Δημοσιεύθηκε στις : [ 13-01-1996 ]

ΠΟΛ.1012/13.1.1996 Κοινοποίηση της αριθ. 725/1995 γνωμοδότησης

(Κοινοποίηση της αριθ. 725/1995 γνωμοδότησης)

Κατηγορία: Φορολογία Εισοδήματος

Αθήνα, 13 Ιανουαρίου 1996
Αριθ. Πρωτ.: 1061933/4970-21/0016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Η.Π. 15/01/1996/ΑΧ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ & Δ.Π.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ 16η (Εισ. Δημ. Εσόδων)
ΤΜΗΜΑ Α΄

ΠΟΛ 1012

ΘΕΜΑ : Κοινοποίηση γνωμοδότησης.

Με τη γνωμοδότηση αυτή γίνεται δεκτό ότι, σε περίπτωση που το δικαστήριο με την απόφασή του μετατρέπει το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, λόγω αοριστίας του καταψηφιστικού αιτήματος, καθώς και σε περίπτωση που το δικαστήριο είναι αναρμόδιο για την εξέταση κάποιου αιτήματος και παραπέμπει τη διαφορά σε
διαιτησία, κάνοντας δεκτή σχετική αίτηση του εναγομένου, το καταβληθέν δικαστικό ένσημο (αγωγόσημο) θεωρείται ότι δεν έχει αναλωθεί και αναζητείται κατά τις διατάξεις περί αχρεωστήτως καταβληθέντων η δε επιστροφή του είναι νόμιμη. Ως προς το θέμα της παραγραφής της σχετικής αξίωσης, έγινε δεκτό ότι, αυτή αρχίζει όχι από την ημέρα εκδόσεως του διπλοτύπου εισπράξεως αυτού, αλλά από το τέλος του έτους κατά το οποίο εκδόθηκαν οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις, γιατί κατά το έτος αυτό γεννήθηκαν οι αξιώσεις περί επιστροφής του και έγινε δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτών.

Αρ. Γνωμ. 725/1995


Περίληψη Ερωτήματος: Ερωτάται: α) εάν είναι νόμιμη ή όχι η επιστροφή δικαστικού ενσήμου (αγωγόσημου) επειδή δεν έγινε χρήση αυτού, στις εξής δύο περιπτώσεις:

αα) όταν το δικαστήριο με την απόφασή του μετατρέπει το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό λόγω αοριστίας του καταψηφιστικού αιτήματος,

ββ) όταν το δικαστήριο κηρύσσει εαυτό στερούμενο δικαιοδοσίας και παραπέμπει τη διαφορά σε διαιτησία κάνοντας δεκτή σχετική αίτηση του εναγομένου και

β) ενόψει του ότι έχει παρέλθει τριετία από της καταβολής του στο Δημόσιο Ταμείο Δικαστικών Εισπράξεων, εάν η σχετική απαίτηση του καταβαλόντος περί επιστροφής του είναι παραγεγραμμένη ή όχι κατά το άρθρο 91 παρ. 2 Ν.Δ/τος 321/1969 (Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού).

Επί του ως άνω θέματος το Νομικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί ως ακολούθως:

Α. ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ: Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Ν.ΓΠΟΗ'/1912 περί δικαστικού ενσήμου, επιβάλλεται αναλογικό τέλος επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής στο οποίο (τέλος) δεν υπόκεινται οι απλώς αναγνωριστικές αγωγές οι περί εξαλείψεως υποθήκης, προσημειώσεις κ.λπ. Επειδή το τέλος αυτό ανάγεται στη
φορολογία του αντικειμένου της δίκης επί του οποίου προκαλείται η απόφαση του δικαστηρίου, είναι επιτρεπτό, όπως έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία, σε περίπτωση που απορριφθεί η αγωγή όχι για λόγους ουσιαστικούς αλλά για λόγους τυπικούς (απαράδεκτο), να μην απαιτείται η εκ νέου καταβολή του σε περίπτωση επανεγέρσεως της αυτής αγωγής, με το αυτό δηλαδή αντικείμενο και τους αυτούς διαδίκους, διότι σε αντίθετη περίπτωση, το αυτό αντικείμενο θα υπεβάλετο σε διπλή φορολογία (ΑΠ 217/1956/ΕΕΝ 23.817 ΝοΒ 4.779). Αντίθετα, το δικαστικό
ένσημο θεωρείται αναλωθέν σε περίπτωση κατ' ουσίαν απορρίψεως της αγωγής ως νομικώς ή ουσιαστικώς αβασίμου (Πρωτ. Θεσ. 60/72 Ελλ. Δικ. 74.39 και 59/1973 Αρχ. Νομ. 24.774).
Κατά λογική ακολουθία των ανωτέρω το δικαστικό ένσημο επιστρέφεται ως αχρεωστήτως καταβληθέν σε περίπτωση που ο ενάγων, μετά την απόρριψη της αγωγής του για λόγους τυπικούς, για οποιονδήποτε λόγο, δεν προτίθεται ν' ασκήσει νέα αγωγή. Για την επιστροφή του δικαστικού ενσήμου ως τέλους αχρεωστήτως καταβληθέντος και για το χρονικό διάστημα εντός του οποίου μπορεί να ζητηθεί αυτή από τον ενάγοντα εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 93 επομ. του Ν.Δ/τος 321/1969 (Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού). Ειδικότερα κατά μεν την διάταξη 91 παρ. 2 του ως άνω δ/τος ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του δημοσίου για αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά είναι τριών ετών κατά δε την διάταξη του άρθρου 93 η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη.

Β. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ: Δίδονται τα εξής πραγματικά περιστατικά:

αα. Για την εκδίκαση της από 7.6.1990 καταψηφιστικής αγωγής του κατά της Ε.Υ.Δ.Α.Π. με χρηματικό αντικείμενο ύψους 159.270.678 δραχμών, ο ενάγων Βασίλειος Μπικουβαράκης κατέβαλε δικαστικό ένσημο για χρηματικό αντικείμενο αγωγής ύψους 46.000.000 δρχ. ήτοι ποσό 278.915 δρχ. όπως αυτό αποδεικνύεται από το με αριθμό 2839801 διπλότυπο είσπραξης του Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών και στη συνέχεια περιόρισε με τις προτάσεις του το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του στο ποσό των 40.000.000 δρχ., κατά δε το υπόλοιπο μέχρι το αιτούμενο ποσό παρέμεινε το αίτημα της αγωγής ως αναγνωριστικό. Το δικαστήριο όμως με την 5453/1994 απόφασή του, που δμοσιεύθηκε την 18.4.1994 έκρινε ότι ο περιορισμός αυτός του καταψηφιστικού αιτήματος χωρίς να αναφέρεται από ποιά συγκεκριμένα κονδύλια της αγωγής - εκ των περισσοτέρων του ενός - παραιτείται, καθιστά την αγωγή αόριστη και απορριπτέα ως προς αυτό (καταψηφιστικό αίτημα), ερευνωμένη μόνο ως αναγνωριστική αγωγή, η οποία στη συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή για ποσό 95.711.108 δρχ. Στη συνέχεια ο ενάγων προσεκόμισε αντίγραφο του ανωτέρω διπλοτύπου στην αρμόδια υπηρεσία με σχετική επ' αυτού επισημείωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ότι δεν έγινε χρήση αυτού, αλλά η υπηρεσία αρνήθηκε την επιστροφή του ποσού αυτού, γιατί είχε αμφιβολίες περί της νομιμότητας της επιστροφής αυτής, τόσο λόγω της για λόγους τυπικούς απορρίψεως του καταψηφιστικού αιτήματος και επομένως της ένεκα του λόγου τούτου αναλώσεως του δικαστικού ενσήμου όσο και λόγω του ότι από την πληρωμή του δικαστικού ενσήμου (16.3.1990) μέχρι της υποβολής της αιτήσεως επιστροφής του (22.3.1995) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της τριετίας.

ββ. Για την εκδίκαση της από 24.10.1991 καταψηφιστικής αγωγής του για διαφορά από σύμβαση μισθώσεως έργου, ο ενάγων Ιορδάνης Σαμψωνίδης κατέβαλε, όπως αποδεικνύεται από το με αριθμό 7942995 διπλότυπο είσπραξης του Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών, το ποσό των 778.368 δραχμών ως δικαστικό ένσημο.
Η αγωγή εκδικάστηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την 3207/1992 απόφασή του που δημοσιεύθηκε την 19.3.1992, κήρυξε εαυτό στερούμενο δικαιοδοσίας προς επίλυση της υπό κρίσιν διαφοράς και παρέπεμψε την αγωγή σε διαιτησία κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως των εναγομένων. Στη συνέχεια ο ενάγων προσεκόμισε αντίγραφο του ανωτέρω διπλοτύπου στην αρμόδια υπηρεσία με σχετική επ' αυτού επισημείωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ότι δεν έγινε χρήση αυτού, αλλά η αρμόδια υπηρεσία αρνήθηκε την επιστροφή του ποσού επειδή είχε αμφιβολίες περί της νομιμότητας της επιστροφής αυτής, τόσο λόγω της παραπομπής σε διαιτησία με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση και της ένεκα του λόγου τούτου αναλώσεως του δικαστικού ενσήμου όσο και λόγω του ότι από την πληρωμή του δικαστικού ενσήμου (24.10.1991) μέχρι την υποβολή της αιτήσεως επιστροφής του (10.5.1995) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της τριετίας.

Γ.

αα. Οπως προκύπτει από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις και από τα όσα έγιναν δεκτά από τη θεωρία και τη νομολογία, το δικαστικό ένσημο, έχει τον χαρακτήρα τέλους, ήτοι φορολογίας του αντικειμένου της δίκης και για τον λόγο αυτό η εκ νέου καταβολή αυτού για την αυτή αιτία αποτελεί διπλή φορολόγηση και επομένως λόγω επιστροφής του καταβληθέντος ποσού ως αχρεωστήτως καταβληθέντος. Τέτοια περίπτωση επιστροφής δηλαδή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού - ή μη καταβολής εκ νέου τούτου λόγω επανεγέρσεως της αγωγής - αποτελεί η για λόγους τυπικούς απόρριψη της καταψηφιστικής αγωγής (Βλ. ανωτ. ΑΠ 217/1956). Για τον ίδιο όμως λόγο είναι επιστρεπτέο το καταβληθέν δικαστικό ένσημο και στην περίπτωση όπου το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή στο σύνολό της ως απαράδεκτη αλλά κρίνει ως απαράδεκτο μόνο το καταψηφιστικό αίτημα και στη συνέχεια αναγνωρίζει απλώς το ασκούμενο δια της αγωγής δικαίωμα, διότι εφόσον θεωρείται ότι δεν αναλώθηκε το δικαστικό ένσημο για την μείζοντα αιτία (απόρριψη για λόγους αοριστίας της αγωγής στο σύνολό της) θεωρείται ότι δεν αναλώθηκε και για την ελάσσονα (απόρριψη της αγωγής μόνο κατά το μέρος που αυτή ασκείται ως καταψηφιστική λόγω αοριστίας του αιτήματος ως καταψηφιστικού και όχι του περιεχομένου της στο σύνολό του).

ββ. Εξ άλλου η παραπομπή υποθέσεως σε διαιτησία κατά το άρθρο 870 Κ.Πολ.Δ., προϋποθέτει την εκ μέρους του δικαστηρίου, κρίση περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του όπως δικάσει στην συγκεκριμένη περίπτωση κι επομένως προϋποθέτει την συνδρομή αρνητικής τινός τυπικής προϋποθέσεως (ρήτρα διαιτησίας) συνέπεια της οποίας είναι όχι η απόρριψη της αγωγής αλλά η παραπομπή της σε διαιτητικό δικαστήριο. Η απόφαση αυτή όμως είναι οριστική ως προς το θέμα της κρίσεως περί ελλείψεως δικαιοδοσίας (Α.Π.816/1983 Δ 15.590) και επομένως είναι οριστική και ως προς το γεγονός ότι το δικαστήριο, για λόγους τυπικούς, δεν πρόκειται να προβεί στην εκδίκαση κατ' ουσίαν του καταψηφιστικού αιτήματος. Ητοι και στην περίπτωση αυτή έχουμε αποτέλεσμα νομικώς ισοδύναμο με την για λόγους τυπικούς απόρριψη του καταψηφιστικού αιτήματος, που είναι η - οριστική - μη ενασχόληση του δικαστηρίου με το αίτημα αυτό. Κατά λογική ακολουθία των ανωτέρω το δικαστικό ένσημο δεν έχει αναλωθεί και σ' αυτή την περίπτωση κι αναζητείται κατά τις διατάξεις περί αχρεωστήτως καταβληθέντος.

γ. Ως προς το θέμα της τριετούς παραγραφής της σχετικής αξίωσης (άρθρο 91 παρ. 2 Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού), είναι προφανές ότι αυτή αρχίζει όχι από την ημέρα εκδόσεως του διπλοτύπου εισπράξεως αυτού αλλά από το τέλος του έτους κατά το οποίο εκδόθηκαν οι επίμαχες δικαστικές αποφάσεις διότι κατά το έτος αυτό γεννήθηκαν οι αξιώσεις περί επιστροφής του και έγινε δυνατή η δικαστική αυτών επιδίωξη, ήτοι στην μεν πρώτη περίπτωση από την 31.12.1994 και στην δεύτερη περίπτωση από την 31.12.1992. Με αυτό το δεδομένο οι σχετικές αξιώσεις παραγράφονται η μεν πρώτη την 31.12.1997, η δε δεύτερη την 31.12.1995 και ως εκ τούτου κατά τον χρόνο υποβολής των αντιστοίχων αιτήσεων στην αρμόδια υπηρεσία δεν είχαν αυτές παραγραφεί ακόμη.
Ενόψει των ανωτέρω, το Νομικό Συμβούλιο έχει την γνώμη ότι το δικαστικό ένσημο είναι επιστρεπτέο ως μη αναλωθέν και στις δύο περιπτώσεις, ο δε χρόνος παραγραφής της σχετικής απαιτήσεως για την επιστροφή τούτου δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι σήμερα.



ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο παρών ιστοχώρος και όλα τα κείμενα και δεδομένα που εμπεριέχονται σε αυτόν, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των νομοθετικών και διοικητικών κειμένων (Νόμοι,  Διατάγματα, Υπουργικές Αποφάσεις, ΠΟΛ., Διοικητικές Πράξεις και Λύσεις κ.α.), των νομολογιακών κειμένων (Δικαστικές Αποφάσεις κ.α.), των περιλήψεων αυτών και της τήρησής τους σε βάση δεδομένων, των συσχετίσεων μεταξύ τους και των ειδικών εργαλείων αναζήτησης, αποτελούν αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας και πνευματικής δημιουργίας και προστατεύονται από την νομοθεσία περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων και δη  από τους νόμους  2121/1993,  2557/1997, 2819/2000, τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (ν. 100/1975), τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης (ν. 2054/1992) και τις Οδηγίες 91/100/ΕΟΚ, 92/100/ΕΟΚ, 93/83/ΕΟΚ, 93/98/ΕΟΚ ΚΑΙ 96/9/ΕΟΚ.
Η ιδιοκτησία επ’ αυτών αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ: Η αναδημοσίευση και η με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγή, εξ’ ολοκλήρου, τμηματικά ή περιληπτικά, των οιωνδήποτε κειμένων ή δεδομένων περιλαμβάνονται στον παρόντα ιστοχώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια της δικαιούχου εταιρείας.


Email:
Θέμα:
Μήνυμα:
 
Δημιουργία νέας κατηγορίας

Your Categories

  • ΑΓΡΟΤΕΣ
Up
Close
Close
Κλείσιμο