Συνημμένα

Δημοσιεύθηκε στις : [ 05-10-2009 ]

ΑΠΟΦΑΣΗ 14822/17.9.2009 Λήψη απόφασης σχετικά με την «Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

(Λήψη απόφασης σχετικά με την «Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.)

Κατηγορία: Λοιπά

ΑΠΟΦΑΣΗ 14822/2009 - ΦΕΚ 2005/Β'/17.9.2009

Λήψη απόφασης σχετικά με την «Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.


ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΠ.Ε.Ι.Α.)

(Αριθμ. απόφ. 154/5Α/31.8.2009)

Εχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του ν. 3691/2008 «Πρόληψη και κατα­στολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομο­κρατίας και άλλες διατάξεις.» (ΦΕΚ 166 Α/5.8.2008),

2. Τις 40 Συστάσεις του Financial Action Task Force (F.A.T.F.) για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματι­κές δραστηριότητες και τις 9 Ειδικές Συστάσεις για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

3. Το άρθρο 90 του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α/98/2005) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, αποφασίζει:

και έπειτα από διαλογική συζήτηση, αποφασίζει ομό­φωνα:

 
'Αρθρο 1

Πεδίο Εφαρμογής

 

   1. Η απόφαση από κοινού με τα Παραρτήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ αυτής (εφεξής «απόφαση») αποσκοπεί στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρα­τίας κατά την εν Ελλάδι: α) άσκηση ασφαλίσεων ζωής, β) διαμεσολάβηση επ' αυτής και γ) παροχή υπηρεσιών σχετιζομένων με τις επενδύσεις, όπως ενδεικτικά υπηρε­σιών διάθεσης στην ελληνική αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων οριζόμενων σύμφωνα με το αρθρ. 5 ν. 3606/2007 (ΦΕΚ Α' 195), είτε από ελληνικές, είτε από αλλοδαπές εταιρείες (εφεξής οι «Υπηρεσίες»). Εξαιρείται η άσκηση ασφαλίσεων ζωής για τον κλάδο IV (ατύχημα, ασθένεια) του άρθρου 13 παρ. 2 ν.δ. 400/1970.

 

   2. Η απόφαση αφορά: α) τις ελληνικές ασφαλιστικές εται­ρείες και τα εν Ελλάδι υποκαταστήματα αλλοδαπών ασφα­λιστικών εταιρειών, των κοινοτικών συμπεριλαμβανομένων, β) τους ανεξάρτητους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές του αρθρ. 2 παρ. 5 π.δ. 190/2006 (ΦΕΚ Α' 196), εφόσον δραστη­ριοποιούνται στην Ελλάδα. (εφεξής οι «Εταιρείες»).

 

   3. Η απόφαση αφορά επίσης τα διευθυντικά στελέχη, τους υπαλλήλους, τους κατά την έννοια του αρθρ. 2 παρ. 7 π.δ. 190/2006 (ΦΕΚ Α' 196) συνδεδεμένους ασφα­λιστικούς διαμεσολαβητές ως και εν γένει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που παρέχει Υπηρεσίες για λογαρι­ασμό των Εταιρειών.

 

   4. Οι ασφαλιστικές εταιρείες ευθύνονται πλήρως για τη συμπεριφορά των υπαλλήλων, των στελεχών και των συν­δεδεμένων ασφαλιστικών διαμεσολαβητών τους. Οι ανε­ξάρτητοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές ευθύνονται πλήρως για τη συμπεριφορά των υπαλλήλων και στελεχών τους.

 

'Αρθρο 2

Ορισμοί

 

   1. Ως «πελάτης» νοείται: α) ο λήπτης της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενος της Εταιρείας), β) ο υπέρ ου η ασφάλιση αρχικώς ή μεταγενεστέρως κατονομασθείς στο ασφαλιστήριο τρίτος, κατά την έννοια των αρθρ. 1 παρ. 1, 9 και 27 παρ. 4 ν. 2496/1997 (ΦΕΚ Α' 87) (ασφαλι­σμένος), όπως ισχύει, γ) ο δικαιούχος του ασφαλίσματος κατά την έννοια του αρθρ. 28 παρ. 3 και 4 ν. 2496/1997 (ΦΕΚ Α' 87), εφόσον πρόκειται για πρόσωπο διαφορε­τικό από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο (ασφαλίσεις για τον κίνδυνο θανάτου τρίτου), δ) ο λή­πτης της υπηρεσίας που σχετίζεται με επένδυση ή ο εν γένει πραγματοποιών την επένδυση.

 

   2. Ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα τα οποία ελέγχουν τον πελάτη, ή το φυσικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου συνάπτεται η επιχειρηματική σχέση. Ως «πραγ­ματικός δικαιούχος» νοείται τουλάχιστον:

(α) όσον αφορά τις εταιρείες:

(i) το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα τα οποία ελέγχουν το νομικό πρόσωπο, κατέχοντας, αμέσως ή εμμέσως, ή ελέγχοντας επαρκές ποσοστό των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου του εν λόγω νομικού προσώπου, μεταξύ άλλων μέσω μετοχών στον κομιστή, εκτός από εταιρεία που έχει νόμιμα εισαχθεί σε οργανωμένη αγορά χώρας, η οποία έχει ενσωματώσει στο εθνικό της δίκαιο τις απαιτήσεις γνωστοποίησης σύμφωνα με την κοινοτι­κή νομοθεσία ή σε τρίτη χώρα στην οποία εφαρμόζονται ισότιμα διεθνή πρότυπα ποσοστό ύψους 25% συν μία μετοχή θεωρείται ότι πληροί το κριτήριο αυτό,

(ii) το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα τα οποία ασκούν κατ' άλλο τρόπο έλεγχο στη διαχείριση νομικού προσώπου

(β) όσον αφορά νομικά πρόσωπα και καταπιστεύματα που διαχειρίζονται ή διανέμουν κεφάλαια:

(i) όταν οι μελλοντικοί δικαιούχοι έχουν προσδιορισθεί ήδη, το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα που δικαιούνται το 25% ή περισσότερο των περιουσιακών στοιχείων νομικού προσώπου ή καταπιστεύματος,

(ii) όταν τα άτομα που αποτελούν δικαιούχους του νομικού προσώπου ή καταπιστεύματος δεν έχουν προσ­διορισθεί ακόμη, η κατηγορία προσώπων προς το συμ­φέρον της οποίας έχει κυρίως συσταθεί ή δραστηριο­ποιείται το νομικό πρόσωπο ή το καταπίστευμα,

(iii) το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο στο 25% ή περισσότερο των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου ή καταπιστεύματος,

 

   3. Ως «πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα» νοούνται: α) τα φυσικά πρόσωπα, στα οποία έχει ή είχε ανατεθεί σημαντικό δημόσιο λειτούργημα, ήτοι οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, οι υπουργοί, υφυπουργοί, γενικοί και ειδικοί γραμματείς υπουργείων, τα μέλη κοινοβουλίων, τα μέλη ανώτατων δικαστηρίων αρμόδιων για την έκδο­ση αμετάκλητων αποφάσεων, οι πρεσβευτές, οι ακόλου­θοι, οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και τα μέλη διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων ανεξάρτητων αρχών, ν.π.δ.δ. ή δημόσιων ορ­γανισμών κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου της παρ. 9 του αρθρ. 1 του π.δ. 60/2007 (ΦΕΚ Α' 64), β) οι άμεσοι στενοί συγγενείς αυτών, ήτοι ο (η) σύζυγος, ο (η) σύντροφος που θεωρείται από την εθνική νομοθεσία ως ισοδύναμος(-η) με τον (-την) σύζυγο, οι γονείς, τα παιδιά και οι σύζυγοι τους ή συγκατοικούντες σύντροφοί (κατά τα παραπάνω ισοδύναμοι με σύζυγο) τους, και γ) τα πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες των προσώπων αυτών. Στα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα, εφαρμόζονται μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας.

 

   4. Ως «επιχειρηματική σχέση» νοείται η επιχειρηματική, επαγγελματική ή εμπορική σχέση, η οποία συνδέεται με τις υπηρεσίες των Εταιρειών, περιλαμβανομένης ιδίως της παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών, υπηρεσιών σχε­τιζόμενων με επενδύσεις και υπηρεσιών ασφαλιστικής διαμεσολάβησης και η οποία αναμενόταν κατά το χρόνο σύναψής της να έχει κάποια διάρκεια.

 

   5. Ως «συναλλαγή» νοείται οιαδήποτε πράξη διενεργείται με πρωτοβουλία του πελάτη στα πλαίσια της επιχειρημα­τικής σχέσης, ενδεικτικά η σύναψη νέας ασφάλισης, η εξα­γορά συμβολαίου, το δάνειο επί ασφαλιστηρίου, η πώληση αμοιβαίου κεφαλαίου, η καταβολή ασφαλίστρου κ.λπ.

 

   6. Ως «υπηρεσία σχετιζόμενη με επενδύσεις» νοείται κάθε υπηρεσία η οποία παρέχεται από ασφαλιστική επιχείρηση ζωής ή από ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, και η οποία συνίσταται στην οιαδήποτε είδους παροχή, αρωγή ή υποστήριξη επενδυτικής υπηρεσίας, κύριας ή παρεπόμενης, σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό του αρθρ. 4 ν. 3606/2007 (ΦΕΚ Α' 195). Ρητά ορίζεται ως υπη­ρεσία σχετιζόμενη με επενδύσεις η διανομή, εξαγορά ή μεταφορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατ' αρθρ. 5 ν. 3606/2007 (ΦΕΚ Α' 195) και ιδιαίτερα μεριδίων αμοι­βαίων κεφαλαίων σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρθρ. 15 παρ. 4 ν. 3283/2004 (ΦΕΚ Α' 210).

 
7. Ως «Εθνική Αρχή» νοείται η Επιτροπή του αρ. 7 ν. 3691/2008.

8. Ως «Μη αξιόπιστες τρίτες χώρες» νοούνται οι χώρες που προσδιορίζονται από απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 40 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ.


'Αρθρο 3

Υποχρέωση Δέουσας Επιμέλειας

Οι Εταιρείες εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε κάθε μία από τις παρακάτω περιπτώσεις:

(α) με την επιφύλαξη των οριζομένων στο αρθρ. 5 παρ. 2(α), πριν συνάψουν ή τροποποιήσουν επιχειρημα­τικές σχέσεις και πραγματοποιήσουν συναλλαγές, και ιδίως πριν καταρτίσουν ή τροποποιήσουν ασφαλιστική σύμβαση, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, σύμβαση μεταξύ ασφαλιστικού διαμεσολαβητή και πελάτη ή πριν συμπληρώσουν αίτηση συμμετοχής σε επενδυτικό προϊόν,

(β) για κάθε συναλλαγή αξίας άνω των δεκαπέντε χιλιάδων Ευρώ (¤15.000,00),

(γ) σε κάθε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια για από­πειρα ή διάπραξη αδικημάτων του άρθρου 2 ν. 3691/2008, ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο ποσού,

(δ) σε κάθε περίπτωση που υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια ή την καταλληλότητα των δεδομένων που έχουν συγκεντρωθεί στο παρελθόν για την πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη, άλλου προσώπου για λογαρι­ασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης και του πραγματικού δικαιούχου ή των πραγματικών δικαιούχων του πελάτη.


'Αρθρο 4

Μέτρα Συνήθους Δέουσας Επιμέλειας

1. Τα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

(α) την πιστοποίηση και τον έλεγχο της ταυτότητας του πελάτη και τουλάχιστον των στοιχείων που αναφέ­ρονται στο Παράρτημα Ι, βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή.

(β) την πιστοποίηση, εφόσον συντρέχει περίπτωση, της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου και τη λήψη ευλόγων μέτρων αναλόγως του βαθμού κινδύνου για τον έλεγχο της ταυτότητάς του, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι Εταιρείες γνωρίζουν τον πραγματικό δικαιούχο όσον αφορά στα νομικά πρόσωπα και στα καταπιστεύματα, στη λήψη ευλόγων μέτρων αναλόγως του βαθμού κινδύ­νου για να γίνει κατανοητή η διάρθρωση της κυριότητας και του ελέγχου του πελάτη.

(γ) τη συλλογή πληροφοριών για το σκοπό και τη σκοπούμενη φύση της επιχειρηματικής σχέσης ή ση­μαντικών συναλλαγών ή δραστηριοτήτων του πελάτη ή του πραγματικού δικαιούχου.

(δ) την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά στην επιχειρηματική σχέση, με ενδελεχή εξέταση των συναλ­λαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής της σχέσης, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι συναλ­λαγές που διενεργούνται συνάδουν με τις πληροφορίες που έχουν οι Εταιρείες σχετικά με τον πελάτη, την επι­χειρηματική του δραστηριότητα, το προφίλ του κινδύνου, και εφόσον απαιτείται, σχετικά με την προέλευση των κεφαλαίων, καθώς και η διασφάλιση της τήρησης ενημε­ρωμένων των εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών.

(ε) στην περίπτωση όπου κατά τη διάρκεια της επι­χειρηματικής σχέσης δημιουργηθούν αμφιβολίες στο υπόχρεο πρόσωπο για το αν οι συμβαλλόμενοι ή συ­ναλλασσόμενοι ενεργούν για ίδιο λογαριασμό ή σε περίπτωση βεβαιότητας για το ότι δεν ενεργούν για ίδιο λογαριασμό, τα υπόχρεα πρόσωπα λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα, προκειμένου να συλλέξουν πληρο­φορίες για την πραγματική ταυτότητα των προσώπων για λογαριασμό των οποίων αυτοί ενεργούν.

(στ) την εξέταση με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλα­γής ή δραστηριότητας η οποία από τη φύση της ή από τα στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο ή την ιδιότητα του συναλλασσομένου μπορεί να συνδεθεί με νομιμο­ποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Στις συναλλαγές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως οι πολύπλοκες ή ασυνή­θιστα μεγάλες συναλλαγές και όλα τα ασυνήθιστα είδη συναλλαγών που πραγματοποιούνται χωρίς προφανή οικονομικό ή σαφή νόμιμο λόγο.

(ζ) οι Εταιρείες συνεκτιμούν και το συνολικό χαρτοφυ­λάκιο το οποίο διατηρεί ο συναλλασσόμενος σε αυτές και ενδεχομένως σε άλλες εταιρείες του ομίλου στον οποίο ανήκουν, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρ­θρου 4 ν. 3691/2008 , προκειμένου να εξακριβώσουν τη συνάφεια και συμβατότητα της εξεταζόμενης συναλλα­γής με το χαρτοφυλάκιο ή τα χαρτοφυλάκια αυτά.

 

   2. Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας αφορούν όλους τους πελάτες, όταν αυτοί ενεργούν από κοινού την επιχει­ρηματική σχέση, ή είναι, ή καθίστανται συνδικαιούχοι του ασφαλίσματος, όπως συμβαίνει ενδεικτικά στην περίπτωση της δήλωσης κοινού λογαριασμού σύμφωνα με το αρθρ. 4 παρ. 8(α) κατωτέρω, προκειμένου για την πίστωση του ποσού εξαγοράς ή του ασφαλίσματος.

 

   3. Οι Εταιρείες μπορούν να καθορίζουν ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου την έκταση των μέτρων δέουσας επιμέλειας και τη συχνότητα παρακολούθησης του κατά πόσον οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται συνάδουν με τις πληροφορίες που έχουν οι Εταιρείες για τον πε­λάτη. Ο βαθμός κινδύνου εξαρτάται ενδεικτικά από:

(α) το είδος του πελάτη,

(β) τον σκοπό και τον σχεδιαζόμενο χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσης με τον πελάτη, (γ) τις παρεχόμενες ασφαλιστικές υπηρεσίες, και (δ) την προέλευση των κεφαλαίων.

4. Οι Εταιρείες δύνανται να διαφοροποιούν τη σχετική πολιτική τους, πάντοτε εντός του προσδιοριζόμενου στο αρθρ. 3 (β) ορίου της παρούσης απόφασης, για ασφαλιστικούς κλάδους μειωμένης επικινδυνότητας, όπως ο κλάδος Ι(3) των ασφαλίσεων ζωής. Επιπρόσθε­τα, δεν απαιτείται η επαλήθευση της προέλευσης των κεφαλαίων του πελάτη, σε περίπτωση που τα καταβαλ­λόμενα ασφάλιστρα δεν υπερβαίνουν τα ¤ 15.000,00, λαμβάνοντας υπόψη πάντα το συνολικό χαρτοφυλάκιο του πελάτη. Οι Εταιρείες προβαίνουν στην κατάταξη των πελατών τους σε δύο (2) τουλάχιστον κατηγορίες κινδύνου βάσει κριτηρίων τα οποία αντανακλούν τις πιθανές αιτίες κινδύνων. Η κατάταξη αυτή γίνεται με έγγραφη ανάλυση κινδύνου ανά πελάτη.

5. Αν σε μία συναλλαγή ή σε σειρά συνδεόμενων συ­ναλλαγών συμμετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο δύο ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί ή άλλα υπόχρεα πρόσωπα, καθένα από αυτά οφείλει να εφαρμόσει τα μέτρα δέουσας επιμέλειας.

6. Οι Εταιρείες πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι η έκταση των μέτρων είναι ανάλογη με τους κινδύ­νους των αδικημάτων του άρθρου 2 ν. 3691/2008 που ενέχει κάθε επιχειρηματική σχέση και συναλλαγή, ότι εφαρμόζουν αυτά τα μέτρα με συνέπεια και αποτελε­σματικότητα και ότι συμμορφώνονται με τις αποφάσεις των αρμόδιων αρχών.

7. Οι Εταιρείες αποθαρρύνονται από το να συνά­πτουν τοντίνες και ασφαλίσεις «για λογαριασμό όποιου ανήκει».

8. Οι Εταιρείες ενθαρρύνονται για τις πληρωμές που πραγματοποιούν προς τους πελάτες τους, να προκρί­νουν ως πολιτική τους τα εξής:

(α) δήλωση εκ μέρους του πελάτη ενός τραπεζικού λογαριασμού στον οποίον θα πιστώνεται το ποσό εξα­γοράς ή το ασφάλισμα

(β) πληρωμή του ποσού εξαγοράς ή του ασφαλίσματος στον ως άνω δηλωθέντα τραπεζικό λογαριασμό ή με δίγραμμη επιταγή

(γ) περιστολή της χρήσης των μετρητών και των επι­ταγών, πλην των δίγραμμων, κατά την πληρωμή εξα­γοράς και ασφαλισμάτων.

 
9. Οι Εταιρείες ενθαρρύνονται για τις εισπράξεις από τους πελάτες τους να προκρίνουν ως πολιτική τους τα εξής:

(α) είσπραξη των ασφαλίστρων μέσω του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα για καταβολές ποσών άνω των 2.000,00 Ευρώ

(β) ανεξαρτήτως καταβαλλόμενου ποσού, μη αποδοχή τίτλων (αξιογράφων) εκδοθέντων στον κομιστή ή εις διαταγήν και δι' οπισθογραφήσεως μεταβιβασθέντων.

 

'Αρθρο 5

Χρόνος Εφαρμογής Δέουσας επιμέλειας

1. Η πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου πραγματοποιείται πριν τη σύ­ναψη επιχειρηματικών σχέσεων και σε κάθε περίπτωση πριν από την έναρξη της ασφάλισης, την αλλαγή του δι­καιούχου και κάθε εν γένει μεταβολή στα υποκείμενα της ασφαλιστικής σχέσης, η οποία δεν μπορεί να ολοκληρω­θεί χωρίς θετική ενέργεια της ασφαλιστικής εταιρείας.

2. Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην προηγού­μενη παράγραφο, ισχύουν τα εξής:

(α) αποκλειστικά για τις ασφαλίσεις ζωής (π.χ. ομαδική ασφάλιση), επιτρέπεται η πιστοποίηση της ταυτότητας του ασφαλισμένου ή/και του δικαιούχου του ασφαλίσματος και του πραγματικού δικαιούχου μετά τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης με τον αντισυμβαλλόμενο. Στην περίπτωση αυτή, η πιστοποίηση πραγματοποιεί­ται το αργότερο κατά τον χρόνο, που ο δικαιούχος ή ο ασφαλισμένος εμφανίζεται στην Εταιρεία και προ­τίθεται να προβεί σε συναλλαγή, όπως ενδεικτικά να εξαγοράσει το ασφαλιστήριο ή να ασκήσει δικαιώματα που πηγάζουν από αυτό. Σε περίπτωση που το ασφάλισμα ή το ποσό εξαγοράς κατατίθεται σε λογαριασμό με παραπάνω του ενός συνδικαιούχους, η παράγραφος 2 του άρθρου 4 της παρούσας εφαρμόζεται πριν την καταβολή του ποσού στον λογαριασμό.

(β) για το σύνολο των επιχειρηματικών σχέσεων, επι­τρέπεται η πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου να ολοκληρώνεται αμέσως μετά τη σύναψη της σχέσης, εφόσον αυτό απαιτείται για να μη διακοπεί η ομαλή παροχή υπηρεσιών, και εφόσον ο κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας εκτιμάται ότι είναι μικρός.

Στις περιπτώσεις αυτές, η πιστοποίηση περατώνεται το συντομότερο δυνατόν και πάντως εντός 30 ημερών το αργότερο.

 
3. Οι Εταιρείες, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν μπορούν να συμμορφωθούν προς τις διαδικασίες της συνήθους δέουσας επιμέλειας οφείλουν να μην συνά­ψουν ή να διακόψουν την επιχειρηματική σχέση με τον πελάτη και να εξετάσουν τη δυνατότητα υποβολής αναφοράς στην Εθνική Αρχή. Στην περίπτωση που δεν είναι δυνατό να διακόψουν την επιχειρηματική σχέση, θα εφαρμόζουν μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας κατά το άρθρο 7 της παρούσας.

4. Οι Εταιρείες εφαρμόζουν τις διαδικασίες συνήθους δέουσας επιμέλειας και ως προς υφιστάμενους πελάτες σε περιοδική βάση ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου κάθε πελάτη καθώς και σε έκτακτη βάση την κατάλληλη χρονική στιγμή. Ενδεικτικά παραδείγματα κατάλληλης χρονικής στιγμής είναι:

(α) όταν ο πελάτης κάνει μία σημαντική για τα δεδο­μένα του συναλλαγή,

(β) όταν επέλθει μία ουσιαστική αλλαγή στα στοιχεία του πελάτη,

(γ) όταν αλλάξει ο τρόπος που κινείται ο λογαριασμός του πελάτη,

(δ) όταν η Εταιρεία αντιληφθεί ότι λείπουν αρκετές πληροφορίες για έναν υφιστάμενο πελάτη.

 

'Αρθρο 6

Απλουστευμένη Δέουσα Επιμέλεια ως προς τον πελάτη

 

   1. Οι Εταιρείες μπορούν να μην τηρούν τις διαδικασίες συνήθους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, που προβλέπονται στο άρθρο 3 στοιχεία (α), (β) και (δ), στο άρθρο 4 και στο άρθρο 5 στις εξής περιπτώσεις:

(α) Όταν ο πελάτης είναι:

(αα) πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανι­σμός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή πι­στωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός που ευρίσκεται σε τρίτη χώρα η οποία επιβάλλει απαιτήσεις ισοδύναμες προς αυτές που προβλέπει η κοινοτική νο­μοθεσία και υπόκειται σε εποπτεία όσον αφορά στη συμμόρφωσή του προς τις απαιτήσεις αυτές,

(αβ) εταιρεία της οποίας οι κινητές αξίες έχουν ει­σαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτη χώρα που υπόκεινται σε απαιτήσεις διαφάνειας που είναι ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες από την κοινο­τική νομοθεσία , κατά την έννοια του άρθρου 43 του ν. 3606/2007 (ΦΕΚ 195 Α'),

(αγ) αμοιβαία κεφάλαια ως και εταιρείες διαχείρισής τους κατά το άρθρο 2 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 Α') ,ως και οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων και εταιρείες δια­χείρισής τους, τα οποία εδρεύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και διέπονται από διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους της έδρας τους που είναι συμβατές με τις διατάξεις της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (L 375/ 31.12.1985), όπως ισχύει,

(αδ) Εθνική δημόσια αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή επιχείρηση ή οργανισμός που ανήκει κατά 51% τουλάχιστον στο Δημόσιο,

(αε) δημόσιες αρχές ή δημόσιοι οργανισμοί οι οποίοι πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

i) τους έχει ανατεθεί δημόσιο λειτούργημα σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Συνθήκες για τις Κοινότητες ή το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο

ii) η ταυτότητά τους είναι δημοσίως γνωστή, διαφανής και καθορισμένη,

iii) οι δραστηριότητες και οι λογιστικές τους πρακτικές είναι διαφανείς,

iv) είτε είναι υπόλογοι σε κοινοτικό θεσμικό όργανο ή σε αρχές κράτους - μέλους είτε εφαρμόζονται κατάλ­ληλες διαδικασίες που διασφαλίζουν την εποπτεία και τον έλεγχο της δραστηριότητάς τους.

(β) Όταν το τυχόν περιοδικά καταβαλλόμενο ασφάλι­στρο υπολείπεται του ποσού των 1.000,00 Ευρώ ετησίως ή το εφάπαξ καταβαλλόμενο ασφάλιστρο υπολείπεται του ποσού των 2.500,00 Ευρώ. Αν το ασφάλιστρο ή τα περιο­δικά ασφάλιστρα που πρόκειται να καταβληθούν κατά τη διάρκεια ενός έτους αυξηθούν έτσι ώστε να υπερβούν το όριο των χιλίων (1.000,00) ευρώ, απαιτείται η επαλήθευση των στοιχείων της ταυτότητας του ασφαλισμένου.

(γ) Στα προγράμματα συνταξιοδοτικής ασφάλισης που προσφέρουν συνταξιοδοτικές παροχές στους εργαζο­μένους, για τις οποίες οι εισφορές καταβάλλονται μέσω αφαίρεσης από τις αποδοχές και των οποίων οι όροι δεν επιτρέπουν τη μεταφορά των δικαιωμάτων των μελών,

δ) Στις συμβάσεις συνταξιοδοτικής ασφάλισης που συ­νάπτονται βάσει συμβάσεων εργασίας ή επαγγελματικής δραστηριότητας του ασφαλισμένου, υπό τον όρο ότι οι συμβάσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν ρήτρα εξαγοράς ούτε μπορεί να χρησιμεύσουν ως εγγύηση δανείου.

2. Οι Εταιρείες δεν εφαρμόζουν απλουστευμένη δέ­ουσα επιμέλεια για πελάτες των περιπτώσεων (αα) και (αβ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου με κα­ταστατική έδρα σε μη κοινοτική χώρα.

 
3. Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, οι Εταιρείες συγκεντρώνουν, σε κάθε περίπτωση, επαρκείς πληροφορίες και διαπιστώνουν εγγράφως με αναφορά του αρμόδιου στελέχους ότι ο πελάτης μπορεί να εξαιρεθεί.

'Αρθρο 7

Αυξημένη Δέουσα Επιμέλεια ως προς τον πελάτη

1. Οι Εταιρείες εφαρμόζουν, ανάλογα με το βαθμό κιν­δύνου, αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, επιπλέον των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 4 της παρούσας, στις περιπτώσεις οι οποίες, λόγω της φύσης τους, μπορούν να παρουσιάσουν υψηλό­τερο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ενδεικτικά οι Εταιρείες εφαρμόζουν αυξημένα μέτρα δέ­ουσας επιμέλειας σε ασυνήθιστα είδη συναλλαγών που πραγματοποιούνται χωρίς προφανή οικονομικό λόγο, στις περιπτώσεις που οι συναλλαγές που καταρτίζονται ενδέχεται να ευνοούν την ανωνυμία και στις ύποπτες συναλλαγές του Παραρτήματος ΙΙΙ της παρούσης, συνεκτιμώντας και εξετάζοντας το συνολικό χαρτοφυλάκιο του πελάτη, τον πραγματικό δικαιούχο, το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης, των συγγε­νών, συζύγων, συντρόφων και στενών συνεργατών των ανωτέρω τουλάχιστον κατά τα τρία τελευταία έτη.

2. Σε κάθε περίπτωση οι Εταιρείες εφαρμόζουν αυξη­μένα μέτρα δέουσας επιμέλειας στις περιπτώσεις του άρθρου 9 της παρούσας.

'Αρθρο 8

Συναλλαγές χωρίς τη φυσική παρουσία του πελάτη -Κίνδυνοι από νέα προϊόντα και τεχνολογίες

 
1. Όταν ο πελάτης δεν είναι παρών για να εξακριβωθεί η ταυτότητά του και δεν έχει μεσολαβήσει ανεξάρτητος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ο οποίος να έχει δηλώ­σει στην Εταιρεία την σε αυτόν αυτοπρόσωπη παρουσία του εν λόγω πελάτη, οι Εταιρείες λαμβάνουν ειδικά και κατάλληλα μέτρα για αντιστάθμιση του υψηλότερου κινδύνου και τουλάχιστον προβαίνουν στην εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη με αποδεικτικά έγγραφα, δεδομένα και πληροφορίες επιπλέον των οριζομένων στο Παράρτημα Ι της παρούσης, όπως ενδεικτικά:

(α) ζητούν την προσκόμιση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων,

(β) λαμβάνουν συμπληρωματικά μέτρα για την εξακρί­βωση ή πιστοποίηση των υποβληθέντων στοιχείων,

(γ) λαμβάνουν επιβεβαιωτική πιστοποίηση από δημό­σια αρχή, πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργα­νισμό που λειτουργεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(δ) διασφαλίζουν ότι η πρώτη πληρωμή, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής σχέσης, πραγματοποιείται μέσω λογαριασμού ο οποίος έχει ανοιχθεί στο όνομα του πελάτη και τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί σε χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(ε) επαληθεύουν ότι η εταιρεία ή ο οργανισμός κατ' αρχήν λειτουργεί στη διεύθυνση των γραφείων διαχεί­ρισης που έχει δηλωθεί.

 2. Οι Εταιρείες εφαρμόζουν τα αυξημένα μέτρα του παρόντος άρθρου σε κάθε περίπτωση που συνάπτουν «ασφάλιση για λογαριασμό» σύμφωνα με τα οριζόμε­να στα αρθρ. 9 και 27 παρ. 4 ν. 2496/1997 (ΦΕΚ Α' 87), όπως ισχύει, ή τοντίνα του Κλάδου V Ζωής του αρθρ. 13 ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ Α' 10), όπως ισχύει.

 
3. Τα υπόχρεα πρόσωπα εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε προϊόν ή συναλλαγή που ενδέχεται να ευνοήσει την ανωνυμία και η οποία από τη φύση της ή από στοιχεία που αφορούν στο πρόσωπο ή στην ιδιότητα του συναλ­λασσομένου μπορεί να συνδεθεί με σχέδια διάπραξης των αδικημάτων του άρθρου 2 ν. 3691/2008 και λαμβάνουν κα­τάλληλα μέτρα για την αποτροπή αυτού του κινδύνου.

4. Στη διαδικασία οργάνωσης και σχεδιασμού κάθε νέου προϊόντος που εμπίπτει στην εφαρμογή της πα­ρούσας απόφασης, θα λαμβάνεται η σύμφωνη γνώμη του υπεύθυνου συμμόρφωσης ή εξειδικευμένου σε θέ­ματα αποφυγής νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατί­ας, συμβούλου της ασφαλιστικής επιχείρησης.

 

'Αρθρο 9

Πολιτικώς Εκτεθειμένα Πρόσωπα

Όταν οι Εταιρείες προβαίνουν σε συναλλαγές ή συ­νάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις με πολιτικώς εκτεθει­μένα πρόσωπα που διαμένουν εκτός Ελλάδος, εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης χώρα, οφείλουν:

(α) να διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου για να καθορίζουν εάν ο πελάτης είναι πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο.

(β) να απαιτούν την έγκριση από ανώτερα διοικητικά στελέχη της Εταιρείας για τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων με τους πελάτες αυτούς.

(γ) να λαμβάνουν επαρκή μέτρα για να καθορίσουν την προέλευση των κεφαλαίων τα οποία αφορά η επι­χειρηματική σχέση ή η συναλλαγή.

(δ) να διενεργούν αυξημένη και συνεχή παρακολού­θηση της επιχειρηματικής σχέσης.

 

'Αρθρο 10

Νομικά Πρόσωπα

1. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο αρθρ. 6 παρ. 1 της παρούσης, όταν ο πελάτης είναι εταιρεία με ανώ­νυμες μετοχές οι Εταιρείες τουλάχιστον:

(α) λαμβάνουν δήλωση κατά τη σύναψη επιχειρηματι­κών σχέσεων και ιδίως κατά την κατάρτιση της σύμβα­σης παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών από τη διοίκηση του νομικού προσώπου σχετικά με την ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων της εταιρείας πριν τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης

(β) ενημερώνουν τη διοίκηση του νομικού προσώπου ότι υπέχει υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης, σε περίπτωση αλλαγής των ως άνω πραγματικών δικαιούχων και λαμβά­νουν τα κατάλληλα μέτρα, με συμπερίληψη κατάλληλων συμβατικών όρων, ώστε να διασφαλίζουν ότι τα νομικά πρόσωπα θα τηρούν την υποχρέωσή τους αυτή.

 
2. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο αρθρ. 6 παρ. 1 της παρούσας, όταν ο πελάτης είναι υπεράκτια εταιρεία (offshore) οι Εταιρείες πέραν των μέτρων της προηγού­μενης παραγράφου λαμβάνουν κατά τη σύναψη επιχει­ρηματικών σχέσεων και ιδίως κατά την κατάρτιση της σύμβασης παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών, δήλωση του πελάτη σχετικά με τη σχέση που συνδέει τον πελάτη με τον πραγματικό δικαιούχο, σύμφωνα με το συνημμένο στην παρούσα Παράρτημα ΙΙ. Για τον καθορισμό των χωρών στις οποίες λειτουργούν υπεράκτιες εταιρείες λαμβάνεται υπόψη η απόφαση του Υφυπουργού Οικονο­μικών 1108437/2565/ΔΟΣ (ΦΕΚ Β' 1590/16.11.2005). Η Εται­ρεία εφαρμόζει τα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας και ως προς τον πραγματικό δικαιούχο.

3. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο αρθρ. 6 παρ. 1 της παρούσας, όταν ο πελάτης είναι νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, οι Εταιρείες:

(α) βεβαιώνονται για τη νομιμότητα των καταστατικών σκοπών του πελάτη,

(β) διασφαλίζουν ότι η επιχειρηματική σχέση ή οι συ­ναλλαγές εμπίπτουν στους καταστατικούς σκοπούς του πελάτη.

 

'Αρθρο 11

Εφαρμογή των μέτρων δέουσας επιμέλειας από τρίτα μέρη

1. Οι Εταιρείες μπορούν να βασίζονται σε τρίτα μέρη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης δέουσας επιμέ­λειας του άρθρου 4 ως προς τον πελάτη. Η τελική ευθύνη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης δέουσας επιμέλειας βαρύνει σε κάθε περίπτωση τις ίδιες τις Εταιρείες που βασίζονται σε τρίτο μέρος. Τα πρόσωπα που στηρίζονται σε τρίτο μέρος πρέπει να διασφαλίζουν ότι το τρίτο μέρος, εάν του ζητηθεί:

α) έχει άμεσα διαθέσιμη κάθε πληροφορία που απο­κτά, εφαρμόζοντας τα μέτρα δέουσας επιμέλειας για τον πελάτη, τυχόν τρίτο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης και τον πραγματικό δικαιούχο,

β) παρέχει άμεσα, κατόπιν αίτησης, κάθε αντίγραφο της πιστοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας των ανωτέρω προσώπων που έχει αποκτήσει κατά την εφαρμογή των μέτρων συνήθους δέουσας επιμέλειας.

 
2. Ως «τρίτα μέρη» νοούνται: α) τα πιστωτικά ιδρύματα,

β) οι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, γ) οι ασφαλιστικές εταιρείες, μόνο ως προς τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές εφόσον εδρεύουν σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτη χώρα που είναι μέλος της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (Financial Action Task Force - F.A.T.F.).

Οι Εταιρείες μπορούν να αναγνωρίζουν και να βασίζο­νται στο αποτέλεσμα των διαδικασιών δέουσας επιμέ­λειας ως προς τον πελάτη σύμφωνα με την παράγραφο 1, εφόσον τα τρίτα μέρη δεσμεύονται να θέτουν αμέσως στη διάθεση των Εταιρειών τις πληροφορίες που έχουν συλλέξει σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 10 καθώς και τα αντίγραφα των δεδομένων εξακρίβωσης και ελέγχου της ταυτότητας του πελάτη ή του πραγματικού δικαι­ούχου και άλλα συναφή έγγραφα.

3. Εάν διακοπεί για οποιονδήποτε λόγο η επιχειρη­ματική σχέση του τρίτου μέρους με τον πελάτη, το υπόχρεο πρόσωπο προβαίνει σε επαλήθευση των στοι­χείων της ταυτότητας του πελάτη και εφαρμόζει όλα τα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας.

4. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές δικαιούνται να ζητήσουν από τις ασφαλιστικές εταιρείες τα στοιχεία που αφορούν τα εδάφια α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 4 της παρούσης, τα οποία τις έχουν οι ίδιοι προμη­θεύσει.

'Αρθρο 12

Ύποπτες Συναλλαγές

1. Ως ύποπτη συναλλαγή νοείται εν γένει εκείνη που μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ασυμβίβαστη με τις γνω­στές και νόμιμες εργασίες του πελάτη ή τις προσωπικές του δραστηριότητες ή με το συνηθισμένο κύκλο εργα­σιών του συγκεκριμένου ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

2. Οι Εταιρείες οφείλουν να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε ύποπτη συναλλαγή. Σε κάθε περίπτωση οι Εταιρείες εξετάζουν τις επιχειρηματικές σχέσεις και συναλλαγές με πελάτες που προέρχονται από χώρες που χαρακτηρίζονται από τη F.A.T.F. ως μη αξιόπιστες χώρες.

3. Τα αποτελέσματα της εξέτασης των ύποπτων συ­ναλλαγών τηρούνται εγγράφως ή σε ηλεκτρονική μορφή με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 13. Οι σχετικές αναφορές των υπαλλήλων πρέπει να είναι αιτιολογημένες και καταχωρούνται σε ειδικό αρχείο και φέρουν ημερομηνία και την υπογραφή του υπαλλήλου.

 
4. Οι Εταιρείες αποφεύγουν τη διενέργεια συναλλα­γών, την άσκηση δραστηριοτήτων ή την παροχή υπη­ρεσιών, για τις οποίες γνωρίζουν ή υποπτεύονται ότι συνδέονται με τα αδικήματα του άρθρου 2 ν. 3691/2008. Αν όμως η αποφυγή της διενέργειας, της άσκησης ή της παροχής είναι αδύνατη ή ενδέχεται να εμποδίσει τη δίωξη των πελατών, των πραγματικών δικαιούχων ή των προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενερ­γούν οι πελάτες, οι Εταιρείες εκτελούν τις συναλλαγές, ασκούν τις δραστηριότητες ή παρέχουν τις υπηρεσίες, ενημερώνοντας ταυτόχρονα την Εθνική Αρχή. Μετά την εξέταση των συναλλαγών αυτών, εάν υφίσταται υπό­νοια απόπειρας ή διάπραξης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, οι Εταιρείες υποβάλλουν αναφορά ασυνήθους ή ύποπτης συναλλαγής στην Εθνική Αρχή. Στην υποχρέωση αναφοράς εμπίπτουν και ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές που έγινε απόπειρα εκτέλεσής τους αλλά δεν ολοκληρώθηκαν.

 

'Αρθρο 13

Τήρηση Αρχείου

 1. Οι Εταιρείες οφείλουν να τηρούν για πέντε τουλάχιστον χρόνια, εκτός αν επιβάλλεται από διάταξη νόμου η τήρησή τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τη λήξη των σχέσεών τους με τους πελάτες, όσον αφορά στις συμβά­σεις, και από τη διενέργεια της τελευταίας συναλλαγής, όσον αφορά στις συναλλαγές, τα στοιχεία τα σχετικά με τις παραπάνω συμβάσεις και συναλλαγές όπως ενδεικτικά νομιμοποιητικά έγγραφα, φωτοαντίγραφα εγγράφων, με βάση τα οποία έγινε η πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη καθώς και παραστατικά συναλλαγών.

 2. Στο πλαίσιο της συμμόρφωσής τους με την υπο­χρέωση της προηγούμενης παραγράφου οι Εταιρείες φυλάσσουν τουλάχιστον τα παρακάτω στοιχεία:

(α) την ταυτότητα του πελάτη, η οποία περιλαμβάνει ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, επάγγελμα, επαγ­γελματική διεύθυνση, ΑΦΜ και υπόδειγμα υπογραφής,

(β) τον αριθμό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου,

(γ) την ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων,

(δ) την ταυτότητα των προσώπων που είναι εξουσιο­δοτημένα να ενεργούν για λογαριασμό του πελάτη,

(ε) τα στοιχεία για τις συναλλαγές που διεξάγονται,

(στ) τους συνδεδεμένους τραπεζικούς λογαριασμούς του πελάτη, εφόσον υπάρχουν,

(ζ) την προέλευση των κεφαλαίων όπου τέτοια υπο­χρέωση υφίσταται,

(η) τον τρόπο με τον οποίο τα χρήματα έχουν κατα­τεθεί ή αναληφθεί, δηλαδή μετρητά, επιταγές, ηλεκτρο­νικά εμβάσματα κ.τ.λ.,

(θ) τον προορισμό των χρημάτων,

(ι) τη φύση των οδηγιών που έχουν δοθεί από τον πελάτη.

(κ) τα στοιχεία εσωτερικής και εξωτερικής αλληλο­γραφίας που σχετίζονται με τα παραπάνω.

 
3. Η τήρηση των στοιχείων και αρχείων σε εφαρμογή της παρούσας μπορεί να γίνεται και σε ηλεκτρονική μορφή, υπό την προϋπόθεση ότι τα σχετικά πληροφο­ριακά συστήματα πληρούν όρους ελεγχόμενης πρό­σβασης, χρήσης κωδικού ταυτοποίησης χρήστη (user ID) και ημερομηνίας.

 

'Αρθρο 14

Φύλαξη αρχείων και στοιχείων από θυγατρικές και υποκαταστήματα σε άλλες χώρες

 
1. Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να εφαρμόζουν στις θυγατρικές τους εταιρείες, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 4 ν. 3691/2008 και στα υποκαταστήματά τους σε άλλο κράτος, μέτρα τουλάχιστον ισοδύναμα με αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 13 όσον αφορά στη φύλαξη αρχείων και στοιχείων. Όταν η νομοθεσία τρίτου κράτους, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιτρέπει την εφαρ­μογή αυτών των μέτρων, πλήρως ή μερικώς, τα ανωτέρω πρόσωπα ενημερώνουν σχετικά την Εθνική Αρχή, τις αρ­μόδιες αρχές και την Κεντρική Συντονιστική Αρχή.

2. Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η νομοθεσία τρίτου κράτους, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιτρέπει την εφαρμογή των μέτρων που απαιτούνται κατά το άρθρο 13, να λαμβά­νουν πρόσθετα μέτρα ώστε να αντιμετωπίζουν αποτε­λεσματικά τον κίνδυνο για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

 

'Αρθρο 15

Υπεύθυνος Συμμόρφωσης

1. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότη­τες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας έχει την ευθύνη γενικής παρακολούθησης της συμμόρφωσης της Εταιρείας με τις υποχρεώσεις της για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστη­ριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

 2. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης έχει τουλάχιστον τα παρακάτω καθήκοντα:

(α) Λαμβάνει από υπαλλήλους της Εταιρείας αναφορές με πληροφορίες οι οποίες δημιουργούν την πεποίθηση ή υποψία για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δρα­στηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όπως ενδεικτικά αναφορές για ύποπτες συναλλαγές. Οι αναφο­ρές των υπαλλήλων καταχωρούνται σε ειδικό αρχείο και φέρουν ημερομηνία και υπογραφή του υπαλλήλου.

(β) Αξιολογεί και εξετάζει τις πληροφορίες με αναφορά σε άλλες διαθέσιμες πηγές. Η αξιολόγηση των πληροφο­ριών που περιέχονται στις αναφορές που υποβάλλονται στον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης για την πρόληψη της νο­μιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότη­τες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας πρέπει να γίνεται σε ιδιαίτερο έντυπο, το οποίο πρέπει επίσης να αρχειοθετείται στο σχετικό φάκελο. Εάν από την αξιολόγηση αποφασίσει να αναφέρει τις πληροφορίες στην Εθνική Αρχή, τότε πρέπει να ετοιμάσει αναφορά η οποία πρέπει να υποβληθεί στην Εθνική Αρχή το συντο­μότερο δυνατό. Εάν ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης αποφασίσει να μην προβεί σε αναφορά στην Εθνική Αρχή, τότε πρέπει να αιτιολογήσει, στο σχετικό φάκελο, πλήρως τους λόγους για αυτήν την απόφαση.

(γ) Ενεργεί ως το πρώτο σημείο επαφής με την Εθνική Αρχή τόσο κατά την έναρξη όσο και καθ' όλη τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης που εξετάζεται μετά την υποβολή της γραπτής αναφοράς, ανταποκρίνεται σε όλα τα ερωτήματα και τις ζητούμενες διευκρινήσεις της Εθνι­κής Αρχής και αποφασίζει κατά πόσον τα ερωτήματα/ διευκρινίσεις σχετίζονται άμεσα με την αναφορά που έχει υποβάλει οπότε και παρέχει όλες τις ζητούμενες πληρο­φορίες και συνεργάζεται πλήρως με την Εθνική Αρχή.

 3. Κάθε χρηματοπιστωτικός όμιλος ορίζει ένα διευθυ­ντικό στέλεχος, από τη μεγαλύτερη εταιρεία του ομίλου, ως συντονιστή για την εξασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων της παρούσας απόφασης από τις επί μέρους εταιρείες του ομίλου. Προς τούτο το στέλεχος αυτό συνεργάζεται και ανταλλάσσει πληροφορίες με τα διευθυντικά στελέχη των επί μέρους εταιρειών του ομίλου που ορίζονται στην παράγραφο 1, λαμβάνει γνώ­ση των τυχόν αναφορών τους προς την Επιτροπή και δύναται να υποβάλει αναφορές σε αυτήν και ο ίδιος, παρέχοντας στοιχεία από όλες τις εταιρείες του ομίλου. Με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών που εποπτεύουν τη μεγαλύτερη εταιρεία κάθε ομίλου δύναται να προσδι­ορίζονται διαδικασίες και υποχρεώσεις που πρέπει να τηρούν οι όμιλοι και οι εταιρείες κάθε ομίλου.

 

'Αρθρο 16

Εφαρμογή διαδικασιών και συστημάτων

1. Οι Εταιρείες θεσπίζουν επαρκείς και κατάλληλες διαδικασίες ώστε να προλαμβάνουν και να εμποδίζουν τη διενέργεια συναλλαγών που συνδέονται με τη νομι­μοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Οι διαδικασίες θα πρέπει να επιτρέπουν στις Εταιρείες να μπορούν να ανταποκρίνονται πλήρως και ταχέως σε αίτημα ή ερώ­τημα της Εθνικής Αρχής, της ΕΠ.Ε.Ι.Α. ή άλλων αρμοδίων δημόσιων αρχών, ως προς το εάν διατηρούν ή είχαν δι­ατηρήσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών επιχειρηματική σχέση με συγκεκριμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για το είδος αυτής της επιχειρηματικής σχέ­σης και για κάθε σχετική συναλλαγή.

2. Οι διαδικασίες αφορούν τουλάχιστον: (α) τη δέουσα επιμέλεια ως προς πελάτες, (β) την αναφορά ύποπτων συναλλαγών, (γ) τη φύλαξη αρχείων, (δ) τον εσωτερικό έλεγχο, (ε) την αξιολόγηση κινδύνου πελατών, επιχειρηματικών σχέσεων και συναλλαγών (στ) τη διαχείριση της συμμόρφωσης, και (ζ) την κατανομή καθηκόντων και ευθυνών.

 3. Τα πληροφοριακά συστήματα των Εταιρειών, θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να επεξεργάζονται και να παρέχουν πληροφορίες, τουλάχιστον για τα πα­ρακάτω στοιχεία:

(α) περιπτώσεις που η συμπεριφορά του πελάτη εμφα­νίζει πολλαπλότητα συναλλαγών ή γίνεται προσπάθεια κατάτμησης ποσών,

(β) πίνακας πελατών και συμβολαίων που εμπίπτουν στα όρια δέουσας και αυξημένης επιμέλειας,

(γ) εξαγορά συμβολαίων που έχουν συναφθεί σε δι­αφορετικό κατάστημα

(δ) εξαγορά με ζημιά

(ε) κατηγοριοποίηση πελατών ανά βαθμό κινδύνου κατά το άρθρο 4 της παρούσης

(στ) εξαγωγή ειδοποιήσεων σε περίπτωση ύποπτων συναλλαγών

 4. Οι εξωτερικοί ελεγκτές της Εταιρείας υποβάλλουν κάθε δύο χρόνια έκθεση η οποία αξιολογεί την επάρκεια και αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του συστήμα­τος πρόληψης των διαδικασιών για την αποτροπή νομι­μοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Αντίγραφο της έκθεσης υποβάλλεται στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης.

 5. Σε περίπτωση εξαγορών ή μεταφοράς χαρτοφυλα­κίου, οι εταιρείες δύνανται να ζητήσουν από την Επι­τροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης ειδική άδεια για τον χρονικό ορίζοντα προσαρμογής του αποκτηθέντος πελατολογίου στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

 6. Από την υποχρέωση κατάρτισης εσωτερικών δια­δικασιών και λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων εξαιρούνται οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβη­τές του αρθρ. 2 παρ. 5 π.δ. 190/2006, οι οποίοι:

(α) Εμφανίζουν ετήσια παραγωγή κάτω των ¤ 60.000,00 ή

(β) Εμφανίζουν ετήσια παραγωγή άνω των ¤ 60.000,00 αλλά συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. β του αρ. 6 της παρούσας για το σύνολο των πελατών τους.

Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι παραπάνω προϋ­ποθέσεις για δύο συνεχόμενα οικονομικά έτη ή χρήσεις, η εξαίρεση παύει αμετάκλητα να ισχύει.

 

'Αρθρο 17

Παροχή Πληροφοριών

 1. Οι Εταιρείες υποβάλλουν στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης:

(α) Το ονοματεπώνυμο, τη θέση και τα στοιχεία της πράξης διορισμού του αρμόδιου διευθυντικού στελέ­χους ως Υπεύθυνου Συμμόρφωσης και του αναπληρω­τή του, που έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 44 ν. 3691/2008.

(β) Αντίγραφο των εσωτερικών διαδικασιών ελέγχου και επικοινωνίας που έχουν θεσπίσει εγγράφως για να προλαμβάνουν και εμποδίζουν τη διενέργεια συναλ­λαγών που συνδέονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

 2. Σε περίπτωση μεταβολής του Υπεύθυνου Συμμόρ­φωσης ή σε περίπτωση σημαντικών μεταβολών στις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας, υπο­χρεούνται να γνωστοποιούν στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης εγγράφως τις μεταβολές αυτές εντός 10 εργασίμων ημερών, αφότου τίθενται σε ισχύ.

 

   3. Οι Εταιρείες υποβάλλουν στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης εντός του μηνός Μαρτίου κάθε ημερολογιακού έτους Ετήσια Έκθεση, που θα περιλαμ­βάνει τις πιο κάτω πληροφορίες:

(α) Συνοπτικές πληροφορίες για τα σημαντικά μέτρα που λήφθηκαν, και διαδικασίες που υιοθετήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους.

(β) Τους ελέγχους που διενεργήθηκαν για την αξιολό­γηση της επάρκειας των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας κατά τον προσδιορισμό της ταυτότητας των πελατών, καθώς και το πεδίο αυτών των ελέγχων (διαδικασίες, συναλλαγές, βαθμός κατάρτισης υπαλλήλων κ.λπ.).

(γ) Τις τυχόν σημαντικές ελλείψεις και αδυναμίες που έχουν εντοπιστεί, ιδίως στις διαδικασίες εσωτερικής αναφοράς ύποπτων και ασυνηθών συναλλαγών ή συναλ­λαγών χωρίς προφανή οικονομικό ή νόμιμο σκοπό, στην ποιότητα των αναφορών και στην έγκαιρη διεκπεραίωση τους, καθώς και τις ενέργειες και εισηγήσεις που έχουν γίνει για λήψη διορθωτικών μέτρων.

(δ) Τον αριθμό και το περιεχόμενο των αναφορών ύποπτων και ασυνηθών συναλλαγών που υποβλήθηκαν από υπαλλήλους της Εταιρείας προς τον Υπεύθυνο Συμ­μόρφωσης, καθώς και τον κατά προσέγγιση χρόνο που μεσολαβεί από την συναλλαγή μέχρι την αποστολή της αναφοράς στον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης.

(ε) Τον αριθμό και το περιεχόμενο των αναφορών ύποπτων και ασυνηθών συναλλαγών που υποβλήθηκαν από τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης στην Εθνική Αρχή, καθώς και τον κατά προσέγγιση χρόνο που μεσολαβεί από τη λήψη της αναφοράς από τους υπαλλήλους της Εταιρείας μέχρι την αποστολή της στην Εθνική Αρχή.

(στ) Τα εκπαιδευτικά σεμινάρια που παρακολούθησε ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης και το περιεχόμενό τους.

(ζ) Πληροφορίες αναφορικά με την εκπαίδευση και επιμόρφωση που έγινε στο προσωπικό κατά τη διάρκεια του έτους, αναφέροντας τον αριθμό και μία περιγραφή της ύλης των σεμιναρίων που παρακολουθήθηκαν, τη διάρκεια τους, τον αριθμό και τη θέση των υπαλλήλων που συμμετείχαν.

(η) Οι Εταιρείες οφείλουν να διαπιστώνουν εγγράφως με αιτιολογημένη έκθεση του αρμόδιου στελέχους τη συνδρο­μή των προϋποθέσεων του άρθρου 11 της παρούσας.

Από την υποχρέωση υποβολής Ετήσιας Έκθεσης εξαι­ρούνται οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές του αρθρ. 2 παρ. 5 π.δ. 190/2006, εφόσον γι' αυτούς συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 16 της παρούσης και εφόσον δεν έχουν υποβάλλει για τον χρόνο αυτό, αναφορά ύποπτων και ασυνήθων συ­ναλλαγών προς την Εθνική Αρχή.

 

'Αρθρο 18

Εκπαίδευση Προσωπικού

 

   Οι Εταιρείες λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε οι υπάλληλοί τους να λάβουν γνώση της ισχύουσας νομοθεσί­ας, των κανονιστικών αποφάσεων και εγκυκλίων καθώς και των εσωτερικών διαδικασιών. Τα μέτρα αυτά περιλαμβά­νουν, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή των αρμοδίων υπαλλή­λων σε ειδικά προγράμματα συνεχούς κατάρτισης και επι­μόρφωσης, τα οποία τους εκπαιδεύουν επαρκώς ώστε να εντοπίζουν τις δραστηριότητες που τυχόν συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και τους διδάσκουν να ενεργούν σωστά σε παρόμοιες περιπτώσεις.

 
'Αρθρο 19

Κριτήρια Επιμέτρησης Προστίμων

 

   1. Προκειμένου να γίνει επιμέτρηση των διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται από το αρ. 52 ν. 3691/2008, λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

(α) το τυχόν επιτευχθέν οικονομικό όφελος,

(β) ο κίνδυνος που ενέχει η εξεταζόμενη παράβαση των διατάξεων για την αποφυγή νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

(γ) η αξία των παράνομων συναλλαγών που διενεργήθη­καν και ο βαθμός συμμετοχής της Εταιρείας σε αυτές

(δ) ο βαθμός συνεργασίας των Εταιρειών με τις αρ­μόδιες αρχές και ιδιαίτερα με την Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης τόσο κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου των παραβάσεων, όσο και προγενέστερα

(ε) η προηγούμενη επιμέλεια που έδειξε η Εταιρεία κατά την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων

(στ) η τυχόν καθ' υποτροπή τέλεση παραβάσεων

 2. Αντίστροφα, λαμβάνονται υπόψη παράγοντες που μειώνουν την επικινδυνότητα της παράβασης και επο­μένως, το ύψος των διοικητικών κυρώσεων, όπως εν­δεικτικά η πρόθεση επανόρθωσης της παράβασης και παράλειψής της στο μέλλον.

 

'Αρθρο 20

Μεταβατικές διατάξεις

 
Οι εταιρείες οφείλουν να προσαρμόσουν τα πληροφο­ριακά τους συστήματα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 16 της παρούσας απόφασης, τον αργότερο εντός 10 μηνών από τη δημοσίευσή της, ενώ η πρώτη έκθεση των εξωτερικών ελεγκτών κατά την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου θα πρέπει να συνταχθεί στις 31.3.2010.

 

   ¶ρθρο 21

Τελικές Διατάξεις

 
1. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Η απόφαση αυτή ισχύει από τη δημοσίευσή της.

3. Από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπο­λογισμού.

 

   ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

 

   ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ

 

   Ο κάτωθι υπογράφων, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος, της εταιρείας .....................................................(Η Εταιρεία)

δηλώνω με την παρούσα (σημειώσατε με Χ) ότι:

- είμαι ο πραγματικός δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας

- ο πραγματικός δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας είναι:

Ονοματεπώνυμο: ......................................................................

Διεύθυνση: ...........................................................................

 

   ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΔΕΟΥΣΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ, ΧΩΡΕΣ ΜΕΛΗ ΤΗΣ FATF ΚΑΙ ΜΗ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ.

 

   Οι Εταιρείες οφείλουν να εξετάζουν με ιδιαίτερη προ­σοχή κάθε συναλλαγή. Σε κάθε περίπτωση οι Εταιρείες εξετάζουν τις επιχειρηματικές σχέσεις και συναλλαγές με πελάτες που προέρχονται από χώρες που χαρακτη­ρίζονται από τη Financial Action Task Force (F.A.T.F.) ως μη συνεργαζόμενες χώρες.

Α. Παρατίθενται ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα συναλλαγών ή συμπεριφορών, η εξέταση των οποίων ενεργοποιεί μέτρα αυξημένης επιμέλειας.

Ι. Ενδείξεις συγκεκριμένων συναλλαγών που απαιτούν αυξημένη δέουσα επιμέλεια:

1. Πελάτης, με τον οποίο πιστωτικό ίδρυμα ή χρημα­τοπιστωτικός οργανισμός αρνήθηκε να συμβληθεί.

2. Πελάτης, ο οποίος έχει οιαδήποτε ανάμιξη σε πε­ριπτώσεις ασφαλιστικής απάτης.

3. Αδικαιολόγητη καθυστέρηση του πελάτη, ή του πλη­ρεξουσίου του, να προσκομίσει τα νομιμοποιητικά και λοιπά έγγραφα που είναι απαραίτητα για την έναρξη της ασφαλιστικής σχέσης, ή γενικότερα απροθυμία του να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τις επιχειρημα­τικές του δραστηριότητες.

4. Φήμες και ειδήσεις που αφορούν στον πελάτη ή συνδεδεμένα με αυτόν πρόσωπα και τον συνδέουν με εγκληματικές και ποινικά κολάσιμες δραστηριότητες. Οι Εταιρείες έχουν υποχρέωση άμεσης καταγγελίας όταν υπάρχουν δημοσιεύματα στον Τύπο σχετικά με εγκληματικές δραστηριότητες του πελάτη τους.

5. Ασφάλιση στο όνομα πελάτη, φυσικού προσώπου, του οποίου η κατοικία ή ο τόπος εργασίας, ή νομικού προσώπου του οποίου η έδρα δεν είναι στην περιοχή που εξυπηρετείται από την Εταιρεία ή το συγκεκριμένο υποκατάστημα.

6. Πελάτης αρνείται να δώσει επαρκείς πληροφορίες για την ταυτότητα του, γεγονός που υπό κανονικές συνθήκες θα του εξασφάλιζε πιστώσεις, μειωμένες προ­μήθειες ή άλλες διευκολύνσεις.

7. Πελάτης αρνείται να δηλώσει τραπεζικό λογαριασμό πίστωσης του ποσού εξαγοράς ή του ασφαλίσματος.

8. Πελάτης που έχει επαγγελματικές σχέσεις ή προέρ­χεται ή εδρεύει ή έχει τραπεζικό λογαριασμό σε χώρες παραγωγής ή διακίνησης ναρκωτικών.

9. Παροχή στοιχείων από τον πελάτη τα οποία δύσκο­λα μπορούν να επαληθευτούν από την Εταιρεία.

10. Κίνηση λογαριασμών με μεγάλα ποσά που τη­ρούνται στο όνομα υπερακτίων εταιρειών (offshore companies).

11. Ασφάλιση για λογαριασμό τρίτου ή αλλαγή δικαι­ούχου προκειμένου να ασφαλισθεί τρίτος, με τον οποίο ο λήπτης της ασφάλισης δεν έχει προφανή σύνδεση (συγγένεια, συζυγική σχέση, ελεύθερη ένωση και συ­γκατοίκηση).

12. Ασφάλιση «για λογαριασμό όποιου ανήκει».

13. Ασυνήθιστα δυσμενείς ή ψευδείς ασφαλιστικές ανακοινώσεις αφορώσες στην υγεία ή στην ηλικία του ιδίου ή πιθανού τρίτου ασφαλιζομένου.

14. Ασυνήθιστη προ-πληρωμή ασφαλίστρων.

15. Σαφή προτίμηση καταβολής ασφαλίστρων με με­τρητά ή επιταγές ακόμη και για ποσά άνω των 15.000,00

Ευρώ ή για ποσά περιοδικά και σε σύντομα χρονικά διαστήματα, ήτοι σε διαστήματα μικρότερα του εξαμή­νου, καταβαλλόμενα.

16. Υψηλά ασφάλιστρα, που δεν δικαιολογούνται από τη δεδομένη οικονομική κατάσταση του πελάτη.

17. Αίτημα για ασφάλιση μεγάλου ποσού (εφάπαξ κα­ταβαλλόμενο ασφάλισμα) από πελάτη, που έχει χαρ­τοφυλάκιο ασφαλίσεων μικρής αξίας

18. Απόπειρα καταβολής ασφαλίστρων με τίτλο οπισθογραφηθέντα ή στον κομιστή εκδοθέντα (επιταγή, συναλλαγματική, χρεωστικός ή ιδιοκτησιακός ανώνυμος τίτλος, όπως μετοχή, ομολογία κ.λπ.)

19. Όταν δεν αναγράφεται το όνομα του πελάτη στην περιγραφή της κατάθεσης ενός χρηματικού ποσού στην τράπεζα για πληρωμή του ασφαλίστρου.

20. Αίτηση για χορήγηση δανείου σε χρόνο κοντινό από τη σύμβαση ασφάλισης με ασφάλιστρο εφάπαξ καταβαλλόμενο.

21. Αναγγελία ότι έλαβε χώρα συμβατική εκχώρηση ή ότι ενεχυράσθηκε η ασφαλιστική απαίτηση, πριν ή και μετά την επέλευση ασφαλιστικής περίπτωσης (Συναλλα­γή ύποπτη για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας).

22. Αίτημα του πελάτη για καταβολή ασφαλίσματος ή ποσού εξαγοράς με επιταγή, εκτός από δίγραμμη (Συναλλαγή ύποπτη για τη χρηματοδότηση της τρο­μοκρατίας).

23. Πρόωρη εξαγορά, ιδίως με πραγματοποιούμενη ζημία ή σε περίπτωση ασφάλισης μεγάλης αξίας, όταν το ποσό εξαγοράς εκχωρείται σε τρίτο μέρος ή κα­ταβάλλεται με επιταγή, κατόπιν αιτήματος του δικαι­ούχου του (Συναλλαγή ύποπτη για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας).

24. Μη επίδειξη ευλόγου ενδιαφέροντος από τον πε­λάτη για τους οικονομικούς όρους της συναλλαγής. Ιδιαίτερα, πελάτης επιδεικνύει λιγότερο ενδιαφέρον για την απόδοση του ασφαλιστικού προϊόντος, ιδιαίτερα εκείνου που συνδέεται με επενδύσεις, και περισσότε­ρη για την εξαγορασιμότητα ή τις εν γένει συνθήκες εξαγοράς του.

25. Ενεργοποίηση αδρανούς για μεγάλο διάστημα πελάτη.

26. Σημαντική και αιφνίδια αύξηση συναλλαγών σε σχέση με την παρελθούσα συμπεριφορά του πελάτη.

27. Ασυνήθης νευρικότητα στη συμπεριφορά προσώ­πων κατά τη διεξαγωγή συναλλαγής.

28. ¶ρνηση του πελάτη να έχει προσωπικές επαφές με την Εταιρεία.

29. Επαναλαμβανόμενες όμοιες συναλλαγές για ποσά λίγο κάτω από το ελάχιστο όριο, για το οποίο απαι­τείται αναγνώριση ταυτότητας του πελάτη, ιδιαίτερα πληρωμή ασφαλίστρων μέσω καταθέσεων από πολλά τραπεζικά υποκαταστήματα με ποσά λίγο κάτω από το ελάχιστο όριο, για το οποίο απαιτείται αναγνώριση ταυτότητας.

30. Συχνή αλλαγή διεύθυνσης του πελάτη όταν δεν δικαιολογείται από την επαγγελματική του δραστηρι­ότητα.

31. Περιπτώσεις πελατών των οποίων το βιοτικό επί­πεδο αλλάζει συνεχώς καθώς και η εμφάνισή τους.

32. Συνεργασία του πελάτη με μεγάλο αριθμό ασφα­λιστικών εταιρειών.

33. Το τηλέφωνο του σπιτιού ή της επιχείρησης του πελάτη είναι απενεργοποιημένο.

34. Η ύπαρξη υπόνοιας ή η διαπίστωση ίδρυσης εικο­νικών επιχειρήσεων από τον πελάτη.

35. Η διενέργεια πολύπλοκων ή ασυνήθιστων συναλλα­γών χωρίς προφανή οικονομικό ή σαφή νόμιμο λόγο.

 

   ΙΙ. Ενδείξεις συμπεριφοράς υπαλλήλου ή συνδεδεμένου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, που απαιτούν αυξημένη δέουσα επιμέλεια.

1. Ο υπάλληλος ή ο διαμεσολαβητής κάνει σπάταλο τρόπο ζωής που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το μισθό ή τα έσοδά του.

2. Ο υπάλληλος ή διαμεσολαβητής παραλείπει να συμ­μορφωθεί με αναγνωρισμένες πολιτικές, διαδικασίες και μεθόδους.

Τα πιο πάνω παραδείγματα υπό Ι και ΙΙ είναι ενδεικτικά και δεν αποτελούν απαραίτητα ενέργειες νομιμοποίη­σης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αλλά μπορεί να αποκρύβουν σημαντικό κίνδυνο νομιμοποί­ησης εσόδων και χρηματοδότησης τρομοκρατίας. Οι Εταιρείες θα πρέπει να ενεργοποιούν την προβλεπόμενη στις σχετικές διατάξεις διαδικασία.

 

   Σε κάθε περίπτωση οι Εταιρείες πρέπει να επιδεικνύ­ουν αυξημένη επιμέλεια στην έρευνα και αξιολόγηση

της φύσης και της νομιμότητας όλων των ύποπτων συναλλαγών.

 

   Β. ΧΩΡΕΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΕΛΗ ΤΗΣ FATF

Αργεντινή

Ηνωμένο Βασίλειο

Κίνα

Αυστραλία

Η.Π.Α.

Νορβηγία

Αυστρία

Ιαπωνία

Νότιος Αφρική

Βέλγιο

Ιρλανδία

Ολλανδία

Βραζιλία

Ισλανδία

Πορτογαλία

Γαλλία

Ισπανία

Ρωσική Ομοσπονδία

Γερμανία

Ιταλία

Σιγκαπούρη

Δανία

Καναδάς

Σουηδία

Ελβετία

Λουξεμβούργο

Τουρκία

Ελλάς

Μεξικό

Φινλανδία

 

Νέα Ζηλανδία

Χονγκ-Κονγκ

 


Ευρωπαϊκή Επιτροπή (EC)

Συμβούλιο Συνεργασίας του Περσικού Κόλπου (GCC)

 

   Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 
Ευρωπαϊκή Επιτροπή (EC)

Συμβούλιο Συνεργασίας του Περσικού Κόλπου (GCC)

 

   Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Συνημμένα



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Παπαδημητριου
Up
Close
Close
Κλείσιμο