Σχόλια

Δημοσιεύθηκε στις : [ 10-01-1996 ]

ΠΟΛ.1014/10.1.1996 Κοινοποίηση γνωμοδότησης

(Κοινοποίηση γνωμοδότησης )

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα, 10 Ιανουαρίου 1996
Αριθμ. Πρωτ. 1109819/374/Β0013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Φ/ΓΙΑΣ & Δ.Π.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Φ/ΓΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (13η)
ΤΜΗΜΑ Β'

ΠΟΛ.: 1014

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση γνωμοδότησης

Σας κοινοποιούμε την με αριθ. 559/95 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υφυπουργό Οικονομικών και παρακαλούμε για την εφαρμογή της.
Με την γνωμοδότηση αυτή έγιναν δεκτά τα εξής:


α) Στις περιπτώσεις διανομής και ανταλλαγής δεν μπορεί να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 10 Ν.1882/90 με την οποία ορίζεται ότι σε περίπτωση που στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο αναγράφεται τίμημα μεγαλύτερο από την αξία που προκύπτει με την εφαρμογή του αντικειμενικού συστήματος ο φόρος μεταβίβασης
υπολογίζεται στο τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο και τούτο διότι επέρχεται πλήρης καταστρατήγηση της σχετικής νομοθεσίας με βάση την ανεξέλεγκτη αναγραφή τιμήματος στα καταρτιζόμενα συμβόλαια μεταξύ των εκάστοτε συμβαλλομένων μερών.

β) Η θεσπιζόμενη ευνοϊκή φορολογική ρύθμιση που προβλέπεται με το β' εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν.1947/91 (μείωση φόρου αυτομάτου υπερτιμήματος στο μισό) εξακολουθεί διατηρούμενη και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες επέρχεται συνένωση ακινήτων έστω και αν το ένα εκ των συνενουμένων ακινήτων ανήκει σε τρίτο πρόσωπο μη απολαύον της άνω ευνοϊκής ρύθμισης (ήμισυ του φ.α.υ.) αρκεί στη συνέχεια να λαμβάνει χώρα η σύναψη εργολαβικού για το οποίο ορίζει η περίπτωση ε' της παρ. 2 του άρθρου 16 του Ν.1882/1990 οπότε η ευνοϊκη φορολογική ρύθμιση περιορίζεται στο μερίδιο που αναλογεί στο πρόσωπο που απολαύει της άνω φορολογικής απαλλαγής. Επίσης με τη συνένωση ναι μεν διαμορφώνεται νέα νομική κατάσταση του ενιαίου ακινήτου πλην αυτή δεν αποτελεί κατά την έννοια του νόμου, λόγο άρσης της ευνοϊκής φορολογικής ρύθμισης αλλά αντίθετα οδηγεί σε πληρέστερη επίτευξη του σκοπού του νόμου.

Αρ. Γνωμ. 559/1995


Περίληψη Ερωτήματος: Ερωτάται:

α) Εάν θα έχει εφαρμογή η παρ. 10 του άρθρου 14 του Ν.1882/90 με βάση το τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο (και που είναι μεγαλύτερο της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου) και στις περιπτώσεις της διανομής ή ανταλλαγής ακινήτων, δεδομένου ότι οι δικαιούχοι καταστρατηγώντας τις διατάξεις Φ.Μ.Α. δηλώνουν τίμημα μεγαλύτερο σε αξία από αυτή του αντικειμενικού προσδιορισμού εξισώνοντας έτσι τις μερίδες τους, με σκοπό την αποφυγή καταβολής φόρου μεταβίβασης με ακέραιο συντελστή όσο και φόρου αυτομάτου υπερτιμήματος που προκύπτει στην διαφορά.

β) Εάν σε συνένωση ακινήτων στα οποία ανηγέρθη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής και αποκτήθηκαν με κληρονομία, γονική παροχή, κ.λπ., και στη συνέχεια μεταβιβάζονται, για το φόρο αυτομάτου υπερτιμήματος θα έχει εφαρμογή το δεύτερο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν.1947/91 (μείωση φόρου στο ήμισυ).

Επί του άνω ερωτήματος το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους εγνωμοδότησεν ως εξης:

Ι. Κατ' άρθρον 1 του Ν.1587/1950 τίθεται ο γενικός κανόνας ότι "εφ' εκάστης εξ απαχθούς αιτίας μεταβιβάσεως ακινήτου ή πραγματικού επί ακινήτου δικαιώματος επιβάλλεται φόρος επί της αξίας αυτών", κατά δε την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου;
"Εν τη εννοία του όρου μεταβίβασις, δια την εφαρμογήν του παρόντος νόμου, είναι:

α)....... ζ) η διανομή ακινήτων κ.λπ. μεταξύ των συγκυρίων των". Εξάλλου, με το άρθρο 4, παράγραφος 1 εδάφιο Α' του αυτού νόμου ορίζονται τα εξής:

"Ο φόρος μεταβιβάσεως επί της αξίας του ακινήτου ή του πραγματικού επί του ακινήτου δικαιώματος ορίζεται:

"Α. Επί αυτουσίας διανομής ακινήτου μεταξύ των συγκυρίων βάσει των συντελεστών της περιπτώσεως Γ' της παρούσης παραγράφου, μειούμενος εις το τέταρτον. Εάν κατά την διανομήν αι μερίδες των δικαιούχων δεν είναι ισομερείς προς τας ιδανικάς τοιαύτας και καταβάλλεται προς συμπλήρωσιν μιας ή πλειόνων μερίδων τίμημα, ο φόρος μεταβιβάσεως ο αναλογών επί της αξίας του τμήματος της μερίδος δι' ο καταβάλλεται τίμημα υπολογίζεται βάσει των συντελεστών της περιπτώσεως Γ' της παρούσης παραγράφου, εκτός εάν....

β) βάσει των συντελεστών της περιπτώσεως Γ' της παρούσης παραγράφου, μειούμενος εις το ήμισυ:

α)........

ζ) επί ανταλλαγής ακινήτων ίσης αξίας".

Περαιτέρω στο άρθρο 5 παρ. 1 εδ. Β' ορίζεται ότι...... "επί διανομής ακινήτων μεταξύ των συγκυρίων ο φόρος βαρύνει έκαστον τούτων κατά σχέσιν ανάλογον προς την αξίαν της μερίδος του".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί διανομής ακινήτου ο φόρος μεταβιβάσεως υπολογίζεται με μειωμένο συντελεστή (1/4), χωρίς να εξετάζεται κατ' αρχήν αν οι μερίδες τις οποίες παίρνουν με την διανομή οι συγκύριοι είναι ίσες προς τις ιδανικές μερίδες που είχαν στο ακίνητο πριν από την διανομή. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται με την σύμβαση περί διανομής του ακινήτου η καταβολή τιμήματος από ένα συνιδιοκτήτη ως εκ του ότι η αξία της φυσικής μερίδας που περιέρχεται σ' αυτόν υπερβαίνει την αξία της ιδανικής μερίδας που είχε στο ακίνητο, ο φόρος μεταβιβάσεως υπολογίζεται με ακέραιο συντελεστή επί του τμήματος που η αξία της φυσικής μερίδας υπερβαίνει εκείνη της ιδανικής (ΣΕ 3479/1970, 1999/93 γν. Ολ.Ν.Σ.Κ. 299/93). Αν δεν συντρέχει τέτοια συμφωνία οφείλεται φόρος δωρεάς (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. 1022712/94/Β0013/25.2.94 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών, Γν.Ολ.Ν.Σ.Κ. 299/93).
Εξάλλου εκ των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 1, 4 και 5 του Α.Ν.1521/50, συνάγεται ότι επί ανταλλαγής ακινήτων, αν μεν πρόκειται περί τοιούτων ίσης αξίας εφαρμόζεται ο μειωμένος συντελεστής ΦΜΑ, άλλως, ως προς το ακίνητον το έχον αξίαν μείζονα του ετέρου ανταλλασσομένου, εφαρμόζεται ο αυτός μεν μειωμένος συντελεστής για το μέρος της αγοραίας αξίας το οποίον ισούται με την αξίαν του ανταλλασσομένου ακινήτου, δια δε το υπερβάλον μέρος εφαρμόζεται ο συνήθης συντελεστής (ΣτΕ 4263/85 κ.λπ.).
Περαιτέρω στο άρθρο 16 παρ. 2 περ. στ' του Ν.1882/90 και όπως αυτή προσετέθη, με την παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν.1947/91 ορίζεται ότι "σε περίπτωση διανομής, ανταλλαγής, ή συνένωσης ακινήτων δεν οφείλεται φόρος αυτομάτου υπερτιμήματος. Αν όμως προκύπτει διαφορά μεταξύ ιδανικής και φυσικής μερίδας και γι' αυτήν καταβάλλεται τίμημα, οφείλεται φόρος, ο οποίος υπολογίζεται σε ποσοστό 10% επί του φόρου μεταβίβασης που αναλογεί στη διαφορά αυτή". Εξάλλου στο άρθρο 41 του Ν.1249/82 που αφορά στον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων ορίζονται τα εξής:

"1. Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς ή προίκας, λαμβάνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης, που είναι καθορισμένες από πριν κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ' είδος ακινήτου, όπως αστικό ακίνητο, μονοκατοικία, διαμέρισμα, κατάστημα, αγρόκτημα και άλλα .........

2. ..............

3. Κάθε άλλη διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά τη φορολογητέα αξία των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς ή προίκας και τον τρόπο προσδιορισμού της παύει να ισχύει από το χρόνο έναρξης ισχύος των προεδρικών διαταγμάτων της προηγούμενης παραγράφου, για τις περιοχές ή κατηγορίες ακινήτων που αυτά αφορούν". Τέλος με το άρθρο 14 του Ν.1882/90 προσετέθη νέο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρου 41 του Ν.1249/82 το οποίο έχει ως εξής:

"Κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση που στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο αναγράφεται τίμημα μεγαλύτερο της αξίας που προκύπτει με εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ο φόρος μεταβίβασης υπολογίζεται με βάση το τίμημα αυτό".
Οπως προκύπτει από την αδιάστικτο διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως στην έννοιά της, και δη του νόμου μη διακρίνοντος, περιλαμβάνονται όλες οι ειδικότερες περιπτώσεις μεταβιβάσεως ακινήτων της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν.1587/50 και συνεπώς στο πεδίο εφαρμογής της εμπίπτει τόσον η διανομή όσον και η ανταλλαγή ακινήτων. Εξάλλου η καταβολή τιμήματος προσήκει κατά κανόνα και επί τοιούτων μεταβιβάσεων ακινήτων και συνεπώς και επί των μεταβιβάσεων αυτών θα έχει πλήρη εφαρμογή η άνω διάταξη η οποία αναφέρεται στο αναγραφόμενο στα συμβόλαια τίμημα. Επομένως η εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας στις άνω περιπτώσεις θα γίνει στη βάση των ρυθμίσεων της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 10 του Ν.1882/90. Αν και κατά τη γνώμη του Παρέδρου Παν. Κιούση η άνω διάταξη είναι ερμηνευτέα ενόψει του σκοπού θεσπίσεώς της ο οποίος μεταξύ άλλων, συνίστατο και στην αποφυγή αναγραφής εικονικών και υπερβολικών τιμημάτων στα συμβόλαια μεταβιβάσεως ακινήτων προκειμένης της δικαιολογήσεως των διαφόρων τεκμηρίων της φορολογικής νομοθεσίας.
Υπό το άνω πρίσμα ερμηνευόμενη η κρίσιμη διάταξη, πρέπει να γίνει δεκτόν ότι αυτή αφορά τις συνήθεις μόνον μεταβιβάσεις ακινήτων όχι δε και τις ειδικότερες μορφές μεταβιβάσεων όπως η διανομή ή η ανταλλαγή ακινήτων, στις οποίες όχι μόνον δεν πληρούται ο άνω επιδιωχθείς υπό του νόμου, ειδικότερος σκοπός, αλλ' αντίθετα είναι δυνατόν να επέρχεται πλήρης καταστρατήγηση της σχετικής φορολογικής νομοθεσίας και μάλιστα με βάση την ανεξέλεγκτη αναγραφή τιμημάτων στα καταρτιζόμενα συμβόλαια μεταξύ των εκάστοτε συμβαλλομένων μερών, ως άλλωστε δέχεται και η ερωτώσα υπηρεσία. Ο νόμος όμως σε καμμιά περίπτωση δεν επιδέχεται ερμηνείαν άγουσαν ευθέως ή έστω εκ πλαγίου σε καταστρατήγηση ή περιγραφή του υπ' αυτού επιδιωχθέντος σκοπού.
Εξάλλου το ίδιο ισχύει και προκειμένης της επιβολής του φόρου αυτομάτου υπερτιμήματος όπου ο νόμος (άρθρο 8 παρ. 5 του Ν.1947/91) προβλέπει την κατ' αρχήν μη επιβολή φ.α.υ. για διανομή ανταλλαγή ή συνένωση ακινήτων και προβλέπει επιβολή αυτού μόνον αν προκύπτει διαφορά μεταξύ ιδανικής και φυσικής μερίδας και γι' αυτήν καταβάλλεται τίμημα. Και στις περιπτώσεις αυτές, κατά την άνω γνώμη, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η άνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 10 του Ν.1882/90, διότι η συνδρομή ή μη διαφοράς μεταξύ ιδανικής και φυσικής μερίδας και κατά την αληθή έννοιαν του νόμου, δεν καταλείπεται στην ανεξέλεγκτη βούληση των συμβαλλομένων, αλλά διακριβώνεται στη βάση σταθερού κριτηρίου όπως είναι το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων. Εντεύθεν κατά την άνω γνώμην οι διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 14 του
Ν.1882/90 δεν είναι ερμηνευτέες στη βάση της γραμματικής διατυπώσεώς των (γραμματολογική ερμηνεία) αλλά στη βάση του υπ' αυτών επιδιωχθέντος σκοπού, (τελεολογική ερμηνεία), και δεν έχουν εφαρμογήν στις ειδικότερες περιπτώσεις διανομής ή ανταλλαγής ακινήτων, όπου προβλέπεται ίδιος τρόπος επιβολής του φόρου που αποκλίνει μερικώς από τη βασική ρύθμιση επιβολής του Φ.Μ.Α. και του Φ.Α.Υ.

ΙΙ. Επί του δευτέρου σκέλους του ερωτήματος.

Στην παρ. 4 του άρθρου 16 του Ν.1882/90 και ως αυτή ισχύει όπως αντικατεστάθη με την παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν.1947/91 ορίζονται τα εξής:

"Ειδικώς στις περιπτώσεις των εργολαβικών για τα οποία ορίζει η περίπτωση ε' της παρ. 2 του άρθρου 16 του παρόντος, ο φόρος που προκύπτει περιορίζεται στο μισό, αν το ακίνητο στο οποίο ανεγείρεται η οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής, αποκτήθηκε με γονική παροχή ή αιτιά θανάτου ή δωρεάς από σύζυγο ή τέκνα του κληρονομουμένου ή δωρητή". Οπως προκύπτει από την οικεία εισηγητική έκθεση αλλά και από τη διοικητική ερμηνεία της άνω διατάξεως σκοπός του νομοθέτου με τη θέσπιση της διατάξεως αυτής ήταν η ενίσχυση της οικιακής οικονομίας και η διευκόλυνση αξιοποιήσεως των ακινήτων από τα μέλη των οικογενειών με τη στενή έννοια της λέξης. Ετσι με τις διατάξεις αυτές προβλέπεται η μείωση του φόρου υπεραξίας στο μισό στις περιπτώσεις που το ακίνητο που δίδεται ως αντιπαροχή προέρχεται από γονική παροχή ή κληρονομιά ή δωρεά, αλλά μόνον αν ο κληρονόμος ή ο δωρεοδόχος είναι τέκνο ή σύζυγος του κληρονομουμένου ή του δωρητή ή του παρέχοντος την παροχή (γονική). Περαιτέρω με τη διοικητική ερμηνεία της διατάξεως έγινε δεκτό ότι αν μετά την άνω κτήση του ακινήτου καθ' ένα εκ των άνω μνημονευομένων τρόπων χωρήσει συνένωση κ.λπ. των ακινήτων και ακολούθως το εκ της τοιαύτης νομικής καταστάσεως προελθόν μεταβιβάζεται με επαχθή αιτία, οφείλεται φόρος αυτομάτου
υπερτιμήματος καθόσον με τη συνένωση κ.λπ. διαμορφώνεται η νέα νομική κατάσταση του ακινήτου. Ηδη όμως ανέκυψαν αμφιβολίες στην ερωτώσα υπηρεσία για την ως άνω δοθείσα λύση και εξ' αιτίας αυτών υπεβλήθη το δεύτερο σκέλος του παρόντος ερωτήματος. Περαιτέρω ως προς την έννοια της άνω διατάξεως οι παρακάτω γνώμες διατυπώθησαν:

Κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη απαρτισθείσαν εκ των Σ.Αργυροπούλου Αντιπροέδρου του Ν.Σ.Κ. και των Νομικών Συμβούλων Γ.Πατρινέλη, Κ.Ντούση, Δ.Λάκκα, Γρ.Κράμπα, Κ.Μπακάλη και Χ.Παλαιολόγου (ψήφοι 7) η έννοια της άνω διατάξεως είναι ότι η υπ' αυτής θεσπιζομένη ευνοϊκή φορολογική ρύθμιση εξακολουθεί διατηρουμένη και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες επέρχεται συνένωση ακινήτων έστω και αν το ένα εκ των συνενουμένων ακινήτων ανήκει σε τρίτο πρόσωπο μη απολαύον της άνω ευνοϊκής ρυθμίσεως αρκεί στη συνέχεια να λαμβάνει χώραν η σύναψη εργολαβικού για το οποίο ορίζει η περίπτωση Ε' της παρ. 2 του άρθρου 16 του Ν.1882/90, οπότε η ευνοϊκή φορολογική ρύθμιση (περιορισμός του φόρου αυτομάτου υπερτιμήματος στο μισό), περιορίζεται στο μερίδιο που αναλογεί στο πρόσωπο που απολαύει της άνω φορολογικής απαλλαγής. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή της άνω διατάξεως προσήκει, καθόσον δι' αυτής εσκοπήθη η διευκόλυνση αξιοποιήσεως των οικογενειακών ακινήτων. Ακριβώς δε η συνένωση αποβλέπει στην καλύτερη αξιοποίηση αυτών ακόμη δε ωρεί και στην περίπτωση κατά την οποία τα συνενούμενα ακίνητα δεν είναι αυτοτελώς οικοδομήσιμα (ΣτΕ 966/88), ότε και έχει ως αποτέλεσμα την δυνατότητα οικοδομήσεως των εκ κληρονομίας κ.λπ. προελθόντων και μη αυτοτελώς οικοδομησίμων ακινήτων. Εκ των ανωτέρω έπεται ότι με τη συνένωση ναι μεν διαμορφώνεται κατά νομική ακριβολογία νέα νομική κατάσταση του ενιαίου ακινήτου, πλην αυτή δεν αποτελεί, κατά την έννοιαν του νόμου, λόγο άρσεως της κατ' αρχήν προβλεπομένης υπό του νόμου δια τον κύριον ενός εκ των μερικοτέρων ακινήτων ευνοϊκής φορολογικής ρυθμίσεως, αλλά τουναντίον συνάδει προς τον επιδιωχθέντα σκοπό του νόμου και άγει σε πληρέστερη επίτευξη του σκοπού αυτού. Ειδικότερα η απόκτηση του ενιαίου οικογενειακού ακινήτου από πλείονα τέκνα κ.λπ. και η στη συνέχεια συμφωνία αυτών για ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, προϋποθέτει κατά κανόνα την προηγούμενη συνένωση των μερικοτέρων περιελθουσών σε κάθε τέκνο κ.λπ. συνεχομένων, ιδιοκτησιών, θα ήτο δε πράγματι αντιφατικό προς το σκοπό του νόμου, να δεχθεί τις ότι αυτή η συνένωση, η οποία σημειωτέον δεν υπόκειται κατ' αρχήν σε Φ.Α.Υ. να συνεπάγεται την απώλεια της προεκτεθείσης ευνοϊκής φορολογικής ρυθμίσεως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το εκ της συνενώσεως προελθόν οικογενειακό οικόπεδο, δίδεται για ανοικοδόμηση με το σύστημα της αντιπαροχής. Υπό την αντίθετη εκδοχή η άνω ευνοϊκή φορολογική ρύθμιση θα περιορίζετο μόνον στις περιπτώσεις που το κάθε ένα εκ των πλειόνων τέκνων κ.λπ. θα κληρονομούσε κ.λπ. αυτοτελές άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, πράγμα οπωσδήποτε μη ηθελημένο από το νομοθέτη.
Κατά την μειοψηφήσασα γνώμη του Αντιπροέδρου του Ν.Σ.Κ. Δ.Διαμαντοπούλου προς την οποία συνετάχθη και ο Πάρεδρος Γ.Λάζος: 1. Επί συνενώσεως κληρονομιαίου ή εκ γονικής παροχής κτηθέντος ακινήτου, μετ' άλλου κληρονομιαίου ή εκ γονικής παροχής κτηθέντος ακινήτου, οιοσδήποτε και αν είναι ο κύριος του δευτέρου ακινήτου, είτε, δηλαδή, τυγχάνει κληρονόμος ή απόγονος του ιδίου προσώπου, εκείνου δηλαδή του οποίου κληρονόμος ή απόγονος είναι και ο κύριος του πρώτου ακινήτου είτε άλλου τρίτου και ασχέτου εντελώς προς τον υπό του κυρίου του πρώτου ακινήτου κληρονομηθέντα ή γονικώς παράσχοντα, ή φορολογική ευνοϊκή μεταχείριση, ως εκ της τοιαύτης αιτία θανάτου ή γονικής παροχής κτήσεως υπό των δικαιοπρακτούντων των ακινήτων, διατηρείται κατ' ευθείαν γραμματική εφαρμογή της ως άνω διατάξεως αφορώσης κληρονομιαία ή εκ γονικής παροχής ακίνητα. Εάν όμως το δεύτερον ή γενικότερον, ένα εκ πλειόνων συνενουμένων ακινήτων, δεν
περιήλθε εις τον δικαιοπρακτούντα κύριον αυτού αιτία θανάτου ή αιτία γονικής παροχής, τότε, ανεξαρτήτως της συγγενικής ή μη σχέσεως των κυρίων των συνενουμένων ακινήτων, η φορολογική ευνοϊκή μεταχείριση δεν ισχύει, βάσει της σαφούς εννοίας της ερμηνευομένης ως άνω διατάξεως.

2. Τ' ανωτέρω είναι αυτονόητον νομικόν πόρισμα, κατά την ως άνω φορολογική διάταξη, καθ' όσον η συνένωση εις μεν την πρώτη περίπτωση και ανεξαρτήτως του κατά το αστικόν δίκαιο χαρακτήρα αυτής ο οποίος εις την συγκεκριμένην αυτήν περίπτωση, ενόψει των λοιπών ως άνω στοιχείων, δεν είναι το κρίσιμο στοιχείο ερμηνείας, αναφέρεται εις ακίνητα εμπίπτοντα ευθέως εις την γραμματική διατύπωση της ως άνω διατάξεως, και εις κυρίους αυτών, οι οποίοι, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή μη, μεταξύ των συγγενικής σχέσεως, είναι έκαστος πρόσωπον
κρινόμενον υπό της ως άνω διατάξεως ως ευνοούμενον φορολογικόν βάσει αυτής υποκείμενον, εις δε την δευτέρα περίπτωση, ο χαρακτήρας της συνενώσεως ακινήτων κατά το αστικόν δίκαιον (το οποίον, ελλείψει αντιθέτου σαφούς βουλήσεως του φορολογικού νομοθέτου, δεσμεύει και τον εφαρμοστή φορολογικών διατάξεων), αποτελεί το κυρίαρχο ερμηνευτικό στοιχείο και συνίσταται εις την δημιουργία (μέσω του ιδιάζοντος νομικού μηχανισμού δια την γένεση συγκυριότητας) νέου αναμφιβόλως ακινήτου και διαφόρου κυριότητος του κληρονόμου ή γονικώς λαβόντος επί εντελώς νέου πράγματος, προσδιοριζομένης μεν εξ αδιαιρέτου εκ της σχέσεως της αξίας των συνενωθέντων ακινήτων, των οποίων όμως η ταυτότητα απωλέσθη δια της συγκροτήσεως ακινήτου εντελώς ξένου προς την ως άνω διάταξη, ουδόλως φέροντος την ιδιότητα του κληρονομιαίου ή γονικώς παρασχεθέντος λόγω ακριβώς της συνενώσεως μετ' ακινήτου άλλως πως κτηθέντος ενώ ταυτοχρόνως η εξ' αδιαιρέτου επ' αυτού κυριότητα του κληρονόμου ή γονικώς λαβόντος είναι βεβαίως νέον δικαίωμα, διάφορον του κληρονομικού ή της γονικής παροχής, του οποίου η υπαγωγή εις την ως άνω φορολογική διάταξη θ' αποτελούσε καταστρατήγηση αυτής.
Τέλος, κατά την γνώμη του Παρέδρου Π.Κιούση, ναι μεν η συνένωση ως άλλωστε δέχεται και η πλειοψηφήσασα γνώμη δεν αποτελεί λόγον άρσεως της άνω υπό του νόμου προβλεπομένης ευνοϊκής φορολογικής ρυθμίσεως, πλην και δεδομένου του σκοπού του νόμου ο οποίος συνίσταται στην ενίσχυση της οικιακής οικονομίας και στη διευκόλυνση αξιοποιήσεως ακινήτων από τα μέλη των οικογενειών με τη στενή έννοια της λέξης, (βλ. εισηγητική έκθεση νόμου), έπεται ότι η άνω ευνοϊκή φορολογική ρύθμιση εξακολουθεί η υφισταμένη μόνον όταν τα επί μέρους συνενούμενα ακίνητα αποκτήθηκαν από γονική παροχή ή αιτία θανάτου ή δωρεά από σύζυγο ή τέκνα του κληρονομουμένου ή δωρητή στα πλαίσια πάντοτε της υπό στενή έννοια νοουμένης οικογενείας η δε συνένωση χωρεί αποκλειστικώς για τα κατά τον άνω τρόπο αποκτηθέντα ακίνητα.

Οθεν στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει κατά μεν το α' σκέλος του καταφατική απάντηση, κατά δε το δεύτερο, κατά πλειοψηφίαν η άνω αναλυτική τοιαύτη.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο