των άρθρων 31 και 35 παρ. 1 του Π.Δ. 186/1992 «Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων», αυτές του άρθρου 11 νέου Τελωνειακού Κώδικα, (Ν.2960/200Ι), του άρθρου 53 του Ν. 1642/1986 (Φ.Π.Α) καθώς και του άρθρου 103 του Ν.Δ. 118/1973 (φορολογία κληρονομιών κλπ)....

II. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: 1)Με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας υλοποιείται η θεμελιώδης αρχή της δημοσιότητας και της φανερής δράσεως (διαφάνειας) της Διοικήσεως, με την αναγνώριση σε κάθε ενδιαφερόμενο του δικαιώματος γνώσεως των διοικητικών εγγράφων, το οποίο ασκείται είτε με επιτόπια μελέτη είτε με χορήγηση αντιγράφου αυτών.

Στο άρθρο αυτό διαλαμβάνονται οι ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 1599/1986, με το οποίο είχε καθιερωθεί η ανωτέρω αρχή, με ουσιώδεις διαφοροποιήσεις, κυρίως ως προς τα ιδιωτικά έγγραφα.
 
Ως προς τα διοικητικά, όμως, έγγραφα επαναλαμβάνεται ο ήδη ισχύων κανόνας για το δικαίωμα λήψης γνώσης τους χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης εννόμου συμφέροντος (βλ. σχ. Αιτιολογική Έκθεση- άρθρο 5 Ν. 2690/1999).

Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως είναι τα ενδεικτικά αναφερόμενα στην παρ. 1 του παραπάνω άρθρου, αλλά και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο συντάσσεται από αυτές, αρκεί να έχει τελειωθεί η διαδικασία της εκδόσεως του ή τουλάχιστον καταρτίσεως (σχέδιο) και έχει οριστικοποιηθεί το περιεχόμενο του, φέρει δε υπογραφή καθώς και τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ορισμένη διοικητική αρχή προελεύσεως του (βλ. Δ. Σολδάτος -Κωδ. Διοικητικής Διαδικασίας, εκδ. 2000, σελ. 47). Το δε δικαίωμα γνώσεως των διοικητικών εγγράφων, κάμπτεται όταν πρόκειται για έγγραφο που αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου ή αν παραβλάπτεται απόρρητο που προβλέπεται από ειδικές διατάξεις, με περαιτέρω δυνατότητα αρνήσεως ικανοποιήσεως του αν το έγγραφο αναφέρεται στις συζητήσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή αν η ικανοποίηση του δικαιώματος μπορεί να δυσχεράνει ουσιωδώς την έρευνα των αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 (ήτοι δικαστικών, διοικητικών, αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών σχετικών με την τέλεση εγκλήματος και διοικητικής παράβασης) και με επιφύλαξη κατά την άσκηση του προκειμένου δικαιώματος της υπάρξεως τυχόν δικαιωμάτων πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει μεν ότι ο νομοθέτης αποσυνέδεσε την πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα από την ανάγκη επικλήσεως και αποδείξεως εννόμου συμφέροντος, αλλά προέβη σε ρητή καθιέρωση του (ευλόγου) ενδιαφέροντος του αιτούντος (« κάθε ενδιαφερόμενος») ως προϋποθέσεως για τη θεμελίωση του δικαιώματος γνώσης των διοικητικών εγγράφων, όπως εξ άλλου είχε γίνει δεκτό και από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με την προϊσχύσασα αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 1599/1117).(βλ. γν. Ν.Σ.Κ. 16/2003, με παραπομπές σε γνωμοδοτήσεις του Ν.Σ.Κ. και στην νομολογία του ΣτΕ σχετικά με την προϊσχύσασα αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 1599/1986, 76/2002, 561/1999 κ.ά). Υποστηρίζεται ότι, η προϋπόθεση κατά την προηγούμενη νομολογία του «ευλόγου ενδιαφέροντος» αντιστοιχεί στην γενική διάταξη που ορίζει ότι η Διοίκηση απαλλάσσεται από την υποχρέωση ν' αποφασίσει να απαντήσει στον διοικούμενο, «αν το αίτημα είναι προδήλως παράνομο ή επαναλαμβάνεται κατά τρόπο καταχρηστικό» (άρθρο 4 § 3, Κ.Δ.Δ.). Το αίτημα, βεβαίως, μπορεί να είναι και «καταχρηστικό» και όταν διατυπώνεται για πρώτη φορά. Σύμφωνα με την άποψη αυτή μόνο υπό αυτή την έννοια αποτελεί προϋπόθεση το εύλογο ενδιαφέρον (βλ. Τάχος Α., Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας (ν.2690/1999). έκδ. 2002 σελ. 121, 122).

Πράγματι, χωρίς αμφιβολία, η ευχέρεια των διοικούμενων να λαμβάνουν γνώση διοικητικών εγγράφων (ή και ιδιωτικών υπό τις προϋποθέσεις του Ν. 2690/1999), υπόκειται στον από το άρθρο 25 παρ. 3 του Συν/τος επιβαλλόμενο περιορισμό της απαγορεύσεως της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, ο οποίος μπορεί και πρέπει ν' αποτελεί χρήσιμο οδηγό, ως δεσμευτική διάταξη για τις υπηρεσίες του δημοσίου τομέα, τα δικαστήρια και τους διοικούμενους (βλ. γν. Ν.Σ.Κ. 338/1995, όπου και παραπομπές στη βιβλιογραφία και άλλες γν. Ν.Σ.Κ., 324/2002 κ.ά). Τα ίδια , βεβαίως πρέπει να γίνουν δεκτά και επί αιτήσεως παροχής πληροφοριών.

2)Σχετικά με την υποχρέωση της Διοικήσεως να δίδει γενικώς «πληροφορίες στους ενδιαφερόμενους, η Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με την υπ' αριθμ.723/2000 γνωμοδότηση της, κατέληξε, κατά πλειοψηφία στην εξής άποψη: «Ότι ο νομοθέτης με υπόβαθρο την ρηθείσα Συνταγματική διάταξη και επιθυμία του να υλοποιήσει τη βασική και θεμελιώδη αρχή της δημοσιότητας και διαφάνειας στη δράση της Διοικήσεως, αρχικά με το Ν. 1599/1986 και στη συνέχεια με το Ν.2690/99, θέσπισε κανόνες σύμφωνα με τους οποίους κάθε ενδιαφερόμενος ή έχων ειδικό έννομο συμφέρον δικαιούται να λαμβάνει γνώση των διοικητικών ή ιδιωτικών εγγράφων, αντιστοίχως, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο νόμο αυτό. Ο νομοθέτης την κατά τη Συνταγματική διάταξη «πληροφόρηση» συγκεκριμενοποιεί, καθ' ο είχε δικαίωμα, στο δικαίωμα του «ενδιαφερόμενου πολίτη», να λάβει γνώση των διοικητικών εγγράφων, που ενδιαφέρει εν προκειμένω και δή είτε με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας είτε με την χορήγηση σ' αυτόν αντιγράφου του συγκεκριμένου εγγράφου. Ο αυτός όμως νομοθέτης απέφυγε, εν γνώσει του, να υποχρεώσει τη Διοίκηση, σε παροχή, γενικώς «πληροφοριών», εκτός του παραπάνο3 τρόπου, μη επιθυμώντας να εμπλέξει τη Διοίκηση σε ερμηνείες ή συμπεράσματα επί εγγράφων ή να υποχρεώσει αυτή σε σύνθετες ενέργειες προκειμένου να παράσχει «πληροφορία» , με κίνδυνο η πληροφόρηση να είναι ατελής ή μη προσήκουσα. Για το λόγο αυτό θέτει στη διάθεση του ενδιαφερομένου αυτά τούτα τα διοικητικά έγγραφα, τα οποία εκείνος θα επιλέξει και θα ζητήσει να μελετήσει ή να λάβει αντίγραφα τους, προκειμένου ο ίδιος να διαμορφώσει γνώμη για την νομιμότητα τους και το περιεχόμενο τους χωρίς να πλανάται υποψία ότι υπήρξε «παραπληροφόρηση του» από τη Διοίκηση. Δηλαδή δι' αυτού του τρόπου εξασφαλίζεται πληρέστερα η δημοσιότητα και η διαφάνεια στη δράση της Διοικήσεως.
Περαιτέρω και σύμφωνα με τα παραπάνω, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, η πιο πάνω αρχή, της μη υποχρεώσεως για παροχή πληροφοριών, κάμπτεται μόνο όταν ζητείται πληροφορία για τα εξωτερικά γνωρίσματα συγκεκριμένου εγγράφου (πρωτόκολλο, υπογραφές κλπ), για την παροχή της οποίας δεν απαιτείται αξιολόγηση ή κρίση επί του εγγράφου αυτού από τα όργανα της Διοικήσεως και που μπορεί να παρασχεθεί με απλή θεώρηση του σχετικού εγγράφου» (βλ. και γν. ΒΤμ. Ν.Σ.Κ. 324/2002).

Εξ' άλλου, κατά γενική αρχή του Δημοσίου δικαίου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά τους νόμους 1599/1986, αρχικά και 2690/1999, μεταγενέστερα, ως προς την υποχρέωση της Διοικήσεως προς παροχή στοιχείων, που τηρούνται στην υπηρεσία (και όχι αντιγράφων συγκεκριμένων δημοσίων εγγράφων ή χορήγηση δυνατότητας επιτόπιας μελέτης αυτών), επειδή , κατά τα προαναφερθέντα, δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση νια την παροχή πληροφοριών, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα που ασκούν διοίκηση οφείλουν κατόπιν αιτήσεως των διοικούμενων, να τους χορηγούν τα στοιχεία που τηρούνται στην υπηρεσία, εφ' όσον είναι, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα εφικτό, αλλά μόνο αν τούτο παρίσταται αναγκαίο για την επιδίωξη συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος (βλ. γν. ΝΣΚ 209/1993 και 324/2002).

Τόσο, όμως, στην περίπτωση αιτήσεως παροχής πληροφοριών, όσο και στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν ζητάει μόνο στοιχεία και πληροφορίες από τη Διοίκηση, αλλά να λάβει γνώση διοικητικών ή και ιδιωτικών εγγράφων και πάλι το ζητούμενο έγγραφο πρέπει να είναι υπαρκτό και να προσδιορίζεται από τον ενδιαφερόμενο κατά τρόπο σαφή, καθ' όσον η Διοίκηση δεν υποχρεούται να προβαίνει σε χρονοβόρες και επίπονες αναζητήσεις προς εντοπισμό του (βλ. γν. Ολ. ΝΣΚ 723/2000, 727/2001 κ.ά) και φυσικά, κατά τα προαναφερθέντα, οι πληροφορίες να μη ζητούνται καταχρηστικά..

3)Εξ' άλλου, στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 27 της διμερούς συμβάσεως μεταξύ Ελλάδας - Ιταλίας, για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σε σχέση με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου και την αποτροπή της φοροδιαφυγής, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 1927/1994 και έτσι, κατά το Σύνταγμα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διατάξεως νόμου, καθιερώνεται το απόρρητο όλων των πληροφοριών που λαμβάνονται από το αντισυμβαλλόμενο κράτος, κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του κράτους αυτού, με δυνατότητα αποκαλύψεως αυτών μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων) που σχετίζονται με τη βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέλεση ή δίωξη, ή την εκδίκαση προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση.

Στις δε, επίσης προαναφερθείσες, διατάξεις του άρθρου 22 επ. του Ν. 1914/1990, περί αμοιβαίας βοήθειας και συνεργασίας με τις χώρες της Ε.Κ. , σε φορολογικά θέματα, καθιερώνεται (άρθρο 22) πάλι το απόρρητο των πληροφοριών που παρέχονται από τα άλλα κράτη - μέλη , σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας.
Και στις δύο, λοιπόν ,ως άνω περιπτώσεις, απόρρητες πληροφορίες θεωρούνται αυτές που χαρακτηρίζονται έτσι από την εσωτερική φορολογική νομοθεσία.

Όπως δε προκύπτει τόσο από τη διατύπωση όσο και από την ορθή ερμηνεία των ως άνω, περί φορολογικού απορρήτου, διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας (άρθρο 85 K.N. 2238/1994, 31 Π.Δ. 186/1992 κ.ά), οι αφορώσες το φορολογικό απόρρητο ρυθμίσεις θεσπισθείσες προς το σκοπό της προστασίας των συμφερόντων των φορολογουμένων, συνιστούν ένα αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο προστασίας του φορολογικού απορρήτου, που καλύπτει το σύνολο των στοιχείων εκείνων τα οποία δημιουργούν ή προσδιορίζουν την φορολογική ενοχή του φυσικού ή νομικού προσώπου στα πλαίσια της αμέσου ή εμμέσου φορολογίας (βλ. εισηγητική έκθεση επί του κωδικοποιηθέντος ήδη άρθρου 69 του Ν.Δ.3323/55) . Το απόρρητο τούτο υφίσταται και δρα δεσμευτικώς μεταξύ της αρμόδιας φορολογικής αργής και του φορολογουμένου προσώπου και δημιουργεί βασικώς την υποχρέωση της πρώτης και των αρμοδίων εν γένει οργάνων, όπως αποφεύγουν κάθε ενέργεια με την οποία το περιεχόμενο του απ' αυτούς τηρουμένου φακέλου περί του φορολογουμένου ήθελε περιέλθει σε πρόσωπο μη εξομοιούμενο υπό του δικαίου προς αυτόν τούτο τον φορολογούμενο υπέρ του οποίου λειτουργεί το ρηθέν απόρρητο (βλ. υπ' αριθμ. 710/1993 Γνωμοδότηση της Ολ.Ν.Σ.Κ.).

Είναι προφανές επίσης ότι, θεσπίζοντας ο νομοθέτης το φορολογικό απόρρητο, σκοπό έχει την προστασία του συμφέροντος του φορολογουμένου, ο οποίος έτσι αποφεύγει ανεπιθύμητες υπεισελεύσεις τρίτων εντός του κύκλου των μεθόδων και ενεργειών του κατά την οργάνωση και εκτέλεση των οικονομικών αυτού σχεδίων, προγραμμάτων και εκ τούτων αποτελεσμάτων, (βλ. γν. Ολ,Ν.Σ.Κ. 186/2002,623/1995, 112/2002).

Επομένως, το φορολογικό απόρρητο 6εν μπορεί να αντιταχθεί κατά του φορολογουμένου, αλλά μόνο υπέρ αυτού και έναντι τρίτων και δεν είναι δυνατόν η Διοίκηση να αρνηθεί να χορηγήσει σε διοικούμενο αντίγραφα διοικητικών εγγράφων ή πληροφορίες που προκύπτουν από τέτοια έγγραφα, φορολογικού περιεχομένου, που τον αφορούν, εκτός αν υπάρχει ειδική διάταξη που απαγορεύει αυτό, όπως η, βάσει των γενικών διατάξεων του άρθρου 5 του Κ.Δ,Δ, προσωρινή δυνατότητα τέτοιας αρνήσεως εκ μέρους της Διοικήσεως, εάν αυτή κρίνει ότι με την παροχή τέτοιων πληροφοριών είναι δυνατόν να δυσχερανθεί ουσιωδώς η έρευνα δικαστικών, διοικητικών, αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών σχετικώς με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παραβάσεως.
Πάντως, αν και το φορολογικό απόρρητο αποτελεί ειδικότερη μορφή του υπηρεσιακού απορρήτου (άρθρ.26 Ν.2683/1999), η υποχρέωση εχεμύθειας των φορολογικών Αρχών δεν αντιτάσσεται στις περιπτώσεις των φορολογημένων που έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση των διοικητικών εγγράφων και των πληροφοριών που τους αφορούν.

III. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το πραγματικό του ερωτήματος, που ετέθη υπόψη μας από την ερωτώσα Υπηρεσία, κατόπιν της από 15-5-02 αιτήσεως πληροφοριών του κ. Π. Λουλουδάκη, το 1996, υπάλληλοι της Ειδικής Υπηρεσίας τελωνειακών Ερευνών, (Ε.Υ.Τ.Ε.Ο) διενεργώντας έλεγχο, εντόπισαν τρία (3) αυτοκίνητα με ιταλικός πινακίδες τα οποία ανήκαν στον αιτούντα. Μετά την αναγκαία έρευνα, συνετάχθη έκθεση από την Ε.Υ.Τ.Ε.Ο. και διαπιστώθηκε παράβαση των διατάξεων των άρθρων 75, 79 και 80 του τότε ισχύοντος νόμου 2127/1993, περί φορολογίας αυτοκινήτων και επεβλήθησαν σε βάρος του ανωτέρα), με την καταλογιστική πράξη υπ' αριθμ. 148/95/96, δασμοί και φόροι 72.216.960 δρχ. κατ' εφαρμογή του άρθρου 97, παραγρ. 3 του Ν.1165/1918, λόγω εκ προθέσεως μη καταβολής των οφειλομένων φόρων και δασμών, πρόστιμο συνολικά 300.000 δραχμών για τα τρία οχήματα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 88, παραγρ. 2, στοιχ. α' του Ν. 2127/1993, για παράλειψη υποβολής δηλώσεως κατά την είσοδο στο ελληνικό έδαφος καθώς και πρόστιμο 5.000.000 δρχ. για καθένα από τα δύο αυτοκίνητα (Β. MW και Fiat iveco) και 1.000.000 για το αυτοκίνητο Ford Fiesta, κατ' εφαρμογή του άρθρου 88 § 2, στοιχ. ζ' , του Ν. 2127/1993 για κατοχή και χρήση αυτοκινήτων χωρίς δικαίωμα προσωρινής απαλλαγής.

Στις 7-2-1996 ο Π. Λουλουδάκης άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου προσφυγή κατά της ως άνω πράξεως, ισχυριζόμενος, μεταξύ των άλλων, ότι δεν είχε τη «συνήθη κατοικία» του στην Ελλάδα. Το ανωτέρω Δικαστήριο, ζήτησε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 83/182/ Ε.O.K. του Συμβουλίου της 28'κ -3-1983, για τις φορολογικές ατέλειες, που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων (E.E.L. 105, σ.59) και το Δ.Ε.Κ, εξέδωσε την απόφαση του της 12IK-7-2001, στην οποία, μεταξύ των άλλων, αναφέρεται ότι «Το Εθνικό δικαστήριο, οφείλει να προβεί σε σφαιρική εκτίμηση των σχετικών με τους δεσμούς στοιχείων, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που του έχουν προσκομισθεί », προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της «συνήθους κατοικίας» του ενδιαφερομένου και να αποφασίσει περί της απαλλαγής ή μη αυτού από τον ειδικό φόρο καταναλώσεως,

Επίσης, ο Π. Λουλουδάκης, στις 27-12-2000 κατέθεσε αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας αποζημίωση ύψους περίπου 4.000.000.000 δραχμών, για ηθική βλάβη, θετική και αποθετική ζημία κλπ. επικαλούμενος παράνομες πράξεις των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την σε βάρος του επιβολή των ως άνω κυρώσεων.

Η αγωγή αυτή δεν έχει ακόμα συζητηθεί.

Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Δ.Ε.Κ. και προ της εκ νέου συζητήσεως της ως άνω από 1-4-1996 προσφυγής του αιτούντος και της από 27-12-2000 αγωγής του, ο χειριζόμενος την υπόθεση εκπρόσωπος του Ελλ. Δημοσίου, που υπηρετεί στο Δικαστικό Γραφείο Ηρακλείου, απέστειλε προς το Τμ. Α' φορολογικών θεμάτων - Δ/νση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπ. Οικονομικών-, έγγραφο, με το οποίο ζητούσε περισσότερα στοιχεία και πληροφορίες προς απόδειξη, μεταξύ των άλλων, του τόπου «της συνήθους κατοικίας» του ως άνω, προς απόκρουση των αγωγών αυτών και την υπεράσπιση των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου, όπως είχε δικαίωμα, αλλά και καθήκον κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 α και 20 1) του τότε ισχύοντος Π.Δ.282/1996 (ΦΕΚ Α', 199), περί Οργανισμού του Ν.Σ.Κ., ενέργειες σύμφωνες και με τον τώρα ισχύοντα Ν. 3086/2002 (ΦΕΚ Α' , 324/23-12-2002), περί Νομικού συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 2 α και 22 παρ.1). Στη συνέχεια, η ερωτώσα Υπηρεσία απέστειλε σχετικό έγγραφο προς τις αρμόδιες φορολογικές αρχές της Ιταλίας, ζητώντας συμπληρωματικά στοιχεία για τον ανωτέρω, μέσα στα πλαίσια της υποχρεώσεως που είχε η Διοίκηση, βάσει των διατάξεων της παρ. 2, του άρθρου 20 του ως άνω Π.Δ. 282/1996, να συνδράμει τα μέλη του Ν.Σ.Κ. στην άσκηση των καθηκόντων τους (τώρα αντίστοιχη, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 22 του Ν. 3086/2002) αλλά και του δικαιώματος, που έχει αυτή, βάσει των προεκτεθεισών διατάξεων του άρθρου 27 της ως άνω διμερούς συμβάσεως Ελλάδας- Ιταλίας και των άρθρων 19 μέχρι και 23 του Ν. 1914/1990, περί ανταλλαγής φορολογικής φύσεως πληροφοριών προς πάταξη της φοροδιαφυγής, αλλά και την αποφυγή της διπλής φορολογίας. Η απάντηση δόθηκε στις 23-5-2002.

Εν τω μεταξύ, σύμφωνα πάντα με τα αναφερόμενα στο υπ' αριθμ. πρωτ. 653/02/ΔΟΣ /6-6-2002 έγγραφο της ερωτώσας Υπηρεσίας, είχαν προηγηθεί οι εξής ενέργειες:

Στις 28-8-2001 απεστάλη στην ερωτώσα Υπηρεσία από την Α' Δ.Ο.Υ. Χανίων, αίτημα σχετικά με τη φορολογική κατοικία του Λουλουδάκη και το ύψος των εισοδημάτων που δηλώνει εκεί. Επιπλέον δόθηκαν ορισμένα στοιχεία τηλεφωνικώς στην προϊσταμένη του Τμήματος κα Μ. Σαραντίτη.

Στις 31-8-2001 απεστάλη από την ίδια Υπηρεσία έγγραφο στις αρμόδιες φορολογικές αρχές της Ιταλίας, με το οποίο εζητούντο στοιχεία για τον κ. Λουλουδάκη και την επιχείρηση του.

Στις 10-10-2001 περιήλθε στην Υπηρεσία έγγραφο της Δ 14 με το οποίο της έστελνε έγγραφο του Σ.Δ.Ο.Ε. Κρήτης, λόγω αρμοδιότητας .
Στις 17-10-2001 απεστάλη εκ νέου από την ίδια Υπηρεσία έγγραφο, στις αρμόδιες φορολογικές αμ>χές της Ιταλίας με το οποίο ζητούντο συμπληρωματικά στοιχεία για τον κ. Λουλουδάκη και την επιχείρηση του.

Στις 15-1-2002 περιήλθε στην Υπηρεσία έγγραφο των φορολογικών αρχών της Ιταλίας, ως απάντηση στο αίτημα της από 31-8-2001. Σημειώνεται ότι, το έγγραφο των Ιταλικών αρχών απαντά σε μερικά από τα ερωτήματα που έθετε το έγγραφο της ερωτώσας Υπηρεσίας.

Την 1-2-2002, η Υπηρεσία έστειλε έγγραφο προς το Σ.Δ.Ο.Ε. Κρήτης, στο οποίο αναφέρονται οι πληροφορίες τις οποίες είχαν αποστείλει οι Ιταλικές φορολογικές αρχές προς την Υπηρεσία.

Το έγγραφο αυτό φαίνεται ότι περιήλθε σε γνώση του κ. Λουλουδάκη. Όπως προκύπτει και από τα δύο ως άνω έγγραφα προς τις αρμόδιες Ιταλικές Αρχές, αυτά εστάλησαν στα πλαίσια διενεργείας σχετικού φορολογικού ελέγχου, που αφορούσε τον ανωτέρω.

IV. Ενόψει των προαναφερθέντων:

Α) Κατά την γνώμη όλων των παρισταμένων Νομικών Συμβούλων του Κράτους, πλην του Π. Κιούση. ο αιτών, αν και αναφέρει στο έγγραφο αίτημα του προς την ερωτώσα Υπηρεσία: «Θα ήθελα να με πληροφορήσετε τα κάτωθι», εκτός από τις πληροφορίες που ζητάει, ήτοι, ποιος ο λόγος που ζητήθηκαν πληροφορίες από την Ιταλία, βάσει ποιου εγγράφου και με πρωτοβουλία ποιας Υπηρεσίας ζητήθηκαν οι πληροφορίες αυτές και από ποια Ιταλική Υπηρεσία ζητήθηκαν οι πληροφορίες που προκύπτουν από διοικητικά έγγραφα, ζητάει συγχρόνως να λάβει γνώση των εγγράφων τα οποία η Υπηρεσία απέστειλε προς τις Ιταλικές Αρχές ζητώντας φορολογικής φύσεως πληροφορίες, που τον αφορούσαν.

Κατ' αρχήν, το αίτημα του αιτούντος περί γνώσεως των ανωτέρω τριών εγγράφων με τα οποία ζητήθηκαν από την Υπηρεσία οι πληροφορίες από τις Ιταλικές Αρχές θα πρέπει να ικανοποιηθεί από τη Διοίκηση, κατά ένα από τους αναφερόμενους στην διάταξη της παραγρ.4, του άρθρου 5 του Ν.2690/1999 τρόπους, δηλαδή, ή με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της Υπηρεσίας ή με χορήγηση αντιγράφου. Και τούτο διότι, πρόκειται περί διοικητικών εγγράφων, που έχουν, δηλαδή, συνταχθεί από δημόσια υπηρεσία, υπαρκτών, συγκεκριμένων και ολοκληρωμένων και δεν υπάρχει ειδική διάταξη που να απαγορεύει τη γνώση της, ούτε το περιεχόμενο της καλύπτεται από το φορολογικό απόρρητο, κατά τα προαναφερθέντα, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την ερωτώσα Υπηρεσία.

Όταν δε ο αιτών λάβει γνώση του περιεχομένου των ανωτέρω διοικητικών εγγράφων, από αυτό θα λάβει και όλες σχεδόν τις ζητούμενες πληροφορίες. Ήτοι, θα πληροφορηθεί, ποιος ο λόγος που ζητήθηκαν οι ως άνω πληροφορίες από την Ιταλία και από ποια Ιταλική Υπηρεσία ζητήθηκαν αυτές και δεν χρειάζεται η Υπηρεσία να προβεί σε κάποια περαιτέρω ενέργεια σχετικά με τη χορήγηση των πληροφοριών αυτών.

Οι μόνες πληροφορίες, που ζητούνται και που δεν προκύπτουν από τα ανωτέρω διοικητικά έγγραφα είναι βάσει ποίων εγγράφων και με πρωτοβουλία ποιας Υπηρεσίας ζητήθηκαν πληροφορίες από τις Ιταλικές Αρχές. Εδώ, προφανώς, κατά την ομόφωνη άποψη του Τμήματος ζητούντα οι αριθμοί πρωτοκόλλου των εγγράφων που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαφόρων αρμοδίων υπηρεσιών, περί της ανάγκης αιτήσεως πληροφοριών και οι Υπηρεσίες από τις οποίες προέρχονται αυτά. Αυτές οι πληροφορίες, επειδή αποτελούν εξωτερικά στοιχεία συγκεκριμένων διοικητικών εγγράφουν και εντοπίζονται εύκολα με απλή θεώρηση αυτών, πρόκειται δε περί εγγράφων που υπάρχουν όλα στον οικείο φάκελλο της Υπηρεσίας , η δε Υπηρεσία τα αναφέρει ρητά στο ως άνω υπ' αριθμ.πρωτ.653/02/Δ.Ο.Σ/6-6-2002 έγγραφο της, με το οποίο υπεβλήθη το παρόν ερώτημα, πρέπει να δοθούν, κατά τα προεκτεθέντα.
Επίσης , δεν προκύπτει από το τεθέν πραγματικό ότι οι πληροφορίες ζητούνται κατά τρόπο καταχρηστικό από τον αιτούντα.

Β) Κατά τη μειοψηφήσασα, όμως, άποψη του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Παναγιώτη Κιούση, από την από 1-02-2002 αίτηση του Π. Λουλουδάκη προκύπτει ότι αυτός ζήτησε να του δοθούν μόνο πληροφορίες, μεταξύ των οποίων και περί των αριθμών πρωτοκόλλων των εγγράφων που απέστειλε η Υπηρεσία προς τις Ιταλικές Αρχές και όχι να λάβει γνώση όλου του περιεχομένου των αντιστοίχων διοικητικών εγγράφων.

Όλες αυτές οι πληροφορίες πρέπει να δοθούν για τους ιδίους ως άνω αναπτυχθέντες λόγους.
Βεβαίως, οι λόγοι που ζητήθηκαν οι πληροφορίες από την Ιταλία, δεν προκύπτουν από εξωτερικά γνωρίσματα των σχετικών διοικητικών εγγράφων. Επειδή, όμως, από την απλή ανάγνωση αυτών και χωρίς καμία ιδιαίτερη εκτίμηση ή επεξεργασία από την Υπηρεσία, προκύπτουν οι λόγοι αυτοί, ο δε αιτών έχει συγκεκριμένο έννομο συμφέρον να ζητήσει αυτή την πληροφορία, όπως άλλως τε και όλες τις άλλες πληροφορίες, διότι και κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως του και τώρα ακόμα, εκκρεμούν δικαστικές υποθέσεις μεταξύ αυτού και του Ελληνικού Δημοσίου, που αφορούν το νόμιμο ή μη της εκδόσεως της ως άνω καταλογιστικής πράξεως σε βάρος του, λόγω παραβιάσεως των σχετικών διατάξεων περί του ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατόπιν εισαγωγής στην Ελλάδα τριών αυτοκινήτων με ιταλικές πινακίδες και της ανάγκης αποδείξεως του τόπου της   «συνήθους κατοικίας» του, μετά   και την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Δ.Ε.Κ. της 12ι,ς-7-200Ι, και αυτή η πληροφορία πρέπει να δοθεί στον αιτούντα.

Γ)Όπως προαναφέρθηκε, ο αιτών έχει όχι μόνο εύλογο ενδιαφέρον, αλλά και συγκεκριμένο συμφέρον να μάθει τις ως άνω πληροφορίες που οδήγησαν στο να δώσουν οι αρμόδιες ιταλικές Αρχε•, στοιχεία και πληροφορίες, που είτε έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί είτε πρόκειται να προσαχθούν προς αντίκρουση των ισχυρισμών του που περιλαμβάνονται στις ως άνω προσφυγή και αγωγή του προς το Διοικητικό Πρωτοδικείο Ηρακλείου, γεγονότα που προκύπτουν από όλη την αλληλογραφία μεταξύ του χειριζόμενου την υπόθεση δικαστικού γραφείου Ηρακλείου και των αρμοδίων Υπηρεσιών.

Όπως δε προκύπτει από τα συγκεκριμένα διοικητικά έγγραφα που υπάρχουν στον φάκελλο τον ερωιι'ιματος ο λόγος που απεστάλησαν τα μεν δύο πρώτα έγγραφα προς τις αρμόδιες Ιταλικές Αρχές είναι για να δοθούν πληροφορίες που αφορούν τη «συνήθη κατοικία» του κ. Λουλουδάκη στα πλαίσια σχετικών φορολογικών ελέγχων, που και αυτός δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του αιτούντος για να του δοθούν οι ως άνω πληροφορίες, το δε τρίτο, για να χρησιμοποιηθούν, όσες από τις πληροφορίες κρίνονται αναγκαίες, για την απόδειξη του τόπου της «συνήθους κατοικίας» του ανωτέρω και αντίκρουση των δύο ως άνω αγωγών του, όπίος είχε καθήκον η Διοίκηση, αλλά και ο χειριζόμενος την υπόθεση εκπρόσωπος του Δημοσίου.

Δ) Εξ1 άλλου, στην προκείμενη περίπτωση τόσο των διοικητικών εγγράφων των οποίων ζητείται η γνώση, όσο και των αιτουμένων πληροφοριών, δεν υπάρχει παραβίαση φορολογικού απορρήτου, που να προβλέπεται από ειδικές διατάξεις και να εμποδίζει την Διοίκηση να τις χορηγήσει στον κ. Λουλουδάκη, όπως λανθασμένα και αβάσιμα υπολαμβάνει η ερωτώσα Υπηρεσία, κατά τα αναλυτικά προεκτεθέντα.

Και τούτο διότι, δεν ζητούνται πληροφορίες που δόθηκαν από τις αρμόδιες ιταλικές Αρχές, αλλά πληροφορίες που προκύπτουν από διοικητικά έγγραφα, που συντάχθηκαν, πρωτοκολλήθηκαν και υπογράφηκαν από ελληνικές δημόσιες Υπηρεσίες, βάσει των οποίων οδηγήθηκε η ερωτώσα Δ/νση να ζητήσει τις πληροφορίες που είχαν, κυρίως, σχέση με τον τόπο «συνήθους κατοικίας» του αιτούντος καθώς και από τα ίδια τα έγγραφα που απευθύνθηκαν προς τις αρμόδιες ιταλικές Αρχές. Ανεξάρτητα, όμως από τα ανωτέρω, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι ορισμένες πληροφορίες από τις αιτούμενες, όπως, ποια η ερωτώσα Υπηρεσία, ποια η αρμόδια ιταλική Αρχή από την οποία ζητήθηκαν πληροφορίες και ποιος ο λόγος που ζητήθηκαν αυτές, εμπίπτουν στο απόρρητο των πληροφοριών των άρθρων 27 της ως άνω συμβάσεως μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας , για την αποφυγή διπλής φορολογίας και του άρθρου 22 του Ν. 1914/1990, για τις πληροφορίες φορολογικού χαρακτήρα που ανταλλάσσονται μεταξύ των χωρών της Ε.Ο.Κ. και πάλι, επειδή κατά τα ως άνω . με τις διατάξεις αυτές γίνεται παραπομπή στην εσωτερική (εθνική) νομοθεσία της Ελλάδος, σχετικά με το φορολογικό απόρρητο, αυτό δε, πάλι κατά τα αναλυτικά προεκτεθέντα υπό στοιχ. Π,-3), ενεργεί υπέρ του φορολογουμένου, έναντι τρίτων, δεν αντιτάσσεται κατά αυτού, όταν ζητάει πληροφορίες που τον αφορούν, όπως συμβαίνει με την προκείμενη περίπτωση του αιτούντος κατά του οποίου δεν μπορεί να αντιταχθεί το φορολογικό απόρρητο.

Ε) Θα πρέπει, όμως, να γίνει δεκτό ότι η δυνατότητα της διοικητικής αρχής να αρνηθεί την ικανοποίηση του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα, αν είναι δυνατόν να δυσχερανθεί ουσιωδώς η έρευνα δικαστικών, διοικητικών, αστυνομικών, ή στρατιωτικών αρχών, σχετικώς με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παραβάσεοκ, επεκτείνεται, πολύ περισσότερο και όταν ζητούνται πληροφορίες που προκύπτουν από συγκεκριμένα διοικητικά έγγραφα η χορήγηση των οποίων είναι δυνατόν να δυσχεράνει ουσιωδώς την έρευνα των ανωτέρω αρχών.

Εάν, λοιπόν, η Υπηρεσία τυχόν γνωρίζει ότι υπάρχει σε εξέλιξη διοικητική ή κάποια άλλη έρευνα σε βάρος του αιτούντος, σχετικά με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παραβάσεως και κρίνει ότι η ικανοποίηση του αιτήματος του μπορεί να δυσχεράνει ουσιωδώς την έρευνα αυτή, γεγονότα, όμως, που δεν προκύπτουν από το τεθέν υπόψη μας πραγματικό του ερωτήματος, μόνον τότε δικαιούται να απαντήσει αρνητικά, αλλά αιτιολογημένα.

Κατά συνέπεια, στο ως άνω τεθέν ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι, η Υπηρεσία υποχρεούται να κάνει δεκτή την από 1-2-2002 αίτηση του κ. Π. Λουλουδάκη και να του γνωρίσει τα τρία έγγραφα με τα οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες που τον αφορούσαν από τις Ιταλικές Αρχές, από το περιεχόμενο των οπο'ων θα μάθει και τις ζητούμενες από τη Διοίκηση πληροφορίες (Ποιος ο λόγος της ζήτησης πληροφοριών από την Ιταλία και από ποια Ιταλική Υπηρεσία ζητήθηκαν οι πληροφορίες αυτές).
Επίσης, η ερωτώσα Υπηρεσία θα πρέπει να πληροφορήσει τον αιτούντα τους αριθμούς πρωτοκόλλου των εγγράφων εσωτερικής αλληλογραφίας των Υπηρεσιών του Δημοσίου, βάσει των οποίων οδηγήθηκαν στο να ζητήσουν τις ανωτέρω πληροφορίες από τις Ιταλικές Αρχές και τις Υπηρεσίες από τις οποίες προέρχονται αυτά.


ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΕΚΤΕΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΛΠ ΑΝΤΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ
  • ΕΦΚΑ
Up
Close
Close
Κλείσιμο