Δημοσιεύθηκε στις : [ 02-10-2008 ]

ΕΚΤΗ ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 17ης Δεκεμβρίου 1982 βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ) της συνθήκης για τη διάσπαση των ανωνύμων εταιρειών (82/891/EOK)

(βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ) της συνθήκης για τη διάσπαση των ανωνύμων εταιρειών (82/891/EOK))

Κατηγορία: Εταιρικό δίκαιο (ΑΕ-ΕΠΕ-ΙΚΕ)

ΕΚΤΗ ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 17ης Δεκεμβρίου 1982 βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ) της συνθήκης για τη διάσπαση των ανωνύμων εταιρειών ()

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ),

την πρόταση της Επιτροπής(1),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου(2),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3),

Εκτιμώντας:

ότι ο συντονισμός που προβλέπεται στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ) και στο γενικό πρόγραμμα για την κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκατάστασης(4) έχει αρχίσει με την οδηγία 68/151/ΕΟΚ(5)-

ότι ο συντονισμός αυτός εξακολούθησε με την οδηγία 77/91/ΕΟΚ(6), όσον αφορά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρείας καθώς και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της,. με την οδηγία 78/660/ΕΟΚ(7), όσον αφορά τους ετήσιους λογαριασμούς εταιρειών ορισμένων μορφών, και με την οδηγία 78/855/ΕΟΚ(8), όσον αφορά τις συγχωνεύσεις ανωνύμων εταιρειών-

ότι η οδηγία 78/855/ΕΟΚ έχει ρυθμίσει μόνον τα σχετικά με τις συγχωνεύσεις των ανωνύμων εταιρειών και με ορισμένες συναφείς πράξεις- ότι, πάντως, η πρόταση της Επιτροπής αναφερόταν και στη διάσπαση- ότι υπέρ της ρύθμισης της διάσπασης είχαν ταχθεί, ακόμη, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή-

ότι η συγγένεια μεταξύ συγχώνευσης και διάσπασης υποκρύπτει τον κίνδυνο να παρακαμφθούν οι εγγυήσεις που παρέχει η οδηγία 78/855/ΕΟΚ, αν δεν προβλεφθεί ισοδύναμη προστασία σε περίπτωση διάσπασης-

ότι η προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων επιβάλλει το συντονισμό των νομοθεσιών των Κρατών μελών σχετικά με τη διάσπαση των ανωνύμων εταιρειών όταν τα Κράτη μέλη την επιτρέπουν-

ότι, στα πλαίσια του συντονισμού αυτού, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εξασφαλιστεί όσο το δυνατόν επαρκής και αντικειμενική ενημέρωση των μετόχων των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση και κατάλληλη προστασία των δικαιωμάτων τους-

ότι η προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταφοράς επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων αυτών ρυθμίζεται σήμερα από την οδηγία 77/187/ΕΟΚ(9)-

ότι οι πιστωτές, ομολογιούχοι ή όχι, και οι κομιστές άλλων τίτλων των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση πρέπει να προστατεύονται, ώστε να μη βλάπτονται από την πραγματοποίηση της διάσπασης-

ότι η δημοσιότητα που προβλέπει η οδηγία 68/151/ΕΟΚ πρέπει να επεκταθεί στις πράξεις τις σχετικές με τη διάσπαση ώστε οι τρίτοι να είναι επαρκώς ενημερωμένοι-

ότι οι εγγυήσεις που εξασφαλίζονται στους εταίρους και στους τρίτους στα πλαίσια της διαδικασίας διάσπασης είναι αναγκαίο να επεκταθούν σε ορισμένες νομικές πράξεις οι οποίες έχουν σε ουσιώδη σημεία ανάλογα χαρακτηριστικά με τα χαρακτηριστικά της διάσπασης, ώστε να μη μπορεί η προστασία αυτή να καταστρατηγηθεί-

ότι πρέπει, προκειμένου να εξασφαλιστεί η νομική ασφάλεια στις σχέσεις τόσο ανάμεσα στις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση όσο και ανάμεσα σε αυτές και τους τρίτους, καθώς και ανάμεσα στους μετόχους, να περιοριστούν οι περιπτώσεις ακυρότητας και να θεσπιστεί, αφενός, η αρχή της άρσης των ελαττωμάτων της διάσπασης κάθε φορά που είναι δυνατή και, αφετέρου, βραχεία προθεσμία για την επίκληση της ακυρότητας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

1. Όταν τα Κράτη μέλη επιτρέπουν στις υπαγόμενες στη νομοθεσία τους εταιρείες, που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 78/855/ΕΟΚ, τη διάσπαση μέσω απορρόφησης, η οποία ορίζεται στο άρθρο 2 της παρούσας οδηγίας, υποβάλλουν την πράξη αυτή στις διατάξεις του κεφαλαίου I της τελευταίας αυτής οδηγίας.

2. Όταν τα Κράτη μέλη επιτρέπουν στις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 εταιρείες τη διάσπαση μέσω σύστασης νέων εταιρειών, η οποία ορίζεται στο άρθρο 21, υποβάλλουν την πράξη αυτή στις διατάξεις του κεφαλαίου II.

3. Όταν τα Κράτη μέλη επιτρέπουν στις εταιρείες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 να συνδυάζουν τη διάσπαση μέσω απορρόφησης, που ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, με τη διάσπαση μέσω σύστασης μιας ή περισσότερων νέων εταιρειών, που ορίζεται στο άρθρο 21 παράγραφος 1, εφαρμόζουν σχετικά τις διατάξεις του κεφαλαίου I και το άρθρο 22.

4. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 1 της οδηγίας 78/855/ΕΟΚ εφαρμόζονται σχετικά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Διάσπαση μέσω απορρόφησης

Άρθρο 2

1. Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, θεωρείται διάσπαση μέσω απορρόφησης η πράξη με την οποία, μετά από λύση και χωρίς να τεθεί σε εκκαθάριση, μια εταιρεία μεταβιβάζει σε διάφορες εταιρείες το σύνολο της περιουσίας της, ενεργητικό και παθητικό, μέσω διανομής στους μετόχους της μετοχών των εταιρειών οι οποίες λαμβάνουν τις εταιρικές εισφορές που προκύπτουν από τη διάσπαση, αποκαλούμενες εφεξής "επωφελούμενες εταιρείες", και ενδεχομένως συμψηφιστικού ποσού σε μετρητά, που δεν θα υπερβαίνει το 10% της ονομαστικής αξίας των μετοχών που διατέθηκαν, ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει ονομαστική αξία, της λογιστικής τους αξίας.

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 της οδηγίας 78/855/ΕΟΚ εφαρμόζεται σχετικά.

3. Στα σημεία που η παρούσα οδηγία παραπέμπει στην οδηγία 78/855/ΕΟΚ, η έκφραση "εταιρείες που συγχωνεύονται" υποδηλώνει τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, η έκφραση "απορροφώμενη εταιρεία" καθεμιά από τις επωφελούμενες εταιρείες και η έκφραση "σχέδιο συγχώνευσης" το σχέδιο διάσπασης.

Άρθρο 3

1. Τα όργανα διοίκησης ή διεύθυνσης των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση συντάσσουν γραπτό σχέδιο διάσπασης.

2. Το σχέδιο διάσπασης αναφέρει τουλάχιστον:

α) τη μορφή, την επωνυμία και την έδρα των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση-

β) τη σχέση ανταλλαγής των μετοχών και ενδεχομένως το ύψος του συμψηφιστικού ποσού σε μετρητά-

γ) τον τρόπο διαθέσεως των μετοχών των επωφελούμενων εταιρειών-

δ) την ημερομηνία από την οποία οι μετοχές αυτές παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, καθώς και κάθε λεπτομέρεια σχετική με αυτό το διακαίωμα-

ε) την ημερομηνία από την οποία οι πράξεις της διασπώμενης εταιρείας θεωρούνται, από λογιστική άποψη, ότι έχουν ενεργηθεί για λογαριασμό μιας των επωφελούμενων εταιρειών-

στ) τα δικαιώματα που εξασφαλίζονται από τις επωφελούμενες εταιρείες στους μετόχους που έχουν ειδικά δικαιώματα και στους κομιστές εκ τίτλων διαφορετικών από τις μετοχές, ή τα μέτρα που προτείνονται γι'αυτούς-

ζ) όλα τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα που παρέχονται στους εμπειρογνώμονες σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1, καθώς και στα μέλη των οργάνων διοίκησης, διεύθυνσης, εποπτείας ή ελέγχου των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση-

η) την ακριβή περιγραφή και κατανομή των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού που πρέπει να μεταβιβαστούν σε καθεμιά από τις επωφελούμενες εταιρείες

θ) την κατανομή στους μετόχους της διασπώμενης εταιρείας των μετοχών των επωφελούμενων εταιρειών, καθώς και το κριτήριο στο οποίο βασίζεται η κατανομή αυτή.

3. α) Όταν ένα στοιχείο ενεργητικού δεν χορηγείται σε κανέναν βάσει του σχεδίου διάσπασης και εφόσον η ερμηνεία του σχεδίου αυτου δεν δίνει τη δυνατότητα να αποφασιστεί πως πρέπει να κατανεμηθεί, το στοιχείο αυτο ή η αντίστοιχη αξία του κατανέμεται μεταξύ όλων των επωφελούμενων εταιρειών, ανάλογα με το καθαρό ενεργητικό που διανέμεται στην καθεμιά σύμφωνα με το σχέδιο διάσπασης.

β) Όταν ένα στοιχείο του παθητικού δεν χορηγείται σε κανέναν βάσει του σχεδίου διάσπασης και εφόσον η ερμηνεία του σχεδίου αυτού δεν δίνει τη δυνατότητα να αποφασιστεί πως πρέπει να κατανεμηθεί, καθεμιά από τις επωφελούμενες εταιρείες ευθύνεται σε ολόκληρο. Η νομοθεσία των Κρατών μελών μπορεί να προβλέπει ότι η ευθύνη σε ολόκληρο περιορίζεται στο καθαρό ενεργητικό που χορηγείται σε κάθε επωφελούμενη εταιρεία.

Άρθρο 4

Το σχέδιο διάσπασης πρέπει να δημοσιευθεί κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία κάθε Κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ(10), για καθεμιά από τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, ένα μήνα τουλάχιστον πριν από την ημερομηνία κατά την οποία θα συνεδριάσει η γενική συνέλευση που καλείται να αποφανθεί ως προς το σχέδιο διάσπασης.

Άρθρο 5

1. Η διάσπαση απαιτεί τουλάχιστον την έγκριση της γενικής συνέλευσης καθεμιάς από τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση. Το άρθρο 7 της οδηγίας 78/855/ΕΟΚ εφαρμόζεται όσον αφορά την πλειοψηφία που απαιτείται για τις αποφάσεις αυτές, το πεδίο εφαρμογής τους καθώς και την ανάγκη χωριστής ψηφοφορίας.

2. Όταν οι μετοχές των επωφελουμένων εταιρειών δεν χορηγούνται στους μετόχους της διασπώμενης εταιρείας κατ' αναλογία των δικαιωμάτων τους στο κεφάλαιό της, τα Κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι μειοψηφούντες μέτοχοι της εταιρείας αυτής μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα εξαγοράς των μετοχών τους. Στην περίπτωση αυτή, έχουν αξίωση για ποσό ανάλογο προς την αξία των μετοχών τους. Σε περίπτωση διαφωνίας για το ποσό αυτό, πρέπει το τελευταίο να μπορεί να καθορίζεται από το δικαστήριο.

Άρθρο 6

Η νομοθεσία Κράτους μέλους μπορεί να μην επιβάλλει την έγκριση της διάσπασης από τη γενική συνέλευση επωφελούμενης εταιρείας, αν εκπληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α) η δημοσιότητα που προβλέπεται στο άρθρο 4 πραγματοποιείται, για την επωφελούμενη εταιρεία, ένα μήνα τουλάχιστον πριν από την ημερομηνία συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης της διασπώμενης εταιρείας που καλείται να αποφανθεί ως προς το σχέδιο διάσπασης-

β) όλοι οι μέτοχοι της επωφελούμενης εταιρείας έχουν το δικαίωμα, ένα μήνα τουλάχιστον πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στην περίπτωση α), να λάβουν γνώση, στην έδρα αυτής της εταιρείας, των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1-

γ) ένας ή περισσότεροι μέτοχοι της επωφελούμενης εταιρείας, οι οποίοι διαθέτουν μετοχές που αναλογούν σ' ένα ελάχιστο ποσοστό του καλυφθέντος κεφαλαίου, πρέπει να έχουν το δικαίωμα να συγκαλέσουν γενική συνέλευση της επωφελούμενης εταιρείας που καλείται να εγκρίνει τη διάσπαση. Το ελάχιστο αυτό ποσοστό δεν μπορεί να είναι ανώτερο από 5%. Εντούτοις, τα Κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου εξαιρούνται από τον υπολογισμό του ποσοστού αυτού.

Άρθρο 7

1. Τα όργανα διοίκησης ή διεύθυνσης κάθε μιας από τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, συντάσσουν λεπτομερή γραπτή έκθεση που εξηγεί και δικαιολογεί από νομική και οικονομική άποψη το σχέδιο διάσπασης και, ειδικά, τη σχέση ανταλλαγής των μετοχών καθώς και το κριτήριο κατανομής τους.

2. Η έκθεση αναφέρει επιπλέον τις ενδεχόμενες ειδικές δυσκολίες εκτίμησης.

Αναφέρει την κατάρτιση της έκθεσης για την εξακρίβωση των εταιρικών εισφορών σε είδος, προβλεπόμενη στο άρθρο 27 παράγραφος 2 της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ(11) για τις επωφελούμενες εταιρείες καθώς και το βιβλίο όπου πρέπει να εγγραφεί η έκθεση αυτή.

3. Τα όργανα διοίκησης ή διεύθυνσης της διασπώμενης εταιρείας υποχρεούνται να ενημερώσουν τη γενική συνέλευση της διασπώμενης εταιρείας καθώς και τα όργανα διεύθυνσης ή διοίκησης των επωφελούμενων εταιρειών, για να ενημερώσουν τις γενικές συνελεύσεις των εταιρειών τους, σχετικά με κάθε σημαντική μεταβολή του ενεργητικού και του παθητικού που σημειώθηκε ανάμεσα στην ημερομηνία κατάρτισης του σχεδίου διάσπασης και την ημερομηνία της γενικής συνέλευσης της εταιρείας που καλείται να αποφανθεί ως προς το σχέδιο διάσπασης.

Άρθρο 8

1. Για κάθε μία από τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, ένας ή περισσότεροι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες, που ορίζονται από δικαστική ή διοικητική αρχή, εξετάζουν το σχέδιο διάσπασης και συντάσσουν γραπτή έκθεση για τους μετόχους. Εντούτοις, η νομοθεσία Κράτους μέλους μπορεί να προβλέπει το διορισμό ενός ή περισσότερων ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων για όλες τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, αν αυτός ο διορισμός, μετά από κοινή αίτηση των εταιρειών αυτών, γίνεται από δικαστική ή διοικητική αρχή. Οι εμπειρογνώμονες αυτοί μπορούν να είναι, κατά τη νομοθεσία κάθε Κράτους μέλους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή εταιρείες.

2. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 10 της οδηγίας 78/855/ΕΟΚ εφαρμόζονται σχετικά.

3. Τα Κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η έκθεση για την εξακρίβωση των εταιρικών εισφορών σε είδος, προβλεπόμενη στο άρθρο 27 παράγραφος 2 της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ, και η έκθεση για το σχέδιο διάσπασης, αναφερόμενη στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, καταρτίζονται από τον ίδιο ή τους ίδιους εμπειρογνώμονες.

Άρθρο 9

1. Κάθε μέτοχος έχει το δικαίωμα, τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την ημερομηνία συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης που καλείται να αποφανθεί ως προς το σχέδιο διάσπασης, να λάβει γνώση στην έδρα της εταιρείας τουλάχιστον των ακολούθων εγγράφων:

α) του σχεδίου διάσπασης-

β) των ετήσιων λογαριασμών καθώς και των εκθέσεων διαχείρισης των τριών τελευταίων εταιρικών χρήσεων των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση-

γ) της λογιστικής κατάστασης που έχει συνταχθεί για ημερομηνία που δεν μπορεί να είναι προγενέστερη από την πρώτη ημέρα του τρίτου μήνα πριν την ημερομηνία του σχεδίου διάσπασης, στην περίπτωση που οι τελευταίοι ετήσιοι λογαριασμοί αναφέρονται σε εταιρική χρήση η οποία έχει λήξει τουλάχιστον προ έξι μηνών από την ημερομηνία αυτή-

δ) των κατά το άρθρο 7 παράγραφος 1 εκθέσεων των οργάνων διοίκησης ή διεύθυνσης των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση-

ε) των εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 8.

2. Η λογιστική κατάσταση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 περίπτωση γ) συντάσσεται σύμφωνα με τις ίδιες μεθόδους και παρουσιάζεται με τον ίδιο τρόπο όπως ο τελευταίος ετήσιος ισολογισμός.

Εντούτοις, η νομοθεσία Κράτους μέλους μπορεί να προβλέπει:

α) ότι δεν είναι απαραίτητο να γίνει νέα πραγματική απογραφή-

β) ότι οι εκτιμήσεις που εμφαίνονται στον τελευταίο ισολογισμό τροποποιούνται μόνο κατά τη μεταβολή των εγγραφών. Εντούτοις, θα ληφθούν υπόψη:

- οι ενδιάμεσες αποσβέσεις και προβλέψεις,

- οι σημαντικές αλλαγές πραγματικής αξίας που δεν προκύπτουν από τις εγγραφές.

3. Κάθε μέτοχος μπορεί να λάβει πλήρες αντίγραφο ή, αν το επιθυμεί, απόσπασμα των εγγράφων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, ατελώς και με απλή αίτηση.

Άρθρο 10

Τα Κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν να μην εφαρμόζονται το άρθρο 7, το άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2, και το άρθρο 9 παράγραφος 1 περιπτώσεις γ), δ), ε), αν όλοι οι μέτοχοι ή οι κομιστές άλλων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα ψήφου στις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, παραιτηθούν από το σχετικό τους δικαίωμα.

Άρθρο 11

Η προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε καθεμιά από τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση ρυθμίζεται σύμφωνα με την οδηγία 77/187/ΕΟΚ(12).

Άρθρο 12

1. Στις νομοθεσίες των Κρατών μελών πρέπει να προβλέπεται κατάλληλο σύστημα προστασίας των συμφερόντων των πιστωτών των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση για τις απαιτήσεις που γεννώνται πριν από τη δημοσίευση του σχεδίου διάσπασης και δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες κατά τη δημοσίευση αυτή.

2. Για το σκοπό αυτό, οι νομοθεσίες των Κρατών μελών προβλέπουν τουλάχιστον ότι οι πιστωτές αυτοί έχουν το δικαίωμα να λάβουν κατάλληλες εγγυήσεις, όταν η οικονομική κατάσταση της διασπώμενης εταιρείας, καθώς και της εταιρείας που σύμφωνα με το σχέδιο διάσπασης θα αναδεχθεί την υποχρέωση καθιστούν απαραίτητη την προστασία αυτή και εφόσον οι εν λόγω πιστωτές δεν διαθέτουν ήδη παρόμοιες εγγυήσεις.

3. Σε περίπτωση που δεν έχει ικανοποιηθεί πιστωτής εταιρείας στην οποία η υποχρέωση έχει μεταβιβασθεί, σύμφωνα με το σχέδιο διάσπασης, ευθύνονται για την υποχρέωση αυτή οι επωφελούμενες εταιρείες σε ολόκληρο. Τα Κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν την ευθύνη αυτή στο ύψος του καθαρού ενεργητικού που διανέμεται σε κάθε μία των λοιπών εταιρειών εκτός εκείνης στην οποία μεταβιβάσθηκε η υποχρέωση. Τα Κράτη μέλη δύνανται να μην εφαρμόσουν την παρούσα παράγραφο, όταν η διάσπαση υπόκειται στον έλεγχο δικαστικής αρχής σύμφωνα με το άρθρο 23 και όταν μία πλειοψηφία πιστωτών, αντιπροσωπεύουσα τα τρία τέταρτα του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, ή μία πλειοψηφία κατηγορίας πιστωτών της διασπώμενης εταιρείας, αντιπροσωπεύουσα τα τρία τέταρτα του συνολικού ποσού των απαιτήσεων της κατηγορίας αυτής, παραιτήθηκε, κατά τη διάρκεια γενικής συνέλευσης που έχει συγκληθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 περίπτωση γ), από την επίκληση αυτής της σε ολόκληρο ευθύνης.

4. Η παράγραφος 3 του άρθρου 13 της οδηγίας 78/855/ΕΟΚ εφαρμόζεται σχετικά.

5. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των σχετικών με τη συλλογική άσκηση του δικαιώματός των, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1 έως 4 στους ομολογιούχους των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση, εκτός αν η διάσπαση εγκρίθηκε είτε από τη γενική συνέλευση των ομολογιούχων, όταν η εθνική νομοθεσία προβλέπει παρόμοια συνέλευση, είτε ατομικά από κάθε ομολογιούχο δανειστή.

6. Τα Κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι επωφελούμενες εταιρείες ευθύνονται σε ολόκληρο για τις υποχρεώσεις της διασπώμενης εταιρείας. Στην περίπτωση αυτή, μπορούν να μην εφαρμόσουν τις προηγούμενες παραγράφους.

7. Όταν ένα Κράτος μέλος συνδυάζει το σύστημα προστασίας των πιστωτών, αναφερόμενο στις παραγράφους 1 έως 5, με την σε ολόκληρο ευθύνη των επωφελούμενων εταιρειών, αναφερόμενη στην παράγραφο 6, μπορεί να περιορίσει την ευθύνη αυτή στο καθαρό ενεργητικό που διανέμεται σε καθεμιά από τις εταιρείες αυτές.

Άρθρο 13

Οι κομιστές άλλων τίτλων εκτός από μετοχές, από τους οποίους απορρέουν ειδικά δικαιώματα, πρέπει να έχουν, στο πλαίσιο των επωφελούμενων εταιρειών έναντι των οποίων μπορούν να επικαλεσθούν τους τίτλους αυτούς σύμφωνα με το σχέδιο διάσπασης, δικαιώματα τουλάχιστον ισοδύναμα με εκείνα που είχαν στη διασπώμενη εταιρεία, εκτός αν η τροποποίηση των δικαιωμάτων αυτών έχει εγκριθεί από συνέλευση των κομιστών των τίτλων αυτών, εφόσον το εθνικό δίκαιο προβλέπει παρόμοια συνέλευση, ή από τους κομιστές των τίτλων αυτών ατομικά, ή επίσης αν οι κομιστές αυτοί έχουν δικαίωμα εξαγοράς των τίτλων τους.

Άρθρο 14

Αν η νομοθεσία ενός Κράτους μέλους δεν προβλέπει για τις διασπάσεις προληπτικό δικαστικό ή διοικητικό έλεγχο νομιμότητας, ή αν αυτός ο έλεγχος δεν καλύπτει όλες τις αναγκαίες για τη διάσπαση πράξεις, εφαρμόζεται το άρθρο 16 της οδηγίας 78/855/ΕΟΚ.

Άρθρο 15

Οι νομοθεσίες των Κρατών μελών ορίζουν την ημερομηνία από την οποία η διάσπαση παράγει αποτελέσματα.

Άρθρο 16

1. Η διάσπαση πρέπει να δημοσιευθεί κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία κάθε Κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ, για καθεμιά από τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση.

2. Τις διατυπώσεις δημοσιότητας που αφορούν τη διασπώμενη εταιρεία μπορεί να ενεργήσει καθεμιά από τις επωφελούμενες εταιρείες.

Άρθρο 17

1. Η διάσπαση συνεπάγεται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα τα ακόλουθα αποτελέσματα:

α) τη μεταβίβαση, τόσο μεταξύ της διασπώμενης εταιρείας και των επωφελούμενων εταιρειών, όσο και έναντι των τρίτων, του συνόλου της περιουσίας, ενεργητικού και παθητικού, της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες εταιρείες- η μεταβίβαση αυτή γίνεται υπό μορφή μεριδίων και σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στο σχέδιο διάσπασης ή στο άρθρο 3 παράγραφος 3-

β) οι μέτοχοι της διασπώμενης εταιρείας γίνονται μέτοχοι μίας ή περισσότερων επωφελούμενων εταιρειών σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στο σχέδιο διάσπασης-

γ) η διασπώμενη εταιρεία παύει να υπάρχει.

2. Οι μετοχές επωφελούμενης εταιρείας δεν επιτρέπεται να ανταλλαγούν έναντι μετοχών της διασπώμενης εταιρείας που βρίσκονται στην κατοχή:

α) είτε της ίδιας της επωφελούμενης εταιρείας ή προσώπου που ενεργεί εξ ονόματός του αλλά για λογαριασμό της εταιρείας αυτής-

β) είτε της ίδιας της διασπώμενης εταιρείας ή προσώπου που ενεργεί εξ ονόματός του αλλά για λογαριασμό της εταιρείας αυτής.

3. Δεν θίγονται οι νομοθεσίες των Κρατών μελών που απαιτούν ιδιαίτερες διατυπώσεις ώστε να αντιτάσσεται έναντι τρίτων η μεταβίβαση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που εισφέρονται από τη διασπώμενη εταιρεία. Η ή οι επωφελούμενες εταιρείες στις οποίες μεταβιβάζονται αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις σύμφωνα με το σχέδιο διάσπασης ή με το άρθρο 3 παράγραφος 3, μπορούν να προβούν οι ίδιες στις διατυπώσεις αυτές- εντούτοις, η νομοθεσία των Κρατών μελών μπορεί να επιτρέπει στη διασπώμενη εταιρεία να συνεχίσει να ενεργεί τις διατυπώσεις αυτές για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα το οποίο δεν μπορεί να είναι, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, μεγαλύτερο από έξι μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία η διάσπαση αρχίζει να παράγει αποτελέσματα.

Άρθρο 18

Οι νομοθεσίες των Κρατών μελών ρυθμίζουν, τουλάχιστον, την αστική ευθύνη εξ υπαιτίου συμπεριφοράς των μελών του οργάνου διοίκησης ή διεύθυνσης της διασπώμενης εταιρείας έναντι των μετόχων της εταιρείας αυτής κατά την προετοιμασία και την πραγματοποίηση της διάσπασης, καθώς και την αστική ευθύνη εξ υπαιτίου συμπεριφοράς κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους των εμπειρογνωμόνων στους οποίους ανατέθηκε να συντάξουν γι' αυτή την εταιρεία την έκθεση που προβλέπεται στο άρθρο 8.

Άρθρο 19

1. Οι νομοθεσίες των Κρατών μελών μπορούν να ρυθμίζουν το καθεστώς των ακυροτήτων της διάσπασης μόνο υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η ακυρότητα πρέπει να κηρύσσεται με δικαστική απόφαση-

β) η ακυρότητα διάσπασης που άρχισε να παράγει αποτελέσματα κατά την έννοια του άρθρου 15 μπορεί να κηρυχθεί μόνο για έλλειψη είτε προληπτικού δικαστικού ή διοικητικού ελέγχου νομιμότητας, είτε δημοσίου εγγράφου, ή αν αποδειχθεί ότι η απόφαση της γενικής συνέλευσης είναι άκυρη ή ακυρώσιμη δυνάμει του εθνικού δικαίου-

γ) η αγωγή για ακύρωση δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την παρέλευση προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η διάσπαση μπορεί να αντιταχθεί έναντι εκείνου που επικαλείται την ακυρότητα ή αν ο λόγος ακυρότητας έχει αρθεί-

δ) αν είναι δυνατό να αρθούν οι λόγοι για τους οποίους είναι δυνατή η κήρυξη της ακυρότητας της διάσπασης, το αρμόδιο δικαστήριο παρέχει στις αρμόδιες εταιρείες προθεσμία αποκατάστασης-

ε) η δικαστική απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα της διάσπασης δημοσιεύεται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία κάθε Κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ-

στ) η τριτανακοπή, όταν προβλέπεται από τη νομοθεσία Κράτους μέλους, δεν είναι δεκτή μετά τη λήξη προθεσμίας έξι μηνών από τη δημοσίευση, σύμφωνα με την οδηγία 68/151/ΕΟΚ της δικαστικής αποφάσεως-

γ) η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα της διάσπασης δεν θίγει αφ' εαυτής το κύρος των υποχρεώσεων που δημιουργήθηκαν υπέρ ή σε βάρος της επωφελούμενης εταιρείας πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως και μετά την ημερομηνία που προβλέπεται από το άρθρο 15-

η) καθεμιά από τις επωφελούμενες εταιρείες ευθύνεται για τις υποχρεώσεις που δημιουργούνται σε βάρος της μετά την ημερομηνία κατά την οποία η διάσπαση παράγει αποτελέσματα και πριν από την ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύτηκε η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα της διάσπασης. Η διασπώμενη εταιρεία ευθύνεται επίσης για τις υποχρεώσεις αυτές- στις νομοθεσίες των Κρατών μελών είναι δυνατόν να προβλέπεται ότι η ευθύνη αυτή περιορίζεται στο καθαρό ενεργητικό που μεταβιβάστηκε στην επωφελούμενη εταιρεία σε βάρος της οποίας δημιουργήθηκαν αυτές οι υποχρεώσεις.

2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 περίπτωση α), η νομοθεσία Κράτους μέλους μπορεί επίσης να προβλέπει την κήρυξη της ακυρότητας της διάσπασης από διοικητική αρχή, αν μπορεί να ασκηθεί προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον δικαστικής αρχής. Οι περιπτώσεις β), δ), ε), στ), ζ) και η) εφαρμόζονται κατ' αναλογία για τη διοικητική αρχή. Η διαδικασία αυτή για την ακύρωση δεν μπορεί να ακολουθηθεί μετά την παρέλευση προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία που προβλέπεται από το άρθρο 15.

3. Δεν θίγονται οι διατάξεις των Κρατών μελών σχετικά με την ακυρότητα διάσπασης που κηρύσσεται κατά τη διαδικασία άλλου ελέγχου, πλην του προληπτικού δικαστικού ή διοικητικού ελέγχου νομιμότητας.

Άρθρο 20

Σε περίπτωση που όλες οι μετοχές της διασπώμενης εταιρείας και οι άλλοι τίτλοι της που παρέχουν δικαίωμα ψήφου στη γενική συνέλευση ανήκουν στις επωφελούμενες εταιρείες, στο σύνολό τους, τα Κράτη μέλη μπορούν, με την επιφύλαξη του άρθρου 6, να μην επιβάλλουν την έγκριση της διάσπασης από τη γενική συνέλευση της διασπώμενης εταιρείας, όταν πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η στο άρθρο 4 προβλεπόμενη δημοσιότητα, πρέπει να έχει τηρηθεί για κάθε μία από τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση τουλάχιστον ένα μήνα πριν η διάσπαση παράγει αποτελέσματα-

β) όλοι οι μέτοχοι των εταιρειών που συμμετέχουν στην διάσπαση έχουν το δικαίωμα τουλάχιστον ένα μήνα πριν η διάσπαση παράγει αποτελέσματα να λάβουν γνώση, στην έδρα της εταιρείας τους, των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1. Το άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζεται αναλόγως-

γ) ένας ή περισσότεροι μέτοχοι της διασπώμενης εταιρείας, διαθέτοντες μετοχές που αντιπροσωπεύουν ένα ελάχιστο ποσοστό του καλυφθέντος κεφαλαίου, πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν τη σύγκληση της γενικής συνελεύσεως της διασπώμενης εταιρείας για να αποφανθεί σχετικά με την έγκριση του σχεδίου διάσπασης. Το ελάχιστο αυτό ποσοστό δεν μπορεί να είναι ανώτερο από 5%. Εντούτοις, τα Κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου εξαιρούνται από τον υπολογισμό του ποσοστού αυτού-

δ) σε περίπτωση που δεν έχει συγκληθεί γενική συνέλευση της διασπώμενης εταιρείας για να αποφανθεί σχετικά με την έγκριση του σχεδίου διάσπασης, η ενημέρωση που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 αφορά κάθε σπουδαία τροποποίηση του ενεργητικού και παθητικού που έλαβε χώρα μετά την ημερομηνία που συντάχθηκε το σχέδιο διάσπασης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Διάσπαση μέσω σύστασης νέων εταιρειών

Άρθρο 21

1. Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, θεωρείται διάσπαση μέσω σύστασης νέων εταιρειών η πράξη με την οποία μία εταιρεία, μετά από λύση και χωρίς να τεθεί σε εκκαθάριση, μεταβιβάζει σε περισσότερες νέες εταιρείες το σύνολο της περιουσίας της, ενεργητικό και παθητικό, μέσω διανομής στους μετόχους της μετοχών των επωφελούμενων εταιρειών και ενδεχομένως ενός συμψηφιστικού ποσού σε μετρητά που δεν υπερβαίνει το 10% της ονοματικής αξίας των μετοχών που διατέθηκαν ή, αν δεν υπάρχει ονομαστική αξία, της λογιστικής τους αξίας.

2. Το άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας 78/855/ΕΟΚ εφαρμόζεται σχετικά.

Άρθρο 22

1. Τα άρθρα 3, 4, 5 και 7, το άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2, καθώς και τα άρθρα 9 ως 19 της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται στη διάσπαση μέσω σύστασης νέων εταιρειών με την επιφύλαξη των άρθρων 11 και 12 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ. Για την εφαρμογή αυτή, η έκφραση "εταιρεία που συμμετέχει στη διάσπαση", σημαίνει τη διασπώμενη εταιρεία και η έκφραση "επωφελούμενη εταιρεία" υποδηλώνει καθεμιά από τις νέες εταιρείες.

2. Στο σχέδιο διάσπασης αναφέρονται, εκτός από τις ενδείξεις που ορίζει το άρθρο 3 παράγραφος 2, ο τύπος, η επωνυμία και η έδρα κάθε νέας εταιρείας.

3. Το σχέδιο διάσπασης και, εφόσον αποτελούν αντικείμενο ξεχωριστής πράξης, η συστατική πράξη ή σχέδιο συστατικής πράξης και το καταστατικό ή σχέδιο καταστατικού της νέας εταιρείας εγκρίνονται από τη γενική συνέλευση της διασπώμενης εταιρείας.

4. Στις νομοθεσίες των Κρατών μελών είναι δυνατόν να προβλέπεται ότι η έκθεση για την εξακρίβωση των εισφορών σε είδος, προβλεπόμενη στο άρθρο 10 της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ, καθώς και η έκθεση για το σχέδιο διάσπασης, αναφερόμενη στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας, συντάσσονται από τον ίδιο ή τους ίδιους εμπειρογνώμονες.

5. Τα Κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι ούτε το άρθρο 8 ούτε, όσον αφορά την έκθεση εμπειρογνωμόνων, το άρθρο 9 εφαρμόζονται όταν οι μετοχές κάθε μιας από τις νέες εταιρείες διανέμονται στους μετόχους της διασπώμενης εταιρείας σε αναλογία με τα δικαιώματά τους στο κεφάλαιο της εταιρείας αυτής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Διάσπαση υποκείμενη στον έλεγχο δικαστικής αρχής

Άρθρο 23

1. Τα Κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν την παράγραφο 2, όταν η διάσπαση υπόκειται στον έλεγχο δικαστικής αρχής η οποία έχει την αρμοδιότητα:

α) να συγκαλέσει γενική συνέλευση των μετόχων της διασπώμενης εταιρείας προκειμένου να αποφανθεί για τη διάσπαση-

β) να εξασφαλίσει ότι οι μέτοχοι κάθε εταιρείας που συμμετέχει στη διάσπαση έλαβαν ή μπορούν να προμηθευτούν τουλάχιστον τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 9, μέσα σε προθεσμία αρκετή για να μπορέσουν να τα εξετάσουν έγκαιρα πριν από την ημερομηνία της γενικής συνέλευσης της εταιρείας τους που θα κληθεί να αποφανθεί για τη διάσπαση- όταν ένα Κράτος μέλος κάνει χρήση της ευχέρειας που προβλέπεται στο άρθρο 6, η προθεσμία πρέπει να είναι αρκετή ώστε οι μέτοχοι των εταιρειών οι οποίες λαμβάνουν τις εισφορές που προκύπτουν από τη διάσπαση να μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχει το τελευταίο αυτό άρθρο-

γ) να συγκαλέσει κάθε είδους συνέλευση των πιστωτών κάθε εταιρείας από αυτές που συμμετέχουν στη διάσπαση, προκειμένου να αποφανθούν για τη διάσπαση-

δ) να εξασφαλίσει ότι οι πιστωτές κάθε εταιρείας που συμμετέχει στη διάσπαση έλαβαν ή μπορούν να προμηθευτούν τουλάχιστον το σχέδιο διάσπασης μέσα σε προθεσμία αρκετή για να μπορέσουν να το εξετάσουν έγκαιρα πριν απο την ημερομηνία που αναφέρεται παραπάνω στην περίπτωση β)-

ε) να εγκρίνει το σχέδιο διάσπασης.

2. Όταν η δικαστική αρχή διαπιστώνει ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1 περιπτώσεις β) και δ) και ότι δεν θα υποστούν καμιά ζημιά οι μέτοχοι και οι πιστωτές, μπορεί να απαλλάξει τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση από την υποχρέωση να εφαρμόζουν:

α) το άρθρο 4, υπό τον όρο ότι το κατάλληλο σύστημα προστασίας των συμφερόντων των πιστωτών που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 καλύπτει όλες τις απαιτήσεις, ανεξάρτητα από την ημερομηνία κατά την οποία αυτές γεννήθηκαν-

β) τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 6 περιπτώσεις α) και β), όταν ένα Κράτος μέλος κάνει χρήση της ευχέρειας που προβλέπεται στο άρθρο 6-

γ) το άρθρο 9 όσον αφορά την προθεσμία και τις λεπτομέρειες που έχουν καθοριστεί ώστε οι μέτοχοι να λαμβάνουν γνώση των εγγράφων που αναφέρονται στο ίδιο άρθρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Άλλες πράξεις που εξομοιώνονται με διάσπαση

Άρθρο 24

Όταν η νομοθεσία ενός Κράτους μέλους επιτρέπει, για μια από τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1, το συμψηφιστικό ποσό σε μετρητά να υπερβαίνει το ποσοστό του 10%, τότε εφαρμόζονται τα κεφάλαια I, II και III.

Άρθρο 25

Εφόσον η προθεσμία Κράτους μέλους επιτρέπει μια από τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1, χωρις η διασπώμενη εταιρεία να πάψει να υφίσταται, εφαρμόζονται τα κεφάλαια I, II και III, εκτός από το άρθρο 17 παράγραφος 1 περίπτωση γ).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Τελικές διατάξεις

Άρθρο 26

1. Τα Κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ πριν από την 1η Ιανουαρίου 1986 τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή επιτρέπουν πράξεις στις οποίες η οδηγία αυτή εφαρμόζεται. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή.

2. Εφόσον ένα Κράτος μέλος επιτρέψει τη διάσπαση μετά την ημερομηνία που προβλέπεται στην παράγραφο 1, θέτει σε ισχύ τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κατά την ημερομηνία κατά την οποία επιτρέπει την πράξη αυτή. Πληροφορεί αμέσως την Επιτροπή.

3. Εντούτοις, μπορεί να προβλεφθεί προθεσμία πέντε ετών από την έναρξη ισχύος των διατάξεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στις "unregistered companies" του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας.

4. Τα Κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόσουν τα άρθρα 12 και 13 όσον αφορά τους κατόχους ομολογιών και άλλων τίτλων μετατρέψιμων σε μετοχές αν, κατά το χρόνο κατά τον οποίο τίθενται σε ισχύ οι διατάξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ή 2, οι όροι έκδοσης έχουν καθορίσει εκ των προτέρων τη θέση αυτών των κατόχων τίτλων σε περίπτωση διάσπασης.

5. Τα Κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία στις διασπάσεις και στις πράξεις που εξομοιώνονται με διασπάσεις αν, για την προετοιμασία ή την πραγματοποίησή τους, έχει ήδη λάβει χώρα μια πράξη ή ένας διαδικαστικός τύπος που ορίζει η εθνική νομοθεσία, κατά το χρόνο κατά τον οποίο τίθενται σε ισχύ οι διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή 2.

Άρθρο 27

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα Κράτη μέλη.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 17 Δεκεμβρίου 1982.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

H. CHRISTOPHERSEN

(1) ΕΕ αριθ. C 89 της 14. 7. 1970, σ. 20.

(2) ΕΕ αριθ. C 129 της 11. 12. 1972, σ. 50 και ΕΕ αριθ. C 95 της 28. 4. 1975, σ. 12.

(3) ΕΕ αριθ. C 88 της 6. 9. 1971, σ. 18.

(4) ΕΕ αριθ. 2 της 15. 1. 1962, σ. 36/62.

(5) ΕΕ αριθ. L 65 της 14. 3. 1968, σ. 8.

(6) ΕΕ αριθ. L 26 της 31. 1. 1977, σ. 1.

(7) ΕΕ αριθ. L 222 της 14. 8. 1978, σ. 11.

(8) ΕΕ αριθ. L 295 της 20. 10. 1978, σ. 36.

(9) ΕΕ αριθ. L 61 της 5. 3. 1977, σ. 26.

(10) ΕΕ αριθ. L 65 της 14. 3. 1968, σ. 9.

(11) ΕΕ αριθ. L 26 της 31. 1. 1977, σ. 1.

(12) ΕΕ αριθ. L 61 της 5. 3. 1977, σ. 26.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • Παπαδημητριου
Up
Close
Close
Κλείσιμο